Legislator Case Law & Legislation
237/2015 AI generated

237/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 237/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη, Χαράλαμπο Καλαματιανό και Μαρία Χυτήρογλου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

237/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ι.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 § 2 Κ.Πολ.Δ., αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Keywords

AI generated
road infrastructure refurbishment access road trunk road bridging benefits dismissal of traffic proceedings improved country conditions
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 237 / 2015 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 237/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη, Χαράλαμπο Καλαματιανό και Μαρία Χυτήρογλου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Ιανουαρίου 2015, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, τον Υπουργό Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων (πρώην ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ.), που κατοικοεδρεύουν στην Αθήνα και το Γενικό Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης Περιφέρειας Πελοποννήσου και Ιονίων Νήσων, που κατοικοεδρεύει στην Πάτρα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Γεώργιο Καρακώστα, Πάρεδρο ΝΣΚ, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 9-1-2015 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται. Δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Π. του Ι., κατοίκου ..., (α/α κτημ. 80), 2) Α. Α. του Α., κατοίκου…, (α/α κτημ. 81 και 87), 3) Π. Α. του Α., κατοίκου ..., (α/α κτημ. 81 και 87), 4) Μ. συζ. Φ. Α., κατοίκου ..., (α/α κτημ. 82), 5) Α. χας Κ. Β., το γένος Κ. Α., κατοίκου ..., (α/α κτημ. 83), 6) Μ. χας Φ. Α., το γένος Ε. Ν., 7) Β. Α. του Φ., 8) Α. Α. του Φ., 9) α. Ε. Α. του Φ. και β. Χ.

Α. του Φ., ως κληρονόμων του αποβιώσαντος και αρχικού εικαζομένου δικαιούχου Φ. Α. του Κ., κατοίκων Παλαιομάνινας, (α/α κτημ. 85), 10) Β. χας Γ. Μ., το Ι. Π., κατοίκου ..., (α/α κτημ. 93Β), 11) Χ. Μ. του Γ., κατοίκου ..., (α/α κτημ. 93Β), 12) Μ. θυγ. Γ. Μ., κατοίκου ..., (α/α κτημ. 93Β), 13) Κ. Γ. του Π., κατοίκου ..., (α/α κτημ. 97 και 152), 14) Ν. Κ. του Ν., κατοίκου ..., (α/α κτημ. 99), 15) Ν.

Π. του Κ., (α/α κτημ. 100Α), 16) Ν. Γ. του Γ., (α/α κτημ. 112), 17) Π. χας Ι. Μ., το γένος Φ. Γ., κατοίκου ..., (α/α κτημ. 126), 18) Ε. συζ. Γ. Π., το γένος Ι. Μ., κατοίκου ..., (α/α κτημ. 126), 19) Δ. Π. του Γ., κατοίκου ..., (α/α κτημ. 126), 20) Γ. Χ. του Γ., κατοίκου ..., (α/α κτημ. 129), 21) Κ. Μ. του Π., κατοίκου ..., (α/α κτημ. 131), 22) Ι. συζ. Ι. Ν., το γένος Δ. Μ., κατοίκου ..., (α/α κτημ. 133), 23) Κ.

Α. του Θ., κατοίκου ..., (α/α κτημ. 134), 24) Γ. Γ. του Ζ., κατοίκου…, (α/α κτημ. 137), 25) Μ. χας Θ. Γ., το γένος Π. Γ., 26) Ι. Γ. του Θ., 27) Μ. χας Θ. Γ., το γένος Π. Γ., 28) Ι. Γ. του Θ., 29) Ά. Γ. του Θ., 30) Σ. Γ. του Θ., 31) Χ. Γ. του Θ., ως κληρονόμων του αποβιώσαντος αρχικού δικαιούχου Κ. Γ. του Θ., κατοίκων ..., (α/α κτημ. 138), 32) Χ. Γ. του Θ., κατοίκου ..., 33) Ά.

