Legislator Case Law & Legislation
237/2018 AI generated

237/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 237/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

237/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωσήφ Τσαλαγανίδης ανέγνωσε την από 2-11-2017 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πρώτος και να απορριφθεί ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως.

Keywords

AI generated
voluntary withdrawal withdrawal of debt enforcement dismissal of testamentary executor extortion of excessive official fees suspension of payments objection to debt enforcement
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 237 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 237/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αβροκόμη Θούα, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου και Γεώργιο Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Κ. Μ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Μπούρα.

Της αναιρεσίβλητης: Α. Π. του Π., συζύγου Γ. Δ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Βασιλείου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-6-2012 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7059/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 2859/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5-10-2015 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωσήφ Τσαλαγανίδης ανέγνωσε την από 2-11-2017 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πρώτος και να απορριφθεί ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ειδικότερα, το δικονομικό απαράδεκτο αποτελεί διακεκριμένη κατηγορία του ανίσχυρου των διαδικαστικών πράξεων και συνεπάγει το κατά το νόμο ανεπίτρεπτο κάποιας διαδικαστικής πράξεως, ανεξάρτητα από το κύρος, τη νομιμότητα ή τη βασιμότητα αυτής.

Αντιθέτως, η κρίση για το παραδεκτό μιας διαδικαστικής πράξεως σημαίνει ότι αυτή παράγει διαδικαστικά αποτελέσματα και είναι η προϋπόθεση για να κριθεί στη συνέχεια και ως προς τη βασιμότητά της. Εξάλλου, κατά το άρθρο 516 παρ. 2 ΚΠολΔ, έφεση δικαιούται να ασκήσει και ο διάδικος που νίκησε εφόσον έχει έννομο συμφέρον, η ύπαρξη του οποίου κρίνεται κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 68 ΚΠολΔ.

Τέτοιο έννομο συμφέρον μπορεί να υπάρξει και όταν ο διάδικος που νίκησε βλάπτεται από δυσμενείς γι’ αυτόν αιτιολογίες της εκκαλούμενης αποφάσεως, πράγμα που συμβαίνει οσάκις από αυτές δημιουργείται δυσμενές δεδικασμένο για τον εκκαλούντα (ΑΠ 1811/2013), ιδίως όταν οι αιτιολογίες αυτές έχουν συνέπειες διατακτικού, γεγονός που συμβαίνει κατά κύριο λόγο όταν η απόφαση έλυσε με παρεμπίπτουσα σκέψη κάποια προδικαστική έννομη σχέση σε βάρος του διαδίκου που νίκησε, οπότε δικαιούται αυτός να προσβάλει την απόφαση.

Κατά συνέπεια η βλάβη αποτελεί προσδιοριστικό στοιχείο του εννόμου συμφέροντος για την άσκηση ενδίκου μέσου και συναρτάται από το σύνολο των συνεπειών της προσβαλλόμενης αποφάσεως (δεδικασμένο που διαμορφώθηκε ή τείνει να διαμορφωθεί, διαπλαστική ενέργεια, εκτελεστότητα).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 423 ΑΚ, "Αν το χρέος αποτελείται από κεφάλαιο, τόκους και έξοδα, η παροχή καταλογίζεται πρώτα στα έξοδα, έπειτα στους τόκους και τελευταία στο κεφάλαιο. Ο δανειστής μπορεί να αρνηθεί την αποδοχή της παροχής, αν ο οφειλέτης όρισε αλλιώς τον καταλογισμό". Από τις διατάξεις αυτές, οι οποίες θεσπίστηκαν κατά την αντίληψη του πρακτικού βίου και των συναλλακτικών ηθών και είναι ενδοτικού δικαίου, προκύπτει ότι:

α) μπορούν οι συμβαλλόμενοι να συμφωνήσουν, έστω και σιωπηρά, διαφορετικό καταλογισμό και β) αν δεν υπάγει τέτοια σύμβαση, μόνον εάν ο οφειλέτης ορίσει άλλη σειρά διαφορετική από την οριζόμενη στην παρ. 1 του άρθρου αυτού και ο δανειστής δεν απέκρουσε, αλλά έλαβε και κράτησε την παροχή, όπως όρισε τον καταλογισμό της ο οφειλέτης, είναι υποχρεωμένος ο δανειστής να την καταλογίσει σύμφωνα με τη θέληση του οφειλέτη.

