237/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Ιωάννη Φιοράκη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated237/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Φιοράκης, ανέγνωσε την από 13-12-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 237 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 237/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Ιωάννη Φιοράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Π. Σ. του Β., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Νικολάου Παϊπέτη.
Του αναιρεσίβλητου: Ι. Κ. του Γ., ο οποίος δεν παραστάθηκε. Στο σημείο αυτό ο πληρεξούσιος δικηγόρος Απόστολος Δράκος, δήλωσε ότι ο αναιρεσίβλητος απεβίωσε στις 26-6-2016 και συνεχίζουν την βιαίως διακοπείσα δίκη οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού, 1)Ο. Κ. του Ι., κατοίκου ..., 2)Α. Κ. του Ι., κατοίκου ..., 3)Γ. Κ. του Ι., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-3-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5109/2013 του ιδίου Δικαστηρίου, 5900/2014 του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19-3-2015 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Φιοράκης, ανέγνωσε την από 13-12-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων ζήτησε να απορριφθεί καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286 εδ. α’ , 287 παρ. 1 και 290 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η βίαιη διακοπή της δίκης, που επέρχεται από το θάνατο του διαδίκου, καθώς και η εκούσια επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του, μπορούν να γνωστοποιηθούν διαδοχικά, αυτοτελώς ή και με ενιαία δήλωση στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητάς τους ως κληρονόμων, οπότε ακολουθεί αμέσως η συζήτηση της υπόθεσης (ΟλΑΠ 22/2000, ΑΠ 493/2015). Στην προκειμένη περίπτωση, από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης προκύπτει ότι ο δικηγόρος Αθηνών Απόστολος Δράκος, ενεργών ως πληρεξούσιος των 1) Ο. Κ. του Ι., 2) Α. Κ. του Ι. και 3) Γ. Κ. του Ι., δήλωσε στο ακροατήριο ότι ο αρχικώς αναιρεσίβλητος πατέρας τούτων Ι. Κ. του Γ. απεβίωσε και ότι την συνεπεία του θανάτου αυτού διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι ανωτέρω, ως μόνοι καθολικοί διάδοχοί του, όπως τούτο προκύπτει από τα προσκομιζόμενα έγγραφα και δη από α) την με αριθ. .../2016 ληξιαρχική πράξη θανάτου της Ληξιάρχου Αθηναίων, β) το υπ’ αριθ. .../30-6-2016 πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του Δημάρχου ... και γ) τα πιστοποιητικά υπ’ αριθ. .../7-11-2016 μη δημοσίευσης διαθήκης και .../7-11-2016 μη αποποίησης κληρονομίας του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Αθηνών, χωρίς να υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητάς των ως κληρονόμων. Ως εκ τούτου η βιαίως διακοπείσα δίκη νομίμως συνεχίζεται.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 1719 αριθ. 3 ΑΚ, όπως ήδη ισχύει μετά την τροποποίησή της με τη διάταξη του άρθρου 30 του ν. 2447/1996, ανίκανοι να συντάσσουν διαθήκη είναι όσοι κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης, δεν έχουν συνείδηση των πράξεων τους ή βρίσκονται σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή, που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησης τους.
Στην αμέσως πιο πάνω διάταξη προβλέπονται δύο περιπτώσεις ανικανότητας προς σύνταξη διαθήκης, δηλαδή α) η έλλειψη συνείδησης των πράξεων, η οποία υπάρχει όταν το πρόσωπο από αίτιο νοσηρό ή μη (όπως μέθη, ύπνωση κλπ.) δεν έχει τη δύναμη να διαγνώσει την ουσία και το περιεχόμενο της διαθήκης που συντάσσει, καθώς και την ικανότητα να συλλάβει τη σημασία των επί μέρους διατάξεων της διαθήκης, χωρίς να απαιτείται γενική και πλήρης έλλειψη συνείδησης του εξωτερικού κόσμου ή πλήρης έλλειψη της λειτουργίας του νου και β) η ψυχική ή διανοητική διαταραχή, που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησης του διαθέτη.
