237/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο - Εισηγητή, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα και Αριστείδη Βαγγελάτο, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated237/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περαιτέρω, οι διατάξεις του άρθρου 103 §§ 2 & 3 του Συντάγματος, οι οποίες επιβάλλουν τη νομοθετική πρόβλεψη οργανικών θέσεων για την κάλυψη των πάγιων και διαρκών αναγκών του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των άλλων ν.π.δ.δ., ορίζουν τα εξής: (§ 2) "Κανένας δεν μπορεί να διοριστεί υπάλληλος σε οργανική θέση που δεν είναι νομοθετημένη.
Full text
Απόφαση 237 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Γ.Β
Αριθμός 237/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο - Εισηγητή, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα και Αριστείδη Βαγγελάτο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 14 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Β. Κ. του Α., κατοίκου ... 2) Σ. Τ. του Α., κατοίκου ... 3) Α. Κ. του Α., κατοίκου ... 4) Η. Θ. του Α., κατοίκου ... και 5) Φ. Σ. του Κ., κατοίκου ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαρία - Μαγδαληνή Τσίπρα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.πολ.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης - Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Δήμος Λαρισαίων", που εδρεύει στη Λάρισα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Κωνσταντίνου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-04-2014 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και λοιπών προσώπων που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 641/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 174/2019 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 28-08-2019 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 28-8-2019 και με αριθ. κατάθεσης 42/2-9-2019 αίτηση αναίρεσης η οποία φέρεται προς περαιτέρω συζήτηση μετά από ματαίωση με την από 14-10-2020 κλήση των αναιρεσειόντων, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθ. 174/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564, 566 § 1, 144). Είναι συνεπώς παραδεκτή (ΚΠολΔ 577 § 1) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (ΚΠολΔ 577 § 3).
Η παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, που προβλέπεται ως λόγος αναίρεσης από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο, πλην άλλων, την αιτίαση ότι η αγωγή, επί της οποίας έκρινε σε δεύτερο βαθμό το δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ενώ θα έπρεπε να γίνει το αντίθετο, σύμφωνα με το συγκεκριμένο κανόνα (ουσιαστικού) δικαίου, που κατά το αναιρετήριο παραβιάστηκε (ΟλομΑΠ 28/1998).
Εξάλλου, η διασφάλιση των εργαζομένων από την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους, με την προσχηματική επιλογή της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου ή έργου αντί αορίστου χρόνου, αντιμετωπιζόταν, καθόσον αφορά το μέχρι τη 17-4-2001 χρονικό διάστημα και όχι το μεταγενέστερο που άρχισαν να ισχύουν οι προστεθείσες §§ 7 & 8 του Συντάγματος, με τη διάταξη του άρθρου 8 § 3 του ν. 2112/1920, η οποία εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητα αν έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό ή στο δημόσιο τομέα, και ορίζει ότι οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένη χρονική διάρκεια, αν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται από τη φύση της σύμβασης, αλλά τέθηκε σκόπιμα προς καταστρατήγηση των διατάξεων του ίδιου νόμου περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής σύμβασης.
Η διάταξη αυτή, ενώ κατά τη γραμματική της διατύπωση αναφέρεται στην προστασία των εργαζομένων από την μη τήρηση εκ μέρους του εργοδότη των τυπικών όρων που επιβάλλει κατά την απόλυση ο ν. 2112/1920, αξιοποιήθηκε γενικότερα, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 281, 671 του ΑΚ και 25 §§ 1 & 3 του Συντάγματος για τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ως ορισμένης ή αόριστης χρονικής διάρκειας, εφόσον πρόκειται για διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου ή έργου που καλύπτουν πραγματικά πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες του εργοδότη.
Και τούτο διότι ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός ορισμένης σχέσης, κατά την προαναφερθείσα έννοια, και δη της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου, αποτελεί κατεξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, όπως αυτή οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 § 3 και 87 § 2 του Συντάγματος, τα οποία αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στη συνέχεια προκύψουν από την αποδεικτική διαδικασία χαρακτηρίζουν την έννομη σχέση, ανεξάρτητα από τον δοθέντα από τους δικαιοπρακτούντες ή από το νόμο χαρακτηρισμό της συμβατικής σχέσης ως ορισμένου χρόνου ή έργου (ΟλομΑΠ 7 & 8/2011), χωρίς παράλληλα ο ορθός αυτός νομικός χαρακτηρισμός εκ μέρους του δικαστηρίου, όταν συντρέχουν οι προαναφερθείσες ουσιαστικές προϋποθέσεις των καλυπτομένων πάγιων και διαρκών αναγκών, να συνιστά ανεπίτρεπτη κατά νόμο μετατροπή του ισχύοντος νομικού καθεστώτος απασχόλησης του εργαζομένου από ορισμένου χρόνου σε αόριστου (ΟλομΑΠ 18/2006, 19/2007, η δεύτερη καθόσον αφορά μόνο το μέχρι την 17-4-2001 χρονικό διάστημα και όχι το μεταγενέστερο που άρχισαν να ισχύουν οι προστεθείσες §§ 7 & 8 του Συντάγματος).
Περαιτέρω, οι διατάξεις του άρθρου 103 §§ 2 & 3 του Συντάγματος, οι οποίες επιβάλλουν τη νομοθετική πρόβλεψη οργανικών θέσεων για την κάλυψη των πάγιων και διαρκών αναγκών του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των άλλων ν.π.δ.δ., ορίζουν τα εξής: (§ 2) "Κανένας δεν μπορεί να διοριστεί υπάλληλος σε οργανική θέση που δεν είναι νομοθετημένη.
Εξαιρέσεις μπορεί να προβλέπονται από ειδικό νόμο, για να καλυφθούν απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες με προσωπικό που προσλαμβάνεται για ορισμένη χρονική περίοδο με σχέση ιδιωτικού δικαίου". (§ 3) "Οργανικές θέσεις ειδικού επιστημονικού καθώς και τεχνικού προσωπικού μπορούν να πληρούνται με προσωπικό που προσλαμβάνεται με σχέση ιδιωτικού δικαίου.
Νόμος ορίζει τους όρους για την πρόσληψη, καθώς και τις ειδικότερες εγγυήσεις τις οποίες έχει το προσωπικό που προσλαμβάνεται". Με την αναθεώρηση του έτους 2001 (ΦΕΚ Α' 85/18-4-2001) και με σκοπό τη μέγιστη δυνατή διασφάλιση των συνταγματικών αρχών της ισότητας ενώπιον του νόμου, της αξιοκρατίας και της διαφάνειας κατά τις προσλήψεις στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, προστέθηκε στο άρθρο 103 του Συντάγματος παράγραφος 7, που προβλέπει ότι η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, γίνεται είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης Αρχής.
Επίσης στο ίδιο άρθρο (103) προστέθηκε παράγραφος 8, που προβλέπει ότι: "Νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στο πρώτο εδάφιο της παρ. 3, είτε πρόσκαιρων είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παρ. 2.
Νόμος ορίζει επίσης τα καθήκοντα που μπορεί να ασκεί το προσωπικό του προηγούμενου εδαφίου. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών τους σε αορίστου χρόνου. Οι απαγορεύσεις της παραγράφου αυτής ισχύουν και ως προς τους απασχολουμένους με σύμβαση έργου".
Έτσι, με την αναθεώρηση αυτή του άρθρου 103 του Συντάγματος, η Ζ' Αναθεωρητική Βουλή επέβαλε στον κοινό νομοθέτη και στη Διοίκηση αυστηρούς όρους σχετικά με την πρόσληψη προσωπικού για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Στους προαναφερόμενους κανόνες, τους οποίους πρώτος διατύπωσε ο κοινός νομοθέτης με τις διατάξεις του άρθρου 21 του ν. 2190/1994 και οι οποίες κατέστησαν ήδη συνταγματικού επιπέδου, υπάγεται, ενόψει της αδιάστικτης διατύπωσης των §§ 7 & 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, τόσο το προσωπικό που συνδέεται με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με υπαλληλική σχέση δημόσιου δικαίου, όσο και το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, για την πλήρωση οργανικών θέσεων, σύμφωνα με τις §§ 3 & 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος.