Η λύση αυτή αρμόζει, ακόμη και στην περίπτωση που ο δανειστής δήλωσε κατά την καταβολή ότι δεν συμφωνεί με τη διαφορετική από το νόμο σειρά καταλογισμού που όρισε ο οφειλέτης, οπότε η δήλωσή του αυτή δεν λαμβάνεται υπόψη και ο καταλογισμός θα γίνει με τη σειρά που όρισε ο οφειλέτης. Ωστόσο, εάν με τους κανόνες της ερμηνείας γίνει δεκτό ότι ο δανειστής παρέλαβε το καταβαλλόμενο, παρά τις αντιρρήσεις του, όχι για να χρησιμεύσει προς απόσβεση του χρέους, αλλά προς φύλαξη για λογαριασμό του οφειλέτη, ισχυρισμό που οφείλει να επικαλεσθεί και να αποδείξει ο ίδιος, τότε ο καταλογισμός της παροχής θα γίνει κατά τους ορισμούς του ως άνω άρθρου.

Κατά συνέπεια, αν δεν υπάρξει συμφωνία και ο οφειλέτης καταβάλει, χωρίς να ορίσει σειρά διαφορετική από την οριζόμενη στην παρ. 1 του άρθρου 423 ΑΚ, θα ισχύσει η τελευταία, εκτός αν ο δανειστής αποκρούσει την καταβολή. Από αυτά προκύπτει, ότι στον οφειλέτη εναπόκειται να ισχυρισθεί ότι συμφώνησε με το δανειστή ή ότι όρισε σειρά διαφορετική από την οριζόμενη στην παρ. 1, ώστε να μην ισχύσει η τελευταία.

Τέλος, κατά το άρθρο 579 παρ. 1 ΚΠολΔ, "Αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνο εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση. Κάθε απόφαση που στηρίζεται σ’ αυτήν που αναιρέθηκε αναιρείται, εφόσον οι λόγοι αναιρέσεως αναφέρονται και σ’ αυτήν".

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η έκταση της ανατροπής εξαρτάται από το αν η εξαφάνιση της αποφάσεως είναι ολική ή μερική, αν αναφέρεται δηλαδή σε όλα ή ορισμένα μόνο κεφάλαια της αποφάσεως. Ως "κεφάλαια" κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 579 ΚΠολΔ νοούνται οι διατάξεις της προσβαλλόμενης αποφάσεως που αποφαίνονται για τα αιτήματα παροχής δικαστικής προστασίας.

Αν η προσβαλλόμενη απόφαση αναιρέθηκε εν μέρει, είναι αυτονόητο ότι δεν θίγονται οι ανωτέρω συνέπειες ως προς τα προσβληθέντα και μη ανατραπέντα κεφάλαια, ενώ η μερική ανατροπή της προσβαλλομένης με την αναίρεση αποφάσεως μπορεί να έχει και υποκειμενικό χαρακτήρα, με την έννοια ότι περιορίζεται αυτή έναντι ορισμένων μόνο διαδίκων της αναιρετικής δίκης.

Ωστόσο, αν τα μη αναιρεθέντα κεφάλαια είναι συναφή με τα αναιρεθέντα, τότε πρέπει να θεωρηθεί ότι συναναιρούνται και αυτά. Έτσι λ.χ., αν αναιρεθεί η απόφαση ως προς το κεφάλαιο της σύναψης δανείου, οι συνέπειες της αναιρέσεως αυτής εκτείνονται και επί του κεφαλαίου των τόκων ή αν αναιρεθεί η απόφαση ως προς το κεφάλαιο της διεκδικήσεως ακινήτου, οι συνέπειές της εκτείνονται και στο κεφάλαιο των επιδικασθέντων καρπών.

