Legislator Case Law & Legislation
237/2019 AI generated

237/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 237/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα - Εισηγητή, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Λουκά Μόρφη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

237/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με την παράγραφο 7 περ. β` δε του ιδίου άρθρου, ορίσθηκε περαιτέρω ότι το παραπάνω προσωπικό, μπορεί "μέσα σε τρία χρόνια από τη μεταφορά του στις εταιρείες της παραγράφου 1 του άρθρου 10 του ν. 2837/2000 να υποβάλει αίτηση εθελουσίας αποχώρησης από την εργασία του. Η εταιρεία υποχρεούται να απαντήσει στην αίτηση αυτή μέσα σε προθεσμία τριών μηνών από την υποβολή της, διαφορετικά η αίτηση θεωρείται ότι έγινε αποδεκτή.

Keywords

AI generated
withdrawal following settlement voluntary withdrawal waiver of wage claims abandonment of employment dismissal or termination of contract severance pay
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 237 / 2019 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 237/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα - Εισηγητή, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Λουκά Μόρφη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 23 Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Κ. Τ. του Φ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Γερογιάννη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε." όπως μετονομάστηκε με το νόμο 3270/2004 η εταιρεία "... Α.Ε." που εδρεύει στην …. και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μάριο - Ιωάννη Περλίγκα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/7/2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2675/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 7047/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15/6/2012 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πιπιλίγκας ανέγνωσε την από 20/2/2018 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 15.6.2012 και με αριθ. κατ. 1088/14.12.2012 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθ. 7047/15.12.2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία, αφού εξαφάνισε την υπ' αριθμό 2675/20.11.2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε δεχθεί στο σύνολό της ως κατ' ουσία βάσιμη την από 12.7.2005 και με αριθμό κατάθεσης ….467/3470/1.9.2005 αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος και είχε επιδικάσει σε αυτόν το χρηματικό ποσό των 30.193,42 ευρώ, νομιμοτόκως από 30.1.2004, ως συμπληρωματική αποζημίωση λόγω παράνομης παρακράτησης φόρου, κατ' εφαρμογή του άρθρου 4 παρ.7 εδ. β του Ν. 3139/2003, απέρριψε στη συνέχεια ως ουσιαστικά αβάσιμη (παθητικά ανομιμοποίητη) την αγωγή, κατά παραδοχή ως βάσιμου του παραδεκτώς ασκηθέντος με τις προτάσεις πρώτου πρόσθετου λόγου της από 6.5.2008 και με αριθ. κατάθεσης 4425/6.5.2008 έφεσης της εκκαλούσας - εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, και 566 παρ.3 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των διαλαμβανομένων σε αυτήν λόγων αναίρεσης (άρθ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Με το άρθρο 12 παρ. 1 του Ν. 2636/1998 "Σύσταση εταιρειών για την οργάνωση καλλιτεχνικών εκδηλώσεων και για τη διαχείριση της περιουσίας του Ε.Ο.Τ. κλπ" (ΦΕΚ Α 198) ιδρύθηκε η αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία, που αρχικά έλαβε την επωνυμία "Ανώνυμη Εταιρεία Αξιοποίησης Περιουσίας Ε.Ο.Τ", ακολούθως μετονομάστηκε σε "..." με το άρθρο 9 παρ. 4 του Ν. 2837/2000 "Ρύθμιση θεμάτων Ανταγωνισμού, Ρυθμιστικής Αρχής Ενέργειας, Τουρισμού και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α 178) και τέλος σε "...

ΑΕ (Ε.Τ.Α. Α.Ε.)" με το άρθρο 2 παρ. 1 στοιχ. δ του Ν. 3270/2004 "Αρμοδιότητες του Υπουργείου Τουριστικής Ανάπτυξης και θέματα τουρισμού" (ΦΕΚ Α 187). Σκοπός της εταιρείας αυτής, κατά το άρθρο 13 παρ. 1 του ιδρυτικού της Νόμου 2636/1998, ήταν η διοίκηση, διαχείριση και αξιοποίηση της περιουσίας και των επιχειρηματικών μονάδων του ΕΟΤ, στις οποίες περιλαμβανόταν και το ξενοδοχείο - καζίνο ….

