238/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Βαρδαβάκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Χρύσανθο Παπούλια, Ευάγγελο Σταυρουλάκη, Ηρακλή Κωνσταντινίδη και Κωνσταντίνο Κούκλη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated238/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο προσδιορισμός δε αυτός είναι ανεξάρτητος από την πληρότητα ή μη του τίτλου του, που ενδεχομένως περιλαμβάνει και τον συντάκτη ή τη χρονολογία του. Διαφορετικά, αν δηλαδή η ταυτότητα του εγγράφου δεν προσδιορίζεται με επάρκεια, υπάρχει η ίδια απόλυτη ακυρότητα.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 238 / 2006 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 238/2006
Το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Βαρδαβάκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Χρύσανθο Παπούλια, Ευάγγελο Σταυρουλάκη, Ηρακλή Κωνσταντινίδη και Κωνσταντίνο Κούκλη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Νοεμβρίου 2005, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Καίσαρη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Κ. Σ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ζήση Κωνσταντίνου, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 42/2004 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Κρήτης, με πολιτικώς ενάγουσα την Ε. Ε. συζ. Δ., κάτοικο ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Μακρυδάκη.
Το Πενταμελές Εφετείο Κρήτης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Μαϊου 2004 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 998/2004, ως και στους από 26 Οκτωβρίου 2005 πρόσθετους λόγους.
Αφού άκουσε τους πληρεξουσίους των διαδίκων, που με προφορική ανάπτυξη ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 358, 364 και 369 του ΚΠΔ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι, η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσης του, σε σχέση με την ενοχή του κατηγορουμένου, εγγράφων που δεν είναι βεβαία η αναγνώρισή τους, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, εκ της οποίας ιδρύεται, ο λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ.
Α' ΚΠΔ, γιατί αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος της δυνατότητας να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικές με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Το περιεχόμενο του εγγράφου δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται στα πρακτικά της αποφάσεως, όπως δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ο συντάκτης του εγγράφου και η χρονολογία του.
Είναι, όμως, αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία από τα οποία προσδιορίζεται με επάρκεια η ταυτότητά του, έτσι ώστε να μη καταλείπεται αμφιβολία για το ποιο έγγραφο της δικογραφίας αναγνώστηκε. Τα στοιχεία δε αυτά δεν είναι ανάγκη να συμπίπτουν με τα στοιχεία του πλήρους τίτλου του εγγράφου. Ο προσδιορισμός, δηλαδή, της ταυτότητας του εγγράφου, είναι αναγκαίος μόνο για τη δημιουργία βεβαιότητας, ότι το έγγραφο αυτό και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη και έτσι δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να εκθέσει, κατά το άρθρο 358 ΚΠΔ τις απόψεις του και να κάνει τις παρατηρήσεις του, σε σχέση με το περιεχόμενο του εγγράφου.
Ο προσδιορισμός δε αυτός είναι ανεξάρτητος από την πληρότητα ή μη του τίτλου του, που ενδεχομένως περιλαμβάνει και τον συντάκτη ή τη χρονολογία του. Διαφορετικά, αν δηλαδή η ταυτότητα του εγγράφου δεν προσδιορίζεται με επάρκεια, υπάρχει η ίδια απόλυτη ακυρότητα.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει, ότι, μεταξύ άλλων εγγράφων που φέρονται (στα πρακτικά, φύλλο 10) ότι αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, περιλαμβάνονται και τα εξής έγγραφα, που προσδιορίζονται (στα πρακτικά) με την αναφορά: ".........11) το 23062 ειδικό πληρεξούσιο, 12) ο ισολογισμός 2000 και 2001 τεχνικής ανωνύμου εταιρείας...20) το εξώδικο επίδικος.