Η έννοια των "αναγκαίως συνεχομένων κεφαλαίων", δηλαδή εκείνων που τελούν σε σχέση ουσιαστικής συνάφειας με τα προσβαλλόμενα με την αναίρεση κεφάλαια, ευρίσκει έδαφος εφαρμογής και στη διάταξη περί δικαστικών εξόδων της αποφάσεως που αναιρέθηκε είτε εν συνόλω είτε εν μέρει, εφόσον τα δικαστικά έξοδα συνιστούν αίτηση με παρακολουθηματικό χαρακτήρα ως προς το κεφάλαιο της κύριας απαιτήσεως.

Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι η αναιρεσίβλητη επέδωσε στον αναιρεσείοντα την από 14-5-2012 επιταγή προς εκτέλεση κάτω από αντίγραφο πρώτου εκτελεστού απογράφου της 5653/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, με την οποία τον επέτασσε να της καταβάλει τα ακόλουθα ποσά:

α) 113.451,05 ευρώ ως υπόλοιπο επιδικασθέντος κεφαλαίου, β) 35.671,77 ευρώ ως υπόλοιπο τόκων υπερημερίας επί του ως άνω κεφαλαίου από 15-9-1995 έως 14-5-2012, γ) 5.378,45 ευρώ για απόγραφο, τέλη απογράφου και αντίγραφο μετά πορείας δικαστικού επιμελητή, δ) 9.200 ευρώ για επιδικασθέντα δικαστικά έξοδα και ε) 800 ευρώ για σύνταξη επιταγής προς εκτέλεση, και συνολικά 164.501,27 ευρώ.

Κατά της ως άνω επιταγής ο αναιρεσείων άσκησε την από 5-6-2012 ανακοπή με την οποία ζητούσε την μερική ακύρωση αυτής για το ποσόν των 34.396,89 ευρώ, επικαλούμενος τους εξής λόγους: α) μερική εξόφληση του επιτασσομένου κεφαλαίου κατά το ποσόν των 76.180,33 ευρώ, με συνέπεια το οφειλόμενο κεφάλαιο να ανέρχεται στο ποσό των 37.270,72 ευρώ, β) μερική εξόφληση, άλλως συμψηφισμό του επιτασσομένου κονδυλίου για δικαστική δαπάνη κατά το ποσό των 9.150 ευρώ, με αποτέλεσμα το οφειλόμενο ποσό να ανέρχεται στα 50 ευρώ, γ) ακύρωση του κονδυλίου για τη σύνταξη επιταγής ως διογκωμένου και καθ’ υπέρβαση των νομίμων δικαιωμάτων της καθής, με αίτημα το σχετικό ποσό να περιορισθεί στα 20,54 ευρώ, και δ) ακύρωση του κονδυλίου για απόγραφο, τέλος απογράφου και λοιπές δαπάνες του δικαστικού επιμελητή, ως διογκωμένου και καθ’ υπέρβαση των νομίμων δικαιωμάτων της καθής, με αίτημα το σχετικό ποσό να περιορισθεί στα 4.554,05 ευρώ.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε τον πρώτο λόγο της ανακοπής, δεχόμενο ως προς τις επικαλούμενες μερικές καταβολές εκ μέρους του ανακόπτοντος (και ήδη αναιρεσείοντος) τα ακόλουθα: Η καθής η ανακοπή (και ήδη αναιρεσίβλητη) είχε ασκήσει ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 30-1-1995 αγωγή για τη συμβολή αυτής στα αποκτήματα του συζύγου της κατά τη διάρκεια της μεταξύ τους έγγαμης συμβιώσεως, η οποία του επιδόθηκε στις 14-9-1995.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε κατ’ έφεση η 1821/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία υποχρεώθηκε ο ανακόπτων να καταβάλει στην καθής το ποσό των 152.360,66 ευρώ νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση. Η απόφαση αυτή αναιρέθηκε με την 209/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου, κατ’ αποδοχή σχετικής αιτήσεως αναιρέσεως της καθής η ανακοπή, ενώ η αντίθετη αίτηση αναιρέσεως του ανακόπτοντος απορρίφθηκε, και στη συνέχεια εκδόθηκε μετ’ αναίρεση η 5653/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία υποχρεώθηκε ο ανακόπτων να καταβάλει στην καθής το ποσό των 189.631,38 ευρώ νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση.

