237/2023 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Γεώργιο Παπαγεωργίου - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated237/2023 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1 και 4 και 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1, 144 ΚΠολΔικ., ενώ κατά την άσκησή της καταβλήθηκε και το προσήκον παράβολο του Δημοσίου (άρθ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και συνεπώς είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 §1 ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, το ανωτέρω δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων του (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 237 / 2023 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 237/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Γεώργιο Παπαγεωργίου - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 24 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1) Ο. Π. του Η., 2) ..., κατοίκων ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Στέργιο Παπαδηλέρη και κατέθεσαν προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "Κ. Α. - Λ. Η. Ο..Ε.." και το διακριτικό τίτλο "….", που εδρεύει στη …και εκπροσωπείται νόμιμα, τελούσας υπό εκκαθάριση, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόκτιστο Πιπερόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/5/2010 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βέροιας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 74/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 1873/2014 μη οριστική και 1155/2020 οριστική του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 5/5/2021 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 05/05/2021 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 1155/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο δικάζοντας την έφεση της αναιρεσιβλήτου - εκκαλούσας - ενάγουσας, κατά της υπ' αριθ. 74/2012 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βεροίας, που είχε απορρίψει κατ' ουσίαν την από 1-05-2010 αγωγή, δέχθηκε την ως άνω έφεση τυπικά και κατ' ουσίαν και αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, κράτησε την υπόθεση και δικάζοντας την ως άνω αγωγή της αναιρεσίβλητης δέχθηκε αυτήν ως ουσιαστικά βάσιμη.
Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1 και 4 και 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1, 144 ΚΠολΔικ., ενώ κατά την άσκησή της καταβλήθηκε και το προσήκον παράβολο του Δημοσίου (άρθ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και συνεπώς είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 §1 ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, το ανωτέρω δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων του (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: "Οι εναγόμενες και ήδη εφεσίβλητες διατηρούσαν από κοινού στην πόλη της Νάουσας, επί της οδού βασιλέως ..., εμπορικό κατάστημα πώλησης ενδυμάτων με τον τίτλο "…" . H ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα ασχολείται με την ανάληψη ιδιωτικών τεχνικών έργων, διακοσμήσεις και διαμορφώσεις χώρων.
Τον Ιούνιο του έτους 2008, η πρώτη εναγομένη, μαζί με τον πατέρα της, που ενεργούσε για λογαριασμό της δεύτερης εναγομένης συζύγου του, επισκέφθηκαν τον νόμιμο εκπρόσωπο της ενάγουσας, Η. Λ., αρχιτέκτονα μηχανικό, στο γραφείο του και του ζήτησαν να αναλάβει την διακόσμηση - ανακαίνιση - διαμόρφωση του ανωτέρω καταστήματος τους.
Η ως άνω συνέταξε την από 24-6- 2008 πολυσέλιδη μελέτη - επίβλεψη με αναλυτική αναφορά κάθε εργασίας και της αμοιβής της, το κόστος δε για τη μελέτη - επίβλεψη ανερχόταν σε 2.450 ευρώ και για την πλήρη αποπεράτωση των εργασιών σε 34.716 ευρώ, πλέον ΦΠΑ 19%, ήτοι συνολικά 44.227,54 ευρώ. Το παραπάνω τίμημα θα καταβάλλονταν σταδιακά εν μέρει τοις μετρητοίς και εν μέρει με 3μηνες τραπεζικές επιταγές ανάλογα με την πρόοδο των εργασιών και θα εξοφλείται ολοσχερώς με την παράδοση του έργου, η οποία είχει οριστεί μέχρι τις 15.9. 2008.
Στις 18/07/2008, η ενάγουσα άρχισε τις εργασίες στο κατάστημα, έναντι των οποίων η πρώτη εναγομένη κατέβαλε σε αυτήν στις 15/07/2008 ποσό 6.000 ευρώ και στις 12/08/2008 ποσό 1.450 ευρώ. Περί τα τέλη Αυγούστου του έτους 2008 εμφανίστηκε στο γραφείο της ενάγουσας η δεύτερη εναγομένη και επικαλούμενη οικογενειακά και οικονομικά προβλήματα ζήτησε να σταματήσει η εκτέλεση του έργου.
Ο εκπρόσωπος της ενάγουσας της είπε τότε να συνεννοηθεί με την κόρη της (πρώτη εναγομένη) αν πρόκειται να προχωρήσει το έργο ή όχι για να μην υποβληθεί η ενάγουσα σε περαιτέρω έξοδα αγοράς υλικών. Καθ'ον χρόνον είχαν διακοπεί οι εργασίες, ο πατέρας και σύζυγος των εναγομένων διαμαρτυρήθηκε στην ενάγουσα για το γεγονός της διακοπής των εργασιών, όταν δε πληροφορήθηκε το λόγο της διακοπής, ύστερα από οικογενειακή τους συνομιλία, είπε στην ενάγουσα να συνεχιστούν οι εργασίες και ότι αυτή (ενάγουσα) θα πληρώνονταν κανονικά από πρόγραμμα επιδότησης του ΟΑΕΔ, στο οποίο επρόκειτο να ενταχθεί η εναγομένη κόρη του.