Με την προσθήκη των διατάξεων αυτών (§§ 7 & 8 του άρθρου 103 του Σ.), μέλημα του αναθεωρητικού νομοθέτη ήταν να αποτρέψει τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου ή έργου σε συμβάσεις αόριστου χρόνου, όχι απλώς εκείνων που κάλυπταν παροδικές και απρόβλεπτες ανάγκες, αλλά και εκείνων που πράγματι κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες.
Έτσι, πρόσθεσε την προμνημονευόμενη διάταξη του εδάφ. γ' της § 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, η οποία πλέον αδιακρίτως απαγορεύει την και από το νόμο ακόμα μονιμοποίηση του κατά τον προαναφερόμενο τρόπο προσλαμβανόμενου προσωπικού ή τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου ή έργου σε συμβάσεις αόριστου χρόνου.
Δηλαδή, η απαγόρευση αυτή καταλαμβάνει και την περίπτωση που οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ή έργου, απασχολούνται στην πραγματικότητα για την κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών του δημόσιου τομέα. Δεδομένου, όμως, ότι διαδικασίες "τακτοποίησης" προσωπικού με τον πιο πάνω τρόπο ήταν ακόμα εκκρεμείς κατά το χρόνο της αναθεώρησης του Συντάγματος (άρθρο 17 του ν. 2839/2000 που ακολούθησε την πρακτική ρυθμίσεων προγενέστερων διατάξεων) και προκειμένου οι διαδικασίες αυτές να ολοκληρωθούν και χωρίς να προσκρούουν οι σχετικές για την τακτοποίηση διατάξεις του κοινού νομοθέτη σε οψιγενή αντισυνταγματικότητα, ο αναθεωρητικός νομοθέτης πρόσθεσε στο άρθρο 118 του Συντάγματος την § 7, κατά την οποία "νομοθετικές ρυθμίσεις που αφορούν την τακτοποίηση της υπηρεσιακής κατάστασης προσωπικού που υπάγεται στην παράγραφο 8 του άρθρου 103 εξακολουθούν να ισχύουν μέχρι την ολοκλήρωση των σχετικών διαδικασιών".
Επομένως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ή έργου, συναπτόμενες υπό το κράτος της ισχύος των διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος, όπως ισχύουν μετά την αναθεώρηση του έτους 2001 (ΦΕΚ Α' 85/18-4-2001), με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και όλους τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις αόριστου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες.
Ούτε καταλείπεται πεδίο εκτίμησης των συμβάσεων αυτών, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά τη δικαστική διαδικασία, ως συμβάσεων αόριστου χρόνου, στην περίπτωση που αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, αφού, έστω και αν τούτο συμβαίνει, ο εργοδότης, βάσει των πιο πάνω διατάξεων, ευχέρεια για τη σύναψη σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου δεν έχει.
Δηλαδή ένας τέτοιος χαρακτηρισμός είναι πλέον αλυσιτελής. Τυχόν αντίθετη ερμηνεία, ότι δηλαδή συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, μπορούν να αναγνωρίζονται, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, ως συμβάσεις εργασίας αόριστου χρόνου και μετά την πιο πάνω συνταγματική μεταρρύθμιση, θα είχε ως συνέπεια τη διαιώνιση ενός αποδοκιμασθέντος από τον αναθεωρητικό νομοθέτη φαινομένου.
Επομένως, σε κάθε περίπτωση, στις συμβάσεις αυτές, υπό την ισχύ των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος, δεν είναι δυνατή η εφαρμογή της προαναφερόμενης διάταξης του άρθρου 8 § 3 του ν. 2112/1920 (ΟλομΑΠ 7, 8/2011, 19, 20/2007). Ακόμη με το Π.Δ/μα 164/2004 "Ρυθμίσεις για τους εργαζόμενους με συμβάσεις ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα" (ΦΕΚ Α' 134) ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη για τους εν λόγω εργαζομένους η με αριθ. 1999/70/ΕΚ Οδηγία του Συμβουλίου της 28-6-1999 [που δημοσιεύθηκε στις 10-7-1999 στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και άρχισε να ισχύει από 10 Ιουλίου 2001, με δικαίωμα παράτασης της προθεσμίας για την ενσωμάτωση αυτής στην εσωτερική έννομη τάξη των κρατών-μελών κατά ένα έτος, του οποίου η Ελλάδα έκανε χρήση], η οποία έχει ως σκοπό την αποτροπή της κατάχρησης στη σύναψη διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με τη λήψη από τα κράτη-μέλη, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, συγκεκριμένων μέτρων προσαρμογής (ρήτρα 5 του παραρτήματος αυτής).
Η Οδηγία αυτή ειδικότερα παρέχει στα κράτη-μέλη ευρεία ευχέρεια επιλογών, μεταξύ περισσοτέρων λύσεων, προκειμένου να αποτρέψουν την καταχρηστική χρησιμοποίηση των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, χωρίς να επιβάλλει, σε περίπτωση σύναψης τέτοιων συμβάσεων, τον χαρακτηρισμό αυτών ως συμβάσεων αορίστου χρόνου, καθόσον τούτο προβλέπεται ως μέτρο δυνητικό (ΔΕΚ C-212/2004).
Η επιλογή από την Ελληνική πολιτεία των μέτρων για την επίτευξη του στόχου της εν λόγω με αριθ. 1999/70/ΕΚ Οδηγίας έγινε από το άνω Π.Δ/μα 164/2004, αφού αυτή έλαβε υπόψη, όπως ορίζει και η Οδηγία, τις ανάγκες ειδικών τομέων, όπως είναι μεταξύ άλλων και ο ευρύτερος δημόσιος τομέας, που δικαιολογεί διαφορετική ρύθμιση σε σχέση με τον ιδιωτικό τομέα, καθόσον υφίστανται διαφορές στη φύση της εργασίας και διαφορετικά χαρακτηριστικά του εργασιακού περιβάλλοντος και των διαδικασιών πρόσληψης στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα, εξού και η θέσπιση των διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος.
Οι ρυθμίσεις αυτές του ανωτέρω Π.Δ/τος κρίθηκαν συμβατές με το ενωσιακό δίκαιο (ΔΕΕ της 23.4.2009 υποθέσεις C-378 έως C-380). Στο άρθρο 3 περ. δ' του εν λόγω Π.Δ/τος ορίζεται ότι, για την εφαρμογή του διατάγματος αυτού, ως "σύμβαση" νοείται όχι μόνο η τυπική σύμβαση (δηλαδή η καταρτισθείσα εγκύρως με έγγραφη σύμβαση) αλλά και η απλή σχέση εξαρτημένης εργασίας καθώς και οποιαδήποτε άλλη σύμβαση έργου ή σχέση, υπό την οποία υποκρύπτεται τέτοια σχέση εξαρτημένης εργασίας, ενώ στο άρθρο 5 αυτού ορίζονται τα εξής: "1.
Απαγορεύονται οι διαδοχικές συμβάσεις που καταρτίζονται και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, εφόσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών. ... 4.
Σε κάθε περίπτωση ο αριθμός των διαδοχικών συμβάσεων δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερος των τριών, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παρ. 2 του επόμενου άρθρου". Ως κύρωση για την περίπτωση της κατά παράβαση των παραπάνω διατάξεων καταρτίσεως διαδοχικών συμβάσεων, προβλέφθηκε από το άρθρο 7 του αυτού Π.Δ.