Κατά το διάστημα που μεσολάβησε ο ανακόπτων προέβη, πλην των άλλων, και στις ακόλουθες καταβολές προς την καθής: Εις εκτέλεση της 180/2008 αποφάσεως του Αρείου Πάγου, η οποία εκδόθηκε κατόπιν αιτήσεώς του για την αναστολή εκτελέσεως της 1821/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, κατέβαλε στην καθής το ποσό των 85.330,33 ευρώ, εκ των οποίων ποσό 76.180,33 ευρώ καταλογίσθηκε στο ήμισυ του επιδικασθέντος κεφαλαίου της ως άνω αποφάσεως, το δε ποσό των 9.150 ευρώ καταλογίσθηκε στα δικαστικά έξοδα της ίδιας αποφάσεως.

Την 15-7-2009 και αφού είχαν μεσολαβήσει και άλλες καταβολές, είτε στα πλαίσια αναστολής επισπευδόμενου πλειστηριασμού σε βάρος ακινήτων του ανακόπτοντος είτε λόγω καταπτώσεως εγγυητικών επιστολών, που είχε εκδώσει ο ίδιος, κατέβαλε στην καθής το ποσόν των 157.205,03 ευρώ "για οφειλόμενο υπόλοιπο εις ολοσχερή εξόφληση πάσης απαίτησής μου εκ της υπ’ αριθμ. 1821/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών ...

το (οποίο) ... αποτελεί υπόλοιπο απαίτησης συγκεκριμένης: α) εξ επιδικασθέντος κεφαλαίου ευρώ 152.360,66 β) εξόδων και δικαιωμάτων επιταγής ευρώ 15.266,28 και γ) τόκων του κεφαλαίου τούτου και της κοινοποιηθείσης επιταγής μέχρι σήμερα ευρώ 318.273,42 ...", όπως η ίδια αναφέρει στη σχετική απόδειξη πληρωμής, επιφυλασσόμενη πάντως κάθε δικαιώματος της από την άσκηση αναιρέσεως κατά της ως άνω αποφάσεως.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε εσφαλμένα, σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, ότι η καταβολή αυτή, παρά το ρητό χαρακτηρισμό της ως ολοσχερή εξόφληση της 1821/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, πρέπει να εκτιμηθεί σε συνδυασμό με την επιφύλαξη κάθε νομίμου δικαιώματος της καθής από την άσκηση αναιρέσεως κατά της εν λόγω αποφάσεως, και για το λόγο αυτό καταλόγισε το ως άνω ποσό κατά την οριζόμενη στο άρθρο 423 παρ. 1 ΑΚ σειρά.

