Supreme Court dismisses appeal on union leader's contract termination, ruling general union laws apply over specific maritime ones.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court of Piraeus, which had rejected the claim for recognition of the invalidity of his contract termination. The appellant, a union leader, argued that specific maritime labor laws should govern his case, while the opposing shipping company contended that general union statutes applied. The court ruled that since the appellant was not a purely maritime union, general union laws superseded specific maritime provisions, rendering the appeal inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1 para. 2, 14, 15 of Law 1264/1982; Articles 26, 28 of Law 330/1976; Article 72 of the Code of Civil Procedure: General union laws apply to union leaders in maritime labor disputes unless the union is exclusively maritime, overriding specific maritime labor statutes.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 237 / 2026 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 237 /2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Χροναίου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Βάϊα Ζαρχανή και Στυλιανό Κακαβιά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 7 Οκτωβρίου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Κ. του Θ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Ανδρέα Γούναρη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης ναυτιλιακής εταιρείας με την επωνυμία "ΧΕΛΛΕΝΙΚ ΣΗΓΟΥΕΙΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" "HELLENIC SEAWAYS", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Παρασκευά Ζουρντού, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από …2020 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν η 155/2022 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 279/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από ...2023 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ελένη Χροναίου. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από ...2023 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη Γραμματεία του εκδόσαντος την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου ...2024 και του παρόντος Δικαστηρίου .../2024 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 279/2023 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς (Τμήμα Ναυτικών Διαφορών), που εκδόθηκε κατ' αντιμωλία των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών (εργατικών) διαφορών (άρθρα 614 αρ. 3 και 621 ΚΠολΔ), το οποίο συνεκδίκασε :
α) την από ...2022 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ...2022 έφεση του ενάγοντος - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος και β) την από ...2022 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ...2022 αντίθετη έφεση της εναγομένης - εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης εταιρείας κατά της εκδοθείσας, κατ' αντιμωλία των διαδίκων και κατά την ίδια ως άνω ειδική διαδικασία, με αριθμό 155/2022 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, το οποίο δέχθηκε εν μέρει, ως βάσιμη κατ' ουσίαν, την από ...2020 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ...2020 αγωγή, με αντικείμενο αξιώσεις από την μεταξύ του ενάγοντος και της εναγομένης συναφθείσα σύμβαση ναυτικής εργασίας αορίστου χρόνου.
Με την προσβαλλόμενη απόφαση, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε τυπικά αμφότερες τις εφέσεις και την μεν έφεση της εναγομένης - εκκαλούσας απέρριψε κατ' ουσίαν, την δε έφεση του ενάγοντος - εκκαλούντος δέχθηκε κατ' ουσίαν και, στη συνέχεια, αφού εξαφάνισε στο σύνολό της την εκκληθείσα απόφαση του πρωτοδίκως δικάσαντος δικαστηρίου, κράτησε και δίκασε κατ' ουσίαν την υπόθεση, κατ' άρθρο 535 παρ. 1 του ΚΠολΔ, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και αναγνώρισε την υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ, ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση, για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη από την άκυρη καταγγελία της σύμβασης ναυτικής εργασίας του, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της κατά νόμο διετούς καταχρηστικής προθεσμίας, ως εκ του χρόνου δημοσίευσης της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, καθόσον κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδόσαντος την απόφαση αυτή Δικαστηρίου στις ...2024 και δεν προκύπτει η, με επιμέλεια οποιουδήποτε διαδίκου, επίδοση της απόφασης, η οποία δημοσιεύθηκε στις 18-05-2023, ούτε, άλλωστε, οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση αυτής (άρθρα 552, 553 παρ. 1 β', 556 παρ. 1, 558, 564 παρ. 3, όπως η παρ. 3 αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015 - ΦΕΚ Α' 87/23-07-2015, με έναρξη ισχύος από 01-01-2016, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 4 του Ν. 4335/2015, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ ).
Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των διαλαμβανομένων σε αυτή λόγων αναίρεσης (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ) .
Ι) Το άρθρο 1 του Ν. 1264/1982 "Για τον εκδημοκρατισμό του Συνδικαλιστικού Κινήματος και την κατοχύρωση των συνδικαλιστικών ελευθεριών των εργαζομένων", με το άρθρο 32 του οποίου καταργήθηκε ο ν. 330/1976 "Περί επαγγελματικών σωματείων και ενώσεων και διασφαλίσεως της συνδικαλιστικής ελευθερίας", ορίζει τα εξής: "1.
Με την επιφύλαξη της ισχύος των Διεθνών Συμβάσεων Εργασίας που έχουν κυρωθεί, ο νόμος αυτός κατοχυρώνει τα συνδικαλιστικά δικαιώματα των εργαζομένων και ρυθμίζει την ίδρυση, οργάνωση, λειτουργία και δράση των συνδικαλιστικών οργανώσεών τους. Για την εφαρμογή αυτού του νόμου εργαζόμενοι είναι όσοι απασχολούνται με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου (μισθωτοί), στους οποίους περιλαμβάνονται και οι εργαζόμενοι στο δημόσιο ή Ν.Π.Δ.Δ.
ή Ο.Τ.Α. Ειδικά για τις οργανώσεις του νόμου αυτού οι διατάξεις του Α.Κ. και του Εισ.Ν.Α.Κ. ισχύουν όπως τροποποιούνται ή συμπληρώνονται με αυτόν. 2. Δεν εφαρμόζεται ο νόμος αυτός: α) Για τις δημοσιογραφικές οργανώσεις, εκτός από τις διατάξεις των άρθρων 12, 14, 15, 19, 20 με εξαίρεση το εδάφιο γ' της παραγράφου 1, 21, 22, 23 και 26.
β) Για τις ναυτεργατικές οργανώσεις. Γι' αυτές, μέχρις ότου ψηφιστεί και δημοσιευτεί ειδικός νόμος θα εξακολουθήσει να εφαρμόζεται το ισχύον σήμερα νομικό καθεστώς". Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι ο ν. 1264/1982 δεν τυγχάνει καθολικής εφαρμογής στις συνδικαλιστικές οργανώσεις, αλλά εξαιρούνται της εφαρμογής του, προφανώς λόγω της ιδιομορφίας τους, αφενός οι δημοσιογραφικές οργανώσεις (πλην των επιλεκτικώς αναφερόμενων διατάξεών του, που εφαρμόζονται και επ' αυτών) και αφετέρου οι ναυτεργατικές οργανώσεις, ρητώς δε ορίζεται ότι, ως προς τις ναυτεργατικές οργανώσεις, μέχρις ότου δημοσιευθεί ειδικός νόμος εξακολουθεί να εφαρμόζεται το έως τότε ισχύον νομικό καθεστώς.
