Legislator Case Law & Legislation
2383/2007 AI generated

2383/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2383/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή-Εισηγητή, Νικόλαο Ζαΐρη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

2383/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στις 16 Ιανουαρίου 2000 και περί ώρα 23.45', κατά την διάρκεια διατεταγμένης υπηρεσίας στην οδό ....... στην .........Αρκαδίας, αστυνομικοί της ΕΛ.ΑΣ, μεταξύ των οποίων και ο Ζ1, ενήργησαν έλεγχο στο υπ' αριθμ. ........ ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του κατηγορουμένου, που οδηγούσε ο ίδιος και στο οποίο συνεπέβαιναν οι Γ1 και Γ2.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2383 / 2007 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 2383/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή-Εισηγητή, Νικόλαο Ζαΐρη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Μαντά, για αναίρεση της 635/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Το Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Ιουνίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 112307.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.- Η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, της καταδικαστικής αποφάσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 Δ' ΚΠΔ, υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά, και, τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων έγινε η υπαγωγή τους στην ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας α)είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και β)αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατ' είδος, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από τον καθένα, αρκεί να συνάγεται ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως και όχι μόνο μερικά από αυτά.

Περαιτέρω, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 Ε' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα περιστατικά που δέχθηκε στην εφαρμοσθείσα ποινική διάταξη, καθώς και όταν η παράβαση γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή δεν αναφέρονται στην απόφαση κατά τρόπο σαφή και ορισμένο τα περιστατικά εκείνα που προέκυψαν και είναι απαραίτητα για την εφαρμογή της συγκεκριμένης ποινικής διατάξεως ή ακόμη στην απόφαση υπάρχει έλλειψη κάποιου από τα κατά νόμο αναγκαία περιστατικά ή αντίφαση μεταξύ τους ή με το διατακτικό κατά τέτοιο τρόπο που να καθίσταται ανέφικτος από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος της ορθής ή όχι υπαγωγής αυτών στο νόμο και να στερείται έτσι η απόφαση νόμιμης βάσης.

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 635/06 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Ναυπλίου και μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος μνημονεύονται, ο αναιρεσείων καταδικάστηκε σε ποινή φυλακίσεως οκτώ (8) μηνών, ανασταλείσα επί 3ετίαν για οδήγηση μεταφορικού μέσου υπό την επίδραση ναρκωτικών ουσιών, δεχθέντος ειδικότερα του Δικαστηρίου ανελέγκτως τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά:

Στις 16 Ιανουαρίου 2000 και περί ώρα 23.45', κατά την διάρκεια διατεταγμένης υπηρεσίας στην οδό ....... στην .........Αρκαδίας, αστυνομικοί της ΕΛ.ΑΣ, μεταξύ των οποίων και ο Ζ1, ενήργησαν έλεγχο στο υπ' αριθμ. ........ ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του κατηγορουμένου, που οδηγούσε ο ίδιος και στο οποίο συνεπέβαιναν οι Γ1 και Γ2.

Κατά τον έλεγχο αυτό και κατά την διάρκεια σωματικής ερεύνης που οι αστυνομικοί ενήργησαν στους ανωτέρω οδηγό και επιβάτες του αυτοκινήτου αυτού, βρέθηκε ο εξ αυτών Γ1 να κατέχει εντός άδειου τσιγάρων πακέτου 2,7 γραμμάρια ακατέργαστης ινδικής καννάβεως. Ένεκα τούτου και επίσης του ότι εντός του αυτοκινήτου υπήρχε έντονη οσμή καπνισμένης ινδικής καννάβεως, σε σχετική ερώτηση των αστυνομικών, οι προαναφερόμενοι επιβάτες και οδηγός δήλωσαν ότι κατά την διάρκεια της πορείας του αυτοκινήτου από .......

προς .......... ο εξ αυτών Γ1 προσέφερε στους λοιπούς ινδική κάνναβη, με την οποίαν ο εκ τούτων Γ2 έφτιαξε αυτοσχέδιο τσιγάρο, το οποίο κάπνισαν όλοι τους και ειδικώς ο εν προκειμένω κατηγορούμενος. Μετά τούτο, οι ανωτέρω συνελήφθησαν και οδηγήθηκαν στο κατάστημα του ΑΤ Μεγαλοπόλεως, όπου, κατά γενόμενη και εκεί σωματική έρευνα, βρέθηκε στην κατοχή του εκ των ανωτέρω Γ2 ποσότητα 0,2 gr κοκαΐνης, την οποίαν αυτός είχε κρύψει στα γεννητικά του όργανα.