Υπό τα αναφερόμενα, στοιχεία των ως άνω εγγράφων, που φέρονται στα πρακτικά, ως αναγνωσθέντα, αυτά είναι επαρκή, ώστε να μη καταλείπεται καμμία αμφιβολία για την ταυτότητά τους, παρά την ελλιπή αναφορά του τίτλου τους, την έλλειψη δηλαδή της χρονολογίας του συντάκτη τους της εταιρείας που αφορούν οι ισολογισμοί ή του επιδόσαντος το εξώδικο δικαστικού επιμελητή, λαμβανομένου υπόψη ότι ο προσδιορισμός της ταυτότητας του εγγράφου είναι, όπως προαναφέρθηκε, αναγκαίος μόνο για την δημιουργία βεβαιότητας, ότι το έγγραφο αυτό και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη.
Κατά συνέπεια, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου εκ του άρθρου 510 παρ. 1 Α ΚΠΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, ότι δηλαδή επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο εκ του ανεπαρκούς προσδιορισμού της ταυτότητας των παραπάνω εγγράφων, που φέρονται, ως αναγνωσθέντα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Περαιτέρω, ο αναιρεσείων υποστηρίζει με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου κατά το δεύτερο μέρος του και με τον πρώτο πρόσθετο, ότι επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο: α) κατ' εφαρμογή των αρχών της ισότητας και αναλογικότητας, γιατί δεν είναι δυνατόν, σε όμοιες ακριβώς περιπτώσεις, όπως αυτή που έκρινε η υπ' αιρθμ. 548/04 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία εδέχθη συνδρομή απόλυτης ακυρότητας, γιατί η προσβληθείσα απόφαση συνεκτίμησε για την κήρυξη της ενοχής του κατηγορουμένου "τρεις ένορκες εξετάσεις μαρτύρων" και "έγγραφα που αναγνώσθηκαν" και η υπό κρίση, να δοθούν διαφορετικές λύσεις και β) γιατί ελήφθη υπόψη η από 25-1-1999 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης του δικαστικού γραφολόγου Ι. Δ., η οποία, όμως, δεν αναγνώστηκε.
Οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως, είναι απορριπτέοι, ο μεν υπό στοιχ. α' ως απαράδεκτος, γιατί η διαφορετική νέα κρίση του Αρείου Πάγου από προηγούμενη επί νομικού τινος ζητήματος δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως, ο δε υπό στοιχ. β', διότι από το σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως (σελίς 17) προκύπτει, ότι το εν λόγω έγγραφο, ελήφθη πράγματι υπόψη, γιατί "προσκομίστηκε και αναγνώστηκε", είναι δε αδιάφορο σε ποίο σημείο των πρακτικών και της αποφάσεως γίνεται η σχετική για την ανάγνωσή του μνεία.
Η καταδικαστική απόφαση, για να έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1Δ ΚΠΔ, πρέπει να αναφέρονται σ' αυτήν τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε, συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα γενικώς, κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά, από τα οποία αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά και οι συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, εξ αυτού μόνο δεν προκύπτει ότι αγνοήθηκαν τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Η κατά τα άνω αιτιολογία απαιτείται σε όλες, χωρίς εξαίρεση, τις αποφάσεις, τα βουλεύματα και τις διατάξεις, ανεξάρτητα από το αν αυτό απαιτείται ειδικά από το νόμο ή αν είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε.
Συνεπώς και η παρεμπίπτουσα απόφαση που απορρίπτει αίτημα του κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις, μολονότι η κρίση του δικαστηρίου για το αν πρέπει ή όχι να αναβληθεί η δίκη είναι ανέλεγκτη, πρέπει να έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία.
Προσθέτως η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής αποφάσεως πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, που προβάλλονται παραδεκτώς, δηλαδή εκείνους που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή την μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου ή την μείωση της ποινής.
Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και ο ισχυρισμός για την αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διαφορετικά ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας, ενώ η μη απάντηση στον ισχυρισμό αυτό, συνιστά έλλειψη ακροάσεως κατά το άρθρο 170 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα και ιδρύει λόγο αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1Β ΚΠΔ.