συζ. Θ. Γ., κατοίκου ..., 34) Σ. θυγ. Θ. Γ., κατοίκου ..., (α/α κτημ. 138), 35) Ε. χας Θ. Γ, το γένος Π. Π., κατοίκου ..., (α/α κτημ. 139), 36) Ε. Χ. του Σ., χας Χ. Γ., κατοίκου ..., 37) Ά. Γ. του Χ., κατοίκου ..., ως κληρονόμων του αποβιώσαντος και αρχικού εικαζομένου δικαιούχου Χ. Γ. του Θ., (α/α κτημ. 139), 38) Α. Γ. του Θ., κατοίκου ..., (α/α κτημ. 139), 39) Π.

Γ. του Α., 40) Ζ. Γ. του Α., 41) Μ. Γ. του Α., ως κληρονόμων του αποβιώσαντος και αρχικού εικαζομένου δικαιούχου Α. Γ. του Π., κατοίκων ..., (α/α κτημ. 145), 42) Κ. Γ. του Χ., κατοίκου ..., (α/α κτημ. 146), 43) Γ. χας Θ. Κ., θυγ. Ν. Β., 44) Θ. Κ. του Θ., 45) Α. Κ. του Θ., ως κληρονόμων του αποβιώσαντος και αρχικού εικαζομένου δικαιούχου Θ. Κ. του Π., κατοίκων ..., (α/α κτημ. 147), 46) Δημοσθένους Γραμμένου του Ιωάννη, κατοίκου ..., 47) Β.

Γ. του Ι., κατοίκου ..., 48) Κ. Γ. του Π., κατοίκου ..., 49) Δ. Γ. του Π., κατοίκου…, 50) Λ. Γ. του Π., κατοίκου …, 51) Φ. Γ. του Π., κατοίκου ..., 52) Κ. χας Π. Γ. του Θ., ως κληρονόμων του αποβιώσαντος και αρχικού εικαζομένου δικαιούχου Γ. Γ. του Δ., (α/α κτημ. 152), 53) Κ. Γ. του Π., (α/α κτημ. 152), 54) Δ. Γ. του Π., κατοίκου…, (α/α κτημ. 152) και 55) Δημοσθένους Γραμμένου του Ιωάννη, κατοίκου ..., (α/α κτημ. 152), εκ των οποίων οι 2ος και 3ος παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ν.

Γ. και οι 1ος, 4η, 5η, 6η, 7η, 8η, 9α - 9β, 10η, 11ος, 12η, 13ος, 14ος, 17η, 18η, 19ος, 20ος, 21ος, 22η, 23ος, 24ος, 25η, 26ος, 27η, 28ος, 29η, 30η, 31ος, 32ος, 33η, 34η, 35η, 36η, 37η, 38ος, 39ος, 40η, 41η, 42ος, 43η, 44η, 45η, 46ος, 48ος, 49ος, 53ος, 54ος και 55ος εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο τους, ο οποίος δήλωσε στο ακροατήριο ότι: i) ο 15ος των αναιρεσιβλήτων Ν.

Π. του Κ. απεβίωσε στις 30-6-2013 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι νόμιμοι κληρονόμοι του α. Ε. χα Ν. Π., το γένος Ι. Κ., κάτοικος ..., β. Κ. Π. του Ν., Γ. Π. του Ν. και δ. Δ. Π. του Ν., κάτοικοι ..., που εκπροσωπούνται από τον ίδιο, ii) ο 16ος των αναιρεσιβλήτων Ν. Γ. του Γ. απεβίωσε στις 21-12-2011 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζει ο νόμιμος εκ διαθήκης κληρονόμος του Ν.

Γ. του Ν., κάτοικος ..., που εκπροσωπείται από τον ίδιο και iii) η 52η των αναιρεσιβλήτων Κ. χα Π. Γ. του Θ. απεβίωσε στις 7-8-2013 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι νόμιμοι κληρονόμοι της α. Φ. Γ. του Π., κάτοικος ..., β. Δ. Γ. του Π., κάτοικος…, γ. Κ. Γ. του Π., κάτοικος ... και δ. Λ. Γ. του Π., κάτοικος ….εκ των οποίων οι (β) και (γ) εκπροσωπούνται από τον ίδιο.