η αυτοδίκαιη ακυρότητά τους και η καταβολή στον εργαζόμενο τόσο των αποδοχών για την εργασία που παρέσχε, εφόσον οι άκυρες συμβάσεις εκτελέσθηκαν εξ ολοκλήρου ή έστω κατά ένα μέρος, όσο και αποζημιώσεως, ίσης με το ποσό το οποίο δικαιούται ο αντίστοιχος εργαζόμενος αορίστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεώς του, ενώ θεσπίσθηκε ποινική και πειθαρχική ευθύνη, για την παράβαση των κανόνων αυτών.
Ενόψει όμως του γεγονότος, ότι διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ή μίσθωσης έργου που συνάπτονταν με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ ή από άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα, δεν μπορούσαν σε κάθε περίπτωση, να μετατραπούν σε συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, υπό το κράτος της ισχύος του άρθρου 103 του Συντάγματος μετά την αναθεώρηση του έτους 2001, οπότε προστέθηκαν οι περί τούτου παράγραφοι 7 & 8, έχοντας υποχρεωτικά, κατά τις ως άνω συνταγματικές και άλλες διατάξεις, καταρτισθεί ως συμβάσεις ορισμένου χρόνου, και του γεγονότος ότι το ως άνω Π.Δ/μα 164/2004 άρχισε να ισχύει από 19 Ιουλίου 2004, ήτοι μετά το πέρας της περιόδου προσαρμογής της εσωτερικής νομοθεσίας προς τις ρυθμίσεις της άνω Οδηγίας 1999/70/ΕΚ (10 Ιουλίου 2002), περιελήφθησαν σε αυτό, ως μεταβατικές διατάξεις, ρυθμίσεις, οι οποίες εξασφαλίζουν την επιβαλλομένη προσαρμογή στην παραπάνω Οδηγία και για τον ενδιάμεσο χρόνο και οι οποίες προβλέπουν την κατά μοναδική εξαίρεση και υπό τις εκεί προϋποθέσεις μετατροπή των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου (ΟλομΑΠ 7/2011, ΟλομΑΠ 19/2007).
Έτσι, με τη διάταξη του άρθρου 11 του εν λόγω Π.Δ/τος, η οποία ως εκ του μεταβατικού της χαρακτήρα τακτοποίησης εκκρεμών εργασιακών σχέσεων του Δημοσίου και φορέων του δημοσίου τομέα κρίθηκε συνταγματικά ανεκτή (ΟλομΑΠ 16/2017), ορίζονται τα ακόλουθα: "1. Διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος και είναι ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
α) Συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον είκοσι τεσσάρων (24) μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής σύμβασης κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης δέκα οκτώ (18) μηνών, μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα είκοσι τεσσάρων (24) μηνών από την αρχική σύμβαση.
β) Ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας του εδαφίου (α) να έχει πράγματι διανυθεί στον ίδιο φορέα, με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, όπως αναγράφεται στην αρχική σύμβαση... γ) Το αντικείμενο της σύμβασης να αφορά σε δραστηριότητες, οι οποίες σχετίζονται ευθέως και αμέσως με πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αντίστοιχου φορέα, όπως αυτές οριοθετούνται από το δημόσιο συμφέρον το οποίο υπηρετεί ο φορέας αυτός.
δ) Ο κατά τις προηγούμενες περιπτώσεις συνολικός χρόνος υπηρεσίας πρέπει να έχει παρασχεθεί κατά πλήρες ή μειωμένο ωράριο εργασίας και σε καθήκοντα ίδια ή παρεμφερή με αυτά που αναγράφονται στην αρχική σύμβαση. Οι διαδοχικές συμβάσεις μειωμένου ωραρίου εργασίας συνιστούν, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής, συμβάσεις αορίστου χρόνου μειωμένης απασχόλησης αντίστοιχης με την αναγραφόμενη στην αρχική σύμβαση... 5.
Στις διατάξεις της παρ. 1 του παρόντος άρθρου συμπεριλαμβάνονται και οι συμβάσεις οι οποίες έχουν λήξει κατά το χρονικό διάστημα των τελευταίων τριών μηνών πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος διατάγματος λογιζόμενες ως ενεργές διαδοχικές συμβάσεις ως την έναρξη ισχύος του παρόντος". Κατά την έννοια των συνδυασμένων διατάξεων των ανωτέρω άρθρων 5 § 1 και 11 §§ 1 περ.
α' & 5 του εν λόγω Π.Δ/τος, οι συμβάσεις, που έχουν καταρτισθεί μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζομένου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, θεωρούνται ως διαδοχικές συμβάσεις, οι οποίες, συντρεχουσών των προϋποθέσεων που προβλέπονται αθροιστικώς στο εν λόγω άρθρο 11, δύνανται, να θεμελιώσουν δικαίωμα μετατροπής τους, εφεξής, σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, μόνον εφόσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών.
Επομένως, η μετατροπή της σχέσεως εργασίας σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου ισχύει, εφόσον οι διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου ήταν ενεργές έως την έναρξη ισχύος του Π.Δ/τος 164/2004 ή κατά το χρονικό διάστημα των τριών τελευταίων μηνών, πριν από την έναρξη ισχύος αυτού, θεωρουμένης ως αρχικής τέτοιων διαδοχικών συμβάσεων, της πρώτης από τις αλληλοδιάδοχες συμβάσεις, μεταξύ των οποίων μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών (ΟλομΑΠ 13/2017).
Εφόσον δεν συντρέχουν οι τιθέμενες ως άνω προϋποθέσεις, μετατροπή των συμβάσεων σε αόριστης διάρκειας, σύμφωνα με το Π.Δ/μα 164/2004, δεν μπορεί να γίνει. Εξαίρεση από τον προαναφερθέντα κανόνα προβλέπεται στην § 6 του άρθρου 11 του ως άνω Π.Δ/τος σύμφωνα με την οποία "Κατ' εξαίρεση, και για λόγους κοινωνικής πρόνοιας που αφορούν στην επαγγελματική ένταξη των ατόμων με αναπηρίες κατ' εφαρμογή της παρ. 6 του άρθρου 21 του Συντάγματος, για τα άτομα με ποσοστό αναπηρίας 50% τουλάχιστον, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που εργάζονται στο πλαίσιο προγράμματος ένταξης του ΟΑΕΔ, αρκεί ο συνολικός χρόνος απασχόλησης του εδαφίου (α) της παρ. 1 του παρόντος άρθρου να είναι τουλάχιστον δεκαοκτώ (18) μήνες, ανεξαρτήτως ενδιάμεσων χρονικών διαστημάτων μεταξύ των συμβάσεων, εφόσον πληρούνται οι λοιπές προϋποθέσεις κατά τα ανωτέρω".
Μετά ταύτα, ενόψει, αφενός μεν των πιο πάνω συνταγματικών διατάξεων και αφετέρου της, κατά τα προεκτεθέντα, προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας στην Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου, η οποία δεν επιβάλλει τον χαρακτηρισμό της συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες σε συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, το άρθρο 8 του Ν. 2112/1920 ούτε κατ' επιταγή της Οδηγίας αυτής έχει κατ' αρχήν εφαρμογή κατά το μεσοδιάστημα από 10-7-2002 (ημερομηνία λήξης της προθεσμίας προσαρμογής) μέχρι την έναρξη της ισχύος του ΠΔ 164/2004 αλλά και μετά την έναρξη ισχύος του διατάγματος αυτού (ΟλομΑΠ 19, 20/2007).