Όταν, όμως, ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή, ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλ' αρνητικός της κατηγορίας, το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε να διαλάβει στην απόφασή του ιδιαίτερη αιτιολογία, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση απαντήσεως σε απαράδεκτο ή αόριστο ισχυρισμό, ενώ η αιτιολογία για τους αρνητικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς, εμπεριέχεται από τα πράγματα στην κύρια αιτιολογία της αποφάσεως για την ενοχή.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλομένη 42/2004 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Κρήτης, καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, σε δεύτερο βαθμό, για τις πράξεις της κακουργηματικής πλαστογραφίας και της απάτης (σε βαθμό πλημμελήματος), ενώ του αναγνωρίστηκε το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου, συνολική ποινή φυλακίσεως δύο ετών και τεσσάρων μηνών, ανασταλείσα επί 3ετία.
Στην αιτιολογία της αποφάσεως, προκύπτουσα από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της αναφέρεται, ότι από την χωρίς όρκο εξέταση της πολιτικώς εναγούσης, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης και των εγγράφων που αναφέρονται ότι αναγνώσθηκαν, καθώς την απολογία του κατηγορουμένου και όλη γενικά την αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκαν τα εξής:
Η αποβιώσασα την 24-3-1996, σε ηλικία 93 ετών Ζ. Σ. και άτεκνη.......ήταν αμφιθαλής αδελφή του προαποβιώσαντος το έτος 1986 πατρός του κατηγορουμένου και αμφιθαλής αδελφή της προαποβιωσάσης το έτος 1989 μητέρας της πολιτικώς εναγούσης. Το έτος 1980 είχε προαποβιώσει άγαμος και άτεκνος ο τελευταίος αδελφός της Ι. Σ., οπότε σε περίπτωση που δεν υπήρχε διαθήκη η πολιτικώς ενάγουσα θα υπεισερχόταν ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος της κατά ποσοστό 1/2 (ή 2/4), ο δε κατηγορούμενος με την αδελφή του Α.
Σ.-Τ. κατά ποσοστό 1/4 ο καθένας στην καταληφθείσα περιουσία της. Η Ζ. Σ., την οποία, όσο ζούσε φρόντιζε ο κατηγορούμενος, που διέμενε στο ίδιο χωριό με εκείνη, είχε συντάξει την 10-9-93 ταυτόχρονη ιδιόγραφη διαθήκη (γεγονός που αμφότερα τα διάδικα μέρη αναγνωρίζουν), με την οποία το μεγαλύτερο μέρος της περιουσίας της κατέλιπε στον κατηγορούμενο ανεψιό της και ένα μικρό μέρος στην πολιτικώς ενάγουσα ανεψιά της.
Την εν λόγω χειρόγραφη διαθήκη η Ζ. Σ., ένα μήνα περίπου πριν πεθάνει, δηλαδή κατά μήνα Φεβρουάριο 1996, την έσχισε για λόγους που δεν διακριβώθηκαν. Μετά το θάνατο της Ζ. Σ., οι κληρονόμοι της συζητούσαν μεταξύ τους σχετικά με τον τρόπο διανομής της περιουσίας της. Ο κατηγορούμενος γνωστοποίησε στους λοιπούς συγκληρονόμους του, ότι είχε φωτοαντίγραφο της προγενέστερης, από 10-9-1993 ιδιόγραφης διαθήκης της θείας του και αναζητούσε το πρωτότυπο, το ο ποίο, όμως, δεν βρέθηκε, γιατί είχε στο μεταξύ καταστραφεί από την διαθέτιδα.
Έτσι και ενώ μεσολαβούσαν προτάσεις του κατηγορουμένου προς τους λοιπούς συγκληρονόμους του για την εξώδικη διανομή της καταληφθείσης περιουσίας, ξαφνικά ο τελευταίος, με την από 30-8-1996 αίτησή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, ζήτησε τη δημοσίευση και κήρυξης ως κυρίας της επίμαχης από 17-2-1996 ιδιόγραφης διαθήκης της θείας τους Ζ.
Σ., την οποία όπως ανέφερε στην αίτησή του, ανακάλυψε περί τα μέσα Ιουλίου 1996 μέσα στην τσάντα της αποβιωσάσης θείας του, μαζί με τρεις λίρες και 800.000 δρχ., την οποία τσάντα του είχε εμπιστευθεί η θεία του, λίγο πριν τον θάνατό της.