Οι 47η, 50η - υπό στοιχ. δ (iii) και 51η - υπό στοιχ. α (iii) των αναιρεσιβλήτων δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-9-2002 αίτηση των ήδη αναιρεσιβλήτων και άλλων προσώπων, που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Εφετείο Πατρών και συνεκδικάστηκε με την από 4-2-2003 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος, καθώς και με αιτήσεις, ανταιτήσεις και παρεμβάσεις άλλων προσώπων που επίσης δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη.

Εκδόθηκε η 594/2003 απόφαση του Εφετείου Πατρών, κατά της οποίας ασκήθηκαν η από 3-11-2003 αίτηση αναίρεσης και οι από 12-10-2006 πρόσθετοι λόγοι αυτής και η από 3-11-2003 αίτηση αναίρεσης και οι από 17-12-2004 πρόσθετοι λόγοι αυτής. Επ' αυτών εκδόθηκαν αντίστοιχα οι 485/2011 και 508/2005 αποφάσεις του Αρείου Πάγου, με τις οποίες αναιρέθηκε εν μέρει η 594/2003 απόφαση του Εφετείου Πατρών και παραπέμφθηκε η υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Οι ήδη αναιρεσίβλητοι, όμως, μετά την έκδοση και την έναρξη ισχύος του Ν. 4022/2011, έφεραν για συζήτηση την υπόθεση, με την από 13.3.2012 κλήση τους, στο νεοϊδρυθέν Εφετείο Δυτικής Στερεάς, σύμφωνα με το άρθρο 8 § 2 του νόμου αυτού.

Εκδόθηκε η 90/2013 απόφαση του Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, όπως αυτή διορθώθηκε με την 5/2014 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 2-9-2013 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Χατζηπαναγιώτης διάβασε την από 21-8-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε α) την απόρριψη του πρώτου λόγου της αναίρεσης, β) την αποδοχή του δεύτερου λόγου καθόσον αφορά την με ΑΚΠ 100Α ιδιοκτησία και την απόρριψη αυτού καθόσον αφορά τις με ΑΚΠ 93Β, 97, 99, 137, 139 και 145 ιδιοκτησίες και γ) την αποδοχή του τρίτου λόγου καθόσον αφορά τις με ΑΚΠ 80, 112, 129, 131, 138, 146 και 147 ιδιοκτησίες και την απόρριψη αυτού καθόσον αφορά τις με ΑΚΠ 81, 82, 83, 85, 87, 93Β, 99, 126, 133, 134, 137, 139, 145 και 152 ιδιοκτησίες. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 § 2 Κ.Πολ.Δ., αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Περαιτέρω, κατά την §4 του άρθρου 22 του Ν. 2882/2001 (Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων), η οποία προστέθηκε με την §2 του άρθρου 131 του Ν. 4070/2012 και η οποία, σύμφωνα με την §10 του άρθρου 146 του ίδιου νόμου, εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς κατά την έναρξη ισχύος του αιτήσεις αναίρεσης κατά αποφάσεων που εκδόθηκαν κατά την ειδική διαδικασία των απαλλοτριώσεων, όπως είναι και η προσβαλλόμενη, η αίτηση αναίρεσης μπορεί να κοινοποιηθεί, μεταξύ άλλων, και στο δικηγόρο που εκπροσώπησε τον αναιρεσίβλητο κατά την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης στα δικαστήρια της ουσίας.- Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσκομιζόμενη από το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο υπ' αριθμ. 9516/10.5.2014 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών Ε.

Χ. Κ., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 19.9.2014, κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση της υπόθεσης με επισημείωση στο πινάκιο για την ανωτέρω στην αρχή της παρούσας αναφερόμενη, επιδόθηκε πράγματι, νομότυπα και εμπρόθεσμα, στον πράγματι παραστάντα δικηγόρο Ν.