Στη συνέχεια το αυτό δικαστήριο παρέθεσε την εκ μέρους του ανακόπτοντος καταβολή στην καθής στις 6-6-2012, δηλαδή μετά την κατάθεση της ανακοπής και πριν τη συζήτηση αυτής, ποσού 130.104,38 ευρώ, το οποίο εισέπραξε αυτή διά του πληρεξουσίου δικηγόρου της και καταλογίστηκε από τον ανακόπτοντα ως ακολούθως: α) 37.270,72 ευρώ για κεφάλαιο, β) 88.209,07 για τόκους, γ) 4.554,05 ευρώ για τέλος απογράφου, δ) 20,54 για την επιταγή προς πληρωμή και ε) 50 ευρώ για δικαστικά έξοδα, πλην όμως η καθής δήλωσε ότι δεν αποδέχεται τον ανωτέρω καταλογισμό, επικαλούμενη την εφαρμογή του άρθρου 423 ΑΚ.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εκτίμησε την καταβολή αυτή ως ένσταση μερικής εξοφλήσεως του επιτασσόμενου ποσού, κατά συμπλήρωση του πρώτου λόγου της ανακοπής, και στη συνέχεια προέβη στον καταλογισμό του ποσού κατά την οριζόμενη στο άρθρο 423 παρ. 1 ΑΚ σειρά και μετά ταύτα ακύρωσε εν μέρει την προσβαλλόμενη επιταγή προς πληρωμή, και ειδικότερα:

α) ως προς το ποσό των 800 ευρώ για τη σύνταξη της επιταγής προς πληρωμή, β) ως προς το ποσό των 9.200 ευρώ για τη δικαστική δαπάνη, γ) ως προς το ποσό των 5.378,45 ευρώ για απόγραφο, τέλος απογράφου και οδοιπορικά του δικαστικού επιμελητή, δ) 35.671,77 ευρώ για τόκους και ε) 79.054,16 ευρώ για μέρος του οφειλόμενου κεφαλαίου, έκρινε δε ότι απέμεινε ανεξόφλητο κεφάλαιο ποσού 34.396,89 ευρώ.

Η κρίση αυτή του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου είναι εσφαλμένη, αφενός μεν γιατί ο ισχυρισμός του ανακόπτοντος, όπως εκτιμήθηκε ως ένσταση μερικής εξοφλήσεως προς συμπλήρωση του πρώτου λόγου ανακοπής, απαραδέκτως προβλήθηκε με τις προτάσεις και όχι με πρόσθετο λόγο ανακοπής, κατά παράβαση του άρθρου 585 παρ. 2 εδ.

β’ ΚΠολΔ, αφετέρου δε γιατί, σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, ακόμη και αν ο δανειστής δήλωσε κατά την καταβολή ότι δεν συμφωνεί με τη διαφορετική από το νόμο σειρά καταλογισμού που όρισε ο οφειλέτης, η δήλωσή του αυτή δεν λαμβάνεται υπόψη και ο καταλογισμός θα γίνει με τη σειρά που όρισε ο οφειλέτης, εφόσον ο δανειστής δεν απέκρουσε, αλλά έλαβε και κράτησε την παροχή, και στην προκειμένη περίπτωση δεν υπάρχει παραδοχή ότι η αναιρεσίβλητη επικαλέσθηκε, ούτε πολύ περισσότερο ότι απέδειξε ότι παρέλαβε τα χρήματα αυτά από τον αναιρεσείοντα όχι προς απόσβεση του χρέους αλλά προς φύλαξη.

Περαιτέρω, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε ως αβάσιμο το δεύτερο λόγο της ανακοπής, δεχόμενο ως προς το κονδύλιο των 9.200 ευρώ για δικαστική δαπάνη, που περιλαμβανόταν στο επιτασσόμενο ποσό των 164.501,27 ευρώ, ότι η εξόφληση την 17-7-2008 ποσού 9.150 ευρώ για δικαστικά έξοδα που καθορίστηκαν με την 1828/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών δεν συνεπάγεται από μόνη της και την εξόφληση, άλλως τον συμψηφισμό, των δικαστικών εξόδων, που ορίστηκαν με την δεύτερη κατά σειρά τελεσίδικη απόφαση (ενν. την 5653/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών), και τούτο διότι η πρώτη απόφαση εξακολουθεί να παράγει τα αποτελέσματά της ως προς τα κεφάλαια αυτής τα οποία δεν αναιρέθηκαν, και ότι κατά συνέπεια αμφότερες οι ως άνω τελεσίδικες αποφάσεις επισύρουν η καθεμία τη δική της δικαστική δαπάνη. Η κρίση αυτή του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου είναι εσφαλμένη, σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, εφόσον η αναίρεση, έστω και μερική, της 1828/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών με την 209/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου, επεκτάθηκε και στη διάταξή της περί δικαστικών εξόδων λόγω του παρακολουθηματικού χαρακτήρα της διατάξεως σε σχέση με το κεφάλαιο της κύριας απαιτήσεως.

