237/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 237 / 2016 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Legislator headnote
AI generated237/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 237 / 2016 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Full text
Απόφαση 237 / 2016 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 237/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Πέτρο Σαλίχο και Ιωάννη Φιοράκη Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Νοεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ε. χας Β. Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Βασιλική Κουλούρη, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσειουσών:1)Α. θυγ. Γ. Μ., 2) Κ. θυγ. Γ. Μ., 3) Η. θυγ. Γ. Μ. κατοίκων ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Παναγιώτη Μάζη, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-6-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ευρυτανίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 57/2007 του ίδιου Δικαστηρίου, και 103/2009 Τριμελούς Εφετείου Λαμίας. Με την υπ’ αριθμόν 508/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου αναιρέθηκε η τελευταία απόφαση και αναπέμφθηκε στο εκδόν δικαστήριο για να επανασυζητηθεί. Επί της κατ’ αναπομπή εκδικασθείσης εφέσεως, εκδόθηκε η 111/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14-10-2014 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Φιοράκης, ανέγνωσε την από 27-10-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη ή δεν διέταξε απόδειξη γι’ αυτά. Ο λόγος δηλαδή αυτός ιδρύεται, ως προς την πρώτη περίπτωση, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, ήτοι αυτοτελείς ισχυρισμούς που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι’ αυτά, χωρίς να απαιτείται η επιμέρους αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων ή η εξειδίκευση των εγγράφων, ούτε η ιδιαίτερη αναφορά των εγγράφων που λαμβάνονται υπόψη για άμεση ή έμμεση απόδειξη (ΑΠ 273/2011, 1700/2009, 259/2007). Εξάλλου, κατά τις διατάξεις της μεν παρ. 1 του άρθρου 368 ΚΠολΔ, το δικαστήριο μπορεί να διορίσει έναν ή περισσότερους πραγματογνώμονες, αν κρίνει πως πρόκειται για ζητήματα που απαιτούν για να γίνουν αντιληπτά ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, της δε παρ. 2 του ίδιου άρθρου, το δικαστήριο οφείλει να διορίσει πραγματογνώμονες, αν το ζητήσει κάποιος διάδικος και κρίνει πως χρειάζονται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η συμπλήρωση των αποδείξεων με τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης εναπόκειται στην κυριαρχική και μη ελεγχόμενη αναιρετικώς κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο εκτιμά ελευθέρως την ανάγκη της χρησιμοποιήσεως του αποδεικτικού αυτού μέσου, με εξαίρεση την περίπτωση, κατά την οποία κάποιος από τους διαδίκους ζητήσει τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης και το δικαστήριο κρίνει ότι χρειάζονται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, οπότε οφείλει να διορίσει πραγματογνώμονα ή πραγματογνώμονες.