Έτσι, συνεχίστηκαν οι εργασίες και ολοκληρώθηκαν με την παράδοση του έργου στις 20/9/2008, συντάχθηκε δε προς τούτο το προσκομιζόμενο με επίκληση ιδιωτικό συμφωνητικό παράδοσης - παραλαβής ανακαινισμένου καταστήματος, ενώ ενδιάμεσα, στις 13/9/2008, ο πατέρας και σύζυγος των εναγομένων, κατέβαλε στον νόμιμο εκπρόσωπο της ενάγουσας για λογαριασμό των εναγομένων το ποσό των 5.000 ευρώ.
Για να επιδοτηθεί η πρώτη εναγομένη συντάχθηκε μεταξύ αυτής και της ενάγουσας το από 13/10/2008 ιδιωτικό συμφωνητικό, ήτοι μετά την πραγματική παράδοση και παραλαβή του έργου, στο οποίο αναφέρεται ως κόστος κατασκευής το ποσό των 7.021 ευρώ και ακολούθως η ενάγουσα εξέδωσε το από 13 /11 /2008 τιμολόγιο επί πιστώσει για το ως άνω ποσό.
Επειδή όμως η αίτηση της πρώτης εναγομένης να ενταχθεί σε πρόγραμμα επιδότησης απορρίφθηκε, ζήτησε μέσω του πατρός της από την ενάγουσα αφενός μεν να μειώσει τη συμφωνηθείσα αμοιβή της ακόμα αφετέρου δε να της παράσχει πίστωση χρόνου για την πλήρη εξόφλησή της από έσοδα του καταστήματος. Πράγματι η ενάγουσα μείωσε τη συμφωνηθείσα αμοιβή της στο ποσό των 32.000 ευρώ πλέον ΦΠΑ ήτοι σε 38.080 ευρώ και ακόμη συμφώνησε η εξόφληση των εργασιών της να λάβει χώρα μέχρι τις 20/3/2009.
Όμως, αντί οι εναγόμενες να προβούν στην εξόφληση της ενάγουσας, επισκέφθηκε το γραφείο του νομίμου εκπροσώπου της τελευταίας ο πατέρας και σύζυγος των εναγομένων και έδωσε στον νόμιμο εκπρόσωπο της ενάγουσας μια λίστα στην οποία περιέχονταν εργασίες που δεν είχαν εκτελεστεί καθώς και κακοτεχνίες του έργου, απαιτώντας την εκτέλεση και επιδιόρθωση αυτών, άλλως όπως δήλωσε η ενάγουσα δεν θα πληρώνονταν.
Ωστόσο, από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκαν ελλείψεις ή κακοτεχνίες του έργου, το οποίο εκτελέστηκε και παραδόθηκε προσηκόντως κατά τα συμφωνηθέντα, χωρίς ποτέ να διατυπωθεί οποιοδήποτε παράπονο από τις εναγόμενες. Ο μάρτυρας ανταπόδειξης, πατέρας και σύζυγος των εναγομένων κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ότι "τελείωσε το μαγαζί στις 15/9 και στις 20/9 το παρέδωσε σε τέλεια κατάσταση" και παρόλα ταύτα στη συνέχεια κατέθεσε ότι έχει κακοτεχνίες, ήτοι τρέχουν νερά, τρύπησε το ταβάνι, υπάρχει πρόβλημα στη θέρμανση και λοιπά, με αποτέλεσμα να διακόψει τις σχέσεις του με τον Η.
Λ.. Όμως η κατάθεση αυτή όσον αφορά την ύπαρξη κακοτεχνιών δεν κρίνεται πειστική, διότι η ενάγουσα, εφόσον οι εναγόμενες αρνήθηκαν την εξόφληση αυτής για την ανωτέρω αιτία, δεν θα δεχόταν να εξυπηρετήσει την πρώτη εναγομένη με τη σύναψη του από 13/10/2008 ιδιωτικού συμφωνητικού και την έκδοση του από 13/11/2008 τιμολογίου μετά την παράδοση του έργου.