Τέλος, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε ως αβάσιμους τους τρίτο και τέταρτο λόγους της ανακοπής. Ειδικότερα, ως προς το κονδύλιο των 800 ευρώ για σύνταξη επιταγής δέχθηκε ότι το ποσόν αυτό δικαιολογείται, επειδή η σύνταξη της εν λόγω επιταγής προς πληρωμή είχε ιδιαίτερη δυσχέρεια και απαίτησε προσπάθεια πέραν της συνήθους, προκειμένου να καταλογισθούν ορθά τα ποσά των επιμέρους καταβολών, για να υπολογισθεί το τελικώς οφειλόμενο ποσό, και ότι σε κάθε περίπτωση το ποσόν αυτό δεν κρίνεται υπερβολικό, ενόψει του αιτούμενου με την προσβαλλόμενη επιταγή ποσού των 164.501,27 ευρώ. Εξάλλου, ως προς το κονδύλιο των 5.378,45 ευρώ για απόγραφο, τέλος απογράφου και έξοδα δικαστικού επιμελητή το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι το ποσόν αυτό δικαιολογείται πλήρως από τη σχετική υπουργική απόφαση για τα έξοδα και την αμοιβή του δικαστικού επιμελητή, σε συνδυασμό με το αρχικώς και το συμπληρωματικώς καταβληθέν τέλος απογράφου ποσού 5.323,30 ευρώ.

Κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ο αναιρεσείων άσκησε την από 9-3-2014 έφεση για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, και ειδικότερα των διατάξεων των άρθρων 423 ΑΚ, 579 και 1000 ΚΠολΔ, και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, προκειμένου να εξαφανισθεί η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, να γίνει δεκτή η ανακοπή του και να ακυρωθεί η από 14-5-2012 επιταγή προς εκτέλεση.

Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ότι όλοι οι λόγοι της εφέσεως είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι. Ειδικότερα, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Ο πρώτος λόγος της έφεσης, κατά το μέρος που ο εκκαλών παραπονείται για την απόρριψη της προβληθείσας με τον πρώτο λόγο της ανακοπής ένστασης μερικής εξόφλησης του κεφαλαίου της απαίτησης κατά το ποσόν των 76.180,33 ευρώ, καθώς και ο συναφής δεύτερος λόγος της έφεσης, με τον οποίο ο εκκαλών παραπονείται για την απόρριψη της ίδιας ένστασης, επικαλούμενος εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 1000 ΚΠολΔ κατά τον καταλογισμό του καταβληθέντος την 22-5-2009 ποσού των 102.515 ευρώ αποκλειστικά στα έξοδα και τους τόκους και όχι και στο 1/4 του κεφαλαίου της απαίτησης, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι ελλείψει εννόμου συμφέροντος του εκκαλούντος (άρθρα 68, 73 ΚΠολΔ) προς εξαφάνιση της εκκαλουμένης κατά το μέρος που απέρριψε την προβληθείσα με τον πρώτο λόγο της ανακοπής ένσταση μερικής εξόφλησης, αφού με την εκκαλουμένη, έστω και για άλλο λόγο, ακυρώθηκε η επιταγή ως προς το κεφάλαιο, κατά το ποσό των 79.054,16 ευρώ, το οποίο υπερβαίνει το ποσό των 76.180,33 ευρώ, κατά το οποίο θα ακυρωνόταν η επιταγή σε περίπτωση αποδοχής της προαναφερόμενης ένστασης.