Περαιτέρω το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης με την C-760/18 της 21ης Φεβρουαρίου 2021 απόφασή του έκρινε προσφάτως επί προδικαστικού ερωτήματος του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου (ΜΠΛασ 472/2018) ότι "η ρήτρα 5 σημείο 1 της συμφωνίας-πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου έχει την έννοια ότι, όταν έχει σημειωθεί καταχρηστική χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η υποχρέωση του αιτούντος δικαστηρίου να ερμηνεύσει και να εφαρμόσει, κατά το μέτρο του δυνατού, όλες τις κρίσιμες διατάξεις του εσωτερικού δικαίου κατά τρόπο ώστε να επιβληθεί η προσήκουσα κύρωση για την κατάχρηση και να εξαλειφθούν οι συνέπειες της παραβίασης του δικαίου της Ένωσης, περιλαμβάνει την εκτίμηση του ζητήματος αν οι διατάξεις προγενέστερης και εισέτι ισχύουσας νομοθεσίας που επιτρέπει την μετατροπή διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε σύμβαση αορίστου χρόνου μπορούν, ενδεχομένως, να εφαρμοσθούν στο πλαίσιο της σύμφωνης αυτής ερμηνείας, μολονότι εθνικές διατάξεις συνταγματικής φύσης απαγορεύουν απολύτως τέτοια μετατροπή, όσον αφορά τον δημόσιο τομέα".
Όμως η ως άνω ερμηνευτική εκδοχή, απολήγουσα σε χαρακτηρισμό, στο πλαίσιο εφαρμογής της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένης διάρκειας που συνάφθηκαν κατά παρέκκλιση των διατάξεων του ΠΔ 164/2004, ως ενιαίας σύμβασης αορίστου χρόνου, με την εφαρμογή της προγενέστερης της Οδηγίας και εισέτι ισχύουσας νομοθετικής ρύθμισης του άρθρου 8 § 3 του ν. 2112/1920, με το σκεπτικό ότι αυτές κάλυπταν διαρκείς και πάγιες ανάγκες του δημόσιου φορέα απασχόλησης, αναγκαίως προϋποθέτει ότι κατά το εσωτερικό (Ελληνικό) δίκαιο, για την ερμηνεία του οποίου αποκλειστική αρμοδιότητα έχουν μόνο τα Ελληνικά Δικαστήρια, υπάρχει πράγματι έδαφος εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 8 § 3 του ν. 2112/1920 στους απασχολούμενους στο δημόσιο τομέα με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου (βλ.
και σκέψεις 63, 67, 70 στην ως άνω C-760/18 απόφαση). Τέτοιο έδαφος εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 8 § 3 του ν. 2112/1920 στους απασχολούμενους στο δημόσιο τομέα με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου δεν υφίσταται όμως μετά την έναρξη εφαρμογής (18.4.2001) της πιο πάνω Συνταγματικής Αναθεώρησης, κατά τα ήδη προαναφερθέντα, αφού τούτο θα αντέβαινε ευθέως στη διάταξη του άρθρου 103 § 8 του Συντάγματος και θα οδηγούσε αναγκαίως σε μία contra legem ερμηνεία των συνταγματικών αυτών ρυθμίσεων.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 288 εδ. 3 της ΣΛΕΕ, η οδηγία δεσμεύει κάθε κράτος μέλος στο οποίο απευθύνεται, όσον αφορά το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, αλλά αφήνει την επιλογή του τύπου και των μέσων, που θα αποτελέσουν αντικείμενο ερμηνείας των εθνικών δικαστηρίων ως προς την επαρκή ή μη αποτελεσματικότητά τους, στην αρμοδιότητα των εθνικών αρχών.
Η υποχρέωση του εθνικού δικαστηρίου να αναφέρεται στο περιεχόμενο μιας οδηγίας, όταν ερμηνεύει και εφαρμόζει τους σχετικούς κανόνες του εσωτερικού δικαίου, έχει ως όρια τις γενικές αρχές του δικαίου, ιδίως τις αρχές της ασφάλειας δικαίου και της μη αναδρομικότητας, και δεν μπορεί να αποτελέσει έρεισμα για την contra legem ερμηνεία του εθνικού δικαίου (C-212/04 σκέψη 110 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, C-103/18, C-429/18 σκέψη 123, C-282/2019 σκέψη 123).
Την πλήρη αποτελεσματικότητα των κανόνων που θεσπίσθηκαν με την ως άνω Οδηγία για τους εργαζόμενους του ευρύτερου δημόσιου τομέα εξασφαλίζουν οι προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 5, 6 & 7 του ΠΔ 164/2004, με το οποίο μεταφέρθηκε στην ελληνική έννομη τάξη η ρήτρα 5 σημείο 1 αυτής, και προβλέπουν για τις συμβάσεις που συνάπτονται κατά παράβαση των άρθρων 5 & 6 του ως άνω Διατάγματος [με μοναδική εξαίρεση τις υπαγόμενες στη μεταβατικού χαρακτήρα διάταξη του άρθρου 11 αυτού περιπτώσεις] α) την αυτοδίκαιη ακυρότητα των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, β) τη δυνατότητα του απασχοληθέντος ακύρως και για όσο χρόνο διήρκεσε η άκυρη σύμβαση να λάβει ευθέως εκ του νόμου βάσει της άκυρης σύμβασης [και όχι βάσει των περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεων, όπου για τον προσδιορισμό της ωφέλειας του εργοδότη δεν συνυπολογίζονται παροχές εξαρτώμενες από τις προσωπικές ιδιότητες του απασχοληθέντος] τις οφειλόμενες σε αυτόν αποδοχές και γ) τη δυνατότητα αυτού να λάβει ως αποζημίωση το ποσό το οποίο θα λάμβανε ο αντίστοιχος εργαζόμενος με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας αυτής (εάν οι άκυρες συμβάσεις είναι περισσότερες, ως χρόνος για τον υπολογισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται η συνολική διάρκεια απασχόλησης με βάση τις άκυρες συμβάσεις), η οποία (καταγγελία), εξάλλου, επιτρέπεται κατά το εσωτερικό μας δίκαιο και ουδόλως εξασφαλίζει τη "μονιμοποίηση" εργαζομένου, συνδεόμενου με το Δημόσιο με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου και αορίστου χρόνου, ενώ παράλληλα προβλέπουν ποινικές κυρώσεις για όσους παραβιάζουν από δόλο ή από αμέλεια τις ως άνω διατάξεις των άρθρων 5 & 6 του πδ 164/2004.
Εξάλλου, η επιλογή αυτή του νομοθέτη επιβεβαιώθηκε από τη νομολογία του ΔΕΕ που έκρινε ότι με την καταβολή της αποζημίωσης αντισταθμίζονται οι συνέπειες της καταχρηστικής χρησιμοποίησης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου (πρβλ. και την C-619/17 σκέψεις 94, 95). Όπως προαναφέρθηκε, οι ρυθμίσεις του ανωτέρω Π.Δ/τος κρίθηκαν συμβατές με το ενωσιακό δίκαιο (ΔΕΕ της 23.4.2009 υποθέσεις C-378 έως C-380 Αγγελιδάκη κλπ).
Ειδικότερα με την ως άνω απόφαση μεταξύ άλλων κρίθηκε ότι οι τροποποιήσεις που επέφερε το ΠΔ 164/2004 σε σχέση με την προστασία που παρείχετο υπό το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς της εφαρμογής του άρθρου 8 § 3 του ν. 2112/1920 και στις διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου απασχολουμένων στο δημόσιο τομέα δεν συνιστούν υποβάθμιση του γενικού επιπέδου προστασίας των εν λόγω εργαζομένων, κατά την έννοια της ρήτρας 8 σημείο 3 της Οδηγίας, εφόσον αφορούν περιορισμένη κατηγορία εργαζομένων που έχουν συνάψει συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ή μπορούν να αντισταθμίζονται με την έκδοση μέτρων για την πρόληψη της καταχρηστικής χρησιμοποίησης διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου (σκέψεις 122 επ.