Ακολούθως και εξ αιτίας των ανωτέρω ελήφθη ποσότητα ούρων από τον εν προκειμένω κατηγορούμενο Χ1, οδηγό του ως άνω αυτοκινήτου, το οποίο απεστάλη προς εξέταση στο Εργαστήριο Τοξικολογίας και Φαρμακολογίας του Γενικού Νοσοκομείου Πατρών και στο οποίο, διενεργηθείσης της εξετάσεως, ανιχνεύθησαν κανναβινόλες σε συγκέντρωση μεγαλύτερη των 135 mg/ml.

Τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά απεδείχθησαν από την προανακριτική από 17-1-2000 έκθεση ενόρκου εξετάσεως του ως άνω μετασχόντος του αστυνομικού ελέγχου αστυνομικού Ζ1, ενώπιον του οποίου αβιάστως κατά την διάρκεια αυτής οι ανωτέρω και ειδικώς ο εν προκειμένω κατηγορούμενος παραδέχθηκαν ότι έκαναν χρήση ινδικής καννάβεως σε τσιγαριλίκι, την υπ' αριθμ.

πρωτ: .......... έκθεση ανίχνευσης ναρκωτικών ουσιών στα ούρα του κατηγορουμένου αυτού με την οποίαν επιβεβαιώνεται η υπ' αυτού χρήση ινδικής καννάβεως και την επ' ακροατηρίου του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου παραδοχή του κατηγορουμένου αυτού, ότι πράγματι έκανε χρήση ινδικής καννάβεως κατά τον ανωτέρω τόπο και χρόνο.

Επομένως, κατά την κρατήσασα στο δικαστήριο γνώμη, και δεδομένου, όπως από τις διατάξεις των άρθρων 10 του ν. 1729/1987 και της, ως εκ του χρόνου τελέσεως της ανωτέρω πράξεως, ισχύουσας ΥΑ υπ' αριθμ. 13382Φ705.11/45/1977, όπως τροποποιήθηκε με την υπ' αριθμ. 13300Φ105.11/4ξθ/1985, συνάγεται, ότι η δια της μεθόδου της ουροληψίας ανίχνευση στον οργανισμό οδηγού, ναρκωτικών ουσιών αποτελεί, κατά πρόβλεψη του νόμου πλήρη απόδειξη, χωρίς να επιτρέπεται ανταπόδειξη, ότι ο οδηγός αυτός βρίσκεται υπό την επίδραση ναρκωτικών ουσιών και είναι απολύτως ανίκανος προς οδήγηση (σχ.

ΑΠ 1234/2005 ΝοΒ 2006.211, αντιθέτως ΠεντΕΦΝαυπλ. 66/2005 Νόμος, ΤρΕφΚακΘεσ. 154/1998 Ποιν.Δικ. 7.636), αποδεικνύεται ότι ο εν λόγω κατηγορούμενος, κατά την υπ' αυτού οδήγηση του ως άνω μεταφορικού μέσου, τελούσε υπό την επίδραση της ναρκωτικής ουσίας ινδικής καννάβεως, γεγονός, που κατά πρόβλεψη του νόμου τον καθιστούσε ανίκανο να οδηγεί το αυτοκίνητο αυτό και έθετε σε κίνδυνο τα έννομα αγαθά της ζωής ή της ιδιοκτησίας τρίτων προσώπων, μη απαιτουμένης, όπως αυτός επομένως αβασίμως ισχυρίζεται, της περαιτέρω καθ' οιονδήποτε τρόπο αποδείξεως ότι τελούσε υπό την επίδραση της εν λόγω ναρκωτικής ουσίας, απορριπτομένου εντεύθεν του σχετικού αυτού ισχυρισμού του.

Τούτων δοθέντων, πρέπει, κατά την κρατήσασα στο δικαστήριο γνώμη, ο εν λόγω κατηγορούμενος αυτός να κηρυχθεί ένοχος της εν λόγω αξιοποίνου πράξεως. Περαιτέρω, κατά την ομόφωνη περί τούτου γνώμη των μελών του Δικαστηρίου, πρέπει να αναγνωρισθεί η συνδρομή στο πρόσωπο του κατηγορουμένου των ελαφρυντικών περιστάσεων του προτέρου εντίμου βίου και του ότι για μεγάλο σχετικά διάστημα μετά την πράξη του συμπεριφέρθηκε καλά, ενόψει των αποδεικνυομένων από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα, ότι μέχρι της τελέσεως της πράξεώς του αυτής και έκτοτε μέχρι τούδε ο κατηγορούμενος έζησε έντιμο ατομικό, οικογενειακό και εν γένει κοινωνικό βίο, μη έχοντας καταδικασθεί ποτέ για οποιαδήποτε αξιόποινη πράξη, εργαζόμενος τακτικά ως κατασκευαστής σιδηρών κατασκευών και έχοντας δημιουργήσει οικογένεια, συμπεριφερθείς έτσι για μεγάλο χρονικό διάστημα καλά, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