Το κείμενο της εν λόγω διαθήκης φέρεται να είχε χαραχθεί στις δύο όψεις χαρτονιού. Στη μία όψη είχε χαραχθεί κείμενο δυόμισι στίχων και κάτω από αυτό ως υπογραφή είχε τεθεί το όνομα "Ζ. Σ.". Το κείμενο αυτολεξί έχει ως εξής: "αφήνω την διαθήκη μου δεν έχω περιθώριον στη ζωή, αφήνω την περιουσία μου του Κ. του Σ.". Στη δεύτερη σελίδα του χαρτονιού στο μέσον και δεξιά έχει αναγραφεί σε ένα στίχο η χρονολογία "17.2.1996" και κάτω από αυτή ως υπογραφή η ένδειξη "Ζ.Σ.". Η γραφή του κειμένου της από 17-2-1996 επίμαχης χειρόγραφης διαθήκης με φερομένη ως διαθέτιδα την Ζ. Σ. δεν είναι ενιαίας χάραξης, αλλά τμήμα αυτής, που περιλαμβάνει τη φράση "αφήνω τη διαθήκη μου δεν έχω περιθώριον στη ζωή", είναι ομαλής χάραξης και αποτελεί φυσιολογική γραφή της γραφέα, ενώ το υπόλοιπο κείμενο της διαθήκης και συγκεκριμένα η φράση "αφήνω την περιουσία μου του Κ. του Σ.", η χρονολογία και οι υπογραφές της, παρά την εξωτερική προσομοίωσή της με τη γνήσια γραφή και τις υπογραφές της Ζ. Σ., διαφέρουν από αυτές στο ρυθμό της χάραξης σε γενικά χαρακτηριστικά, στη δομή και σε επιμέρους ειδικά χαρακτηριστικά των γραμμάτων και αριθμών. Ως εκ τούτου, η αναφερόμενη υπόλοιπη φράση, η χρονολογία και οι υπογραφές, δεν έχουν χαραχθεί από τη Ζ. Σ., αλλά από άλλο πρόσωπο, με προσπάθεια απομίμησης της γραφής και των υπογραφών της διαθέτιδας.
Συνεπώς, η επίμαχη διαθήκη είναι πλαστή. Τούτο προκύπτει και από τις προσκομιζόμενες και αναγνωσθείσες, από 8-1-1999 και 25-1-1999 εκθέσεις γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης του ως πραγματογνώμονα διορισθέντος με την 329/1998 διάταξη της Ανακρίτριας του Β' τμήματος Πλημμελειοδικών Ηρακλείου και την 410/1998 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, αντίστοιχα, δικαστικού γραφολόγου Ι.
Δ., Αστυνόμου Α', καθώς και από την από Ιανουαρίου 1997 γνωμοδότηση του τεχνικού συμβούλου της πολιτικώς ενάγουσας γραφολόγου Δ. Κ.. Οι τεχνικοί σύμβουλοι του κατηγορουμένου Α. Μ., καθηγητής γραφολογίας και Μ.-Μ. Κ., δικηγόρος-γραφολόγος, καταλήγουν σε αντίθετο συμπέρασμα με τις προσκομιζόμενες και αναγνωσθείσες από 20-4-1997 και 30-11-1998, αντίστοιχα, εκθέσεις τους.
Οι γνωμοδοτήσεις όμως αυτών δεν κρίνονται πειστικές και ικανές να ανατρέψουν την προαναφερθείσα κρίση του Δικαστηρίου. Ας σημειωθεί ότι με την προσκομιζόμενη σε επικυρωμένο φωτοαντίγραφο και αναγνωσθείσα υπ' αριθ. 221/2002 οριστική απόφαση του Εφετείου Κρήτης, που κατέστη ήδη αμετάκλητη, διότι ο κατηγορούμενος -τότε εναγόμενος δεν άσκησε κατ' αυτής αναίρεση, αναγνωρίστηκε η ακυρότητα της επίμαχης ιδιόγραφης διαθήκης και όπως από αμφότερα τα διάδικα μέρη συνομολογείται, η προκειμένη απόφαση έχει πλέον εκτελεστεί.