Ως ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησης του διαθέτη, νοείται ειδικότερα κάθε διαταραχή που μειώνει σημαντικά την ικανότητα για αντικειμενικό έλεγχο της πραγματικότητας, όταν, δηλαδή εξαιτίας της διαταραχής αυτής αποκλείεται κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης, ο ελεύθερος προσδιορισμός της βούλησης του διαθέτη με λογικούς υπολογισμούς, καθόσον ο τελευταίος κυριαρχείται από παραστάσεις, αισθήματα, ορμές ή επιρροές τρίτων.
Η ανικανότητα κρίνεται κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης, ενώ η μεταγενέστερη επέλευσή της ή η ύπαρξή της σε προγενέστερο χρόνο δεν ασκεί καμία έννομη επιρροή. Στην περίπτωση ειδικά που ο διαθέτης πάσχει από ψυχική ή διανοητική διαταραχή, αν μεν πρόκειται για πάθηση περιοδικού χαρακτήρα, απαιτείται και πάλι να αποδειχθεί η ψυχική ή διανοητική διαταραχή κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης, αν όμως πρόκειται για πάθηση μη ιάσιμη ή βαριά ψυχική διαταραχή, αρκεί η απόδειξη ότι ο διαθέτης κατά την εποχή περίπου της σύνταξης της διαθήκης "όχι ακριβώς και κατά το χρόνο συντάξεώς της", έπασχε από μόνιμη πνευματική νόσο.
Κατάσταση που είναι δυνατόν στη συγκεκριμένη περίπτωση να έχει ως συνέπεια την ανικανότητα για σύνταξη διαθήκης, σύμφωνα με την πιο πάνω διάταξη είναι και η γεροντική άνοια, όταν από αυτήν προκαλείται μόνιμη διαταραχή της λειτουργίας του νου, σε βαθμό που να αποκλείει την ύπαρξη λογικής κρίσης. Η απλή νοητική μείωση, που συχνά συνοδεύει τη γήρανση είναι φαινόμενο απολύτως φυσιολογικό και η επίκληση και απόδειξή της δεν δικαιολογεί, από μόνη της, ανικανότητα προς σύνταξη διαθήκης (ΑΠ 1337/2015).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήσαν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 1/2013).
Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης δεν δημιουργείται όταν το δικαστήριο που εξέτασε την ουσία της υπόθεσης δεν εφαρμόζει κανόνα δικαίου, του οποίου, υπό τις πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής. Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (ΟλΑΠ 24/1992).
Οι παραπάνω από τις διατάξεις των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι είναι δυνατόν να φέρονται ότι πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάστηκε κανόνας δικαίου, να πλήττουν την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε οι λόγοι αναίρεσης θα απορριφθούν ως απαράδεκτοι, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ διότι πλήττουν την ανέλεγκτη, περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), μετά από συνεκτίμηση των νομίμων σ’ αυτό επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 10 Μαρτίου 2011 απεβίωσε στην Αγία Παρασκευή Αττικής, στο Κέντρο Φιλοξενίας "...", σε ηλικία 82 ετών ο Ε.
Μ. Ρ., κάτοικος όσο ζούσε ... Αττικής. Μοναδικός πλησιέστερος συγγενής του, κατά το χρόνο θανάτου του, ήταν ο ενάγων, πρώτος του εξάδελφος, καθώς ο αποβιώσας ήταν άγαμος και άτεκνος, ενώ τα αδέρφια του, επίσης άγαμα και άτεκνα, είχαν προαποβιώσει αυτού. Ο παραπάνω θανών κατέλιπε την από 15 Μαρτίου 2010 ιδιόγραφη διαθήκη, η οποία δημοσιεύθηκε νόμιμα με τα 6004/2011 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και κηρύχθηκε κυρία με την 2285/2011 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου [διαδικασία εκούσιας δικαιοδοσίας].
Το περιεχόμενο της εν λόγω διαθήκης έχει, κατά λέξη, ως εξής : ‘ Ή ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΥ. Στο ... σήμερα 15 Μαρτίου 2010 ημέρα Δεύτερα στο σπίτι μου στην οδο ... εγώ ο Β. Ρ. του Μ. γραφω με το χερι μου τη παρούσα που θελω να είναι η διαθηκη μου για μετα απο το θάνατο μου. Έχω τα λογικά μου και η ιγεία μου είνε καλή. Θελω μετα το θανατο μου ολη μου η περιουσία που θα εχω τοτε να πέραση στην Π.