Συνεπώς, δεδομένου ότι μέχρι σήμερα δεν έχει δημοσιευθεί ειδικός νόμος, ο οποίος να διέπει τη σύσταση και λειτουργία των ναυτεργατικών οργανώσεων, εφαρμοστέος τυγχάνει ο προαναφερθείς ν. 330/1976. Η ως άνω διάταξη, όμως, του άρθρου 1 παρ. 2 περ. β' του ν. 1264/1982 αφορά μόνο τις αμιγώς ναυτεργατικές οργανώσεις, καθώς σε διαφορετική περίπτωση θα καταστρατηγείτο η διάταξη αυτή, η οποία εξαιρεί αποκλειστικά τις ναυτεργατικές οργανώσεις και όχι τις συνδικαλιστικές οργανώσεις οποιαδήποτε μορφής, οι οποίες τυγχάνει να έχουν, επιπροσθέτως, και ναυτεργατικό χαρακτήρα.
Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 4 του ν. 1264/1982 ορίζεται ευθέως από το νόμο ότι είναι άκυρη η καταγγελία της σχέσης εργασίας για νόμιμη συνδικαλιστική δράση, στην οποία, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, περιλαμβάνεται και η συμμετοχή σε νόμιμη απεργία, ως και οι ενέργειες που αποσκοπούν στην κήρυξή της και γενικότερα κάθε νόμιμη δραστηριότητα, που αποσκοπεί στη διαφύλαξη και προαγωγή των εργατικών, οικονομικών, ασφαλιστικών, κοινωνικών και συνδικαλιστικών δικαιωμάτων των εργαζομένων, όπως η δραστηριοποίηση για την ίδρυση επαγγελματικού ή επιχειρησιακού σωματείου.
Για να είναι δε άκυρη, κατά την ανωτέρω διάταξη, η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, πρέπει η συνδικαλιστική δράση του μισθωτού να αποτελεί αιτία της καταγγελίας, με την έννοια ότι χωρίς αυτήν ο εργοδότης δεν θα είχε καταγγείλει τη σύμβαση, όχι όμως κατ' ανάγκη αποκλειστική αιτία, αλλά αρκεί ότι συνετέλεσε απλώς στη λήψη της σχετικής απόφασης του εργοδότη για την καταγγελία και μάλιστα ανεξαρτήτως του αν από τη συνδικαλιστική δράση του εργαζομένου προκλήθηκε ή όχι προσωπική διένεξη μεταξύ αυτού και του εργοδότη (Α.Π. 220/2023, 306/2023, 562/2022, 656/2018, 927/2017).
Η, για τον λόγο αυτό, καταγγελία της σύμβασης εργασίας, όπως και εκείνη που γίνεται αποκλειστικά από εχθρότητα προς το πρόσωπο του εργαζόμενου, ελέγχεται σύμφωνα με το άρθρο 281 Α.Κ., ως προς την προφανή υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα συναλλακτικά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του συναφούς δικαιώματος του εργοδότη.
Περαιτέρω, με το άρθρο 14 παρ. 5 του ν. 1264/1982, όπως η παρ. 5 ίσχυε πριν την τροποποίησή της με το άρθρο 88 του ν. 4808/2021 (ΦΕΚ Α 101/...2021), ως εκ του κρίσιμου εν προκειμένω χρόνου της ένδικης καταγγελίας, η οποία έλαβε χώρα στις ...2020, ορίζεται ότι: "Είναι άκυρη η καταγγελία της σχέσης εργασίας: α) των μελών της διοίκησης, σύμφωνα με το άρθρο 92 Α.Κ., της συνδικαλιστικής οργάνωσης, β) των μελών της προσωρινής σύμφωνα με το άρθρο 79 Α.Κ.
διοίκησης συνδικαλιστικής οργάνωσης που διορίζει το δικαστήριο σύμφωνα με το άρθρο 69 του Αστικού Κώδικα και γ) των μελών της διοίκησης που εκλέγονται προσωρινά κατά την ίδρυση συνδικαλιστικής οργάνωσης. Η απαγόρευση ισχύει κατά τη διάρκεια της θητείας τους και ένα χρόνο μετά τη λήξη της, εκτός αν συντρέχει ένας από τους λόγους της παρ. 10 και διαπιστωθεί κατά τη διαδικασία του άρθρου 15".
Από τις διατάξεις αυτές, με τις οποίες θεσπίσθηκε αυξημένη ειδική προστασία των συνδικαλιστικών στελεχών απέναντι στην καταγγελία της σύμβασης εργασίας από τον εργοδότη, προκύπτει ότι κατ' αρχήν απαγορεύεται η απόλυση συνδικαλιστικών στελεχών, εκτός εάν συντρέχει ένας από τους λόγους που περιοριστικώς αναφέρονται στην παρ. 10 του εν λόγω άρθρου 14 και διαπιστωθεί αυτός, κατά τη διαδικασία που ορίζει το άρθρο 15 του ιδίου νόμου.
Εάν δεν συντρέχει ο λόγος αυτός και δεν διαπιστωθεί, κατά την προαναφερθείσα διαδικασία, η καταγγελία από τον εργοδότη της συνδέουσας αυτόν με το συνδικαλιστικό στέλεχος σύμβασης εργασίας είναι άκυρη και θεωρείται ότι δεν έγινε (άρθρο 180 του Α.Κ.) και ο εργοδότης, αρνούμενος, μετά την άκυρη αυτή καταγγελία, να αποδεχθεί τις υπηρεσίες του μισθωτού (συνδικαλιστικού στελέχους) περιέρχεται σε υπερημερία εργοδότη και οφείλει μισθούς υπερημερίας.
Για την προστασία αυτή απαιτούνται οι εξής προϋποθέσεις, οι οποίες αποτελούν και ουσιώδη στοιχεία της αγωγής, που πρέπει να αναφέρονται στο δικόγραφό της: α) Έγκυρη σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου , β) ο μισθωτός να είναι νόμιμα εκλεγμένο μέλος της διοίκησης νομίμως συσταθέντος συνδικαλιστικού σωματείου ή νόμιμα διορισμένο μέλος της προσωρινής διοίκησης αυτού ή μέλος της προσωρινά εκλεγείσας διοίκησης υπό ίδρυση σωματείου, γ) ο εργοδότης να τελεί σε γνώση της ιδιότητας αυτής του μισθωτού, κατά τον χρόνο της καταγγελίας και δ) δυνατότητα απασχόλησης του συνδικαλιστικού στελέχους στην επιχείρηση του εργοδότη.