Γ., ο οποίος εκπροσώπησε τις 47η, 50η και 51η των αναιρεσιβλήτων Β. Γ. του Ι., Λ. Γ. του Π. και Φ. Γ. του Π., αντίστοιχα, κατά την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του Εφετείου της Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 90/2013 απόφαση του προαναφερόμενου δικαστηρίου, το οποίο δίκασε κατά την ειδική διαδικασία των απαλλοτριώσεων και η οποία απόφαση διορθώθηκε με την υπ' αριθμ. 5/2014 απόφαση του εν λόγω δικαστηρίου ως προς το όνομα του κατά τα άνω πράγματι εκπροσωπήσαντος τις προαναφερόμενες αναιρεσίβλητες πληρεξουσίου δικηγόρου αυτών, εκ του εσφαλμένου Κ.

Γ. στο ορθό Ν. Γ.. Επομένως, εφόσον αυτές δεν εμφανίσθηκαν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, ούτε και κατέθεσαν δήλωση κατ' άρθρο 242 § 2 Κ.Πολ.Δ., πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 576 § 2 Κ.Πολ.Δ.-

ΙΙ.- Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 62, 313 § 1 περ. δ', 286 επ. και 573 § 1 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει, ότι, αν ο διάδικος είναι εν ζωή κατά την έναρξη της δίκης και απεβίωσε μετά την έκδοση της οριστικής απόφασης, δεν υφίσταται στάδιο εφαρμογής των διατάξεων για διακοπή και επανάληψη της δίκης και επομένως τα ασκούμενα κατά της απόφασης αυτής ένδικα μέσα, άρα και η αίτηση αναίρεσης, πρέπει να απευθύνονται, σύμφωνα με το άρθρο 558 Κ.Πολ.Δ., κατά των καθολικών διαδόχων (κληρονόμων) του αποβιώσαντος, υπό την προϋπόθεση όμως ότι ο αναιρεσείων διάδικος είχε λάβει με οποιονδήποτε τρόπο γνώση του θανάτου του αντιδίκου του, διαφορετικά η αναίρεση που απευθύνεται κατά του αποβιώσαντος, χωρίς όμως να γνωρίζει το θάνατό του ο αναιρεσείων, δεν είναι άκυρη και χωρεί νόμιμα η συζήτηση αυτής με τους κληρονόμους του αποβιώσαντος, οι οποίοι καλούνται ή εμφανίζονται με την ιδιότητα αυτή και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της υπόθεσης (ΑΠ 1282/2009, ΑΠ 913/2009, ΑΠ 1450/2008).- Στην προκειμένη περίπτωση η υπό κρίση από 2.9.2013 αίτηση αναίρεσης, η οποία, όπως προκύπτει από την επ' αυτής πράξη κατάθεσης, έχει ασκηθεί στις 3.9.2013, απευθύνεται, μεταξύ άλλων, και κατά των εκ των αναιρεσιβλήτων:

α) 15ου, Ν. Π. του Κ., β) 16ου, Ν. Γ. του Γ. και γ) 52ης, Κ. χήρας Π. Γ., του Θ. και της Αναστασίας, υπό την ιδιότητά της ως υπεισελθούσας στη δικονομική θέση του αποβιώσαντος αρχικού διαδίκου Γ. Γ. του Δ., που συμπεριλαμβάνεται μεταξύ των αιτούντων της ενδιαφέρουσας εν προκειμένω από 12.9.2002 αίτησης, επί της οποίας και εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.

Περαιτέρω, ο πρώτος των προαναφερομένων αναιρεσιβλήτων Ν. Π. του Κ. απεβίωσε στις 30.6.2013 και η τρίτη τούτων Κ. χήρα Π. Γ. απεβίωσε στις 7.8.2013, ήτοι αμφότεροι απεβίωσαν μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, η οποία έλαβε χώρα στις 28.6.2013, και πριν την κατά τα άνω άσκηση της αναίρεσης και κληρονομήθηκαν εξ αδιαθέτου ο μεν Ν.

Π. από τη σύζυγό του Ε. Π. και τα τέκνα του Γ. Π., Κ. Π. και Δ. Π. (βλ. υπ' αριθμ. πρωτ. 28704/22.4.2014 πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών Δήμου Αγρινίου και από 9.12.2014 απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου ληξιάρχου Δημοτικής Ενότητας Στράτου Δήμου Αγρινίου Νομού Αιτωλοακαρνανίας), η δε Κ. χήρα Π. Γ. από τα τέκνα της Φ.