Σ. τη νοικαρισα του μαγαζιου μου και ολα αυτα τα χρονια εινε κοντα σε μενα και την αδελφη μου και μας στεκετε καλίτερα και απ το να εινε η κορη μας. Αυτή εινε η τελικη μου επιθυμία και αυτή εδώ είνε η διαθηκη μου και θελω μετα τον θανατο μου ολοι να τη σεβαστούνε", ενώ στη συνέχεια ακολουθεί η υπογραφή του διαθέτη.
Έτσι, με την ως άνω διαθήκη του ο θανών εγκατέστησε την εναγομένη (αναιρεσείουσα) μοναδική κληρονόμο του σε όλη την κινητή και ακίνητη περιουσία του. Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι ο ως άνω αποβιώσας κατοικούσε στη διώροφη πατρική του οικία, στο ... Αττικής, επί της οδού ..., μαζί με την αδερφή του Β., μέχρι και το θάνατο της τελευταίας, στις 14 Σεπτεμβρίου 2010.
Τα δυο αδέλφια είχαν εκμισθώσει, από το έτος 2000, χωριστό τμήμα του ισόγειου ορόφου της κατοικίας τους στην εναγόμενη, η οποία διατηρούσε σε αυτό επιχείρηση ανθοπωλείου. Ο θανών, ο οποίος δεν εργαζόταν, ούτε είχε ιδιαίτερη κοινωνική ζωή, ήταν έντονα συνδεδεμένος συναισθηματικά με την αδελφή του και συχνά τη συνόδευε στο κατάστημα της εναγομένης, προκειμένου να "περάσει" εκεί την ώρα του, (όπως κατέθεσε ο μάρτυρας ανταπόδειξης), με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί μεταξύ τους φιλική σχέση.
Ο διαθέτης, εξάλλου, διατηρούσε πολύ καλές σχέσεις και με τον επίσης ηλικιωμένο ενάγοντα [νυν αναιρεσίβλητο], ο οποίος μαζί με τη σύζυγό του τον επισκέπτονταν, κυρίως τις Κυριακές στο σπίτι του, ορισμένες μάλιστα φορές συνοδευόμενοι και από τον γαμπρό τους Α. Γ. (μάρτυρα απόδειξης). Άλλωστε, οι ανωτέρω εκδήλωσαν έμπρακτα το ενδιαφέρον τους για τον διαθέτη, όταν η κατάσταση της υγείας του τελευταίου επιδεινώθηκε μετά το θάνατο της αδερφής του, φροντίζοντας να τον μεταφέρουν για εξετάσεις στο νοσοκομείο "ΝΜΤΣ", όπου εργάζεται ο προαναφερόμενος Α.
Γ., γιατρός καρδιολόγος. Ισχυρίζεται βέβαια η εναγομένη ότι τα εξαδέλφια του Ε. Ρ. επεδείκνυαν πλήρη αδιαφορία γι’ αυτόν και δεν διατηρούσαν καμία επικοινωνία. Ωστόσο, ο σχετικός ισχυρισμός της δεν είναι βάσιμος, δεδομένου ότι αποδεικνύεται το αντίθετο από την κατάθεση του Α. Γ., ο οποίος με σαφήνεια και πειστικότητα κατέθεσε για τις επισκέψεις του πεθερού του στην οικία των εξαδέλφων του, καθώς και ότι οι σχέσεις τους ήταν άριστες.
Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται από όσα αναφέρουν στις πιο πάνω ένορκες βεβαιώσεις η Κ. Τ. και Γ. Κ., οι οποίες, μεταξύ άλλων, αναφέρουν ότι ουδέποτε είχαν δει τον ενάγοντα στην οικία του θανόντος και ότι ο τελευταίος τους είχε εκφράσει την πικρία του και την απογοήτευσή του, καθώς όλοι οι συγγενείς επεδείκνυαν πλήρη αδιαφορία για τον ίδιο και την αδελφή του.