Επίσης απορριπτέοι ως απαράδεκτοι είναι και οι τρίτος και τέταρτος λόγοι της έφεσης, με τους οποίους επαναφέρονται οι απορριφθέντες πρωτοδίκως δεύτερος και τρίτος λόγοι της ανακοπής, αντιστοίχως, με τους οποίους πλήττεται η επιταγή προς πληρωμή α) ως προς το κονδύλιο της δικαστικής δαπάνης, ποσού 9.200 ευρώ και β) ως προς το κονδύλιο της αμοιβής για τη σύνταξη της επιταγής ποσού 800 ευρώ, αντιστοίχως, αφού με την εκκαλουμένη, μολονότι απορρίφθηκαν οι ως άνω λόγοι της ανακοπής, εν συνεχεία και κατά παραδοχή του ισχυρισμού του ανακόπτοντος περί καταβολής του ποσού των 130.104,38 ευρώ μετά την άσκηση της ανακοπής, ακυρώθηκε η επιταγή, τόσο κατά το ποσό των 9.200 ευρώ, που αφορά στην επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη, όσο και κατά το ποσό των 800 ευρώ, που αφορά στην αμοιβή για τη σύνταξη της επιταγής, συνεπώς ο εκκαλών στερείται εννόμου συμφέροντος προς εξαφάνιση των ως άνω διατάξεων της εκκαλουμένης".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ότι δηλαδή όλοι οι λόγοι εφέσεως είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος, παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο. Ειδικότερα, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αν και δέχθηκε εν μέρει την ανακοπή του αναιρεσείοντος για άλλο λόγο, που δεν προτάθηκε, και σε κάθε περίπτωση που προτάθηκε απαραδέκτως, ωστόσο απέρριψε ως αβάσιμους όλους τους λόγους της ανακοπής.

Όμως, το γεγονός αυτό συνεπάγεται δικονομική και ουσιαστική βλάβη για τον αναιρεσείοντα, που δικαιολογεί το έννομο συμφέρον του για την άσκηση εφέσεως, εφόσον το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι, παρά την καταβολή προς την αναιρεσίβλητη του ποσού των 130.104,38 ευρώ μετά την κατάθεση της ανακοπής, εξακολουθεί να της οφείλει αυτός το ποσό των 34.396,89 ευρώ, ενόψει του τρόπου με τον οποίο καταλόγισε το ποσόν αυτό στην οφειλή του αναιρεσείοντος, με περαιτέρω συνέπεια αυτός, έστω και αν νίκησε εν μέρει, να βλάπτεται από τις δυσμενείς γι’ αυτόν αιτιολογίες της εκκαλούμενης αποφάσεως.

Πράγματι από τις παραδοχές αυτές της εκκαλούμενης αποφάσεως τείνει να δημιουργηθεί δυσμενές δεδικασμένο για τον αναιρεσείοντα, ενόψει του ότι οι αιτιολογίες αυτές έχουν συνέπειες διατακτικού, αφού η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου δέχθηκε με παρεμπίπτουσα σκέψη ότι στο πλαίσιο εκτελέσεως της 5653/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών εξακολουθεί να οφείλει αυτός στην αναιρεσίβλητη ποσόν 34.396,89 ευρώ.

Συνακόλουθα τούτων, ο από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι βάσιμος.

Επομένως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση για νέα εκδίκαση στο δικαστήριο που την εξέδωσε, εφόσον είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), παρέλκει δε κατόπιν τούτου η έρευνα του δευτέρου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως, και να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, η επιστροφή του παραβόλου στον αναιρεσείοντα, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό. Η αναιρεσίβλητη λόγω της ήττας της πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος (άρθρο 176, 191 παρ. 2, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 2859/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την εκδίκαση της υποθέσεως στο αυτό δικαστήριο συντιθέμενο από άλλο δικαστή.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, το ποσόν των οποίων ορίζει στις δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στον αναιρεσείοντα.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιανουαρίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Ιανουαρίου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