Γ. (σύζυγο Α. Κ.), Δ. Γ., Κ. Γ. και Λ. Γ. (σύζυγο Ε. Λ.) (βλ. υπ' αριθμ. πρωτ. 1621/14.1.2015 πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών Δήμου Αγρινίου και από 14.1.2015 απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου ληξιάρχου Δημοτικής Ενότητας Στράτου Δήμου Αγρινίου Νομού Αιτωλοακαρνανίας). Εν συνεχεία, οι προαναφερόμενοι κληρονόμοι των πρώτου και τρίτης των ως άνω αποβιωσάντων αναιρεσιβλήτων και ειδικότερα του μεν Ν.

Π. άπαντες, της δε Κ. χήρας Π. Γ. οι εξ αυτών Δ. Γ. και Κ. Γ., με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου απάντων τούτων Ν. Γ., που έγινε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση και καταχωρήθηκε στα πρακτικά, γνωστοποίησαν στο αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο το γεγονός του θανάτου των εν λόγω καθολικών δικαιοπαρόχων τους.

Ενόψει των ανωτέρω και δοθέντος ότι από τους παριστάμενους αναιρεσίβλητους δεν προβάλλεται ισχυρισμός για γνωστοποίηση στο αναιρεσείον του θανάτου των προαναφερομένων δύο αναιρεσιβλήτων κατά το προ της άσκησης της αναίρεσης χρονικό διάστημα, συνάγεται απόδειξη ότι το αναιρεσείον δεν είχε λάβει γνώση με οποιονδήποτε τρόπο των εν λόγω θανάτων πριν την άσκηση της αναίρεσης.

Επομένως, είναι έγκυρη η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, μολονότι στρέφεται κατά προσώπων αποβιωσάντων και νόμιμα χωρεί η συζήτηση αυτής, με την παρουσία των νομίμων κληρονόμων των εν λόγω αποβιωσάντων, οι οποίοι κληρονόμοι, εκπροσωπούμενοι από τον κατά τα άνω πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ν. Γ. μετέχουν της παρούσας κατ' αναίρεση δίκης και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της υπόθεσης.

Εξάλλου, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι ο δεύτερος των προαναφερομένων αναιρεσιβλήτων Ν. Γ. του Γ., περιλαμβάνεται - με τον αύξοντα αριθμό 23 - μεταξύ των αιτούντων της ενδιαφέρουσας εν προκειμένω από 12.9.2002 αίτησης, στρεφομένης κατά του ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, με την οποία και με αφορμή την αναγκαστική απαλλοτρίωση των ακινήτων τους, η οποία κηρύχθηκε με την υπ' αριθμ. 1097345/9820/0010/24.11.2000 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ., ζητούσαν αυτοί τα εις την εν λόγω αίτηση ειδικότερον εκτιθέμενα.

Η αίτηση αυτή κατατέθηκε στο Εφετείο Πατρών και επ' αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 594/2003 απόφαση του εν λόγω Εφετείου. Κατά της απόφασης αυτής άσκησαν οι αιτούντες την από 3.11.2003 αίτηση αναίρεσης και τους από 12.10.2006 πρόσθετους λόγους, επί των οποίων και εκδόθηκε τελικά η υπ' αριθμ. 485/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία δημοσιεύθηκε την 1η Απριλίου 2011, με την οποία και σύμφωνα με όσα ειδικότερα εκτίθενται σ' αυτή, έγινε δεκτή η αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής και παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά το αναιρεθέν μέρος της, στο ίδιο Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.

Όμως, μετά την έκδοση και την έναρξη ισχύος του Ν. 4022/2011 (ΦΕΚ 219 τ. Α'/3.10.2011), οι αιτούντες και ήδη αναιρεσίβλητοι έφεραν για συζήτηση την υπόθεση, με την από 13.3.2012 κλήση τους, στο νεοϊδρυθέν Εφετείο Δυτικής Στερεάς, σύμφωνα με το άρθρο 8 § 2 του νόμου αυτού. Μεταξύ δε των καλούντων της κλήσης αυτής, οι οποίοι είχαν μετάσχει της κατά τα άνω αναιρετικής δίκης, περιλαμβάνεται, με τον αύξοντα αριθμό 20, και ο προαναφερόμενος Ν.