Η ως άνω γνώση του εργοδότη ως προς τη συνδικαλιστική ιδιότητα του απολυόμενου εργαζομένου, η οποία μπορεί να λάβει χώρα με οποιονδήποτε τρόπο , πρέπει, προκειμένου περί νομικού προσώπου, να υπάρχει στο νόμιμο εκπρόσωπό του, δηλαδή σε εκείνον που έχει οριστεί από το νόμο ή το καταστατικό να το εκπροσωπεί, καθώς και σε εκείνον που έχει οριστεί, κατά τους κανόνες της πρόστησης, για να το εκπροσωπεί στον τομέα εργασίας ή τις διοικητικές υπηρεσίες του, με δικαίωμα πρόσληψης και απόλυσης του προσωπικού, ενεργώντας εξ ονόματος και για λογαριασμό του (ΑΠ 841/2023, 182/2019, 424/2016, 440/2015, 1218/2013, 84/2010).
Περαιτέρω, αν ο εργαζόμενος περιλάβει στην αγωγή του αυτοτελές αίτημα, κατ' άρθρο 70 ΚΠολΔ, αναγνώρισης της ακυρότητας της καταγγελίας του εργοδότη, τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την ακυρότητά της αποτελούν στοιχεία της βάσης της αγωγής του, που στηρίζουν το αντίστοιχο αίτημα, της αναγνώρισης της ακυρότητας (ΑΠ 903/2025, 650/2023, 562/2022, 230/2021, 2183/2014).
Επομένως, εφόσον προβάλλεται στο δικόγραφο της αγωγής, ως λόγος ακυρότητας της καταγγελίας της εργασιακής σύμβασης, η καταχρηστική, εκ μέρους του εργοδότη, άσκηση του σχετικού δικαιώματός του, πρέπει να διαλαμβάνονται περιστατικά, από τα οποία, αληθή υποτιθέμενα, να συνάγεται ότι η άσκηση, υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες, του δικαιώματος υπερβαίνει προφανώς τα αξιολογικά όρια του άρθρου 281 Α.Κ. (ΑΠ 412/2017, 400/2017, 244/2017, 84/2011).
Θεωρείται δε, η εκ μέρους του εργοδότη καταγγελία της εργασιακής σύμβασης καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από κίνητρα ξένα προς τον σκοπό για τον οποίο έχει προβλεφθεί, ως δικαίωμα. Αυτό μπορεί να συμβεί σε περιπτώσεις κατά τις οποίες η καταγγελία γίνεται από εμπάθεια, μίσος ή διάθεση εκδίκησης, ύστερα από προηγηθείσα νόμιμη, αλλά μη αρεστή στον εργοδότη, συμπεριφορά του εργαζόμενου, όπως στην περίπτωση που ο εργοδότης προέβη στην καταγγελία εξαιτίας εχθρότητας προς τον εργαζόμενο, λόγω της συνδικαλιστικής δράσης του τελευταίου, η οποία δεν άρεσε στον εργοδότη και ήταν αντίθετη προς τα συμφέροντα της επιχείρησής του, είτε για να απαλλαγεί ο εργοδότης από τον μισθωτό αυτόν είτε για να εκφοβίσει τους άλλους εργαζομένους, ώστε αυτοί να απόσχουν από τη συνδικαλιστική οργάνωση ή δράση (ΑΠ 359/2020, 1051/2018, 1512/2018, 1173/2017, 769/2016 ).
Εξάλλου, με τις παρ. 1 και 4 του άρθρου 1 του Ν. 330/1976, ο οποίος, ως προς την ειδική προστασία των συνδικαλιστικών στελεχών, εφαρμόζεται στις ναυτεργατικές οργανώσεις (άρθρο 1 παρ. 2 του ν. 1264/1982) ορίζεται ότι: "1. Επιφυλασσομένης της ισχύος των διατάξεων της υπ' αριθ. 87 Διεθνούς Σύμβασης Εργασίας "Περί της συνδικαλιστικής ελευθερίας και προστασίας του συνδικαλιστικού δικαιώματος", κυρωθείσης δια του Ν.
Δ/τος 4204/1961 και της υπ' αριθ. 98 ομοίας, "Περί εφαρμογής των αρχών του δικαιώματος οργανώσεως και συλλογικής διαπραγματεύσεως", κυρωθείσης δια του Ν.Δ/τος 4205/1961, η σύστασις, η λειτουργία και η εν γένει δράσις ως και διάλυσις των επαγγελματικών σωματείων, διέπονται υπό των διατάξεων του Αστικού Κώδικος και του Εισαγωγικού αυτού νόμου, ως αύται συμπληρούνται ή τροποποιούνται ειδικώς δια τα εν λόγω σωματεία υπό των διατάξεων του παρόντος..... 4.
Αι διατάξεις του παρόντος, πλην των διατάξεων των άρθρων 26-28, 32-38, 40 και 42 δεν έχουν εφαρμογήν επί των δημοσιογραφικών και ναυτεργατικών σωματείων, διεπομένων υπό των ιδίων περί αυτών διατάξεων". Περαιτέρω, με τις διατηρηθείσες σε ισχύ, ως προς τις ναυτεργατικές οργανώσεις, διατάξεις των άρθρων 26-28 του ν. 330/1976 ορίζεται ότι:
Άρθρο 26 "1. Επιφυλασσομένων των προστατευτικών διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας και του Αστικού Κώδικος, η σχέσις εργασίας μισθωτών, οίτινες τυγχάνουν πρόεδροι (αναπληρωταί πρόεδροι ή αντιπρόεδροι), γενικοί γραμματείς, αναπληρωταί γενικοί γραμματείς και ταμίαι επαγγελματικού σωματείου αριθμούντος πλέον των εκατόν μελών ως και πάσης ενώσεως επαγγελματικών σωματείων δεν δύναται να καταγγελθή κατά την διάρκειαν της θητείας των και επί εν έτος μετά την λήξιν αυτής, ειμή μόνον ένεκα σπουδαίου λόγου και κατά την διαδικασίαν του άρθρου 28.
Της αυτής προστασίας τυγχάνουν ο Πρόεδρος και ο γενικός γραμματεύς επαγγελματικού σωματείου αριθμούντος πλέον των ογδοήκοντα (80) μελών, εφ' όσον : α) το σωματείον καλύπτει μισθωτούς του αυτού εργοδότου μόνον και β) δεν λειτουργεί νομίμως έτερον επαγγελματικόν σωματείον καλύπτον εν όλω ή εν μέρει μόνον μισθωτούς του αυτού εργοδότου. 2.