ιδίως σκέψη 146), περίπτωση που συντρέχει εν προκειμένω. Σημειωτέον ότι το προδικαστικό ερώτημα στο οποίο απαντά η C-760/18 απόφαση του ΔΕΕ αφορά σε συμβάσεις οι οποίες συνήφθησαν πέραν των ανωτάτων χρονικών ορίων που προβλέπει το ΠΔ 164/2004, καθώς η ανανέωση αυτών έλαβε χώρα, κατά παρέκκλιση των διατάξεων των άρθρων 5 & 6 του εν λόγω πδ, με ειδική νομοθετική ρύθμιση, όπως λ.χ.
με το άρθρο 167 του ν. 4099/2012, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 76 του ν. 4386/2016 και το άρθρο 10 § 4 ν. 4506/2017, δηλαδή με διατάξεις νεότερες, ειδικότερες και αυξημένης τυπικής ισχύος σε σχέση με το πδ 164/2004. Το ζήτημα τίθεται επειδή με τις ως άνω διατάξεις αφενός δεν προβλέπεται ρητά η καταβολή αποζημιώσεως στους απασχοληθέντες, αφετέρου, με τη διάταξη του άρθρου δεύτερου §§ 2 & 3 του ν. 4528/2018, παρέχεται ουσιαστικά απαλλαγή στους εκπροσώπους των φορέων που τους απασχόλησαν με τον πιο πάνω τρόπο, ματαιώνοντας τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 7 ΠΔ 164/2004 ποινικό και δημοσιονομικό καταλογισμό.
Υπό την έννοια αυτή, στις ως άνω συμβάσεις θα μπορούσε να υποστηριχθεί, κατ' αρχάς, ότι ελλείπουν τα "ισοδύναμα νομοθετικά μέτρα" που επιβάλλει η ρήτρα 5 σημείο 1 της από 18.3.1999 συμφωνίας-πλαισίου των διεπαγγελματικών οργανώσεων γενικού χαρακτήρα (CES, UNICE & CEEP), για την υλοποίηση της οποίας εκδόθηκε η Οδηγία 1999/70/ΕΚ και ότι, ελλείψει των ισοδύναμων μέτρων, ο εθνικός δικαστής θα μπορούσε ενδεχομένως να ενεργοποιήσει τον ερμηνευτικό κανόνα της διάταξης του άρθρου 8 § 3 ν. 2112/1920 και να χαρακτηρίσει τις ως άνω διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου ως μια ενιαία αορίστου χρόνου σύμβαση, η οποία θεωρείται ότι καταγγέλλεται ατύπως με τη μη ανανέωση της τελευταίας από τις διαδοχικές συμβάσεις και την άρνηση του εργοδότη να αποδεχθεί, έκτοτε, τις υπηρεσίες του μισθωτού, με όλες τις εντεύθεν συνέπειες σχετικά με την εγκυρότητα της καταγγελίας και τις υποχρεώσεις που γεννώνται από αυτήν.
Όμως η ως άνω θέση εκκινεί από την εσφαλμένη άποψη ότι ο εθνικός δικαστής δεν μπορεί να εφαρμόσει αναλογικά τη διάταξη του άρθρου 7 του ΠΔ 164/2004 στις περιπτώσεις εκείνες που η ορισμένου χρόνου εργασία υπερβαίνει τα ανώτατα όρια απασχόλησης, όταν η παράταση της λήξης των συμβάσεων λαμβάνει χώρα δυνάμει ειδικών ρυθμίσεων του νόμου, οι οποίες της στερούν το χαρακτήρα της άκυρης σύμβασης εργασίας.
Κατά την υποβολή δε του προδικαστικού ερωτήματος, επί του οποίου απάντησε η εν λόγω απόφαση (C-760/18), δεν τέθηκε υπόψη του ΔΕΕ η δυνατότητα αναλογικής εφαρμογής της ως άνω διάταξης του άρθρου 7 ΠΔ 164/2004, σε αντίθεση με τη δυνατότητα εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 8 § 3 του ν. 2112/1920, που προτάθηκε ευθέως από το αιτούν δικαστήριο, ως το μοναδικό εφαρμόσιμο ισοδύναμο μέτρο που προβλέπεται από την εθνική νομοθεσία.
Εξάλλου, η εμβληματικού χαρακτήρα διάταξη της § 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, σε συνδυασμό και με την § 7 του ιδίου άρθρου αποσκοπεί στην εφαρμογή της αρχής της αξιοκρατίας και της διαφάνειας, όσον αφορά στις προσλήψεις μόνιμου προσωπικού στο δημόσιο τομέα με την κατοχύρωση ενός διαφανούς και αξιοκρατικού συστήματος προσλήψεων βάσει συγκεκριμένων δεσμευτικών διαδικασιών και συνακόλουθα στην αποτροπή του αποδοκιμασθέντος από τον αναθεωρητικό νομοθέτη φαινομένου πρόσληψης προσωπικού με αδιαφανή κριτήρια δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων ορισμένης διάρκειας για την αντιμετώπιση κατ' επίφαση απρόβλεπτων ή επειγουσών αναγκών, κατά παράβαση του άρθρου 103 § 2 του Συντάγματος και της ισχύουσας νομοθεσίας (ν. 2190/1994), οι οποίοι, μετά την διαπίστωση ότι κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του φορέα απασχόλησης, τακτοποιούνταν στη συνέχεια είτε με τον διορισμό τους ως μονίμων δημοσίων υπαλλήλων, είτε με τη μετατροπή των συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου χρόνου, κατ' αποκλεισμό άλλων ενδιαφερομένων που θα μπορούσαν να διεκδικήσουν τις ίδιες θέσεις με την τήρηση των νομίμων διαδικασιών πρόσληψης μόνιμου προσωπικού (ΟλομΑΠ 19, 20/2007).
Επομένως η προσθήκη από τον Αναθεωρητικό Νομοθέτη των πιο πάνω διατάξεων των §§ 7 & 8 στο άρθρο 103 του Συντάγματος κατά τη διάρκεια της χρονικής περιόδου μεταφοράς της υπ' αριθ. 1999/70 Οδηγίας στην ελληνική έννομη τάξη δεν έλαβε χώρα προκειμένου να τεθεί σε σοβαρό κίνδυνο η επίτευξη του επιδιωκομένου με την Οδηγία αποτελέσματος, αλλά εκ της ανάγκης να αντιμετωπισθεί μία μακροχρόνια πολιτική πρακτική, οι απαρχές της οποίας ανάγονται σε χρόνο πολύ προγενέστερο της Οδηγίας 1999/70 και της συμφωνίας-πλαισίου και η οποία αποδοκιμάσθηκε ευθέως από τον αναθεωρητικό του Συντάγματος νομοθέτη επειδή είχε ως συνέπεια την καταστρατήγηση των αρχών της ισότητας, της διαφάνειας και της αξιοκρατίας στους διορισμούς και τις προσλήψεις προσωπικού του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα (ΣτΕ 911/2020).
Ο σκοπός αυτός (θεσμικός και δημοσιονομικός), τον οποίο υπηρετεί το άρθρο 103 § 8 του Συντ. είναι και από ενωσιακή άποψη θεμιτός [η ακόμη πιο πρόσφατη απόφαση του ΔΕΕ για την εργασιακή εφεδρεία επιβεβαιώνει ότι το ΔΕΕ σέβεται τις δημοσιονομικές ευαισθησίες των εθνικών νομοθετών (ΔΕΕ 15.4.2021, C-511/19 ΑΒ κατά ΟΑΚΑ, σκέψεις 34, 36, 44)].