Συνεπώς, αν δεν υπάρχει παραδοχή του δικαστηρίου ότι πρόκειται για ζητήματα που απαιτούνται για να γίνουν αντιληπτά ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, η απόρριψη, ρητώς ή σιωπηρώς, αιτήματος του διαδίκου για τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης δεν δημιουργεί λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 11189/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο κατέληξε στην κρίση του ως προς τα αποδειχθέντα γεγονότα, όπως επί λέξει αναφέρεται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, "από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως, τις υπ’ αριθ. …/30-10-2006 και …/30-10-2006 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων ενώπιον της Ειρηνοδίκη Ευρυτανίας Σπυριδούλας Τσίγκα, που επικαλείται και νόμιμα προσκομίζει η εκκαλούσα (εναγομένη) και που παραδεκτά λαμβάνονται υπόψη γιατί δόθηκαν, κατ’ άρθρο 270 παρ. 2 ΚΠολΔ, ύστερα από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση των αντιδίκων της (εφεσιβλήτων-εναγόντων) πριν από δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες.... και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν, έστω και για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (άρθρ. 529 παρ. 1α ΚΠολΔ), για να χρησιμεύσουν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρ. 524 παρ. 1, 395 ΚΠολΔ), έστω και αν δεν πληρούν όλα τους όρους του νόμου (άρθρ. 270 παρ.2 εδ. β’ ΚΠολΔ), όπως μερικά απ’ αυτά αναφέρονται παρακάτω χωρίς να παραλειφθεί κάποιο από την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς και, τέλος, από την από 15-6-2012 τεχνική έκθεση του Ν. Σ., πολιτικού μηχανικού, η οποία συντάχθηκε ύστερα από αίτηση της εκκαλούσας και εκτιμάται ελεύθερα (άρθρ. 390 ΚΠολΔ)". Από τα προεκτεθέντα προκύπτει αδιστάκτως ότι το εκδόσαν την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστήριο παραθέτει αναλυτικά και με επάρκεια στο σκεπτικό της όλα ανεξαιρέτως τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία άντλησε την απόδειξη των ουσιωδών για τη διάγνωση της ένδικης διαφοράς πραγματικών περιστατικών που αφορούν, πλην άλλων, στον προσδιορισμό του χρηματικού ύψους της οφειλόμενης από την εναγομένη-εκκαλούσα-αναιρεσείουσα προς τις ενάγουσες-αναιρεσίβλητες αποζημίωσης, με την κοστολόγηση συγκεκριμένων ποσοτήτων ύδατος, που ανήκαν κατά συγκυριότητα στις τελευταίες και τις οποίες η πρώτη (αναιρεσείουσα) χρησιμοποιούσε χωρίς δικαίωμα, κατά το λεπτομερώς εκτιθέμενο στο σκεπτικό της χρονικό διάστημα, χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά εκάστου εξ αυτών (αποδεικτικών μέσων) για κάθε φερόμενο ως αποδειχθέν πραγματικό περιστατικό, αλλά και χωρίς να απαιτείται η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, εφόσον από την προσβαλλόμενη απόφαση δεν προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι πρόκειται για ζήτημα που για να γίνει αντιληπτό απαιτούνται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης.
Συνεπώς, ο τ’ αντίθετα υποστηρίζων κατά το δεύτερο μέρος του συναφής πρώτος λόγος της αναίρεσης πρέπει ν’ απορριφθεί ως αβάσιμος. Εξάλλου, ο ίδιος λόγος, υπό την εκδοχή ότι κατά το πρώτο μέρος του, προβάλλεται η από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση ότι το Εφετείο δεν απέρριψε λόγω (ποσοτικής) αοριστίας την αγωγή των αναιρεσιβλήτων ως αόριστη, λόγω του ότι στο δικόγραφό της δεν διευκρινίζεται επαρκώς ο τρόπος υπολογισμού των προαναφερομένων και ετησίως αντλουμένων ποσοτήτων ύδατος, αυτός (λόγος), για τον οποίο δεν συντρέχει περίπτωση εξαιρέσεώς του από τον κανόνα του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι αόριστος και ως εκ τούτου απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο ότι τον περί αοριστίας ισχυρισμό της η αναιρεσείουσα-εκκαλούσα πρότεινε, κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου με τις προτάσεις της και ότι τον επανέφερε νομότυπα με την έφεσή της. Από τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324, 331 και 332 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι οι τελεσίδικες αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων αποτελούν δεδικασμένο, το οποίο, εφόσον πρόκειται για δικαίωμα, που έχει ήδη κριθεί μεταξύ των ιδίων προσώπων για το ίδιο αντικείμενο της βασιζόμενης στην ίδια νομική και ιστορική αιτία διαφοράς, δεσμεύει τόσο τους διαδίκους και τα αναφερόμενα στα άρθρα 325-329 του αυτού Κώδικα άλλα πρόσωπα, όσο και τα πολιτικά δικαστήρια, τα οποία δεν μπορούν να επανακρίνουν εκείνο που έχει ήδη κριθεί (ΑΠ 72/2015). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη, κατ’ εκτίμηση του δικογράφου της, ότι το Εφετείο, που την εξέδωσε παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 970 και 1033 επ. ΑΚ, 1 περ. γ’ και δ’ , 11 παρ. 8, 12 παρ. 1 και 2, 17 παρ. 2, 22 του π.δ. 18/21 Μαρτίου 1924, 2, 4 και 6 του ν.δ. 20/1923, 3 παρ.1 εδ. δ’ του π.δ.21/1924, 24 και 26 του ν.1381/1944, 1 παρ. 2 και 2 παρ. 1 και 2 του ν.δ. 608/1948 και 15 του ν. 3958/1959, που αφορούν στη θεμελίωση του δικαιώματος κυριότητας των αναιρεσιβλήτων, αλλά και του δικαιοπαρόχου τους, επί των υδάτων, από την εκμετάλλευση των οποίων φέρεται δημιουργηθείσα η ένδικη αξίωσή τους εις βάρος της αναιρεσείουσας. Όπως όμως δέχεται το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, από την υπ’ αριθ. 5/1994 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ευρυτανίας, η οποία κατέστη αμετάκλητη μετά την έκδοση διαδοχικά των υπ’ αριθ. 1324/1995 και 900/1997 αποφάσεων του Εφετείου Αθηνών και του Δικαστηρίου τούτου αντίστοιχα, 1965/1998 και 733/1999 αποφάσεων του Εφετείου Αθηνών και του Δικαστηρίου τούτου αντίστοιχα και 469/2000 και 431/2001 αποφάσεων του Εφετείου Αθηνών και του Δικαστηρίου τούτου αντίστοιχα, απορρέει δεδικασμένο ως προς το δικαίωμα συγκυριότητας των αναιρεσιβλήτων-εναγουσών επί της όλης ποσότητας του αντλούμενου ύδατος, από τη νομή του οποίου και η αναιρεσείουσα-εναγομένη, χωρίς να έχει δικαίωμα οιονεί νομής περιορισμένης προσωπικής δουλείας χρήσης του ύδατος, δυνάμενο ν’ αντιταχθεί κατά του δικαιώματος συγκυριότητας των αναιρεσιβλήτων-εναγουσών, παρανόμως και αυτογνωμόνως απέβαλε αυτές. Δέχεται επίσης το Εφετείο ότι το δεδικασμένο αυτό που παράγεται για την ενώπιόν του διεξαγόμενη δίκη, η οποία ως αναγκαία προϋπόθεση έχει την ύπαρξη του προαναφερόμενου δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων αφενός καλύπτει το δικαίωμα που κρίθηκε, τη νομική αιτία, δηλαδή το νομικό χαρακτηρισμό που δόθηκε από το Δικαστήριο στα πραγματικά περιστατικά και την ιστορική αιτία που αποτελείται από τα γενόμενα δεκτά από το Δικαστήριο πραγματικά περιστατικά που ήταν αναγκαία για τη διάγνωση της έννομης σχέσης και αφετέρου εμποδίζει την επανεξέταση του δικαιώματος συγκυριότητας από αυτό (Εφετείο). Λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με αιτίαση ότι το Εφετείο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε την ύπαρξη του ανωτέρω δεδικασμένου δεν προβάλλεται και συνεπώς, εφόσον το ήδη κριθέν αμετακλήτως δικαίωμα συγκυριότητας των αναιρεσιβλήτων επί των προαναφερθεισών ποσοτήτων ύδατος δεν μπορεί να κριθεί εκ νέου, ο τ’ αντίθετα υποστηρίζων δεύτερος αναιρετικός λόγος πρέπει ν’ απορριφθεί ως απαράδεκτος.
Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω πρέπει ν’ απορριφθεί η αίτηση, να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων, κατά το νόμιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14-10-2014 αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθ. 111/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 2 Μαρτίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 17 Μαρτίου 2016.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