Οι αιτιάσεις του κατηγορουμένου ότι η πιο πάνω διαθήκη είναι γνήσια, γιατί γράφηκε καθολοκληρίαν και υπογραφεί από τη διαθέτιδα, δεν βρίσκουν έρεισμα στις παραπάνω αποδείξεις που προσκομίστηκαν. Πλαστογράφος της προκείμενης ιδιόγραφης διαθήκης είναι ο κατηγορούμενος, ο οποίος, στην προσπάθειά του να ανγνωριστεί μοναδικός κληρονόμος της αποβιωσάσης θείας του Ζ.
Σ., άρχισε αμέσως μετά το θάνατό της να ψάχνει να βρει κάποια νεώτερη διαθήκη που τυχόν είχε συντάξει η θεία του. Βρήκε έτσι στην τσάντα της αποβιωσάσης ένα κομμάτι χαρτόνι, με 800.000 δραχμές και τρεις χρυσές λίρες, όπως ο ίδιος ομολογεί. Επάνω στο χαρτόνι αυτό η Ζ. Σ. λίγο καιρό πριν το θάνατό της είχε αρχίσει να γράφει τη νέα ιδιόγραφη διαθήκη της, αφού, όπως σημειώθηκε πιο πάνω, την προηγούμενη από 10-9-1993 είχε καταστρέψει.
Για άγνωστους λόγους δεν μπόρεσε να ολοκληρώσει το κείμενο της νέας διαθήκης της και το ημιτελές τούτο σημείωμα παρέμεινε στην τσάντα της. Το ημιτελές κείμενο που η ίδια η Ζ. Σ. είχε χαράξει στο χαρτόνι είχε αυτολεξί ως εξής: "αφήνω την διαθήκη μου δεν έχω περιθώριον στη ζωή". Τούτο εκμεταλλεύτηκε ο κατηγορούμενος, συμπληρώνοντας ο ίδιος τις υπάρχουσες ελλείψεις.
Ανέγραψε έτσι στο χαρτόνι αυτό και τις υπόλοιπες λέξεις "αφήνω την περιουσία μου του Κ.του Σ.", ώστε το κείμενο της φερομένης ως διαθήκης να φαίνεται ότι έχει ολοκληρωθεί και στο πίσω μέρος του χαρτονιού έθεσε κατ' απομίμηση την υπογραφή της διαθέτιδας θείας του και ως ημερομηνία σύνταξης της διαθήκης την 17-2-1996.
Στην ενέργειά του αυτή προέβη με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του παράνομο περιουσιακό όφελος, ύψους 29.601.000 δραχμών, δεδομένου ότι, με συνολική αξία της κληρονομιαίας περιουσίας, όπως αυτή ειδικότερα περιγράφεται στο διατακτικό και δεν αμφισβητείται από τους διαδίκους, ύψους 39.468.000 δραχμών, αν χωρούσε η εξ αδιαθέτου κληρονομική διαδοχή ο κατηγορούμενος θα είχε ποσοστό επ' αυτής 1/4 εξ αδιαιρέτου, δηλαδή ύψους δραχμών 9.867.000 (39.468.000 Χ 1/4), οπότε 39.468.000 συνολική περιουσία - 9.867.000 μερίδιο κατηγορουμένου = 29.601.000 (ή 39.468.000 συνολική περιουσία - 19.734.000 το 1/2 μερίδιο της πολιτικώς ενάγουσας = 29.601.000), με αντίστοιχη βλάβη της περιουσίας της πολιτικώς ενάγουσας Ε.
Ε., αλλά και της αδελφής του Α. Σ.-Τ., οι οποίες στην εκ του νόμου διαδοχή είναι νόμιμοι κληρονόμοι, κατά ποσοστά 1/2 (ή 2/4) και 1/4 εξ αδιαιρέτου, αντίστοιχα. Διέπραξε, επομένως, ο κατηγορούμενος το έγκλημα της πλαστογραφίας σε βαθμό κακουργήματος, αφού το συνολικό όφελος αυτού ή η συνολική ζημία της πολιτικώς ενάγουσας υπερβαίνουν το ποσό των 25.000.000 δραχμών 216 παρ. 3α ΠΚ).