Ο σκοπός αυτός δεν μπορεί να αγνοηθεί και πρέπει να ισορροπεί και να εναρμονίζεται με τη θεμελιώδη αρχή της προστασίας της θέσης εργασίας. Έτσι, στον χώρο του Δημοσίου δεν μπορεί να λαμβάνεται υπόψη μόνο το συμφέρον του εργαζομένου στη διατήρηση της θέσης εργασίας. Ακόμη, υπάρχει και μια άλλη τελολογική στάθμιση που επιβάλλει τη μη εφαρμογή του άρθρου 8 § 3 ν. 2112/1920:
η μετατροπή της σύμβασης σε αορίστου χρόνου θα επέφερε το ακριβώς αντίθετο αποτέλεσμα από αυτό που ο ενωσιακός νομοθέτης θέλει να περιορίσει. Θα λειτουργούσε ως επιβράβευση και ως κίνητρο συνέχισης "μη βέλτιστων" πρακτικών του παρελθόντος. Έτσι, αντί να προλαμβάνεται η κατάχρηση, θα ενισχυόταν και η πρακτική αποτελεσματικότητα της Οδηγίας θα αναιρείτο εκ των έσω.
Ωστόσο, εφαρμόζεται το άρθρο 8 § 3 του ν. 2112/1920 (σε συνδυασμό με τα άρθρα 281, 671 ΑΚ, 25 §§ 1 & 3 του Συντάγματος), επί διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, που καταρτίσθηκαν με το Δημόσιο κ.λπ., πριν από την έναρξη ισχύος των §§ 7 & 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, της ως άνω Οδηγίας 1999/70/ΕΚ και των άρθρων 5 και 11 του ΠΔ/τος 164/2004, διότι αυτές οι συμβάσεις εργασίας είχαν προσλάβει ήδη, κατά τον χρόνο που εκτείνεται η έννομη σχέση και το αντικείμενό της, δηλ.
και πριν την έναρξη ισχύος των ως άνω συνταγματικών και άλλων διατάξεων, τον χαρακτήρα της σύμβασης αορίστου χρόνου, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, παρά την τυχόν απαγόρευση από το νόμο της σύναψής τους ως τέτοιων (αορίστου χρόνου), τον οποίο διατηρούν και μετά ταύτα, δηλ. και μετά την έναρξη ισχύος των πιο πάνω διατάξεων, ως ενιαίες πλέον συμβάσεις αορίστου χρόνου (ΟλομΑΠ 3/2021, 7, 8/2011).
Προϋπόθεση όμως για την εφαρμογή στην περίπτωση αυτή της ως άνω διάταξης του άρθρου 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920 είναι οι διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου ή έργου που υποκρύπτουν εξαρτημένη εργασία μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζομένου και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, να διακρίνονται από συνοχή και χρονική ενότητα μεταξύ τους, δηλαδή να μη μεσολαβούν πολύμηνα συνήθως χρονικά διαστήματα μεταξύ του χρόνου λήξης της μίας και του χρόνου έναρξης της αμέσως επόμενης (ΑΠ 1269/2018, ΑΠ 788/2017, ΑΠ 244/2015).
Τοιαύτη περίπτωση συνοχής και χρονικής ενότητας δεν συντρέχει κατά το νόμο, όταν μεταξύ των εν λόγω συμβάσεων μεσολαβεί χρονικό διάστημα ενός ή δύο ετών. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων, η υπόθεση ακολούθησε την εξής δικονομική πορεία:
Οι αναιρεσείοντες μαζί με άλλους ενάγοντες άσκησαν κατά του αναιρεσιβλήτου -εναγομένου ΟΤΑ την από 16-4-2014 και με αρ. καταθ. 287/2014 αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας δικάζον κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών. Ισχυρίστηκαν ότι μεταξύ αυτών και του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου ΟΤΑ καταρτίστηκαν διαδοχικές συμβάσεις μίσθωσης έργου, δυνάμει των οποίων προσέφεραν τις υπηρεσίες τους στον αναιρεσίβλητο με διάφορες ειδικότητες, ήτοι η πρώτη αναιρεσείουσα (4η ενάγουσα - 2η εκκαλούσα) Β.
Κ. με την ειδικότητα της χειρίστριας γεωργικού ανελκυστήρα από 16-7-2002 έως 16-11-2002, από 3-3-2003 έως 3-7-2003, από 7-7-2003 έως 6-11-2003, από 1-12-2003 έως 31-5-2004, από 7-6-2004 έως 31-12-2004, από 1-2-2005 έως 30-9-2005, από 1-11-2005 έως 30-6-2006, από 1-7-2006 έως 1-12-2006, από 29-12-2006 έως 28-12-2007, από 29-12-2007 έως 9-12-2008, από 10-12-2008 έως 9-12-2009 και από 10-12-2009 έως 9-12-2010, η δεύτερη (7η ενάγουσα - 4η εκκαλούσα) Τ.
Σ. με την ειδικότητα της ΥΕ Εργάτριας Καθαριότητας από 14-1-1998 έως 19-4-1998, από 13-7-1998 έως 12-11-1998, από 12-1-1999 έως 12-5-1999, από 10-7-2000 έως 10-1-2001, από 16-7-2002 έως 16-11-2002, από 11-1-2005 έως 10-9-2005, από 11-5-2006 έως 12-5-2006, από 14-9-2006 έως 13-9-2007, από 14-9-2007 έως 13-9-2008, από 19-9-2008 έως 18-9-2009 και από 19-9-2009 έως 18-9-2010, η τρίτη (10η ενάγουσα - 6η εκκαλούσα) Κ.
Α. με την ειδικότητα της ΥΕ Εργάτριας Καθαριότητας από 13-9-2004 έως 12-5-2005, από 26-5-2005 έως 12-1-2006, από 13-1-2006 έως 12-8-2006, από 13-8-2006 έως 12-8-2007 και από 11-9-2007 έως 10-9-2008, από 19-9-2008 έως 18-9-2009 και από 19-9-2009 έως 18-9-2010, ο τέταρτος (11ος ενάγων - 7ος εκκαλών) Θ. Η. με την ειδικότητα του Οδηγού από 14-9-2006 έως 13-9-2007, από 14-9-2007 έως 13-9-2008, από 19-9-2008 έως 18-9-2009 και από 19-9-2009 έως 18-9-2010 και η πέμπτη (12η ενάγουσα - 8η εκκαλούσα) Σ.
Φ. με την ειδικότητα της οδηγού και κατόπιν της διοικητικής υπαλλήλου από 23-8-2005 έως 22-8-2006, από 23-8-2006 έως 22-8-2007, από 22-10-2007 έως 31-12-2007, από 1-1-2008 έως 31-3-2008, από 1-4-2008 έως 31-5-2008, από 1-6-2008 έως 31-7-2008, από 1-8-2008 έως 31-10-2009 και από 1-11-2009 έως 31-10-2010. Ότι οι προσφερόμενες υπηρεσίες τους ήταν μόνιμες, σταθερές και απαραίτητες για τη λειτουργία του αναιρεσίβλητου, καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες αυτού και ότι οι διαδοχικές αυτές συμβάσεις λειτουργούσαν, κατ' ουσίαν, ως σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.
Ότι το αναιρεσίβλητο σταμάτησε να αποδέχεται τις παρεχόμενες υπηρεσίες τους και επήλθε η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας τους, η οποία ωστόσο είναι άκυρη λόγω μη τήρησης των διατυπώσεων του νόμου, ήτοι ο έγγραφος τύπος και η καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης απολύσεως. Ζήτησαν δε, με την αγωγή, την απόδοση του ορθού νομικού χαρακτηρισμού των διαδοχικών συμβάσεών τους με το εναγόμενο και νυν αναιρεσίβλητο, ήτοι αυτής της ενιαίας σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, την αναγνώριση της ακυρότητας της γενομένης καταγγελίας και την υποχρέωση αποδοχής των προσφερόμενων υπηρεσιών τους.