Στη συνέχεια, κατ' εφαρμογή των άρθρων 13 παρ. 5 εδ. ια του Ν. 2636/1998 και 10 παρ.1 του Ν. 2837/2000, όπως το τελευταίο αντικαταστάθηκε από το άρθρο 24 παρ.2 του Ν. 2919/2001 (ΦΕΚ Α 128), ιδρύθηκε θυγατρική εταιρεία αυτής με τη μορφή ανώνυμης εταιρείας για τη λειτουργία της επιχείρησης του Ξενοδοχείου ... με την επωνυμία "...", η οποία διέπεται από τις διατάξεις του Ν. 2190/1920 περί ανωνύμων εταιρειών και της οποίας οι ανήκουσες στο σύνολό τους στην (αναιρεσίβλητη) εταιρεία με την τότε επωνυμία "..." μετοχές ήταν μεταβιβάσιμες έναντι ανταλλάγματος σε τρίτους, με απόφαση της γενικής συνέλευσης της εταιρείας "...", στο πλαίσιο της ιδιωτικοποίησης της πιο πάνω επιχείρησης.

Με το άρθρο 10 παρ. 5 του Ν. 2837/2000, από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού (δηλ. από 3-8-2000), καταργήθηκαν οι υπηρεσίες αυτεπιστασίας του ΕΟΤ, στις οποίες περιλαμβανόταν και το Καζίνο - Ξενοδοχείο και Τελεφερίκ Πάρνηθας (εδ. α), και όλο το προσωπικό που υπηρετούσε σε αυτές με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και εξυπηρετούσε τις ανάγκες των καταργουμένων υπηρεσιών μεταφέρθηκε αυτοδικαίως με την ίδια εργασιακή σχέση, κατ' εφαρμογή του άρθρου 22 παρ.1 εδ.

α του Ν. 2636/1998, στο οποίο παραπέμπει το άνω άρθρο 10 παρ.5 εδ. β του Ν. 2837/2000, στην αναιρεσίβλητη εταιρεία με την τότε επωνυμία "... ΑΕ" [ήδη "... ΑΕ"] (εδ. β). Στη συνέχεια με το άρθρο 1 του N. 3139/2003 "Ρυθμίσεις για τα Καζίνα Πάρνηθας και Κέρκυρας και άλλες διατάξεις (ΦΕΚ Α` 100/30-4-2003), η προβλεπόμενη στο εδάφιο α` της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του Ν. 2206/1994 (ΦΕΚ Α 62) άδεια λειτουργίας καζίνο στη "θέση του Μον Παρνές στην Πάρνηθα" χορηγείται αυτοδικαίως από τη δημοσίευση του νόμου αυτού στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, στην αναιρεσίβλητη εταιρεία με την τότε επωνυμία "..." και εισφέρεται, σύμφωνα με όσα ειδικότερα ορίζονται στο άρθρο 5 του νόμου αυτού, στην θυγατρική αυτής εταιρεία με την επωνυμία "...".

Με το άρθρο 4 παρ. 6 εδ. α του ιδίου νόμου (Ν. 3139/2003), αντικαταστάθηκε το ως άνω εδάφιο β` της παρ. 5 του άρθρου 10 του Ν. 2837/2000 ως εξής: "Με την ανάληψη της διοίκησης, διαχείρισης ή εκμετάλλευσης των επιχειρηματικών μονάδων της "...", Καζίνο - Ξενοδοχείο - Τελεφερίκ Πάρνηθας και Καζίνο Κέρκυρας, από τις εταιρείες της παραγράφου 1, όπως αντικαταστάθηκε από την παράγραφο 2 του άρθρου 24 του ν. 2919/2001, όλο το προσωπικό, που εργάζεται στις παραπάνω επιχειρηματικές μονάδες με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, μεταφέρεται αυτοδικαίως με την ίδια σχέση εργασίας και με πλήρη διασφάλιση των εργασιακών και ασφαλιστικών του δικαιωμάτων στις εταιρείες αυτές, εκτός από όσους εργαζόμενους δηλώσουν εγγράφως και μέσα σε αποκλειστική προθεσμία ενός (1) μηνός προς την "..." ότι επιθυμούν να παραμείνουν σε αυτήν".