Κατά συνέπεια, η ένσταση των εναγομένων για μείωση της εργολαβικής αμοιβής στο ποσό των 20.000 ευρώ λόγω πραγματικών ελαττωμάτων του εκτελεσθέντος έργου, πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη. Στις 22/07/2009 η ενάγουσα διαμαρτυρήθηκε εγγράφως στις εναγόμενες για την αντισυμβατική συμπεριφορά τους και τις κάλεσε να προβούν στην εξόφληση αυτής εντός 3 ημερών από την ως άνω ημερομηνία.... , πλην όμως μέχρι σήμερα ουδέν ποσό έλαβε από το υπόλοιπο της οφειλόμενης εργολαβικής αμοιβής της.
Οι εναγόμενος κατέβαλαν στην ενάγουσα για την εργολαβική αμοιβή της 12.450 ευρώ (6000 + 1450 + 5000 = 12.450) και της οφείλουν ακόμα 19. 550 πλέον ΦΠΑ 19% ήτοι συνολικά 23.264,5 ευρώ" .
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία την θεμελιώνουν κατά νόμο και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.
Η έκθεση στο δικόγραφο της αγωγής των αναγκαίων για τη θεμελίωση του δικαιώματος πραγματικών περιστατικών, του οποίου η προστασία ζητείται και των οποίων πρέπει να γίνεται αναφορά με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξιώσεως, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξιώσεως που θεμελιώνεται επ' αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση (ΑΠ 1424/2017, ΑΠ 597/2015).Το δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη την ιστορική βάση της αγωγής και το υποβαλλόμενο αίτημα και εφαρμόζοντας αυτεπαγγέλτως τον νόμο, προσδίδει στα περιστατικά, που αναφέρονται σε αυτή, τον κατάλληλο νομικό χαρακτηρισμό και υπάγει τον προβαλλόμενο ισχυρισμό στην, κατά την κρίση του, εφαρμοστέα διάταξη, για να διαγνώσει την ύπαρξη ή μη της επίδικης έννομης σχέσης ή έννομης συνέπειας (δικαιώματος-υποχρέωσης).
Ως ιστορική βάση της αγωγής, κατά το άρθρο 216 παρ. 1α ΚΠολΔ, νοείται το σύνολο των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν την αγωγή και χωρίς την επίκληση των οποίων δεν είναι εφικτή η διάγνωση της επίδικης έννομης σχέσης. Η πληρότητα ή μη του δικογράφου της αγωγής, ως προς την έκθεση των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση αυτής, εκτιμάται κυριαρχικώς από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 46/2020, ΑΠ 917/2017).
Ο Άρειος Πάγος ελέγχει την επάρκεια ή μη της θεμελίωσης της αγωγής, με βάση τις διακρίσεις της νομικής αοριστίας, της ποιοτικής αοριστίας και της ποσοτικής αοριστίας. Η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή.
Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ.
Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 1005/2022, ΑΠ 46/2020, ΑΠ 487/2020, ΑΠ 803/2019).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των αρθρ. 681 και 694 ΑΚ προκύπτει, ότι με τη σύμβαση έργου ο ένας συμβαλλόμενος, που καλείται εργολάβος, αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελέσει το έργο και ο αντισυμβαλλόμενος, που καλείται εργοδότης, να καταβάλει τη συμφωνημένη αμοιβή με την παράδοση του έργου, δηλαδή ο εργολάβος, κατ' εξαίρεση όσων με τις γενικές διατάξεις ορίζονται για τις αμφοτεροβαρείς συμβάσεις, υποχρεούται σε προεκπλήρωση της κύριας παροχής του, εκτός αν συμφωνήθηκε διαφορετικά, όπως συμβαίνει, όταν ορίσθηκε τμηματική παράδοση του έργου με αντίστοιχη τμηματική καταβολή της οφειλόμενης αμοιβής, αφού η υποχρέωση της προεκπλήρωσης αποτελεί ρύθμιση ενδοτικού δικαίου (ΑΠ 1069/2009).
Ως έργο νοείται κάθε τελικό αποτέλεσμα της εργασίας και δραστηριότητας του εργολάβου στο οποίο απέβλεψαν τα μέρη της σύμβασης, ενώ ως παράδοση του έργου νοείται η εκπλήρωση της κύριας υποχρέωσης του εργολάβου, που συνίσταται στην εκτέλεση του έργου και στην προσπόρισή του στον εργοδότη, δηλαδή η περιέλευση του έργου στη σφαίρα εξουσίασης του εργοδότη, με την προϋπόθεση ότι το έργο είναι αυτό που συμφωνήθηκε και όχι εντελώς διαφορετικό, διότι τότε δεν θεωρείται ότι ο εργολάβος προεκπλήρωσε την παροχή του, ώστε να δικαιούται κατά το αρθρ. 694 ΑΚ της συμφωνημένης αμοιβής του (ΑΠ 761/2022, ΑΠ 509/2022, ΑΠ 597/2015, ΑΠ 346/2010), η οποία μπορεί, κατά την κατάρτιση της σύμβασης, να ορισθεί κατ' αποκοπή, κατά μονάδα, επί τη βάσει προϋπολογισμού, απολογιστικώς, χρονικώς, σε ποσοστά ή και να καταλειφθεί ακαθόριστη ως προς το ποσό και τον τρόπο υπολογισμού της, οπότε θα προσδιορισθεί κατά τα άρθρα 371-373 ΑΚ (ΑΠ 682/2010, 883/2011).