Η αγωγή απορρίφθηκε από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, κατά μεν το αίτημα να αναγνωριστεί η ακυρότητα της καταγγελίας και να υποχρεωθεί εκ τούτου ο εναγόμενος -αναιρεσίβλητος Δήμος να αποδέχεται τις υπηρεσίες των εναγόντων -αναιρεσειόντων ως απαράδεκτη, λόγω παρέλευσης της 3μηνης ανατρεπτικής προθεσμίας του άρθρου 6 § 1 ν. 3198/1955, κατά δε το αίτημα να αναγνωριστεί ότι οι ενάγοντες απασχολούνταν με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως μη νόμιμη.
Ασκηθείσης δε κατά της απόφασης αυτής, της από 13-3-2015 (αρ. καταθ. 73/2015) εφέσεως από ορισμένους από τους ενάγοντες για λόγους που ανάγονται σε εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, για την απόρριψη της αγωγής ως μη νόμιμης, αναφορικά με την αναγνώριση της συνδέουσας τους ενάγοντες με τον εναγόμενο σχέσης ως σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, το Μονομελές Εφετείο Λάρισας με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε την έφεση κατ' ουσίαν, επικυρώνοντας ούτω την πρωτόδικη κατά το μέρος τούτο.
Ειδικότερα, το Εφετείο έκρινε, ως προς τους 3η, 4ο και 5η των αναιρεσειόντων (6η, 7ο & 8η των εκκαλούντων) ότι εφόσον οι συμβάσεις τους συνάφθηκαν το πρώτον στις 13-9-2004, 14-9-2006 και 23-8-2005 αντίστοιχα, ήτοι μετά την 18-4-2001 ημερομηνία ισχύος των §§ 7 § 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος δεν ήταν δυνατή η εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 8 § 3 του Ν. 2112/1920, έστω και αν κατά τη διάρκειά τους ήταν σε ισχύ η Οδηγία 1999/70/ΕΚ, θέμα δε εφαρμογής της μεταβατικής διάταξης του άρθρου 11 του Π.Δ/τος 164/2004 δεν τίθεται, αφού δεν είχαν ενεργή σύμβαση στις 19-7-2004.
Ως προς τη 2η αναιρεσείουσα (4η εκκαλούσα) που απασχολήθηκε αρχικά με σύμβαση από 14-1-1998 έως 19-4-1998, επίσης δεν είχε ενεργή σύμβαση στις 19-7-2004, ημερομηνία ισχύος του Π.Δ/τος 164/2004, αφού η δεύτερη σύμβαση εργασίας συνήφθη την 13-7-1998 έως την 12-11-1998, η τρίτη την 12-1-1999 έως την 12-5-1999, η τέταρτη την 10-7-2000 έως την 10-1-2001, η πέμπτη την 16-7-2002 έως την 16-11-2002 και η έκτη την 11-1-2005 έως την 10-9-2005.
Και όσον αφορά στην 1η των αναιρεσειόντων (2η των εκκαλούντων), ότι είχε μεν ενεργή σύμβαση κατά τον παραπάνω χρόνο (19-7-2004), αφού η πέμπτη σύμβαση (προηγήθηκαν τρεις τετράμηνες συμβάσεις και μια εξάμηνη) συνήφθη την 7-6-2004 έως την 31-12-2004, πλην όμως η αρχική της σύμβαση καταρτίσθηκε την 16-7-2002, δηλαδή μετά τον κρίσιμο χρόνο της 18-4-2001, και επιπρόσθετα, μέχρι τις 19-7-2004, είχε συμπληρώσει συνολικό χρόνο απασχόλησης 19 μηνών και 13 ημερών.
Ούτε άλλωστε συντρέχουν στο πρόσωπο της οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή της μεταβατικής διάταξης του άρθρου 11 του ΠΔ 164/2004, εφόσον η αρχική της σύμβαση συνάφθηκε μετά τον κρίσιμο χρόνο της συνταγματικής αναθεώρησης, μετά δηλαδή από τις 18-4-2001 και επιπρόσθετα, διότι η συνολική χρονική διάρκεια αυτών (διαδοχικών συμβάσεων) δεν είναι τουλάχιστον είκοσι τεσσάρων (24) μηνών έως την έναρξη της ισχύος του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής σύμβασης, με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης δεκαοκτώ (18) μηνών, μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα είκοσι τεσσάρων (24) μηνών από την αρχική σύμβαση.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη της παρούσας, ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 103 §§ 2, 3, 7 & 8 του Συντάγματος, 5 § 1 & 11 §§ 1 & 5 Π.Δ/τος 164/2004 και την Οδηγία 1999/70/ΕΚ, καθώς και αυτή του άρθρου 8 § 3 του ν. 2112/1920 την οποία δεν εφάρμοσε, κρίνοντας την αγωγή, έστω με εν μέρει διαφορετική αιτιολογία ως προς την 1η και 2η των αναιρεσειόντων (ΚΠολΔ 578), ως μη νόμιμη κατά το αίτημα αναγνώρισης της συνδέουσας τους αναιρεσείοντες με τον αναιρεσίβλητο σχέσης ως σύμβασης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και δεν έσφαλε, δεδομένου ότι, ως προς τους 3η, 4ο και 5η των αναιρεσειόντων, εφόσον οι συμβάσεις τους συνάφθηκαν το πρώτον στις 13-9-2004, 14-9-2006 και 23-8-2005 αντίστοιχα, ήτοι μετά την 18-4-2001 ημερομηνία ισχύος των §§ 7 § 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, δεν ήταν δυνατή η εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 8 § 3 του Ν. 2112/1920, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, θέμα δε εφαρμογής της μεταβατικής διάταξης του άρθρου 11 του Π.Δ/τος 164/2004 δεν τίθεται, αφού δεν είχαν ενεργή σύμβαση στις 19-7-2004 ημερομηνία έναρξης αυτού, ούτε να είχε λήξει κατά το χρονικό διάστημα των τελευταίων τριών μηνών πριν την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του διατάγματος αυτού.
Όσον αφορά τη 2η αναιρεσείουσα, ναι μεν απασχολήθηκε αρχικά με διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου από 14-1-1998 έως 19-4-1998 από 13-7-1998 έως 12-11-1998 και από 12-1-1999 έως 12-5-1999, ήτοι πριν την έναρξη εφαρμογής από 18-4-2001 των διατάξεων των §§ 7 & 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, όμως η διαδοχικότητα αυτή έκτοτε διακόπηκε αφού μεσολάβησε χρονική περίοδος 14 μηνών κατά την οποία η αναιρεσείουσα παρέμενε τελείως εκτός απασχόλησης.
Νέες συμβάσεις ορισμένου χρόνου συνήψε από 10-7-2000 έως 10-1-2001 και από 16-7-2002 έως 16-11-2002.
Συνεπώς, λόγω της μεσολαβούσης χρονικής περιόδου πολλών μηνών, κατά την οποία η αναιρεσείουσα παρέμενε τελείως εκτός απασχόλησης, δεν μπορούν να χαρακτηριστούν οι συμβάσεις της αυτές ως διαδοχικές και συνακόλουθα ότι εξυπηρετούσαν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αναιρεσίβλητου. Η επόμενη σύμβαση αυτής συνήφθη στις 11-1-2005 ήτοι μετά την πάροδο δύο και πλέον ετών από τη λήξη της αμέσως προηγούμενης, υπό το κράτος ισχύος των απαγορευτικών διατάξεων των άρθρων 103 §§ 7 & 8 του Συντάγματος, θέμα δε εφαρμογής της μεταβατικής διάταξης του άρθρου 11 του Π.Δ/τος 164/2004 δεν τίθεται, αφού δεν είχε ενεργή σύμβαση στις 19-7-2004 ημερομηνία ισχύος του Π.Δ.