Με την παράγραφο 7 περ. β` δε του ιδίου άρθρου, ορίσθηκε περαιτέρω ότι το παραπάνω προσωπικό, μπορεί "μέσα σε τρία χρόνια από τη μεταφορά του στις εταιρείες της παραγράφου 1 του άρθρου 10 του ν. 2837/2000 να υποβάλει αίτηση εθελουσίας αποχώρησης από την εργασία του. Η εταιρεία υποχρεούται να απαντήσει στην αίτηση αυτή μέσα σε προθεσμία τριών μηνών από την υποβολή της, διαφορετικά η αίτηση θεωρείται ότι έγινε αποδεκτή.

Σε περίπτωση αποδοχής της παραπάνω αίτησης ο εργαζόμενος που αποχωρεί δικαιούται αποζημίωσης, διπλάσιας από την προβλεπόμενη για την καταγγελία συμβάσεως εργασίας. Όλες οι νόμιμες επιβαρύνσεις δεν περιλαμβάνονται στο ποσό της παραπάνω αποζημίωσης και συνυπολογίζονται πέραν αυτής". Τέλος, με την παρ. 3 περ.

α του άρθρου 5 του ιδίου νόμου (3139/2003), ορίστηκε ότι "Το σύνολο του ενεργητικού και παθητικού της "...", κατά το μέρος που αποτελεί τον κλάδο "Καζίνο - Ξενοδοχείο - Τελεφερίκ Πάρνηθας", στον οποίο συμπεριλαμβάνεται ιδίως η άδεια λειτουργίας του ..., όπως αυτή χορηγείται με το νόμο αυτό, λοιπές διοικητικές άδειες, κάθε κινητός πάγιος εξοπλισμός, τα ακίνητα της παρ.2, κάθε δικαίωμα εμπράγματο ή ενοχικό, απαίτηση, υποχρέωση.....

αποσπάται από την εταιρεία και εισφέρεται αυτοδικαίως στην εταιρεία "...", η δε μεταβίβαση αυτή εξομοιώνεται με οιονεί καθολική διαδοχή". Από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι το προσωπικό που ανήκε στην αναιρεσίβλητη εταιρεία με την (τότε) επωνυμία "..." και υπηρετούσε στην επιχειρηματική μονάδα Καζίνο - Ξενοδοχείο και Τελεφερίκ Πάρνηθας, από τη δημοσίευση του Ν. 3139/2003, δηλαδή από τις 30 Απριλίου 2003, μεταφέρθηκε αυτοδικαίως στην εταιρεία με την επωνυμία "...", εκτός από τους εργαζόμενους που δήλωσαν εγγράφως μέσα σε αποκλειστική προθεσμία ενός μηνός προς την αναιρεσίβλητη εταιρεία με την τότε επωνυμία "..." ότι επιθυμούν να παραμείνουν σ` αυτήν.

Παρέπεται δε, ότι οι εργαζόμενοι που δεν υπέβαλαν εμπροθέσμως, δηλαδή μέχρι τις 31-5-2003, τη δήλωση αυτή προς την εταιρεία με την τότε επωνυμία "..." και έτσι μεταφέρθηκαν αυτοδικαίως στην εταιρεία με την επωνυμία "...", δικαιούνται την προβλεπόμενη από την παράγραφο 7 περ. β` του άρθρου 4 του Ν. 3139/2003 αποζημίωση και συνακόλουθα και τη συμπλήρωσή της, σε περίπτωση εθελουσίας εξόδου από την εργασία τους, από την τελευταία αυτή εταιρεία, δηλαδή από το νέο εργοδότη τους και όχι από την αναιρεσίβλητη, προηγούμενη εργοδότρια αυτών εταιρεία με την (τότε) επωνυμία "..." (ΑΠ 536/2008).