Τούτο διότι οι εν λόγω μάρτυρες δεν διατηρούσαν ιδιαίτερες σχέσεις με τον θανόντα και δεν αποδεικνύεται ότι αυτός τις είχε καταστήσει κοινωνούς των προσωπικών του προβλημάτων και μάλιστα ότι είχε υπεισέλθει σε λεπτομέρειες για το σύνολο των προσώπων που ανήκαν στο συγγενικό του περιβάλλον. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο θανών, στις 24.9.2010, δηλαδή λίγες ημέρες μετά από το θάνατο της αδελφής του που επισυνέβη στις 14.9.2010, διακομίστηκε από τον ενάγοντα και τον γαμπρό του, Α.
Γ., γιατρό, στο νοσοκομείο "ΝΜΤΣ", όπου ο τελευταίος εργαζόταν, προκειμένου να υποβληθεί σε ιατρικές εξετάσεις λόγω της επιδείνωσης της υγείας του. Σύμφωνα με την από 24.9.2010 (αρ. πρωτ. .../24.9.2010) ιατρική γνωμάτευση της Χ. Ζ., διευθύντριας της νευρολογικής κλινικής-ιατρείου του άνω νοσοκομείου, ο Ε. Ρ. εξετάστηκε και βρέθηκε να πάσχει "από οργανικό ψυχοσύνδρομο-άνοια" και συγκεκριμένα "έκπτωση των ανώτερων γνωστικών λειτουργιών με προοδευτική επιδείνωση από εξαμήνου, διαταραχές προσανατολισμού, συγκέντρωσης και ανάκλησης, διαταραχή στην καταγραφή και στη συμπεριφορά", ενώ του συνταγογραφήθηκε φαρμακευτική αγωγή.
Μετά την διαπίστωση της ανωτέρω παθήσεως και ενόψει της εικόνας του Ε. Ρ. που παρουσίαζε ιδιαίτερα άσχημη διανοητική και ψυχική κατάσταση, ο ενάγων, από τις 29.9.2010 κίνησε διαδικασία αυτεπάγγελτης θέσης του εξαδέλφου του σε δικαστική συμπαράσταση, μέσω του Εισαγγελέα Αθηνών και στις 22 Οκτωβρίου του ίδιου έτους εκδόθηκε προσωρινή διαταγή, δυνάμει της οποίας ορίστηκε προσωρινός δικαστικός συμπαραστάτης του, προκειμένου να προβαίνει στις απολύτως απαραίτητες ενέργειες για λογαριασμό του συμπαραστατούμενου.
Στη συνέχεια, ο τελευταίος, σε χρόνο που δεν προσδιορίστηκε επακριβώς από το αποδεικτικό υλικό, με επιμέλεια του ενάγοντος, εισήχθη σε κέντρο περίθαλψης ηλικιωμένων, όπου και απεβίωσε στις 10 Μαρτίου 2011. Από το ίδιο ως άνω αποδεικτικό υλικό και κυρίως από την προαναφερόμενη ιατρική γνωμάτευση, αποδείχθηκε ότι η πάθηση του διαθέτη [γεροντική άνοια] είχε εκδηλωθεί σε χρονικό σημείο προγενέστερο της σύνταξης της επίμαχης διαθήκης [15 Μαρτίου 2010], αφού, σύμφωνα με το περιεχόμενο της εν λόγω γνωμάτευσης, η νόσος άρχισε να επιδεινώνεται τουλάχιστον από το Μάρτιο του 2010 [έξι μήνες πριν από την εξέταση].
Τα παραπάνω επιβεβαιώνονται και από τη σαφή και πειστική στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης Α. Γ., ο οποίος με σαφήνεια κατέθεσε ότι ο θανών, τουλάχιστον από το Σεπτέμβριο του 2009, άρχισε να εμφανίζει έλλειψη λογικού ειρμού στη σκέψη και τις ενέργειές του, όπως επίσης απώλεια μνήμης και συνείδησης του χρόνου, καθώς επέμενε ότι οι, ήδη από πολλά χρόνια πριν αποβιώσαντες μητέρα και αδελφός του, ζούσαν και περίμενε να τους συναντήσει.