Επομένως η αγωγή, με την οποία ο εργολάβος ενάγει τον εργοδότη για την καταβολή της αμοιβής του, είναι ορισμένη, κατά τις παραπάνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και το άρθρο 216 ΚΠολΔ, όταν σ' αυτή περιγράφεται το έργο που συμφωνήθηκε, προσδιορίζεται το είδος και το ύψος της οφειλομένης αμοιβής και αναφέρεται ότι το έργο εκτελέστηκε με τον προσήκοντα τρόπο και παραδόθηκε στον εργοδότη, ο οποίος, αρνούμενος την αγωγή, μπορεί, εξάλλου, να ισχυριστεί, κατ' ένσταση, την ύπαρξη ιδιαίτερης συμφωνίας του με τον εργολάβο, που διαφοροποιεί το χρόνο ή γενικότερα τις προϋποθέσεις καταβολής της αμοιβής, δηλαδή η ύπαρξη τυχόν τέτοιας συμφωνίας δεν αποτελεί στοιχείο της αγωγής, με την οποία ο εργολάβος ζητεί την καταβολή της αμοιβής του, αλλά θεμελιώνει ένσταση του εργοδότη καταλυτική της αγωγής αυτής (ΑΠ 682/2010, ΑΠ 883/2011, ΑΠ 119/2014).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, με την ένδικη από 18-06-2010 αγωγή, όπως παραδεκτά επισκοπείται, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, η ήδη αναιρεσίβλητη ως εργολάβος, ζήτησε να υποχρεωθούν οι αναιρεσείουσες, ως εργοδότριες, να της καταβάλουν νομιμοτόκως το ανεξόφλητο υπόλοιπο της εργολαβικής αμοιβής της συνολικού ποσού 22.000,00 ευρώ , πλέον ΦΠΑ, που της οφείλουν και αρνούνται να της καταβάλουν για την εκτέλεση των αναφερομένων σε αυτή έργων, που είχε αναλάβει να κατασκευάσει σε κατάστημα που εκμεταλλεύονται, στο πλαίσιο προφορικών, μεταξύ τους συμβάσεων, όπως αναλυτικά περιγράφονται στο δικόγραφο της αγωγής, ως προς τον τόπο και χρόνο της κατάρτισης τους, τo αντικείμενο των εργασιών και τη συμφωνημένη, κατ' αποκοπή αμοιβή της αναιρεσίβλητης εργολάβου, δεδομένου ότι τα συμφωνηθέντα και εκτελεσθέντα έργα παραδόθηκαν προσηκόντως, την 20-9-2008 στις εναγόμενες αναιρεσείουσες εργοδότριες, οι οποίες παρέλαβαν αυτά ανεπιφύλακτα.
Συνεπώς, το ανωτέρω δικόγραφο της αγωγής πληροί τους όρους των άρθρων 361, 681, 694 του ΑΚ και 216 του ΚΠολΔ, σχετικά με τη σαφή έκθεση των γεγονότων, που θεμελιώνουν, σύμφωνα με το νόμο, την άσκηση της κατά των εναγομένων εργοδοτριών, την ακριβή περιγραφή του συμφωνηθέντος και εκτελεσθέντος έργου, ως και τη συμφωνηθείσα αμοιβή, και δεν είναι άκυρο. Συνακόλουθα τούτων, το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφαση του, λαμβάνοντας υπόψη τους ως άνω ισχυρισμούς των αναιρεσειουσών - εφεσίβλητων, δεν κήρυξε το δικόγραφο της αγωγής άκυρο λόγω αοριστίας, δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει ακυρότητα, ώστε ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλονται τα αντίθετα, αλλά και από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β` ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά τα άνω μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας, νοούνται οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επαγγελματική ενασχόληση και την επιστημονική έρευνα και έχουν έτσι καταστεί κοινό κτήμα, μπορούν δε να χρησιμοποιηθούν είτε για να διαπιστωθεί έμμεσα η βασιμότητα των αποδεικτέων πραγματικών περιστατικών σε συγκεκριμένη δίκη (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), είτε για να γίνει, αφού διαπιστωθεί η βασιμότητα αυτών, η υπαγωγή τους σε κανόνες ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 και 560 παρ. 1β` ΚΠολΔ).
Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα, δηλαδή με τρόπο που δεν συνάδει προς τις αρχές της λογικής, ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να ανεύρει, με βάση αυτά, την αληθινή έννοια κανόνα ουσιαστικού δικαίου και, ιδίως, για να εξειδικεύσει αόριστες νομικές έννοιες, που αυτός τυχόν περιέχει, ή για να υπαγάγει ή όχι σ` αυτόν τα εκάστοτε κρίσιμα πραγματικά περιστατικά.
Έτσι η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι υπό τα, ανελέγκτως, γενόμενα δεκτά, ως συντρέξαντα, περιστατικά, υπάρχει ή όχι αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της υπαίτιας πράξης ή παράλειψης και του επιζήμιου αποτελέσματος, ως συνιστώσα υπαγωγή των αποδειχθέντων στη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, ενώ η κρίση του ότι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, τα γενόμενα δεκτά, εν σχέσει προς την υπαίτια και παράνομη πράξη ή παράλειψη, αποτελούν ή δεν αποτελούν αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, ως αναγόμενη στην εκτίμηση πραγμάτων, δεν ελέγχεται αναιρετικά (Ολ ΑΠ 23/1988, ΑΠ 268/ 2021, ΑΠ 874/2020, ΑΠ 526/2011, ΑΠ 119/2006, ΑΠ 394/2002, ΑΠ 568/1996).
Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο: α) τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου έγινε ή δεν έγινε εσφαλμένη χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, γ) η φερόμενη ως εσφαλμένη έννοια που αποδόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας στο συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, όπως προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας που το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε ή δεν εφάρμοσε και δ) η προβαλλόμενη ως ορθή έννοια του ίδιου κανόνα δικαίου, η οποία προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που η απόφαση δεν χρησιμοποίησε ή χρησιμοποίησε εσφαλμένα.
Διαφορετικά, ο λόγος αναίρεσης είναι αόριστος και απορρίπτεται ως απαράδεκτος. Στην περίπτωση δε που η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε επί της ουσίας, πρέπει να παρατίθενται και οι σχετικές παραδοχές αυτής, όπου η επικαλούμενη ως άνω παράβαση (ΑΠ 259/2022, ΑΠ 616/2020, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 40/2020, ΑΠ 860/2018, ΑΠ 208/ 2018). Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ.1 εδάφ.
β` του ΚΠολΔ πλημμέλεια της παραβίασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας και συγκεκριμένα ότι προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό της πόρισμα, παρέλειψε να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, δεδομένου ότι τα πραγματικά περιστατικά όπως τα δέχθηκε το Εφετείο, εάν ελάμβανε υπόψη του τα διδάγματα της κοινής πείρας θα κατέληγε στο συμπέρασμα ότι ελαττώματα του έργου ενδέχεται να μην είναι ορατά κατά το χρόνο παράδοσης του έργου και ότι, αν κάνουν την εμφάνισή τους εντός σύντομου χρονικού διαστήματος από την ολοκλήρωση του έργου και δεν είναι δυνατόν να λαμβάνονται υπόψη ως ελαττώματα της χρήσης του έργου, οφείλονται στην πλημμελή εκπλήρωση της υποχρέωσης του εργολάβου και της λανθασμένης διαχείρισης αυτού.
Ο λόγος αυτός πρέπει ν` απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφενός μεν λόγω αοριστίας, εφόσον δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο ποιος είναι ο αντίστοιχος κανόνας ουσιαστικού δικαίου, για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου δεν έγινε χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας για την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας στον κανόνα αυτό, ούτε η προβαλλόμενη ως ορθή έννοια τέτοιου κανόνα δικαίου, η οποία προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που η απόφαση δεν χρησιμοποίησε, αφετέρου δε διότι οι επικαλούμενες αιτιάσεις κατά τον οικείο αναιρετικό λόγο αναφέρονται ευθέως στην απόδειξη κρίσιμων γεγονότων και στην εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, οι οποίες όμως δεν υπόκεινται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθ. 561 παρ.1 του ΚΠολΔ).
Περαιτέρω από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 559 αρ. 8, 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι "πράγματα" κατά την έννοια της πρώτης από αυτές, η μη λήψη των οποίων από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, αποτελούν οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που θεμελιώνουν ή καταλύουν τη βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όχι δε τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα, ούτε τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΑΠ 94/2008).