Τα της κατά την προηγουμένην παράγραφον προστασίας τυγχάνουν και οι εκ των μελών της προσωρινής διοικήσεως επαγγελματικού σωματείου, έχοντες την μίαν των εν αυτώ αναφερομένων ιδιοτήτων, διαρκούσης της θητείας των. 3. Η καταγγελία της εργασιακής σχέσεως είναι καταχρηστική, εφ' όσον γίνεται ως αντίδρασις δια την συμμετοχήν του μισθωτού εις νόμιμον συνδικαλιστικήν δράσιν".
Άρθρο 27. "Σπουδαίον λόγον καταγγελίας της εργασιακής σχέσεως, κατά την έννοιαν του προηγουμένου άρθρου, είναι ο του άρθρου 2 του Α.Ν. 1803/1951 "Περί προστασίας των συνδικαλιστικών στελεχών"". Άρθρο 28 "1. Δια την διαπίστωσιν της συνδρομής του κατά το προηγούμενον άρθρον σπουδαίου λόγου εφαρμόζονται αι διατάξεις των άρθρων 3, 4 και 5 του Α.Ν. 1803/1951. 2.
Καταγγελία συμβάσεως εργασίας των εν άρθρο 26 παρ. 1 και 2 προσώπων άνευ προηγουμένης διαπιστώσεως της συνδρομής σπουδαίου λόγου κατά τ' ανωτέρω είναι άκυρος" . Σύμφωνα δε με το άρθρο 2 του Α.Ν. 1803/1951 (ΦΕΚ 126 Α'/28-04-1951), "1. Σπουδαίος λόγος κατά την έννοιαν του προηγουμένου άρθρου είναι μόνον: α) Όταν κατά την σύναψιν της ατομικής συμβάσεως εργασίας μετά του εργοδότου του ο μισθωτός εξηπάτησε αυτόν προσκομίσας ψευδή πιστοποιητικά ή βιβλιάρια προς λήψιν μεγαλυτέρας αμοιβής.
β) Όταν ο μισθωτός επρόδωσε βιομηχανικά ή εμπορικά μυστικά ή εζήτησεν ή εδέχθη αθέμιτα πλεονεκτήματα κυρίως προμηθείας παρά τρίτων επί ζημία του εργοδότου αυτού. γ) Όταν ο μισθωτός έγινε ένοχος αικιών ή βαρείας εξυβρίσεως ή σοβαρών απειλών κατά του εργοδότου ή των οικείων του. δ) Όταν ο μισθωτός επιμόνως ηρνήθη υπηρεσίαν ή ηπείθησεν εις δικαιολογημένας διαταγάς του εργοδότου ή δια της κουφότητός του έθεσεν εν κινδύνω την ασφάλειαν προσώπων ή πραγμάτων ή καίτοι αποτραπείς κατ' επανάληψιν, μεθύσκεται διαρκούσης της εργασίας ή προσέρχεται εις αυτήν εν καταστάσει μέθης.
ε) Όταν διαπιστούται ότι ο μισθωτός είναι ανίκανος δια την συμπεφωνημένην εργασίαν ή παρεβίασεν ουσιώδεις υποχρεώσεις του ή και επουσιώδεις τοιαύτας, δια τας οποίας όμως του εγένοντο υπό του εργοδότου του επανειλημμέναι υποδείξεις. στ) Όταν ο μισθωτός απέσχε της εργασίας άνευ αδείας επί μακρόν σχετικώς χρονικόν διάστημα.
Μακρόν χρονικόν διάστημα θεωρείται κατά τας περιστάσεις ιδία όταν υπερβαίνη το δεκαπενθήμερον επί υπαλλήλων και το δεκαήμερον επί τεχνιτών, εργατών η υπηρετών. 2. Ως σπουδαίος λόγος δεν δύναται εν ουδεμία περιπτώσει να θεωρηθή η συνδικαλιστική δράσις του εναγομένου ιδία εφ' όσον αύτην ασκείται έξω του τόπου εργασίας και εν γένει εντός των ορίων του Νόμου, πάντως αύτη δεν δύναται να θεωρηθή ότι απαλλάσσει τούτον της υποχρεώσεώς του προς εργασίαν κατά την διάρκειαν των κεκανονισμένων ορίων".
ΙΙ) Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 72 του παλαιού Κ.Ι.Ν.Δ. (ν. 3816/1958), που ίσχυε κατά τον χρόνο της ένδικης καταγγελίας, η σύμβαση ναυτολόγησης μπορεί να λυθεί με καταγγελία του πλοιάρχου, για λογαριασμό του πλοιοκτήτη, οποτεδήποτε, είτε η σύμβαση είναι αορίστου χρόνου είτε ορισμένου χρόνου, χωρίς να υποχρεούται ο πλοίαρχος να τηρήσει προθεσμία καταγγελίας, ενώ κατά το άρθρο 75 παρ. 2 εδ.
τελευταίο του ίδιου Κώδικα, στην περίπτωση αυτή, ο ναυτικός δικαιούται αποζημίωση, εκτός αν η καταγγελία δικαιολογείται από παράπτωμα αυτού. Η καταγγελία δεν υπόκειται σε κανένα τύπο, ούτε απαιτείται η ύπαρξη οποιουδήποτε λόγου ή η προσφορά αποζημίωσης. Στην περίπτωση αυτή, ο ναυτικός του οποίου καταγγέλλεται η σύμβαση δικαιούται ως αποζημίωση την προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 76 του Κ.Ι.Ν.Δ. (ΑΠ 871/2018).
Δηλαδή, επί καταγγελίας της σύμβασης ναυτικής εργασίας, ακόμα και καταχρηστικής, δεν έχουν εφαρμογή οι περί καταγγελίας και μισθών υπερημερίας διατάξεις των άρθρων 656, 659 και 672 του ΑΚ και εκείνες του ν. 2112/1920, όπως ισχύει. Εφόσον, όμως, η καταχρηστική απόλυση του ναυτικού συνιστά και αδικοπραξία, ο απολυθείς δικαιούται αποζημίωσης, κατ' άρθρο 914 του ΑΚ.
Επίσης, από τις διατάξεις των άρθρων 167 και 168 του ΑΚ συνάγεται ότι η καταγγελία της σύμβασης ναυτολόγησης είναι μονομερής και απευθυντέα δικαιοπραξία, που αναπτύσσει την άμεση διαπλαστική της ενέργεια από τη στιγμή που λαμβάνει γνώση αυτής ο παραλήπτης, κατά το άρθρο 167 ΑΚ, πρέπει δε αυτή (καταγγελία) να περιέχει σαφή και αναμφίβολη βούληση του καταγγέλλοντος να λύσει μονομερώς τη σύμβαση, έτσι ώστε να μη μένει στον αντισυμβαλλόμενο αμφιβολία ως προς τη λύση ή όχι της σύμβασης (ΑΠ 230/2025, 1909/2023, 377/2022, 1343/2021, 524/2018 ) .