Από την πλευρά τους, οι μάρτυρες της εναγομένης, τόσο ενώπιον του Δικαστηρίου όσο και στις προσκομισθείσες ένορκες βεβαιώσεις, κατέθεσαν ότι ο αποβιώσας πριν από το θάνατο της αδελφής του είχε πλήρη διαύγεια πνεύματος, καθώς και ικανότητα κανονικής επικοινωνίας και συνομιλίας με τους τρίτους, ενώ, αμέσως μετά το θάνατο αυτής, εκδήλωσε έντονα συμπτώματα άνοιας, απώλεσε κάθε αίσθηση του χρόνου, περιήλθε σε πλήρη πνευματική και ψυχική κατάπτωση, κυριαρχούμενος από παραστάσεις και ορμές, σε βαθμό που αδυνατούσε να επιμεληθεί του εαυτού και των υποθέσεών του.
Ωστόσο, οι σχετικές καταθέσεις, αναφορικά με το χρόνο έναρξης της νόσου, προερχόμενες από μη ειδικούς, ελέγχονται ως προς την αξιοπιστία τους, καθόσον αφενός έρχονται σε πλήρη αντίθεση με τα διαλαμβανόμενα στην προαναφερόμενη ιατρική γνωμάτευση και αφετέρου διότι δεν είναι δυνατόν να εμφάνιζε καθόλα ομαλή ψυχοπνευματική συμπεριφορά και ξαφνικά μέσα σε λίγες ημέρες να περιήλθε σε απόλυτη έκπτωση των γνωστικών του λειτουργιών, δοθέντος ότι η γεροντική άνοια δεν συνιστά πάθηση που εκδηλώνεται αιφνιδιαστικά και απροειδοποίητα, αλλά αντίθετα παρουσιάζει συμπτώματα εξελισσόμενα προοδευτικά και βαίνοντα συνεχώς επιδεινούμενα.
Εξάλλου, η ασθένεια από την οποία προσβλήθηκε και έπασχε ο διαθέτης, από τη φύση της επηρεάζει τις διανοητικές λειτουργίες του ασθενούς, επιφέρει απώλεια της συνείδησης και οδηγεί στην άρση των πνευματικών λειτουργιών του πάσχοντος. Επομένως, υπό αυτή την εξελικτική ψυχοσωματική κατάσταση της υγείας του (που δεν συνιστά απλή νοητική μείωση λόγω γήρατος), η οποία ήταν απότοκος της γεροντικής άνοιας και διήρκεσε με βαθμιαία επιδείνωση μέχρι το χρόνο του θανάτου του, ο θανών, Ε.
Ρ., δεν ήταν ικανός με λογική σκέψη και ελεύθερο προσδιορισμό της βούλησής του να συντάξει κατά τον κρίσιμο χρόνο διαθήκη, έχοντας επίγνωση της σημασίας και του περιεχομένου των επιμέρους διατάξεών της και εύκολα μπορούσε να καθοδηγηθεί και να επηρεαστεί από τρίτους στην απόφαση για τη διάθεση της περιουσίας του.
Η διαταραχή των πνευματικών λειτουργιών του διαθέτη και η μειωμένη αντίληψη και κρίση για τις επιχειρούμενες πράξεις, στοιχεία τα οποία συνέτρεχαν κατά το χρόνο σύνταξης της επίμαχης διαθήκης, προκύπτουν τόσο από το προπαρατιθέμενο ιατρικό πιστοποιητικό όσο και από την αξιολόγηση των προαναφερόμενων μαρτυρικών καταθέσεων.
Άλλωστε, εάν ο διαθέτης είχε τη δυνατότητα της λογικής στάθμισης και ελεύθερου προσδιορισμού της βούλησής του, με τη διαθήκη του δεν θα απέκλειε πλήρως την αδελφή του που υπεραγαπούσε από το σύνολο της κληρονομιαίας περιουσίας. Τούτο διότι, όπως συνομολογείται και από την εναγομένη, κατά το χρόνο κατάρτισης της ένδικης διαθήκης, ο διαθέτης ζούσε με την αδελφή του Β.
