237/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπό τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάστηκαν κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθ. 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει κάποια από τις παραπάνω εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, διότι πλήττεται πλέον η ουσία της υπόθεσης, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1014/2010).
Legislator headnote
AI generated237/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αντίθετα, για την ίδρυση του παραπάνω λόγου αναίρεσης, αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του, για την απόδειξη κρίσιμων, με την προεκτεθείσα έννοια, ισχυρισμών των διαδίκων, αποδεικτικά μέσα, που αυτοί νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, είτε για άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΟλΑΠ 2/2008).
Full text
Απόφαση 237 / 2020 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 237/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Αναστασία Περιστεράκη, Λάμπρο Καρέλο-εισηγητή, Ανθή Γκάμαρη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Δεκεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα Υπουργό των Οικονομικών, τον οποίο εκπροσώπησε ο πάρεδρος του ΝΣΚ Ηλία Νίκας, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..., Ανώνυμη Ξενοδοχειακή, Τουριστική και Εμπορική Εταιρεία" και έδρα το ..., όπως νόμιμα εκπροσωπείται, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παντελή Φουρφουλάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-4-1991 αγωγή της αναιρεσίβλητης στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρεθύμνου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 259/1991 μη οριστική και 262/1992 οριστική του παραπάνω Δικαστηρίου και του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης 578/1994 μη οριστική, 321/1996 οριστική, που αναιρέθηκε με την 612/1997 απόφαση του Αρείου Πάγου, 385/1998 οριστική, που αναιρέθηκε με την 156/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου και 31/2016. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά το αναιρεσείον με την από 15-11-2018 αίτησή του. Για τη συζήτηση της αίτησης ορίστηκε δικάσιμος αυτή που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης.
Κατά την εκδίκαση της αίτησης, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως αναφέρεται παραπάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση αίτηση στρέφεται κατά της 31/2016 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης. Με την απόφαση αυτή απερρίφθη, αντιμωλία των διαδίκων, έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 262/1992 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνου, με την οποία έγινε δεκτή αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου αγωγή της αναιρεσίβλητης. Είχαν προηγηθεί οι αποφάσεις του Αρείου Πάγου: α) 612/1997, με την οποία είχε αναιρεθεί, μετά από αίτηση της ενάγουσας, η 321/1996 απόφαση του ίδιου παραπάνω Εφετείου, με την οποία είχε γίνει δεκτή έφεση του εναγομένου και, αφού εξαφανίστηκε η ανωτέρω 262/1992 απόφαση, απερρίφθη η παραπάνω αγωγή της ενάγουσας και β) 156/2009, με την οποία είχε αναιρεθεί, μετά από αίτηση του εναγομένου, η 385/1998 απόφαση του ίδιου παραπάνω Εφετείου, με την οποία είχε απορριφθεί η ανωτέρω έφεση του εναγομένου κατά της παραπάνω 262/1992 απόφασης. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
1. Από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάστηκαν κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθ. 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει κάποια από τις παραπάνω εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, διότι πλήττεται πλέον η ουσία της υπόθεσης, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1014/2010).
Εν προκειμένω, με τον πρώτο, από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης ψέγεται η προσβαλλόμενη απόφαση για το ότι "στερείται αιτιολογίας, άλλως υφίσταται ανεπαρκής αιτιολογία, καθώς δεν τεκμηριώνεται επαρκώς για ποιον λόγο αρχικά το ακίνητο (της αναιρεσίβλητης, τμήμα του οποίου αποτελεί το επίδικο) φερόταν (στους παλαιότερους τίτλους των δικαιοπαρόχων της αναιρεσίβλητης) να είναι 12 στρεμμάτων και αργότερα έγινε (στους νεώτερους τίτλους των δικαιοπαρόχων της αναιρεσίβλητης) 16,75 στρέμματα". Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι, στην πραγματικότητα, πλήττεται η, αναιρετικά ανέλεγκτη, σύμφωνα με την παραπάνω σκέψη, εκτίμηση από το Εφετείο του περιεχομένου των ανωτέρω εγγράφων.
2. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, όταν στο αιτιολογικό της, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του, για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 24/1992).
Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο αντιφατικό ή ανεπαρκή, στερεί την απόφαση από νόμιμη βάση, νοούνται οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όπως είναι και τα αναγκαία, κατά το νόμο, για τη στήριξη της αγωγής, ανταγωγής ή κάποιας νόμιμης ένστασης, περιστατικά, όχι, όμως και τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη, η αντιφατικότητα ή η ανεπάρκεια της αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΑΠ 38/2012).
Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο: α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή στερείται παντελώς αιτιολογιών, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός ή ένσταση κλπ) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο ισχυρισμό παρουσιάζεται η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον δεν είναι αυτονόητη, γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο της έλλειψης αυτής, ενώ, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποιά επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται, ώστε να είναι αυτή πλήρης ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού και αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει (ΟλΑΠ 32/1996).
Εν προκειμένω, με τον ίδιο παραπάνω λόγο αναίρεσης ψέγεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας, διότι "δεν αναφέρονται τα όρια του όλου ακινήτου (τμήμα του οποίου αποτελεί το επίδικο) σε όλα τα συμβόλαια (των δικαιοπαρόχων της αναιρεσίβλητης)". Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, πρωτίστως, διότι η επικαλούμενη ανεπάρκεια αναφέρεται, όχι στις αιτιολογίες της προβαλλόμενης απόφασης, αλλά στα συμβόλαια, με τα οποία οι δικαιοπάροχοι της αναιρεσίβλητης απέκτησαν το παραπάνω μεγαλύτερο ακίνητο.
3. Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο "αποδεικτικού", κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. του ίδιου Κώδικα, εγγράφου. Τούτο συμβαίνει, όταν, από εσφαλμένη ανάγνωση του εγγράφου ή από παράλειψη ανάγνωσης κρίσιμου μέρους του, δέχτηκε ότι περιέχει περιστατικά, με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιέχει. Αντίθετα, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας συνάγει από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ως ορθό, καθόσον πρόκειται, τότε, για παράπονο ως προς την εκτίμηση γεγονότων, που εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου. Πάντως, για να θεμελιωθεί ο παραπάνω λόγος, θα πρέπει, επιπλέον, το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμόρφωσε, όχι δε και όταν έχει συνεκτιμήσει απλώς το έγγραφο αυτό, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να το εξαίρει, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΟλΑΠ 2/2008).
Εν προκειμένω, με το δεύτερο, από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της παραμόρφωσης του περιεχομένου του .../28/94/108/21-1-1994 εγγράφου της Υδρογραφικής Υπηρεσίας του Πολεμικού Ναυτικού, που είχε προσκομίσει και επικαλεστεί το αναιρεσείον, για την απόδειξη του ισχυρισμού του ότι το επίδικο αποτελεί τμήμα του παλαιού αιγιαλού και, συνεπώς, ότι του ανήκει, καθόσον, κατά τον ερευνώμενο λόγο, αυτά που δέχτηκε το Εφετείο ως περιεχόμενο του παραπάνω εγγράφου, ήτοι ότι "δεν αποδεικνύεται (από το έγγραφο αυτό) ότι το επίδικο ήταν κάποτε αιγιαλός, αφού αναφέρεται σε αυτό, ότι, "λόγω της αμμώδους υφής του, είναι πολύ πιθανό να καλύπτεται από τις μέγιστες αναβάσεις του κυματισμού κατά το έτος 1960", περιέχονται μεν στο έγγραφο αυτό, πλην αφορούν τον αιγιαλό και όχι τον παλαιό αιγιαλό, που αποτέλεσε τη βάση του παραπάνω ισχυρισμού του αναιρεσείοντος.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφενός μεν διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, ήτοι σε παραδοχή του Εφετείου, ότι η περικοπή του παραπάνω εγγράφου που προαναφέρθηκε, αφορά τον αιγιαλό και όχι τον παλαιό αιγιαλό, την οποία, όμως, σύμφωνα και με το ανωτέρω περιεχόμενο του λόγου που ερευνάται, το Εφετείο δεν διατύπωσε, αφετέρου δε διότι, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι το Εφετείο δέχτηκε, ότι το επίδικο δεν αποτελεί τμήμα του παλαιού αιγιαλού, χωρίς να στηριχθεί αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο ανωτέρω έγγραφο, αλλά βάσει των λοιπών, κυρίως, αποδεικτικών μέσων, που μνημονεύει στην απόφασή του, μαζί με τα οποία απλώς συνεκτίμησε και το έγγραφο αυτό, ειδικότερα δε στήριξε την κρίση του αυτή στις καταθέσεις των μαρτύρων της αναιρεσίβλητης, καθώς επίσης και σε αεροφωτογραφία της περιοχής του επιδίκου του έτους 1960.
4. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338-340 και 346 του ίδιου Κώδικα προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, για να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, που αυτοί νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, χωρίς, όμως, να απαιτείται και ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός τούτων, αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασής του, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1633/2009).
Αντίθετα, για την ίδρυση του παραπάνω λόγου αναίρεσης, αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του, για την απόδειξη κρίσιμων, με την προεκτεθείσα έννοια, ισχυρισμών των διαδίκων, αποδεικτικά μέσα, που αυτοί νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, είτε για άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΟλΑΠ 2/2008).
Δεν ιδρύεται, όμως, ο παραπάνω λόγος, αν το Δικαστήριο της ουσίας έλαβε μεν υπόψη του το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, πλην δεν το υιοθέτησε, διότι έκρινε πειστικότερα άλλα, αντίθετα προς αυτό, αποδεικτικά μέσα, στα οποία στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα.
Εν προκειμένω, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, όχι από τον αριθμό 19 που αναφέρεται, αλλά, όπως εκτιμάται, από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο, κατά το σχηματισμό της κρίσης του ότι το επίδικο δεν αποτελεί τμήμα του παλαιού αιγιαλού, "δεν φαίνεται να έλαβε υπόψη του τα παρακάτω έγγραφα, που νόμιμα προσκόμισε και επικαλέστηκε το αναιρεσείον, για την απόδειξη του ισχυρισμού του για κυριότητά του στο επίδικο ως τμήματος του παλαιού αιγιαλού, ήτοι: α) την 13/1994 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ρεθύμνης και β) την 863/1994 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρεθύμνης". Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από τη ρητή διαβεβαίωση του Εφετείου στην προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι έλαβε υπόψη του και "όλα τα έγγραφα που παραδεκτά επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι", σε συνδυασμό και με το όλο περιεχόμενο της απόφασής του αυτής, καθίσταται απολύτως βέβαιο, ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στο παραπάνω αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη του και τα ανωτέρω έγγραφα, τα οποία, μάλιστα, ρητά μνημονεύει στην απόφασή του, εκθέτοντας και τους λόγους, για τους οποίους κρίνει ότι δεν αποδεικνύεται από τα έγγραφα αυτά ο ανωτέρω ισχυρισμός του αναιρεσείοντος για κυριότητά του στο επίδικο ως τμήματος του παλαιού αιγιαλού.
Μετά από αυτά, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, η αίτηση πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί το αναιρεσείον, αφού ηττάται, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, κατά παραδοχή του σχετικού νομίμου αιτήματος αυτής (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένη, όμως, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 νόμου 3693/1957 και την, κατ' εξουσιοδότησή του, 134423 Οικ/8.12.1992/20.1.1993 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, σύμφωνα με το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15-11-2018 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου, για αναίρεση της 31/2016 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης. Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, που ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 22 Ιανουαρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 27 Φεβρουαρίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