ΙΙΙ) Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 εδαφ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού ( ΟλΑΠ 1/2016, 2/2013, 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, για το ορισμένο του οποίου πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, ελέγχεται δηλαδή αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998), καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 20/2005, 4/2023, 4/2021, 1/2021, ΑΠ 1857/2024, 64/2022, 19/2022). Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, αποκλειστικά και μόνο, με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν ( ΟλΑΠ 3/2020, ΑΠ 2052/2022, 477/2022, 9/2022, 1575/2021, 109/2020, 319/2017) .
Στην προκειμένη περίπτωση, από την κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης προκύπτουν τα εξής: Με την από ...2020 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ...2020 αγωγή του, απευθυνόμενη ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (Τμήμα Ναυτικών Διαφορών), ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων εξέθετε ότι, δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων ναυτικής εργασίας αορίστου χρόνου, ναυτολογήθηκε με την ειδικότητα του ναύτη και απασχολήθηκε κατά το από ...2011 έως ...2019 χρονικό διάστημα σε Ε/Γ-Ο/Γ πλοία ιδιοκτησίας της εταιρίας "BLUE STAR FERRIES", που αποτελεί μέλος του ομίλου εταιρειών με την επωνυμία "ATTICA A.E. ΣΥΜΜΕΤΟΧΩΝ" (ATTICA GROUP).
Ότι, στη συνέχεια, δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου, ναυτολογήθηκε εκ νέου και απασχολήθηκε, κατά το χρονικό διάστημα από ...2019 έως ...2019, με την ειδικότητα αρχικώς του ναύτη και από ...2019 του υποναύκληρου, στο Ε/Γ-Ο/Γ πλοίο με την ονομασία "...", ιδιοκτησίας της εναγόμενης και ήδη αναιρεσίβλητης ναυτιλιακής εταιρείας, η οποία ανήκει στον ίδιο ως άνω όμιλο εταιρειών.
Ότι στις ...2019 απολύθηκε λόγω διακοπής των δρομολογίων του ανωτέρω πλοίου για ετήσια επιθεώρηση, χωρίς να επαναπροσληφθεί εντός προθεσμίας εξήντα (60) ημερών από την απόλυσή του. Ότι στις ...2020 η εναγόμενη εξωτερίκευσε τη βούλησή της να καταγγείλει την σύμβαση εργασίας του, καταθέτοντας σε τραπεζικό του λογαριασμό, ως αποζημίωση απόλυσης, το ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων ενενήντα έξι ευρώ και εξήντα τριών λεπτών (2.796,63) .
Ότι η ως άνω καταγγελία αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 26, 27 και 28 του ν. 330/1976, που αφορούν την προστασία των συνδικαλιστικών στελεχών, καθόσον, κατά τον χρόνο που έλαβε χώρα, ήταν Πρόεδρος του πρωτοβάθμιου σωματείου με την επωνυμία "...", γεγονός το οποίο γνώριζε η εναγόμενη, επιπροσθέτως δε, έγινε χωρίς να συντρέχει σπουδαίος λόγος από τους αναφερόμενους στο άρθρο 2 του ν. 1803/1951 και παρά την προηγηθείσα ευδόκιμη υπηρεσία του σε πλοία του στόλου της εναγομένης, αλλά και άλλων ναυτικών εταιρειών, που ανήκουν στον ίδιο ως άνω όμιλο.
Προσέτι δε, ισχυρίστηκε ότι η ένδικη καταγγελία είναι άκυρη ως καταχρηστική, διότι οφείλεται σε ταπεινά αίτια και δη σε εμπάθεια της εναγόμενης προς το πρόσωπό του, λόγω της συνδικαλιστικής δράσης που ανέπτυσσε υπό την ιδιότητά του ως Προέδρου του ως άνω σωματείου, ιδιότητα υπό την οποία κατήγγειλε, με σχετική από ...2019 επιστολή του εν λόγω σωματείου προς το Λιμεναρχείο Πειραιά, τις άσχημες εργασιακές συνθήκες που επικρατούσαν στα Ε/Γ-Ο/Γ πλοία ...
και ..., ιδιοκτησίας της εταιρείας "BLUE STAR FERRIES", που ανήκει στον ίδιο ως άνω όμιλο εταιρειών με την εναγόμενη. Με βάση το ιστορικό αυτό και μετά τον παραδεκτό, κατ' άρθρα 223, 294, 295 παρ. 1 εδ. β' και 297 του ΚΠολΔ, περιορισμό του αρχικώς καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε εν μέρει αναγνωριστικό, ζήτησε: α) να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της από ...2020 καταγγελίας της σύμβασης ναυτικής εργασίας του, β) να υποχρεωθεί η εναγόμενη να αποδέχεται τις υπηρεσίες του, υπό την ειδικότητα του υποναύκληρου και με τις αποδοχές που προβλέπονται από την οικεία ΣΣΝΕ, γ) να υποχρεωθεί αυτή να του καταβάλει, ως αποδοχές υπερημερίας, για τους μήνες Ιανουάριο έως και Απρίλιο του έτους 2020, το ποσό των δέκα έξι χιλιάδων διακοσίων εβδομήντα ενός ευρώ και εβδομήντα δύο λεπτών (16.271,72) και να αναγνωρισθεί η υποχρέωσή της να του καταβάλει, ως αποδοχές υπερημερίας, για τους μήνες Μάιο έως και Νοέμβριο του έτους 2020, το ποσό των είκοσι οκτώ χιλιάδων τετρακοσίων εβδομήντα πέντε ευρώ και πενήντα ενός λεπτών (28.475,51), αμφότερα δε τα ως άνω ποσά με το νόμιμο τόκο από την επομένη της τελευταίας ημέρας του μήνα που αφορά κάθε μισθολογική αξίωση, άλλως από την επίδοση της αγωγής, δ) να αναγνωρισθεί ότι η εναγόμενη υποχρεούται να του καταβάλει το ποσό των είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ, ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση, για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη από την άκυρη καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, η οποία έγινε υπό συνθήκες που προσέβαλαν παράνομα και υπαίτια την προσωπικότητά του και την επαγγελματική του υπόληψη, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, και ε) να καταδικαστεί η εναγομένη σε χρηματική ποινή ποσού εκατό (100) ευρώ για κάθε ημέρα μη συμμόρφωσής της προς την απόφαση που θα εκδοθεί σχετικά με το αίτημα επαναπρόσληψής του.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 155/2022 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως προς το αίτημα αναγνώρισης της ακυρότητας της από ...2020 καταγγελίας της σύμβασης ναυτικής εργασίας του ενάγοντος, καθώς και ως προς τα συνεχόμενα με αυτό αιτήματα αποδοχής των υπηρεσιών του και επιδίκασης αποδοχών υπερημερίας, ως απαράδεκτη λόγω παρόδου, από την οριστική παύση αποδοχής των υπηρεσιών του (...2020) μέχρι την άσκηση της αγωγής (...2020), της τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 6 παρ. 1 του ν. 3198/1955.