Το γεγονός δε ότι η αναιρεσίβλητη εταιρεία προέβη στον υπολογισμό της πιο πάνω αποζημίωσης και σε προσωπικό που δεν υπέβαλε την πιο πάνω έγγραφη δήλωση για την παραμονή του σε αυτήν εντός της πιο πάνω μηνιαίας προθεσμίας ή ότι ανήγγειλε την αποχώρησή του προς το ΙΚΑ ή τον ΟΑΕΔ ή ότι συμπεριέλαβε στο χρόνο συνολικής του υπηρεσίας στο Καζίνο Πάρνηθας και το διάστημα μετά την 31.5.2003 (χρόνο λήξης της προθεσμίας υποβολής της έγγραφης δήλωσης) μέχρι την αποχώρησή του, δεν προσδίδει στην αναιρεσίβλητη την ιδιότητα του εργοδότη και υπόχρεου προς καταβολή της πιο πάνω αποζημίωσης, καθόσον η παραμονή των εργαζομένων στο Καζίνο Πάρνηθας στην αναιρεσίβλητη εταιρεία εξαρτήθηκε, κατά ρητή νομοθετική επιταγή, μόνο από την υποβολή εκ μέρους τους μέχρι τις 31.5.2003 της προαναφερομένης δήλωσης και όχι από άλλες τυχόν ενέργειες της μέχρι τότε εργοδότριας αυτών εταιρείας (αναιρεσίβλητης), οι οποίες δεν μπορούν να επηρεάσουν την αυτοδίκαιη και εκ του νόμου μεταφορά τους στο νέο εργοδότη, ήτοι στην εταιρεία με την επωνυμία "...", στην οποία άλλωστε μεταβιβάσθηκαν εκ του νόμου (άρθ. 5 παρ.3 περ.

α του Ν. 3139/2003) όλα τα εκ των εργασιακών σχέσεων του μεταφερθέντος σε αυτήν προσωπικού δικαιώματα και υποχρεώσεις.

Κατά τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996).

Αντιθέτως δεν θεωρούνται "πράγματα" κατά την προαναφερθείσα έννοια οι αιτιολογημένες αρνήσεις των πιο πάνω ισχυρισμών, ούτε οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, αφού οι τελευταίοι δεν είναι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 8/2013, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 76/2016, ΑΠ 139/2014, 1720/2013, 232/2009).

Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απορρίπτει ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1991), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996).

Τέλος δεν αποτελούν "πράγματα" με την παραπάνω έννοια τα οριζόμενα, περιοριστικά, στο άρθρο 339 ΚΠολΔ αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων τα έγγραφα και η ομολογία, η μη λήψη υπόψη των οποίων ή του περιεχομένου αυτών δεν ιδρύει τον ερευνώμενο από τη διάταξη του αριθμό 8 εδ. β του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης (ΑΠ 261/2016, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 10/2008, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 2019/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε τα εξής: "Στις 29.1.1977 ο ενάγων [ήδη αναιρεσείων] προσλήφθηκε από τον ΕΟΤ με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως τεχνικός παιγνίων, έκτοτε δε προσέφερε τις υπηρεσίες του στην επιχειρηματική μονάδα του Ξενοδοχείου - Καζίνο - Τελεφερίκ Πάρνηθας μέχρι 7 - 9 - 2003, οπότε αποχώρησε από την εργασία του, κάνοντας χρήση του δικαιώματος εθελούσιας εξόδου που προβλέπεται από το άρθρο 4 παρ.7 περ.

β του Ν. 3139/2003. Σύμφωνα με τις προεκτεθείσες διατάξεις, με την κατάργηση των Υπηρεσιών αυτεπιστασίας του ΕΟΤ, στις οποίες περιλαμβανόταν και η πιο πάνω επιχειρηματική μονάδα, ο ενάγων (όπως και το λοιπό προσωπικό αυτής), από 3 - 8 - 2000 μεταφέρθηκε αυτοδικαίως και με την ίδια εργασιακή σχέση στην εταιρεία "...

ΑΕ" (άρθρο 10 παρ.5 Ν. 2837/2000), ήδη μετονομασθείσα σε "... ΑΕ" (εναγομένη) [ήδη αναιρεσίβλητη], θεωρούμενος από το χρόνο αυτό αυτοδικαίως αποσπασμένος στη Διεύθυνση Καζίνο του Υπουργείου Ανάπτυξης. Με τη δημοσίευση του Ν. 3139/2003 (30 - 4 - 2003) η άδεια λειτουργίας του Καζίνο Πάρνηθας χορηγήθηκε αυτοδικαίως στην εταιρεία "...