Με τις παραδοχές αυτές, η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει την επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ανωτέρω αξιόποινης πράξεως, της παραβάσεως του άρθρου 10 του Ν. 1729/1987, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή τους στην οικεία, κατά τα άνω, ουσιαστική ποινική διάταξη, την οποία ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και την οποία ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε.

Ειδικότερα, καθόσον αφορά τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, ότι δεν στοιχειοθετείται σε βάρος του το προβλεπόμενο από το άρθρο 10 του Ν. 1729/87 ποινικό αδίκημα, με την ειδικότερη αιτίαση, ότι δεν αρκούσε η ουροληπτική εξέταση και θα έπρεπε η φερόμενη επίδραση να εξακριβωθεί από σχετική ιατρική έκθεση, μολονότι αυτός ο ισχυρισμός δεν ήταν αυτοτελής, αλλά αρνητικός της κατηγορίας και, ως εκ τούτου, το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει με ειδική αιτιολογία, ενόψει του ότι η αιτιολογία ως προς τον ισχυρισμό αυτό εμπεριέχεται από τα πράγματα στην κύρια αιτιολογία της αποφάσεως για την ενοχή του αναιρεσείοντος, εν τούτοις το Εφετείο και στον ισχυρισμό αυτό απήντησε με σαφή και ειδική αιτιολογία.

Τέλος, δεν συνιστά έλλειψη αιτιολογίας η παράλειψη να συμπεριληφθεί στο διατακτικό διάταξη περί αναγνωρίσεως στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος και την ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2 ε' του Π.Κ., η οποία αναφέρθηκε στο αιτιολογικό ότι πρέπει να του αναγνωριστεί και του αναγνωρίστηκε πράγματι, ενόψει του ότι το διατακτικό παραδεκτά συμπληρώνεται από το αιτιολογικό.

Συνεπώς, οι περί του αντιθέτου σχετικοί, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' Κ.Π.Δ., λόγοι αναίρεσης, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

ΙΙ.- Η εκ του άρθρου 470 του Κ.Π.Δ απαγόρευση χειροτέρευσης της θέσεως του κατηγορουμένου, ο οποίος άσκησε ένδικο μέσο εναντίον καταδικαστικής αποφάσεως, δεν υφίσταται, όταν το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν επέβαλε παρεπόμενη ποινή, εκ παραδρομής, παρόλο ότι αυτή, δυνάμει ρητής διατάξεως του νόμου, έπρεπε υποχρεωτικώς να επιβληθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο Ναυπλίου, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, επέβαλε στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο την παρεπόμενη ποινή της στέρησης της άδειας οδήγησης για 2 έτη, που από παραδρομή δεν επιβλήθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, μολονότι αυτή (παρεπόμενη ποινή), σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 10 του ν. 1729/1987, έπρεπε υποχρεωτικά να επιβληθεί. Η επιβολή αυτή της παρεπόμενης ποινής δεν προσκρούει στην απαγόρευση της αρχής της μη χειροτέρευσης της θέσεως του κατηγορουμένου, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, και συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος, ο σχετικός λόγος του αναιρετηρίου, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η' Κ.Π.Δ., περί υπερβάσεως εξουσίας. Τέλος, όπως προκύπτει από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αυτή απαγγέλθηκε δημόσια και όχι κεκλεισμένων των θυρών, όπως αβασίμως, με τον τελευταίο λόγο αναίρεσης, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Γ' του Κ.Π.Δ., υποστηρίζει ο αναιρεσείων, που είναι, ως εκ τούτου, επίσης απορριπτέος.

Μετά από αυτά, η κρινόμενη αναίρεση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, να καταδικαστεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα κατ' άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 11-6-2007 αίτηση του Χ1, για αναίρεση της υπ' αρ. 635/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Ναυπλίου. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Νοεμβρίου 2007.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Δεκεμβρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