Εξάλλου, για την πληρότητα του λόγου, πρέπει στο αναιρετήριο, μεταξύ άλλων, να αναφέρεται ποιά ήταν τα πράγματα αυτά που παρά το νόμο το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη, μολονότι, προτάθηκαν παραδεκτά, και ποιά επίδραση θα ασκούσαν στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1632/2007). Αποτελούν "πράγματα" και άρα, αν δεν ληφθούν υπόψη, ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος, μεταξύ άλλων, η κύρια ή επικουρική βάση της αγωγής και τα προς θεμελίωση αυτών και των επί μέρους αιτημάτων περιστατικά (ΑΠ 148/2009, 1573/2006, 759/2006, 1765/2005, 1565/2000, 50/1992).
Ο λόγος, όμως, αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε μεν υπόψη του τον ισχυρισμό, αλλά τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 895/2018, ΑΠ 1413/2010, 291/2010, 1299/2009). Τέλος, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη.
Ο λόγος αυτός, ο οποίος στηρίζεται στην παράβαση του συστήματος συζήτησης, κατά την οποία ο δικαστής αποφασίζει με βάση εκείνα που έχουν προταθεί και αποδειχθεί, υπάρχει όταν, για τα "πράγματα" που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο, δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε απόδειξη ή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει στην απόφασή του, έστω και γενικά, από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη για "πράγματα" που δέχθηκε ως αληθινά, χωρίς να απαιτείται να αξιολογείται στην απόφαση κάθε αποδεικτικό μέσο ειδικά και χωριστά ή να εξειδικεύονται τα έγγραφα ή να γίνεται διάκριση ποια από αυτά λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη.
Ο όρος "πράγματα" είναι ταυτόσημος του αντιστοίχου όρου του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, όπως η έννοια αυτού αναπτύχθηκε ανωτέρω. Σύμφωνα με την έννοια της ανωτέρω διάταξης, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σ? αυτή (απόφαση) αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 87/2013, ΑΠ 1304/2012, ΑΠ 292/2011), ανεξάρτητα αν ύστερα από την εκτίμησή τους καταλήξει σε, έστω και εσφαλμένη, για τα "πράγματα" κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 677/2015, ΑΠ 2148/2007).
Κατ' ακολουθία, ο τρίτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο οι αναιρεσείουσες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση για σφάλμα από τον αρ. 8 και αρ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι "το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο παραθέτει "πράγματα", τα οποία από καμιά πλευρά δεν προτάθηκαν, ποτέ δεν αποδείχθηκαν και τα θέτει παράνομα ως βάση για την έκδοση της αποφάσεως του" είναι απαράδεκτος ως αόριστος, αφού στο αναιρετήριο δεν αναφέρονται παντάπασι τα "πράγματα" που έλαβε καθώς και τα πράγματα που δεν έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας, και τα "πράγματα" που δέχθηκε χωρίς απόδειξη, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ελεγχθεί η βασιμότητα των επικαλουμένων, με τον υπόψη αναιρετικό λόγο, παραβάσεων.
Αντίθετα, τα παρατιθέμενα αποσπάσματα της απόφασης αναφέρονται ευθέως στην απόδειξη κρίσιμων γεγονότων και στην εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, οι οποίες όμως δεν υπόκεινται σε αναιρετικό έλεγχο Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.
Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να εκτιμήσει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, για την απόδειξη του οποίου ο διάδικος επικαλείται το φερόμενο ως αγνοηθέν αποδεικτικό μέσο, ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 2/2008 ΑΠ 761/2022).
Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, αλλά αρκεί η γενική διαβεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα κατ' είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, που υποβλήθηκαν νομίμως στην κρίση του, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 765/2014).
Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο έγγραφο, στοιχειοθετείται ο από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης Εξ άλλου, το επίμαχο αποδεικτικό μέσο πρέπει να είναι χρήσιμο για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ισχυρισμού ή γεγονότος που έχει ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Για την πληρότητα, όμως, του ως άνω αναιρετικού λόγου, πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο: α) το φερόμενο ως μη ληφθέν υπόψη αποδεικτικό μέσο, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά του, β) η επίκληση και προσκομιδή αυτού κατά νόμιμο τρόπο ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (ΑΠ 901/2019, 675/2019), γ) ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου προσκομίσθηκε και το περιεχόμενό του ισχυρισμού, ώστε να μπορεί να κριθεί αν αυτός ήταν ουσιώδης και το αποδεικτικό μέσο ήταν κρίσιμο για την απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτού και, δ) το περιεχόμενο του αποδεικτικού μέσου (ΟλΑΠ 1990/1982, ΑΠ 960/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της ένδικης αίτησης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ ΚΠολΔ πλημμέλεια, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα τα οποία νομίμως επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν ενώπιόν του οι αναιρεσείουσες και συγκεκριμένα φωτογραφίες, που εξομοιούνται με ιδιωτικά έγγραφα, στην έννοια των οποίων περιλαμβάνεται κάθε υλική αποτύπωση οπτικών εικόνων με μηχανικά μέσα, από τις οποίες μπορεί να συναχθούν περαιτέρω δικαστικά τεκμήρια (ΑΠ 7/2021, ΑΠ 1020/2021 ,ΑΠ 1316/2020 ΑΠ 2161/2009) καθώς και το υπ' αρ. 23/13.11.2008 έγγραφο τιμολόγιο της αναιρεσίβλητης.