ΑΕ" (εναγομένη) και εισφέρθηκε στην εταιρεία "... ΑΕ", στην οποία μεταφέρθηκε αυτοδικαίως όλο το προσωπικό του Καζίνο, το οποίο δεν υπέβαλε αίτηση παραμονής του στην εναγομένη, μέσα σε αποκλειστική προθεσμία ενός μήνα (31 - 5 - 2003). Έτσι και ο ενάγων που δεν επικαλείται, αλλά ούτε και αποδεικνύει ότι υπέβαλε τέτοια αίτηση, μεταφέρθηκε αυτοδικαίως από 30 - 4 - 2003 στην εταιρεία "...

ΑΕ", στην οποία και μεταβιβάσθηκαν εκ του νόμου όλα τα εκ της εργασιακής του συμβάσεως δικαιώματα, μεταξύ δε αυτών και το δικαίωμά του για αποζημίωση λόγω εθελουσίας εξόδου. Το γεγονός ότι η εναγομένη του χορήγησε την από 30 - 1 - 2004 βεβαίωση αποδοχών και ανήγγειλε στο ΙΚΑ και τον ΟΑΕΔ την αποχώρησή του από την υπηρεσία κατ' άρθρο 2 παρ. 2 του Ν. 2556/1997, δεν της προσδίδει την ιδιότητα του εργοδότη, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο ενάγων, καθόσον η παραμονή στην εναγομένη των εργαζομένων στο Καζίνο Πάρνηθας, κατά νομοθετική επιταγή, εξαρτήθηκε μόνο από την υποβολή εκ μέρους τους της προαναφερομένης δήλωσης μέχρι 31 - 5 - 2003 και όχι από άλλες τυχόν ενέργειες της μέχρι τότε εργοδότριας τους, οι οποίες δεν μπορούν να επηρεάσουν την αυτοδίκαιη και εκ του νόμου μεταφορά τους στο νέο τους εργοδότη.

Με βάση τα παραπάνω η αγωγή είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη (παθητικά ανομιμοποίητη)". Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατά παραδοχή της από 6.5.2008 και με αρ. κατάθ. 4425/2008 έφεσης και του ασκηθέντος με τις κατατεθείσες προτάσεις πρώτου προσθέτου λόγου έφεσης της τότε εκκαλούσας - εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης εταιρείας, αφού εξαφάνισε την αντιθέτως αποφανθείσα υπ' αριθμό 2675/20.11.2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε δεχθεί ως κατ' ουσία βάσιμη την από 12.7.2005 και με αριθμό κατάθεσης 12…..0/1.9.2005 αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος και είχε επιδικάσει σε αυτόν το χρηματικό ποσό των 30.193,42 ευρώ, νομιμοτόκως από 30.1.2004, ως συμπληρωματική αποζημίωση λόγω παράνομης παρακράτησης φόρου, κατ' εφαρμογή του άρθρου 4 παρ.7 εδ.

β του Ν. 3139/2003, απέρριψε στη συνέχεια ως ουσιαστικά αβάσιμη (παθητικά ανομιμοποίητη) την αγωγή. Με τον πρώτο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι, αν και επικαλέσθηκε και προσκόμισε α) την από 28.3.2003 συμφωνία της αναιρεσίβλητης με την συνδικαλιστική οργάνωση με την επωνυμία "Σωματείο Εργαζομένων στο Καζίνο - Ξενοδοχείο και Τελεφερίκ Πάρνηθας", την οποία συνυπέγραψαν και συναποδέχθηκαν και το "Πανελλαδικό Σωματείο Τεχνικών Υπαλλήλων Τυχερών Παιγνίων" και η ανώνυμη εταιρεία "...

ΑΕ", β) το από 21.7.2003 πρακτικό της τακτικής Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της αναιρεσίβλητης, γ) την από 30.1.2004 βεβαίωση των αποδοχών του για το έτος 2003 από την αναιρεσίβλητη, όπου η τελευταία βεβαιώνει τον από αυτήν υπολογισμό της ως άνω αποζημίωσης σε 170.218,95 ευρώ, εκ του οποίου κατέβαλε η ίδια 140.025,53 ευρώ, παρακρατώντας ως αναλογούντα φόρο 30.193,42 ευρώ και δ) την από 8.9.2003 αναγγελία από αυτήν της οικειοθελούς αποχώρησής του από την αναιρεσίβλητη, στην οποία βεβαιωνόταν η απασχόλησή του στο Καζίνο Πάρνηθας από 29.1.1977 έως 7.9.2003, από τα οποία αποδεικνυόταν με εξώδικη ομολογία της αναιρεσίβλητης η βασιμότητα του ισχυρισμού του ότι εργοδότρια αυτού μέχρι την αποχώρησή του από την εργασία του και συνακόλουθα υπόχρεη για την καταβολή ολόκληρης της αποζημίωσης ήταν η αναιρεσίβλητη και ότι η απασχόλησή του στην εταιρεία "...