Επιπροσθέτως ο κατηγορούμενος διέπραξε και το αδίκημα της απάτης στο δικαστήριο (σε βαθμό πλημμελήματος), καθόσον, όπως προαναφέρθηκε, την άνω πλαστή διαθήκη προσκόμισε ενώπιον του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, τον οποίο και παραπλάνησε και με το προσκομιζόμενο και αναγνωσθέν υπ' αριθμ. 190/1996 πρακτικό του πιο πάνω δικαστηρίου δημοσίευσε και κήρυξε κυρία την προκειμένη διαθήκη, ενώ δεν θα προέβαινε στην ενέργειά του αυτή αν γνώριζε ότι η διαθήκη αυτή είναι προϊόν πλαστογραφίας.
Συνεπώς, πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος των πιο πάνω πράξεων, του αναγνωριστεί όμως το ελαφρυντικό του προηγούμενου έντιμου βίου (83, 84 παρ. 2α ΠΚ), απορριπτόμενου του αιτήματος αυτού περί αναγνωρίσεως και του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ. 2ε ΠΚ.- Με τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των διωκομένων δύο εγκλημάτων -της κακουργηματικής πλαστογραφίας και της απάτης σε βαθμό πλημμελήματος- για τα οποία αυτός καταδικάστηκε και τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, τις οποίες (αποδείξεις) προσδιορίζει και αναφέρει αναλυτικά κατά το είδος τους.
Εξ άλλου, μόνον όταν το δικαστήριο ή το συμβούλιο δεν αποδέχεται το συμπέρασμα της διεξαχθείσης πραγματογνωμοσύνης, οφείλει να αιτιολογήσει ειδικά την αντίθετη άποψή του (ΑΠ 692/1998). Στην ένδικη περίπτωση, όμως, που το δικαστήριο από την εκτίμηση των λοιπών αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε το περί πλαστότητας της διαθήκης συμπέρασμα των εκθέσεων γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, η οποία είχε διαταχθεί από την Ανακρίτρια του Β' Τμήματος πλημμελειοδικών Ηρακλείου και από το Πολυμελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου, δεν ήταν αναγκαίο για την πληρότητα της αιτιολογίας του να αντικρούσει ειδικά την αντίθετη άποψη των τεχνικών συμβούλων του κατηγορουμένου, τόσο μάλλον καθόσον, αφ' ενός μεν αποκρούει το συμπέρασμα αυτών (τεχνικών συμβούλων), ως μη πειστικό και ικανό να ανατρέψει την περί του αντιθέτου κρίση του, αφ' ετέρου δέχεται, ότι οι εκθέσεις της γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης είναι ενισχυτικές απλώς της περί ενοχής κρίσεως του δικαστηρίου, σχηματισθείσης από το συνδυασμό όλων των μνημονευμένων αποδεικτικών μέσων και δεν στηρίζουν αυτές αποκλειστικώς την τοιαύτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Περαιτέρω, στην αιτιολογία της αποφάσεως, αναφέρονται, όπως εσημειώθη, όλα τα αποδεικτικά μέσα, κατ' είδος που λήφθηκαν υπόψη, μεταξύ των οποίων οι ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων Δ. Κ. και Γ. Χ. καθώς και οι παρατηρήσεις της δικαστικής γραφολόγου Μ. Κ. επί της από 28-12-1998 εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης Ι. Δ. και η έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Γ. Χ.. Δεν ήταν δε αναγκαίο να γίνει ειδική αναφορά στα αποδεικτικά αυτά μέσα ούτε τι προέκυψε από το κάθε ένα από αυτά ούτε να γίνει ειδική αξιολόγηση αυτών, τόσο μάλλον καθόσον τέτοια ανάγκη δεν ανακύπτει ούτε και όταν εξαίρεται στην αιτιολογία κάποιο αποδεικτικό μέσο.
Επομένως, οι συναφείς, εκ του άρθρου 510 παρ. 1Δ ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους ειδικότερα προβάλλεται η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως, πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμοι.