Όμως, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και τη ρητή διαβεβαίωση, που υπάρχει στο αιτιολογικό της, προκύπτει ότι ελήφθησαν υπόψη, μεταξύ των άλλων και "τα με επίκληση προσαγόμενα έγγραφα των διαδίκων, για να ληφθούν υπόψη είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων ", και επομένως δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και τα ως άνω , φερόμενα ως μη ληφθέντα υπόψη, έγγραφα, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του καθενός, καθορίζοντας σύμφωνα με την αρχή της ηθικής απόδειξης (ΚΠολΔ 340) τη βαρύτητά του ή την επιρροή του στα αποδεικτέα θέματα ενώ η αναιρεσιβαλόμενη απόφαση κάνει και ιδιαίτερη μνεία για την έκδοση του από 13.11.2008 τιμολογίου ποσού 7.021 ευρώ, για το οποίο παραπονούνται οι αναιρεσείουσες ότι δεν λήφθηκε υπόψη.
Επομένως ο τέταρτος λόγος της ένδικης αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατά το άρθρο 338 παρ.1 ΚΠολΔ κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του. Με τη διάταξη αυτή επιβάλλεται στους διαδίκους το δικανικό βάρος αποδείξεως των πραγματικών γεγονότων, τα οποία ο εφαρμοστέος κανόνας δικαίου προϋποθέτει γενικά και αφηρημένα για να ισχύει η έννομη συνέπεια, της οποίας διώκεται η δικαστική διάγνωση.
Το βάρος απόδειξης διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό. Το υποκειμενικό προσδιορίζει το διάδικο, στον οποίο το δικαστήριο πρέπει να επιβάλλει με απόφασή του την ευθύνη προσκομιδής του αποδεικτικού υλικού προς βεβαίωση στον απαιτούμενο βαθμό της πλήρους αποδείξεως των θεμελιωτικών της αξίωσής του πραγματικών γεγονότων.
Το πεδίο εφαρμογής του υποκειμενικού βάρους απόδειξης έχει περιορισθεί σημαντικά μετά την κατάργηση της προδικαστικής αποφάσεως (άρθρο 141 του ν. 2915/2001) και την εφαρμογή της διαδικασίας του άρθρου 270 Κ.Πολ.Δ σε όλες τις υποθέσεις. Αντίθετα, αντικειμενικό βάρος απόδειξης είναι ο κίνδυνος που διατρέχει ο διάδικος στην περίπτωση αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γέννησης της επίδικης έννομης συνέπειας.
Η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους απόδειξης, με την έννοια εσφαλμένου προσδιορισμού, του φέροντος τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γέννησης της επίδικης έννομης συνέπειας διαδίκου, στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ.13 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης. (ΑΠ 1254/10 ΑΠ 692/08).
Με τον 5ο λόγο της αναίρεσης, προβάλλεται από τις αναιρεσείουσες η από το αρθ,559 αρ.13 ΚΠολΔ αιτίαση με την επίκληση ότι, η προσβαλλομένη απόφαση κατένειμε εσφαλμένα το αντικειμενικό βάρος απόδειξης αναφορικά με τη συνδρομή των επικληθέντων για τη θεμελίωση της προβληθείσας από τις αναιρεσείουσες ένσταση μείωσης της εργολαβικής αμοιβής λόγω αποδιδομένων στην αναιρεσίβλητη κακοτεχνιών καθώς και το βάρος της απόδειξης ως προς το ύψος της καταβλητέας αμοιβής της εργολάβου.
Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος αφού, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης το θεμελιωτικά της ένστασης πραγματικά περιστατικά δεν έγιναν δεκτά ως αποδεδειγμένα εκ της ανεπάρκειας των προσκομισθεισών από τις φέρουσες το βάρος απόδειξης ενιστάμενες - αναιρεσείουσες το δε ύψος της αμοιβής της αναιρεσίβλητης αποδείχθηκε λόγω της επάρκειας των αποδείξεων που προσκομίσθηκαν από την τελευταία (βλ και ΑΠ 1567/09), ειδικότερα δε δεν συνεπάγεται εσφαλμένη κατανομή του βάρους απόδειξης η διατύπωση της προσβαλλομένης απόφασης..... "δεν αποδείχθηκε ότι για το φούσκωμα των δαπέδων ευθύνεται η κατασκευή της εκκαλούσας - αναιρεσίβλητης" αφού, με την εν λόγω διατύπωση, δεν προσδιορίζεται ο διάδικος ο οποίος έφερε το σχετικό βάρος απόδειξης, όπως πεπλανημένως υπολαμβάνουν οι αναιρεσείουσες, αλλά εκφέρεται, σε τρίτο πρόσωπο, αρνητικά (αντί του "αποδείχθηκε ότι δεν ευθύνεται για το φούσκωμα η κατασκευή της εκκαλούσας") η περί του ως άνω ζητήματος κρίση της προσβαλλομένης απόφασης.
Τ0 έννομο συμφέρον και η νομιμοποίηση του διαδίκου, αποτελούν, σύμφωνα με το άρθρο 68 του ΚΠολΔ ουσιαστικές προϋποθέσεις για την παροχή δικαστικής προστασίας. Επειδή δε το ουσιαστικό δίκαιο καθορίζει το αντικείμενο της έννομης σχέσης, καθώς και τους φορείς, η τυχόν εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για το ζήτημα της νομιμοποίησης κάποιου διαδίκου σημαίνει ότι το σφάλμα αυτό οφείλεται σε παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου και ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 25/2008, ΑΠ 656/2019) και όχι αυτή του αρ. 19 του άρθρου 559 .
Η νομιμοποίηση του διαδίκου απορρέει κατά κανόνα αμέσως από το νόμο και κυρίως από διατάξεις του ουσιαστικού ή κάποτε και του δικονομικού δικαίου. Εκείνος, ο οποίος εμφανίζεται κατά το ουσιαστικό δίκαιο δικαιούχος ή υπόχρεος, νομιμοποιείται κατ' αρχήν ως ενάγων ή εναγόμενος, αντίστοιχα. Εάν τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν δεν επιστηρίζουν αυτή την ιδιότητα η αγωγή απορρίπτεται ως αβάσιμη από ουσιαστική άποψη.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον 6ο λόγο αναιρέσεως του δικογράφου της αναιρέσεως από το αρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ., κατ' εκτίμηση του, και από τον αριθμό 19, η δεύτερη εναγόμενη προβάλλει την αιτίαση, ότι αυτή δεν νομιμοποιείτο παθητικά και ότι το Εφετείο παρά τον νόμο διέλαβε πλημμελείς αιτιολογίες ως προς την παθητική της νομιμοποίηση, διότι δεν εκτίθενται στην απόφαση αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της συμμετοχής της και της νομικής της θέσης στην επίδικη σύμβαση έργου που συνήφθη μεταξύ της πρώτης αναιρεσείουσας και της ενάγουσας.
Από την παραδεκτή επισκόπηση της αγωγής προκύπτει ότι η αναιρεσίβλητη προσέδωσε στην ανωτέρω διάδικο την ιδιότητα της αντισυμβαλλομένης του βάσει της συμβάσεως έργου και επομένως της νομιμοποιούμενης παθητικώς εναγομένης ενώ και στην προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση (άρθρ. 561 § 2 ΚΠολΔ) εκτίθεται ότι, οι εναγόμενες διατηρούσαν από κοινού στην πόλη της…., εμπορικό κατάστημα πώλησης ενδυμάτων, ότι τον Ιούνιο του έτους 2008, η πρώτη εναγομένη, μαζί με τον πατέρα της, που ενεργούσε για λογαριασμό της δεύτερης εναγομένης συζύγου του, επισκέφθηκαν τον νόμιμο εκπρόσωπο της ενάγουσας και του ζήτησαν να αναλάβει την διακόσμηση - ανακαίνιση -διαμόρφωση του ανωτέρω καταστήματος τους.
Εμπεριέχονται επομένως στην απόφαση όλα τα απαραίτητα στοιχεία για την παθητική νομιμοποίηση της δεύτερης εναγομένης - εργοδότριας με την ιδιότητα του αντισυμβαλλόμενου μέλους στη σύμβαση της μίσθωσης έργου σύμφωνα με το άρθρο 681 ΑΚ και το Εφετείο δεν υπέπεσε στις πλημμέλειες του άρθρ. 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ.
Επομένως, ο 6ος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείουσες, ως διάδικοι που ηττήθησαν, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, κατά το σχετικό αίτημά του, που υποβλήθηκε με τις προτάσεις που κατέθεσε (άρθρα 106, 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 5-5-2021 αίτηση για αναίρεση της Ο. Π. και Ά. Π. της με αριθμό 1155/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Δεκεμβρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Φεβρουαρίου 2023.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