ούτε προ 3μήνου πριν την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του διατάγματος αυτού. Τέλος, όσον αφορά στην 1η των αναιρεσειόντων, η οποία απασχολήθηκε από 16-7-2002 έως 16-11-2002, από 3-3-2003 έως 3-7-2003, από 7-7-2003 έως 6-11-2003, από 1-12-2003 έως 31-5-2004, από 7-6-2004 έως 31-12-2004, και στη συνέχεια απασχολήθηκε διαδοχικά έως 9-12-2010, είχε μεν ενεργή σύμβαση κατά την ημέρα ισχύος του ΠΔ 164/2004 (19-7-2004), όμως δεν δύναται να θεμελιώσει δικαίωμα μετατροπής των συμβάσεών της εφεξής σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, καθόσον, θεωρουμένης ως αρχικής των διαδοχικών συμβάσεων, της δεύτερης από τις αλληλοδιάδοχες συμβάσεις, κατά το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 5 § 1 και 11 §§ 1 περ.
α' του εν λόγω Π.Δ/τος [σύμφωνα με τις οποίες συνάπτονται καταχρηστικώς και χαρακτηρίζονται "διαδοχικές" μόνον οι ανανεούμενες συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, μεταξύ των οποίων μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών] και όχι της πρώτης, δεδομένου ότι μεταξύ της πρώτης και της δεύτερης μεσολαβεί χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τριών μηνών (3 μήνες και 13 ημέρες), δεν είχε συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης τουλάχιστον 24 μήνες έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος (είχε 15 μήνες και 13 ημέρες) ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής σύμβασης (δεύτερης), με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης δέκα οκτώ (18) μηνών, μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα είκοσι τεσσάρων (24) μηνών από την αρχική σύμβαση (δεύτερη), όπως ορίζουν οι §§ 1 περ.
α' και 5 του παρόντος Π.Δ/τος. Επομένως, οι περί του αντιθέτου πρώτος έως τέταρτος αλληλοκαλυπτόμενοι λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ότι δήθεν κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και μη ορθή εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 8 § 3 του ν. 2112/1920 σε συνδυασμό με τα άρθρα 281, 671 ΑΚ, 25 §§ 1 & 3 του Συντάγματος και του Ενωσιακού δικαίου (Οδηγία 1999/70/ΕΚ στην οποία προσδίδεται διαφορετική ερμηνεία) το Εφετείο απέρριψε την αγωγή, είναι αβάσιμοι.
Στην περίπτωση που η προσβαλλόμενη απόφαση έχει κύριες αιτιολογίες, οι οποίες στηρίζουν αυτοτελώς το διατακτικό της και πλεοναστικές που στηρίζουν το ίδιο διατακτικό της, εφόσον οι πρώτες αιτιολογίες από αυτές δεν πλήττονται τελεσφόρως και λυσιτελώς με ειδικό λόγο αναίρεσης, η αναίρεση θα απορριφθεί ως αλυσιτελής, κατ' άρθρα 566 § 1 και 577 § 3 του ΚΠολΔ, όσο απευθύνεται κατά των πλεοναστικών αιτιολογιών, εφόσον η μη πληττόμενη τελεσφόρως αιτιολογία στηρίζει αυτοτελώς και επαρκώς το διατακτικό της απόφασης. Πλεοναστικές είναι οι αιτιολογίες που δεν ήταν αναγκαίες για την κρίση της διαφοράς, δηλαδή αιτιολογίες που εκφέρθηκαν εκ περισσού και ως εκ τούτου στην περίπτωση αυτή δεν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο (ΚΠολΔ 578) με την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, ακόμη και ως προς τυχόν εσφαλμένη σχετική αιτιολογία της (ΟλομΑΠ 13/1995, ΟλομΑΠ 25/1994, ΑΠ 918/2019, ΑΠ 755/2018, ΑΠ 551/2017).
Εν προκειμένω, με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης εκ του αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες παραπονούνται ότι το Εφετείο μη ορθά κατά το άρθρο 6 § 1 ν. 3198/1955 απέρριψε το αγωγικό αίτημα αυτών περί αναγνωρίσεως της ακυρότητας της καταγγελίας και υποχρέωσης απασχόλησης, λόγω παρόδου της 3μηνης ανατρεπτικής προθεσμίας από τη λύση της σχέσης εργασίας τους με τον αναιρεσίβλητο. Όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση (ΚΠολΔ 561 § 2), το εν λόγω αγωγικό αίτημα απορρίφθηκε ως απαράδεκτο με την υπ' αρ. 641/2014 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας (εκκαλουμένη), λόγω παρόδου της 3μηνης ανατρεπτικής προθεσμίας του άρθρου 6 § 1 ν. 3198/1955, οι αναιρεσείοντες δε, δεν πρόσβαλαν την κρίση αυτή του πρωτόδικου Δικαστηρίου ενώπιον του Εφετείου με λόγο εφέσεως. Το Εφετείο δέχθηκε την κρίση αυτή του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ως ουσιαστικά βάσιμη, πλην όμως εξ ολοκλήρου πλεοναστικά, λόγω του απαραδέκτου του προβληθέντος ισχυρισμού, αφού όπως χαρακτηριστικά αναφέρει "... Όμως η παραδοχή αυτή του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου απαραδέκτως προσβάλλεται με λόγο που εμπεριέχεται στην κατατεθείσα ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (Εφετείου) προσθήκη -αντίκρουση των εκκαλούντων -εναγόντων και όχι στο εφετήριο".
Συνεπώς, ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής, αφού η ως άνω εφετειακή αιτιολογία ως πλεοναστική, δεν ασκεί επιρροή στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, εφόσον δεν πλήττεται με ειδικό λόγο αναίρεσης και η κύρια αιτιολογία της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης περί του απαραδέκτου της προβολής στο Εφετείο του σχετικού λόγου εφέσεως με την προσθήκη και αντίκρουση και όχι με το εφετήριο.
Κατά τη διάταξη του αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (ΟλομΑΠ 3/1997).
Ο λόγος αυτός δεν στοιχειοθετείται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλομΑΠ 25/2003). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον έκτο λόγο αναίρεσης εκ του αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες παραπονούνται ότι το Εφετείο μη ορθά δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό τους ότι με την εργασία τους στον αναιρεσίβλητο κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες αυτού.
Όπως συνάγεται από όσα προηγουμένως αναφέρθηκαν, το Εφετείο έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό αυτό των αναιρεσειόντων και τον απέρριψε για τις αιτίες που προαναφέρθηκαν. Επομένως, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 εδ. γ' του ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, συνάγεται ότι ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία, ώστε να επιβάλλεται η λήψη υπόψη των άνω αποδεικτικών μέσων, αλλά απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη ή αόριστη (ΟλομΑΠ 3/1997).
Συνεπώς, ο έβδομος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 11 εδ. γ' ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη τα προσαχθέντα ενώπιον του και επικληθέντα απ' αυτούς έγγραφα είναι απαράδεκτος, διότι το Εφετείο δεν προέβη στην κατ' ουσία έρευνα της υπόθεσης, αλλά απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη, γεγονός που αποκλείει, όπως προαναφέρθηκε, την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης.
Μετά από όλα αυτά και μη προβαλλομένου ετέρου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες λόγω της ήττας τους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου Δήμου (ΚΠολΔ 176, 183, 189 § 1, 191 § 2), μειωμένα σύμφωνα με το άρθρο 281 § 2 ν. 3463/2006, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28-8-2019 και με αριθμό καταθέσεως 42/2-9-2019 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 174/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει στο ποσό των οκτακοσίων (800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Δεκεμβρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Φεβρουαρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