Γ. του Γ., ο οποίος δικάσθηκε κατ' αντιμωλία και κατά την ενώπιον του Εφετείου Δυτικής Στερεάς δίκη, μετά την οποία εκδόθηκε, στις 28.6.2013, η προσβαλλόμενη απόφαση, εκπροσωπηθείς από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ν. Γ. του Κ.. Όπως, όμως, προκύπτει από το υπ' αριθμ. πρωτ. 294/28.12.2011 απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου του ληξιάρχου Δημοτικής Ενότητας Στράτου Αιτωλοακαρνανίας, ο εν λόγω Ν.

Γ. του Γ. απεβίωσε στις 21.12.2011 και κληρονομήθηκε, όσον αφορά την απαλλοτριούμενη και φερόμενη ως ανήκουσα εις αυτόν με ΑΚΠ 112 ιδιοκτησία, από το εκ των τέκνων του Ν. Γ., δυνάμει της από 11.12.2010 ιδιόγραφης διαθήκης του, που δημοσιεύθηκε νόμιμα από το Μονομελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου στις 7.6.2012, την οποία κληρονομία και αποδέχθηκε νομότυπα (βλ.

υπ' αριθμ. 19736/15.2.2013 δήλωση αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Παραχελωίτιδος Ελένης Παναγιωτοπούλου - Τσιλίγκρου). Από τα προαναφερόμενα προκύπτει ότι, ο εν λόγω 16ος των ήδη αναιρεσιβλήτων Ν. Γ. του Γ. απεβίωσε μετά την έκδοση της προαναφερόμενης υπ' αριθμ. 484/ 1.4.2011 απόφασης του Αρείου Πάγου και πριν την κατά την 3η Σεπτεμβρίου 2013 άσκηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, ο δε κατά τα άνω κληρονόμος αυτού Ν.

Γ. του Ν., παριστάμενος κατά την επ' ακροατηρίου ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Ν. Γ. του Κ., γνωστοποίησε τον κατά τα άνω θάνατο του δικαιοπαρόχου του. Ενόψει των ανωτέρω και δοθέντος ότι από τον παριστάμενο αναιρεσίβλητο δεν προβάλλεται ισχυρισμός για γνωστοποίηση στο αναιρεσείον του θανάτου του προαναφερομένου θανόντος αρχικού αναιρεσιβλήτου, τόσο κατά το προ της συζήτησης και της έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης διάστημα όσο κατά το προ της άσκησης της αναίρεσης χρονικό διάστημα, συνάγεται απόδειξη ότι το αναιρεσείον δεν είχε λάβει γνώση με οποιονδήποτε τρόπο του εν λόγω θανάτου πριν την άσκηση της αναίρεσης.

Επομένως, είναι έγκυρη η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, μολονότι στρέφεται κατά προσώπου αποβιώσαντος και νόμιμα χωρεί η συζήτηση αυτής, με την παρουσία του νομίμου κληρονόμου του εν λόγω αποβιώσαντος, ο οποίος κληρονόμος, εκπροσωπούμενος από τον κατά τα άνω πληρεξούσιο δικηγόρο του μετέχει της παρούσας κατ' αναίρεση δίκης και προβάλλει υπεράσπιση επί της ουσίας της υπόθεσης.-

ΙΙΙ.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 13 § 4 του Ν. 2882/2001 (Κ.Α.Α.Α.), όπως η παρ. αυτή ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 128 § 2 του Ν. 4070/2012 (ΦΕΚ 82 τ. Α'/10.4.2012) και εφαρμόζεται, σύμφωνα με το άρθρο 146 § 9 του εν λόγω νόμου και στην προκειμένη απαλλοτρίωση, η οποία ήταν εκκρεμής κατά την έναρξη της ισχύος του, "εάν απαλλοτριωθεί τμήμα ακινήτου, με αποτέλεσμα η αξία του τμήματος που απομένει στον ιδιοκτήτη να μειωθεί σημαντικά σε σχέση με την κύρια ή αποδεδειγμένως υφιστάμενη δευτερεύουσα κατά προορισμό χρήση, μπορεί να προσδιορίζεται με την απόφαση καθορισμού της αποζημίωσης και ιδιαίτερη αποζημίωση για το τμήμα που απομένει στον ιδιοκτήτη και η οποία καταβάλλεται μαζί με την αποζημίωση για το απαλλοτριούμενο.