αρμονικά και μάλιστα η τελευταία, παρά το γεγονός ότι έπασχε από τη νόσο του ΡΑRΚΙΝSΟΝ, αποτελούσε γι’ αυτόν το πιο σημαντικό στήριγμα, τον περιποιείτο και εκδήλωνε με κάθε τρόπο την αμέριστη συμπαράστασή της και αγάπη της στο πρόσωπό του. Πρέπει, ωστόσο, να σημειωθεί ότι η εναγομένη αμφισβητεί το περιεχόμενο της ιατρικής γνωμάτευσης, ισχυριζόμενη ότι αυτή έλαβε χώρα ουσιαστικά καθ’ υπόδειξη του γαμπρού του ενάγοντος, που εργάζεται ως γιατρός στο ίδιο νοσοκομείο, ο οποίος μαζί με τον πεθερό του, κατά τη λήψη του ιστορικού του Ε.
Ρ., ανέφεραν στη νευρολόγο, για προφανείς λόγους, ότι η επιδείνωση της πάθησης αυτού είχε ως εναρκτήριο σημείο το Μάρτιο του 2010, κάτι το οποίο όμως δεν προέκυπτε από καμία εξέταση. Ο ισχυρισμός αυτός κρίνεται αβάσιμος, διότι η γνωμάτευση συντάχθηκε αφού ο ασθενής εξετάστηκε από τη διευθύντρια του νευρολογικού ιατρείου, όπως αποδεικνύεται από το σαφές περιεχόμενο του σχετικού εγγράφου, όπου, κατά λέξη, αναφέρεται "...
αφού εξέτασα... βρήκα αυτόν να πάσχει από έκπτωση των νοητικών λειτουργιών με προοδευτική επιδείνωση από εξαμήνου....". Επομένως, στο εν λόγω έγγραφο δεν γίνεται μνεία για "αναφερόμενη " επιδείνωση, ένδειξη που θα υπήρχε εφόσον η ιατρός δεν μπορούσε να διαγνώσει από τα επιστημονικά ευρήματα τα συμπτώματα και την κατάσταση του ασθενούς και χρειαζόταν να καταφύγει στο ιστορικό του πάσχοντος από τους οικείους του που τον συνόδευαν κατά την εξέταση.
Πέραν τούτων, όταν έλαβε χώρα η προαναφερόμενη εξέταση, ο ενάγων δεν είχε κανένα λόγο να επιδιώξει την αναγραφή του συγκεκριμένου χρόνου έναρξης επιδείνωσης των συμπτωμάτων της γεροντικής άνοιας, αφού τότε [24.9.2010] δεν γνώριζε για την επίμαχη διαθήκη και μόνο μετά το θάνατο του εξαδέλφου του ενημερώθηκε από την εναγομένη για την ύπαρξή της, πράγμα που η τελευταία δεν αμφισβητεί.
Από την άλλη πλευρά, η εναγομένη προσκομίζει σειρά εγγράφων και συγκεκριμένα μια φορολογική δήλωση του θανόντος, καθώς και αποδείξεις είσπραξης των μισθωμάτων του καταστήματός της, τα οποία φέρουν την υπογραφή του τελευταίου και ημερομηνίες μεταγενέστερες του χρόνου σύνταξης της διαθήκης. Ωστόσο από τα έγγραφα αυτά δεν μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι ο διαθέτης είχε δικαιοπρακτική ικανότητα και ελεύθερη βούληση κατά το χρόνο σύνταξης της ένδικης διαθήκης, αφού πρόκειται για έγγραφα με προδιατυπωμένο περιεχόμενο.
Άλλωστε, η κρίση ότι ο θανών κατά τον χρόνο σύνταξης της ένδικης διαθήκης αδυνατούσε να προβαίνει σε συναλλαγές, ενισχύεται και από την κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης, ο οποίος κατέθεσε ότι ο διαθέτης δεν κυκλοφορούσε ποτέ μόνος του, αλλά πάντοτε με τη συνοδεία της αδελφής του, η οποία ουσιαστικά τον είχε υπό την επίβλεψή της.