Ακολούθως, έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή ως προς το αίτημα επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης και αναγνωρίστηκε η υποχρέωση της εναγόμενης να καταβάλει στον ενάγοντα, για την παραπάνω αιτία, το ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Στη συνέχεια, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο επιλαμβανόμενο της υπόθεσης, μετά την άσκηση:
α) της από ...2022 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ...2022 έφεσης του ενάγοντος - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος και β) της από ...2022 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ...2022 έφεσης της εναγομένης - εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης εταιρείας, εξέδωσε την με αριθμό 279/2023 τελεσίδικη απόφασή του, με την οποία δέχθηκε τυπικά αμφότερες τις εφέσεις και την μεν έφεση της εναγομένης - εκκαλούσας απέρριψε κατ' ουσίαν, την δε έφεση του ενάγοντος - εκκαλούντος δέχθηκε κατ' ουσίαν και, αφού εξαφάνισε την εκκληθείσα απόφαση στο σύνολό της, κράτησε και δίκασε την υπόθεση, κατ' άρθρο 535 παρ. 1 του ΚΠολΔ, και απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη ως προς το αίτημα αναγνώρισης της ακυρότητας της από ...2020 καταγγελίας της σύμβασης ναυτικής εργασίας του ενάγοντος (και δη ως προς αμφότερες τις βάσεις του εν λόγω αιτήματος), καθώς και ως προς τα συνεχόμενα με αυτό αιτήματα αποδοχής των υπηρεσιών του και επιδίκασης αποδοχών υπερημερίας, ενώ κατά τα λοιπά δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και αναγνώρισε την υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής (αντί του επιδικασθέντος πρωτοδίκως ποσού των 2.000 ευρώ), ως χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη από την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, δεχόμενο ότι αυτή συντελέστηκε υπό συνθήκες παράνομης και υπαίτιας προσβολής της προσωπικότητάς του.
Την αναίρεση της ως άνω εφετειακής απόφασης ζητεί ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων με την υπό κρίση αίτησή του.
Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος της, προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε τα εξής: "Δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων ναυτικής εργασίας, που καταρτίστηκαν κατά το χρονικό διάστημα από ...2011 έως ...2019, ο ενάγων, ο οποίος είναι Έλληνας απογεγραμμένος ναυτικός, με αριθμό ναυτικού φυλλαδίου ..., ναυτολογήθηκε, με την ειδικότητα του ναύτη, σε Ε/Γ- Ο/Γ πλοία δρομολογημένα σε γραμμές Πειραιάς - Κυκλάδες -Δωδεκάνησα, πλοιοκτησίας της μη διαδίκου εταιρίας "ΒLUE STAR FERRIES ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" (δ.τ.
BLUE STAR FERRIES), έναντι μηνιαίου μισθού που καθοριζόταν ανάλογα με την ειδικότητα που είχε, σε συνδυασμό με τα προβλεπόμενα στις εκάστοτε ισχύουσες Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας Ακτοπλοΐας. Η άνω πλοιοκτήτρια εταιρεία ανήκει στον όμιλο εταιρειών "ATTICA A.E. ΣΥΜΜΕΤΟΧΩΝ" (ATTICA GROUP), στον οποίο ανήκει και η εναγόμενη πλοιοκτήτρια εταιρεία "ΧΕΛΛΕΝΙΚ ΣΗΓΟΥΕΗΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" (HELLENIC SEAWAYS) [...] Ακολούθως, δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων ναυτικής εργασίας, που καταρτίστηκαν κατά το χρονικό διάστημα από ...2019 έως ...2019, ο ενάγων ναυτολογήθηκε, με την ειδικότητα του ναύτη ή του υποναύκληρου, σε Ε/Γ-Ο/Γ πλοία πλοιοκτησίας της εναγόμενης εταιρείας "ΧΕΛΛΕΝΙΚ ΣΗΓΟΥΕΗΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που επίσης ήταν δρομολογημένα σε γραμμές Πειραιάς - Κυκλάδες - Δωδεκάνησα, έναντι μηνιαίου μισθού που επίσης καθοριζόταν ανάλογα με την ειδικότητα που είχε, σε συνδυασμό με τα προβλεπόμενα στις εκάστοτε ισχύουσες Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας Ακτοπλοΐας.
Συγκεκριμένα, στις ... 2019 ναυτολογήθηκε στο πλοίο "..." με την ειδικότητα του ναύτη και απασχολήθηκε σ' αυτό μέχρι την ... 2019, οπότε απολύθηκε λόγω κλεισίματος ναυτολογίου. Την επόμενη ημέρα, ... 2019, ναυτολογήθηκε εκ νέου στο ίδιο πλοίο με την ίδια ειδικότητα και απασχολήθηκε σ' αυτό μέχρι τις ... 2019, οπότε απολύθηκε λόγω προαγωγής.
Την ίδια ημέρα ναυτολογήθηκε εκ νέου στο ίδιο πλοίο με τη νέα του ειδικότητα, ήτοι ως υποναύκληρος, και απασχολήθηκε σ' αυτό έως την ... 2019, οπότε απολύθηκε λόγω αντικατάστασης ναυτολογίου και μεταφοράς του σε νέο. Τέλος, την ίδια ημέρα ναυτολογήθηκε εκ νέου στο ίδιο πλοίο ως υποναύκληρος και απασχολήθηκε σ' αυτό έως την ... 2019, οπότε απολύθηκε λόγω διακοπής των δρομολογίων για ετήσια επιθεώρηση.
Ωστόσο, πριν τη πάροδο της προθεσμίας των 60 ημερών (άρθρο 173 Κ.Ι.Ν.Δ.) και την επανεκκίνηση των δρομολογίων του πλοίου, η εναγόμενη έπαυσε οριστικά να δέχεται τις υπηρεσίες του ενάγοντα και κατέβαλε σε τραπεζικό λογαριασμό, που διατηρούσε ο τελευταίος, το ποσό των 2.796,63 ευρώ, ως αποζημίωση απόλυσης κατ' άρθρα 75 παρ. 2 και 76 Κ.Ι.Ν.Δ.