Για τον προσδιορισμό της ιδιαίτερης αποζημίωσης λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο, ιδίως η κατάσταση του ακινήτου πριν και μετά την απαλλοτρίωση, η σημαντική επιδείνωση των γεωμετρικών στοιχείων και της οικονομικής και εμπορικής εκμεταλλεύσεως αυτού, όπως επίσης ότι η ζημία του απομένοντος θα επέλθει μετά βεβαιότητας μετά την απότμηση του απαλλοτριουμένου τμήματος".

Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με τις διατάξεις του άρθρου 17 § 2 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., συνάγεται ότι, για να είναι πλήρης η αποζημίωση, η οποία οφείλεται ως αντάλλαγμα για τη στέρηση της ιδιοκτησίας, πρέπει να περιλαμβάνει όχι μόνο την αξία του απαλλοτριουμένου τμήματος του ακινήτου, αλλά και τη ζημία, την οποία υφίσταται ο ιδιοκτήτης, επειδή το τμήμα που του απομένει, μετά την απαλλοτρίωση, γίνεται άχρηστο ή μειώνεται σημαντικά η αξία του.

Στην περίπτωση αυτή, κατά την οποία το απομένον τμήμα υφίσταται σημαντική μείωση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο, ο ιδιοκτήτης του δικαιούται να ζητήσει τον καθορισμό και την παροχή ιδιαίτερης αποζημίωσης, είτε κατά τη δίκη του προσωρινού καθορισμού, είτε κατ' αυτήν του οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης, για το τμήμα που απαλλοτριώθηκε.

Η αιτιολογία της δικαστικής απόφασης για την επιδίκαση ιδιαίτερης αποζημίωσης θεωρείται ανεπαρκής αν: α) δεν ενέχει προσδιορισμό των εναπομεινάντων τμημάτων, ήτοι αναφορά περί του εμβαδού τους και λοιπών προσδιοριστικών στοιχείων και β) δεν αναφέρει την κατά προορισμό χρήση των απομενόντων τμημάτων και περαιτέρω την μετά την αναγκαστική απαλλοτρίωση δυνατότητα ή μη της πραγματοποίησης της χρήσης αυτής και με ποιες προϋποθέσεις (ΑΠ 1004/2012, ΑΠ 1619/2010, ΑΠ 1290/2009).

Ακόμη, για τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης, κατά την ανωτέρω διάταξη, αν το ακίνητο, τμήμα του οποίου απαλλοτριώθηκε, είχε πριν την απαλλοτρίωση, έστω και δευτερευόντως, ως προορισμό την ανοικοδόμηση, πρέπει, για την ευδοκίμηση του σχετικού αιτήματος, περί καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης, λόγω μείωσης της αξίας του απομένοντος τμήματος αυτού, να αποδεικνύεται σωρευτικώς, ότι το εν λόγω ακίνητο πληρούσε, κατά τις ισχύουσες διατάξεις, τους όρους δόμησης και ότι το απομένον, μετά την απαλλοτρίωση, τμήμα αυτού δεν είναι πλέον άρτιο ούτε κατά παρέκκλιση ή είναι μεν άρτιο αλλά όχι οικοδομήσιμο (ΑΠ 1290/2009).

Εξάλλου, με το άρθρο 1 § 2 περ. γ' του Π.Δ/τος της 24.5.1985 (ΦΕΚ 270/τ. Δ'/31-5-85) ορίζεται ότι: "Άρτια και οικοδομήσιμα γήπεδα που απομειούνται συνεπεία απαλλοτριώσεων ή διανοίξεως διεθνών, εθνικών ή επαρχιακών οδών, θεωρούνται άρτια και οικοδομήσιμα εφόσον μετά την απομείωση αυτή έχουν τα όρια αρτιότητας και τις λοιπές προϋποθέσεις των γηπέδων των προηγουμένων περιπτώσεων α και β.".