Επίσης, η εναγομένη [νυν αναιρεσείουσα] διατείνεται ότι, εάν πράγματι ο θανών έπασχε από γεροντική άνοια σε χρόνο προγενέστερο της σύνταξης της διαθήκης, τότε ο ενάγων θα είχε μεριμνήσει, σε εκείνο το χρονικό σημείο, να θέσει αυτόν υπό καθεστώς δικαστικής συμπαράστασης και όχι, όπως έπραξε αργότερα, αμέσως μετά το θάνατο της Β.
Ρ.. Ωστόσο, ούτε ο ισχυρισμός αυτός μπορεί να οδηγήσει το Δικαστήριο σε διαφορετική κρίση, διότι μόνο η μη θέση ενός προσώπου σε δικαστική συμπαράσταση δεν αναιρεί, χωρίς άλλο, το γεγονός της ύπαρξης σε αυτό σοβαρών διανοητικών και ψυχικών διαταραχών, ενώ, εξάλλου, ο θανών, όπως προεκτέθηκε, κατά τα τελευταία χρόνια της ζωής του δεχόταν ανελλιπώς την αμέριστη συμπαράσταση, φροντίδα και περιποιήσεις της αδελφής του και μόνο μετά το θάνατό της, απέμεινε αβοήθητος, οπότε καθίστατο αναγκαία η διαχείριση των προσωπικών και περιουσιακών του υποθέσεων από τρίτο πρόσωπο.
Κατ’ ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, ο Ε. Ρ., κατά το χρόνο σύνταξης της επίμαχης διαθήκης, πάσχοντας από γεροντική άνοια, τελούσε σε ψυχική και διανοητική διαταραχή που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής του και μείωνε σημαντικά την ικανότητά του για αντικειμενικό έλεγχο της πραγματικότητας και, επομένως, η από 15 Μαρτίου 2010 ιδιόγραφη διαθήκη συντάχθηκε από πρόσωπο ανίκανο προς τούτο και, ως εκ τούτου, είναι άκυρη".
Σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη μείζονα σκέψη, με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή του αναιρεσίβλητου κατά την κυρία βάση της και αναγνωρίσθηκε η ακυρότητα της από 15-3-2010 ιδιόγραφης διαθήκης του Ε. Ρ., δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου την προαναφερθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1719 αριθ. 3 ΑΚ, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ’ αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς τα ουσιώδη ζητήματα που αφορούν την έλλειψη συνείδησης του διαθέτη και την ύπαρξη ψυχικής και διανοητικής διαταραχής, η οποία (διαταραχή) λόγω έκπτωσης των ψυχικών και νοητικών λειτουργιών του, εξ αιτίας της ασθένειας, από την οποία εκείνος έπασχε, κατά τον χρόνο σύνταξης της διαθήκης του, περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής του.
Επομένως, οι πρώτος και τρίτος λόγοι αναίρεσης από τους αριθμούς 1 (ο πρώτος) και 19 (ο πρώτος και ο τρίτος) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Περαιτέρω οι ίδιοι λόγοι, κατά το μέρος που με αυτούς η αναιρεσείουσα προβάλλει αιτιάσεις για την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, για τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων, καθώς και για την επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, είναι κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη απαράδεκτοι, διότι, υπό την επίφαση της εκ πλαγίου παραβίασης των παραπάνω διατάξεων, πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και περί την αποδοχή πραγματικών περιστατικών, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά τον νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός αναίρεσης στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς που τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε απόδειξη για τους ισχυρισμούς αυτούς ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, στην απόφασή του από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη για τη βασιμότητά τους. Ειδικότερα δεν απαιτείται να αξιολογείται στην απόφαση κάθε αποδεικτικό μέσο ειδικά και χωριστά ή να εξειδικεύονται τα έγγραφα ή να γίνεται διάκριση ποια από αυτά λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη.
Εν προκειμένω με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης προσάπτεται η από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, καθόσον το Εφετείο δέχθηκε χωρίς απόδειξη τον ισχυρισμό του αναιρεσίβλητου ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο σύνταξης της διαθήκης (15-3-2010) ο διαθέτης Ε. Ρ. ήταν ανίκανος για τη σύνταξη διαθήκης λόγω γεροντικής άνοιας που περιόριζε αποφασιστικά την ελεύθερη βούλησή του. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι αβάσιμος διότι στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρονται λεπτομερώς τα αποδεικτικά μέσα (μαρτυρικές καταθέσεις, ένορκες βεβαιώσεις, έγγραφα), από τα οποία το Δικαστήριο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, χωρίς να απαιτείται περαιτέρω αξιολόγηση εκάστου εξ αυτών ειδικά και χωριστά.