ΑΕ" έλαβε χώρα με σχέση δανεισμού, σύμφωνα και με τον όρο 3 της πιο πάνω από 28.3.2003 συμφωνίας, το δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφασή του δεν έλαβε υπόψη τους ως άνω αυτοτελείς ισχυρισμούς του. Ο λόγος αυτός, κατά το μέρος που αναφέρεται στη μη λήψη υπόψη της από τα έγγραφα αυτά συναγομένης εξώδικης ομολογίας της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης περί της ιδιότητας αυτής ως εργοδότριας του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος μέχρι την αποχώρησή αυτού από την εργασία του (7.9.2003) και συνακόλουθα υπόχρεης προς καταβολή (συμπλήρωση) της από το άρθρο 4 παρ.7 περ.

β του Ν. 3139/2003 αποζημίωσης είναι αβάσιμος, διότι η μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων δεν ιδρύει τον από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης. Κατά τα λοιπά οι ως άνω ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος δεν συνιστούν "πράγμα" κατά την έννοια του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αλλά επιχειρήματα υπέρ των απόψεών του, τα οποία αφενός μεν έλαβε υπόψη της και απέρριψε με σχετική μνεία στο σκεπτικό της η προσβαλλομένη απόφαση, αφετέρου δε δεν προσδίδουν στην εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη την ιδιότητα του εργοδότη του αναιρεσείοντος, ενόψει της πιο πάνω ρητής νομοθετικής ρύθμισης του άρθρου 4 παρ.6 του Ν. 3139/2003, με το οποίο αντικαταστάθηκε το εδάφιο β της παρ. 5 του άρθρου 10 του Ν. 2837/2000, περί αυτοδίκαιης μεταφοράς από 30.4.2003 του απασχολουμένου στις επιχειρηματικές μονάδες του Ξενοδοχείου - Καζίνο - Τελεφερίκ Πάρνηθας με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου προσωπικού στην εταιρεία με την επωνυμία "...

ΑΕ", με εξαίρεση των όσων από το προσωπικό προβούν σε έγγραφη δήλωση παραμονής στην αναιρεσίβλητη εταιρεία με την τότε επωνυμία "... ΑΕ" εντός της προβλεπομένης μηνιαίας αποκλειστικής προθεσμίας (στην οποία κατά τις αναιρετικά ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης δεν προέβη ο αναιρεσείων), και κατά συνέπεια δεν αποτελούν ισχυρισμούς ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης.

Επισημαίνεται δε ότι ενόψει της ανωτέρω ρητής νομοθετικής ρύθμισης δεν μπορεί να γίνει λόγος για σχέση δανεισμού του προσωπικού αυτού προς την εταιρεία "... ΑΕ" μετά την 30.4.2003, βάσει επικαλουμένου συμβατικού όρου προγενέστερης της ισχύος του Νόμου συμφωνίας, αφού κατά νόμο εργοδότρια αυτού κατέστη η πιο πάνω εταιρεία, παρά μόνο για το προσωπικό εκείνο που παρόλο που υπέβαλε εμπροθέσμως την πιο έγγραφη δήλωση παραμονής στην εταιρεία "...", εξακολούθησε να παρέχει για οποιοδήποτε λόγο την εργασία του στις επιχειρήσεις του Ξενοδοχείου - Καζίνο - Τελεφερίκ Πάρνηθας, περίπτωση της οποίας δεν πρόκειται.