Με την καταβολή της αποζημίωσης αυτής, η εναγόμενη εξωτερίκευσε και γνωστοποίησε σ' αυτόν τη βούλησή της να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας του. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων στις ...2016 είχε εκλεγεί πρόεδρος του πρωτοβάθμιου σωματείου με την επωνυμία "...", με διάρκεια θητείας τέσσερα έτη. Το σωματείο αυτό δεν αποτελεί αμιγώς ναυτικό σωματείο, δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από το άρθρο 4 του καταστατικού του, ως μέλη δύνανται να εγγραφούν όχι μόνο όσοι ασκούν το επάγγελμα του ναυτεργάτη, αλλά και όποιος άλλος ασκεί "συναφές προς τούτο επάγγελμα", όπως λ.χ.
καβοδέτες, ναυτικοί πράκτορες, πλοηγοί, αλιείς κλπ., ήτοι εν γένει εργαζόμενοι που δεν είναι ναυτικοί και δεν εντάσσονται στο πλήρωμα ενός πλοίου. Για το λόγο αυτό, η δράση του άνω σωματείου δεν αναγνωρίζεται από την Πανελλήνια Ναυτική Ομοσπονδία (Π.Ν.Ο.), η οποία συνιστά το δευτεροβάθμιο συλλογικό όργανο που κατεξοχήν εκπροσωπεί το σύνολο των ναυτεργατικών σωματείων της χώρας και αρνείται να το εγγράψει ως μέλος της, άρνηση που, λόγω της φύσης και του σκοπού του άνω σωματείου, έχει κριθεί πρωτόδικα σύννομη με τη με αριθ. 3.400/2020 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά (τακτική διαδικασία).
Συνεπώς, εν προκειμένω εφαρμοστέες για τη διάγνωση της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης ναυτικής εργασίας του ενάγοντος, λόγω μη τήρησης της προβλεπόμενης από το νόμο διαδικασίας για τα συνδικαλιστικά στελέχη, τυγχάνουν οι διατάξεις του ν. 1264/1982 και όχι αυτές του ν. 330/1976, διότι από την ισχύ του πρώτου εξαιρούνται μόνο οι αμιγείς ναυτεργατικές οργανώσεις και όχι οι συνδικαλιστικές οργανώσεις οποιαδήποτε μορφής, ακόμη και εάν έχουν και ναυτεργατικό χαρακτήρα.
Η επίκληση από τον ενάγοντα του ν. 330/1976, αντί του ν. 1264/1982, προς θεμελίωση ακυρότητας της απόλυσής του λόγω συνδικαλιστικής δράσης του, δεν ασκεί εν προκειμένω έννομη επιρροή, καθώς το Δικαστήριο τούτο, ως Δικαστήριο ουσίας, οφείλει αυτεπαγγέλτως να προβεί στην ορθή νομική υπαγωγή των εννόμων σχέσεων που αναδύονται εκ των επικαλουμένων, κατά τρόπο σαφή, πραγματικών περιστατικών, όπως αυτά προκύπτουν από τις διεξαχθείσες αποδείξεις και ακολούθως να αναζητήσει αυτεπαγγέλτως την κατάλληλη νομική διάταξη που πρέπει να εφαρμοσθεί στη συγκεκριμένη περίπτωση [...] Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι στις ...2018 το ως άνω σωματείο, στο οποίο είναι γραμμένα περισσότερα των 100 ταμειακά εντάξει μέλη, απέστειλε επιστολή στον υπεύθυνο πληρωμάτων των εταιριών "BLUE STAR FERRIES" και "SUPER FAST FERRIES" , καταγγέλλοντας τις εργασιακές συνθήκες που επικρατούσαν σε πλοία της πρώτης.
Την καταγγελία υπέγραφε ο ενάγων υπό την ιδιότητα του προέδρου του άνω σωματείου. Στις ...2019 το σωματείο αυτό εκ νέου απέστειλε με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου καταγγελία με αποδέκτη τη Διεύθυνση Ναυτικής Εργασίας του Υπουργείου Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, καταγγέλλοντας τις εργασιακές συνθήκες που επικρατούσαν στα πλοία "...", "..." και "...", πλοιοκτησίας της εταιρίας "BLUE STAR FERRIES ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ".
Την επιστολή υπέγραφε και πάλι ο ενάγων ως πρόεδρος του άνω σωματείου. Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι η εναγόμενη γνώριζε τη συνδικαλιστική ιδιότητα και δράση του ενάγοντος, δεδομένου ότι τόσο η εναγόμενη όσο και η καταγγελλόμενη εταιρεία αποτελούν μέλη του ομίλου συμμετοχών με την επωνυμία "ATTICA A.E. ΣΥΜΜΕΤΟΧΩΝ" (ATTICA GROUP).
Αμφότερες οι εταιρείες εδρεύουν επί της οδού Λυσικράτους, στην Καλλιθέα Αττικής, όπου και ασκείται η διοίκησή τους. Επίσης, από την αντιπαραβολή των μελών των διοικήσεων των δύο εταιρειών το έτος 2019 προκύπτει ότι αυτές ταυτίζονται [...] Η γνώση της εργοδότριας (εναγόμενης) ως προς την συνδικαλιστική ιδιότητα του απολυόμενου εργαζομένου συνάγεται με βεβαιότητα από το γεγονός ότι αποδέκτης της καταγγελίας ήταν ο υπεύθυνος προσωπικού (Θ.
Π.), που είχε ορισθεί, κατά τους κανόνες της πρόστησης, για να εκπροσωπεί την εταιρεία "BLUE STAR FERRIES" στον τομέα εργασίας, με δικαίωμα πρόσληψης και απόλυσης προσωπικού, ενεργώντας εξ ονόματος και για λογαριασμό της [...] Συνεπώς, δεδομένης της ταύτισης των διοικήσεων της εναγόμενης εταιρείας και της εταιρείας "BLUE STAR FERRIES", η εναγόμενη, γνωρίζοντας τη συνδικαλιστική δράση και ιδιότητα του ενάγοντος, επέλεξε να μην προβεί στην επαναυτολόγησή του μετά την επανεκκίνηση των δρομολογίων του πλοίου "..." περί τα τέλη Ιανουάριου 2020, αλλά αντιθέτως να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας του, καταβάλλοντάς του τη σχετική αποζημίωση.
Όμως, η καταγγελία αυτή είναι παράνομη, γιατί έγινε κατά τη διάρκεια της θητείας του ενάγοντος, για λόγους συνδικαλιστικής δράσης του, χωρίς να συντρέχει λόγος από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 14 παρ. 10 Ν. 1264/1982, πέραν του γεγονότος ότι και αν υπήρχε τέτοιος λόγος , έπρεπε να βεβαιωθεί η συνδρομή του από την Επιτροπή Προστασίας Συνδικαλιστικών Στελεχών του άρθρου 15 του ίδιου νόμου.