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, που ανάγεται δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου, με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Στην τελευταία αυτή περίπτωση πρόκειται για παράπονο που αναφέρεται στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Για να θεμελιωθεί πάντως ο προαναφερόμενος λόγος θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα, στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΟλΑΠ 2/2008).
Τέλος, για την έρευνα της ουσιαστικής βασιμότητας του ως άνω λόγου, απαιτείται η προσκομιδή από τον αναιρεσείοντα στον Άρειο Πάγο του εγγράφου, το οποίο, κατά τους ισχυρισμούς του, φέρεται ότι παραμορφώθηκε, προκειμένου να εκτιμηθεί, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, το περιεχόμενό του, ως προς τη διαπίστωση της βασιμότητας του σφάλματος του δικαστηρίου της ουσίας.
Διαφορετικά ο ερευνώμενος αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος ως αναπόδεικτος. Κατά την έννοια του άρθρου τούτου, ως έγγραφα, η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, νοούνται τα κατά τις διατάξεις των άρθρων 339 και 432 έως 465 ΚΠολΔ, όχι δε και εκείνα, στα οποία αποτυπώνονται άλλα αποδεικτικά μέσα, όπως είναι οι γνωμοδοτήσεις πραγματογνωμόνων, οι εισηγητικές εκθέσεις και οι εκθέσεις αυτοψίας ή τα πρακτικά και οι αποφάσεις που περιέχουν καταθέσεις μαρτύρων (ΑΠ 5/2011).
Κατ` ακολουθίαν ο τέταρτος λόγος της αναίρεσης από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., κατά το μέρος που προβάλλεται η αιτίαση της παραμόρφωσης από το Εφετείο του περιεχομένου της μαρτυρικής κατάθεσης του Α. Γ. που περιέχεται στα ταυτάριθμα με την πρωτόδικη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου είναι προεχόντως απαράδεκτος.
Ο ίδιος αναιρετικός λόγος, κατά το μέρος που προβάλλεται η αιτίαση της παραμόρφωσης από το Εφετείο του περιεχομένου της από 24-9-2010 ιατρικής γνωμάτευσης της Χ. Ζ. διότι σ’ αυτήν αναφέρεται ότι, κατά τον αναιρεσείοντα, η έκπτωση των γνωστικών λειτουργιών του διαθέτη άρχεται από εξαμήνου, ήτοι από την 24-3-2010 και όχι από την 15-3-2010, που ήταν ο κρίσιμος χρόνος σύνταξης της επίδικης διαθήκης, πέραν του ότι το Εφετείο δεν έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά στο έγγραφο αυτό, είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση του εν λόγω εγγράφου, η συντάξασα τούτο αναφέρει, όπως άλλωστε δέχεται και η προσβαλλόμενη απόφαση, ότι ο Ε.
Ρ. "εξετάστηκε και βρέθηκε να πάσχει από οργανικό σύνδρομο-άνοια και συγκεκριμένα έκπτωση των ανωτέρων γνωστικών λειτουργιών με προοδευτική επιδείνωση από εξαμήνου....", δεχόμενη έτσι την ήδη, κατά τον χρόνο σύνταξης της διαθήκης, ύπαρξη στο πρόσωπο του διαθέτη της άνοιας και δη της έκπτωσης των γνωστικών λειτουργιών του, η οποία και προοδευτικά επιδεινώνετο.
Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω πρέπει ν’ απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρου 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη των συνεχιζόντων τη δίκη καθολικών διαδόχων του αναιρεσίβλητου, κατά το νόμιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19-3-2015 αίτηση της Π. Σ. για αναίρεση της υπ’ αριθ. 5900/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των συνεχιζόντων τη δίκη καθολικών διαδόχων του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιανουαρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Φεβρουαρίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