Όσον αφορά την ειδικότερη αιτίαση για αναιτιολόγητη απόρριψη του αιτήματος του αναιρεσείοντος περί αναγνωρίσεως εις αυτόν της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2Ε ΠΚ, πρέπει να σημειωθεί, ότι τούτο διατυπώθηκε όλως αορίστως, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών (σελίς 14) της προσβαλλομένης και ως εκ τούτου το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και πολύ περισσότερο να αιτιολογήσει την απόρριψή του.
Προσθέτως για την απόρριψη από την προσβαλλομένη του, επικουρικώς υποβληθέντος από τους συνηγόρους του αιτήματος αναβολής, πρέπει να παρατηρηθούν τα παρακάτω: Μετά την απολογία του κατηγορουμένου-αναιρεσείοντος, οι συνήγοροι αυτού, αφού ανέπτυξαν την υπεράσπιση, εζήτησαν την αθώωση του πελάτη τους και επικουρικώς, να αναβληθεί η δίκη για τους εξής, κατά πιστή μεταφορά, λόγους: "α) για να προσέλθει η γραφολόγος Τ., στην οποία είχαν αρχικώς απευθυνθεί οι αντίδικοι και β) για να γίνει δακτυλοσκοπική εξέταση στο φωτοαντίγραφο της πρώτης σελίδας της επίμαχης διαθήκης, που ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι επέδειξε στους αντιδίκους του και η Ε. Ε. παραδέχεται ότι πήρε στα χέρια της. Αν, λοιπόν, βρεθούν τα αποτυπώματά της στο έγγραφο, που ο κατηγορούμενος προσκομίζει, τότε αποδεικνύεται ότι αυτό το έγγραφο τους επέδειξε και όχι άλλο, όπως εκείνοι ισχυρίζονται".
Το δικαστήριο απέρριψε το αίτημα αυτό με την αιτιολογία ότι ο κατηγορούμενος προσκόμισε επαρκώς τα μέσα υπεράσπισής του και ότι η κατάθεση της γραφολόγου Τ., στην οποία αρχικώς απευθύνθηκαν οι αντίδικοί του, δεν μπορεί να καταστεί ικανή για τη συναγωγή διαφορετικής δικανικής πεποίθησης, όπως και η αιτουμένη δακτυλοσκοπική εξέταση φωτοαντιγράφου της πρώτης σελίδας της επίμαχης διαθήκης.
Η αιτιολογία αυτή είναι πλήρης, κατά την έννοια των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ και ο αντίθετος λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1Δ ΚΠΔ, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος, ενώ δεν είναι αυτοτελής αλλ' αρνητικός της κατηγορίας, ο ισχυρισμός περί "μη συγκροτήσεως της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της κακουργηματικής πλαστογραφίας, (άρθρο 216 παρ. 3 ΠΚ), λόγω του ότι η φερομένη, ως βλάβη, δεν υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δρχ." και ως εκ τούτου το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και πολύ περισσότερο να αιτιολογήσει την απόρριψή του, ανεξαρτήτως του ότι η αιτιολογία για τον αρνητικό αυτό ισχυρισμό εμπεριέχεται από τα πράγματα στην κύρια αιτιολογία της αποφάσεως για την ενοχή.
Απορριπτομένων, επομένως, όλων των λόγων αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου και των προσθέτων και μη υπάρχοντος άλλου προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμοι και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα καθώς και την αμοιβή της πολιτικώς εναγούσης.
Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει την από 10 Μαϊου 2004 αίτηση του Ε. Σ. για αναίρεση της αποφάσεως 42/2004 του Πενταμελούς Εφετείου Κρήτης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα τα οποία προσδιορίζει σε διακόσια δέκα (210) ευρώ καθώς και στην αμοιβή της πολιτικώς εναγούσης, την οποία καθορίζει σε πεντακόσια (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε, στην Αθήνα, στις 6 Δεκεμβρίου 2005. Και,
Δημοσιεύθηκε, στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο, στις 6 Φεβρουαρίου 2006.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