Πρέπει να σημειωθεί ότι κατά το χρόνο καταγγελίας ο ν. 1264/1982 δεν είχε τροποποιηθεί με το ν. 4808/2021 (άρθρα 88 και 101, που καταργεί την επιτροπή του άρθρου 15 του ν. 1264/1982). Επίσης, από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν προέκυψε ότι ο ενάγων επέδειξε αμέλεια ως προς την εκτέλεση των καθηκόντων του και, κατά συνέπεια, η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του οφειλόταν στη συνδικαλιστική δράση του και όχι σε λόγους εργασιακής του απόδοσης και εν αγνοία της συνδικαλιστικής του ιδιότητας.....
Μεταξύ δε της συνδικαλιστικής ιδιότητας και δράσης του ενάγοντος και της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος, με την έννοια ότι η εναγόμενη δεν θα έφθανε στην απόλυσή του, ενώ αυτός απασχολούνταν επί 10ετία σε πλοία του ιδίου ομίλου, χωρίς μέχρι τότε να υπάρξει κάποιο παράπονο σε βάρος του, εάν δεν υπήρχε η συνδικαλιστική δράση του.
Εξάλλου, αυτό γίνεται ευχερώς αντιληπτό και από το γεγονός ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του έγινε σε διάστημα δυόμισι μόλις μηνών μετά την άνω από ...2019 καταγγελία προς τη Διεύθυνση Ναυτικής Εργασίας του Υπουργείου Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής , την οποία ο ενάγων συνυπογράφει ως πρόεδρος του άνω σωματείου [...] Περαιτέρω, αναφορικά με τα αγωγικά αιτήματα για επαναπρόσληψη του ενάγοντος και καταβολή σ' αυτόν μισθών υπερημερίας, τα οποία εξετάζονται μετά την εξαφάνιση της εκκαλουμένης ως προς αυτά, πρέπει να απορριφθούν ως μη νόμιμα, διότι επί καταγγελίας της σύμβασης ναυτικής εργασίας, ακόμα και καταχρηστικής, δεν έχουν εφαρμογή οι περί καταγγελίας και μισθών υπερημερίας διατάξεις των άρθρων 656, 659 και 672 του ΑΚ και εκείνες του ν. 2112/1920 "περί υποχρεωτικής καταγγελίας συμβάσεως εργασίας ιδιωτικών υπαλλήλων" κατά τα αναφερόμενα στην υπ' αριθ. 7 νομική σκέψη" (η οποία νομική σκέψη του Εφετείου αναφέρεται στο άρθρο 72 του Κ.Ι.Ν.Δ. (ν. 3816/1958, ήδη καταργηθείς από 1-5-2023 με τα άρθρα 292 και 293 του ν. 5020/2023 - ΦΕΚ Α 29/15-2-2023).
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δηλαδή α) ότι στην ένδικη υπόθεση εφαρμοστέες είναι οι διατάξεις του ν. 1264/1982, οι οποίες αφορούν συνδικαλιστικές οργανώσεις οποιαδήποτε μορφής, ακόμη και εάν έχουν και ναυτεργατικό χαρακτήρα, και όχι εκείνες του ν. 330/1976, που επικαλούνταν ο ενάγων προς θεμελίωση της αγωγής του, οι οποίες αφορούν τις αμιγώς ναυτεργατικές συνδικαλιστικές οργανώσεις, περίπτωση που δεν συντρέχει εν προκειμένω, και β) ότι η καταγγελία της σύμβασης ναυτικής εργασίας του ενάγοντος αντίκειται μεν στις διατάξεις του άρθρου 14 του ν. 1264/1982, διότι έγινε, εν γνώσει της εναγομένης, κατά τη διάρκεια της θητείας αυτού ως Προέδρου του σωματείου με την επωνυμία "..." και είχε ως αιτία τη συνδικαλιστική δράση του, παρά ταύτα όμως, όπως συνάγεται από τις ειδικές διατάξεις του άρθρου 72 του Κ.Ι.Ν.Δ., δεν έχουν επ' αυτής (καταγγελίας) εφαρμογή οι διατάξεις των άρθρων 656, 659 και 670 του ΑΚ ούτε εκείνες του ν. 2112/1290, απορρίπτοντας στη συνέχεια ως μη νόμιμη την αγωγή ως προς το αίτημα αναγνώρισης της ακυρότητας της ένδικης καταγγελίας και δη ως προς αμφότερες τις βάσεις του (εκ του ν. 330/1976 και εκ του άρθρου 281 ΑΚ), συνακόλουθα δε, απορρίπτοντας ως μη νόμιμα και τα αιτήματα αποδοχής των υπηρεσιών του ενάγοντος εκ μέρους της εναγομένης εταιρείας και επιδίκασης μισθών υπερημερίας, ορθώς ερμήνευσε τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 2, 14 και 15 του ν. 1264/1982, 26 και 28 του ν. 330/1976, 72 του Κ.Ι.Ν.Δ. (ν. 3816/1958), 656, 659 και 672 του ΑΚ, εφαρμόζοντας εκείνες των άρθρων 1 παρ. 2, 14 και 15 του ν. 1264/1982 και 72 του Κ.Ι.Ν.Δ., που ήταν εφαρμοστέες στην προκειμένη περίπτωση, και μη εφαρμόζοντας τις διατάξεις των άρθρων 26 και 28 του ν. 330/1976, 656, 659 και 672 του ΑΚ, των οποίων δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής.
Επομένως, αμφότεροι οι λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 2 του ν. 1264/1982, 26 και 28 του ν. 330/1976 (πρώτος λόγος), καθώς και των άρθρων 14 και 15 του ν. 1264/1982, 72 του Κ.Ι.Ν.Δ. (ν. 3816/1958), 656, 659 και 672 του ΑΚ (δεύτερος λόγος) κρίνονται απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της αναιρετικής δίκης πρέπει να συμψηφιστούν στο σύνολό τους μεταξύ των διαδίκων, διότι η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρο 179 εδ.
πρώτο περ. β' ΚΠολΔ, όπως τροπ. με το άρθρο 8 του ν. 4842/2021), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από ...2023 (αριθ. έκθεσης κατάθεσης ...2024) αίτηση αναίρεσης της υπ' αριθ. 279/2023 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς (Τμήμα Ναυτικών Διαφορών) .
Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων .
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Δεκεμβρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Φεβρουαρίου 2026.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