Η ειδικότερη αιτίαση ότι η προσβαλλομένη απόφαση εσφαλμένως έκρινε ότι αυτός δεν είχε υποβάλλει αίτηση εθελούσιας εξόδου στην αναιρεσίβλητη, ενώ στην από 18.11.2003 εξοφλητική απόδειξη γίνεται μνεία της από 26.5.2003 αίτησης - δήλωσης αυτού προς την εργοδότρια εταιρεία "... ΑΕ" περί οικειοθελούς αποχώρησής του, πέραν του απαραδέκτου αυτής, διότι προτείνεται με τις κατατεθείσες στις 26.10.2018 μετά τη συζήτηση προτάσεις του αναιρεσείοντος, ερείδεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, διότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων δεν υπέβαλε αίτηση εθελούσιας αποχώρησης και καταβολής της προβλεπόμενης αποζημίωσης του άρθρου 4 παρ. 7 εδ.

β του Ν. 3139/2003 εντός της εκεί προβλεπόμενης τριετούς προθεσμίας από τη μεταφορά, αλλά δέχθηκε ότι αυτός δεν υπέβαλε έγγραφη αίτηση παραμονής στην αναιρεσίβλητη με την τότε επωνυμία "... ΑΕ" εντός μηνιαίας προθεσμίας από την ανάληψη της επιχείρησης από την εταιρεία με την επωνυμία "..." κατ' άρθρο 4 παρ. 6 του Ν. 3139/2003, με συνέπεια την αυτοδίκαιη μεταφορά του στην τελευταία.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περίπτ. γ του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Ειδικότερα από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ιδίου Κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι (ΟλΑΠ 23/2008).

Δεν επιβάλλεται όμως η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στην δικαστική απόφαση (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 42/2002). Προκειμένου όμως να ιδρυθεί ο από τον αριθμό 11 περ.γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος πρέπει το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο να αφορά ισχυρισμό που ασκούσε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και κατά συνέπεια μπορούσε να επηρεάσει αποφασιστικά το συμπέρασμα του δικανικού συλλογισμού, αφού μόνο ένα τέτοιο ουσιώδες γεγονός μπορεί, κατά την έννοια του άρθρου 335 του ΚΠολΔ, να καταστεί αντικείμενο απόδειξης (ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 1588/2011, ΑΠ 1652/2009, ΑΠ 331/2004).

Με τον δεύτερο και τελευταίο από τον αριθμό 11 περ. γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στη προσβαλλομένη απόφαση τη πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη της και δεν συνεκτίμησε την προσκομισθείσα με επίκληση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο από 8.9.2003 αναγγελία από την αναιρεσίβλητη της οικειοθελούς αποχώρησής του από αυτήν, στην οποία βεβαιωνόταν η απασχόλησή του με σχέση εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου σε αυτήν καθόλο το χρονικό διάστημα από 29.1.1977 έως 7.9.2003, από την οποία αποδεικνυόταν με εξώδικη ομολογία της αναιρεσίβλητης η βασιμότητα του προβληθέντος στις προτάσεις του ισχυρισμού του ότι εργοδότρια αυτού μέχρι την αποχώρησή του από την εργασία του και συνακόλουθα υπόχρεη για την καταβολή ολόκληρης της αποζημίωσης ήταν η αναιρεσίβλητη.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αφενός μεν διότι από την προσβαλλομένη απόφαση στην οποία αναφέρεται ότι το γεγονός της αναγγελίας της αποχώρησης του αναιρεσείοντος στο ΙΚΑ και τον ΟΑΕΔ από την αναιρεσίβλητη δεν της προσδίδει την ιδιότητα της εργοδότιδος προκύπτει εμμέσως πλην σαφώς ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του και το έγγραφο αυτό (πέραν της γενικής μνείας σε αυτήν για την από αυτήν λήψη υπόψη όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν με τις προτάσεις τους), αφετέρου δε διότι το έγγραφο αυτό, ενόψει της ήδη προαναφερθείσας νομοθετικής ρύθμισης, δεν μπορούσε να επηρεάσει αποφασιστικά το συμπέρασμα του δικανικού συλλογισμού.

Μη υπάρχοντος άλλου λόγου, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης. Τέλος πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης εταιρείας, που παρέστη χωρίς να καταθέσει προτάσεις, λόγω της ήττας του (άρθ. 176, 183 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15.6.2012 και με αριθ. κατάθ. 1088/2012 αίτηση αναίρεσης της υπ' αριθ. 7047/14.12.2009 απόφασης του (Τριμελούς) Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης εταιρείας, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατό (1100) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Φεβρουαρίου 2019.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Φεβρουαρίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