Περαιτέρω κατά τις περιπτώσεις αυτές (α, β) θεωρούνται άρτια και οικοδομήσιμα τα γήπεδα που είχαν δημιουργηθεί πριν από την 12-11-1962 και έχουν ελάχιστο εμβαδόν 750 τ.μ., ελάχιστο πρόσωπο 10 μ. και ελάχιστο βάθος 15 μ.. Επίσης θεωρούνται άρτια και οικοδομήσιμα τα γήπεδα που είχαν δημιουργηθεί πριν από την 12-9-1964 και έχουν ελάχιστο εμβαδόν 1200 μ., ελάχιστο πρόσωπο 20 μ., και ελάχιστο βάθος 35 μ.

Επίσης θεωρούνται άρτια και οικοδομήσιμα όσα γήπεδα είχαν δημιουργηθεί πριν από την 17-10-1978 και έχουν ελάχιστο εμβαδόν 2000 μ., ελάχιστο πρόσωπο 25 μ. και ελάχιστο βάθος 40 μ. Με βάση τις διακρίσεις αυτές:

1.- Εάν το μη απαλλοτριωθέν τμήμα του αρχικού γηπέδου είναι τουλάχιστον 4.000 τ.μ., δεν υπάρχει καμία απομείωση του απομένοντος τεμαχίου.

2.- Εάν το μη απαλλοτριωθέν τμήμα είναι κάτω από 4.000 τ.μ., πρέπει να ερευνηθεί ο χρόνος της δημιουργίας του αρχικού γηπέδου ώστε:

α) Εάν είχε δημιουργηθεί πριν από την 24-10-1962, θεωρείται άρτια και δομήσιμη ακόμη και έκταση 750 τ,μ. εφόσον συντρέχουν και οι πιο πάνω όροι δόμησης.

β) Εάν είχε δημιουργηθεί πριν από την 12-9-1964 για την αρτιότητα αρκεί και έκταση 1200 τ.μ. με τους λοιπούς άνω όρους δόμησης.

γ) Εάν είχε δημιουργηθεί πριν από την 17-10-1978 αρκεί επιφάνεια 2000 τ.μ., με τους πιο πάνω όρους δόμησης.

Κριτήριο συνεπώς για την αρτιότητα ή μη ενός ακινήτου που απομένει εκτός απαλλοτρίωσης και για την εξ αυτής κρίση περί της απομείωσης της αξίας αυτού, αποτελεί προεχόντως ο χρόνος δημιουργίας του αρχικού γηπέδου, ο οποίος θα προσδιορίσει το άρτιο και οικοδομήσιμο του εναπομένοντος εκτός απαλλοτρίωσης τμήματος με βάση τα προεκτεθέντα κριτήρια του νόμου (ΑΠ 1619/ 2010).

Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου εσωτερικού ή διεθνούς. Ο κανόνας παραβιάζεται, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είτε με ψευδή ερμηνεία, η οποία υπάρχει όταν αποδίδεται στον κανόνα δικαίου διαφορετική έννοια από την αληθινή, είτε με μη ορθή εφαρμογή, η οποία συντελείται, όταν εφαρμόζεται ο κανόνας, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή όταν δεν εφαρμόζεται, ενώ έπρεπε να εφαρμοσθεί, ή όταν εφαρμόσθηκε εσφαλμένως.

Τέλος, κατά την έννοια της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και έτσι ιδρύεται ο από την διάταξη αυτή προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης και όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του, επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε.- Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε, σχετικά με την επιδίκαση ιδιαίτερης αποζημίωσης λόγω μείωσης της αξίας των απομενόντων εκτός απαλλοτρίωσης τμημάτων των με αριθμούς Κ.Π. 93Β, 97, 99, 100Α, 137, 139 και 145 ακινήτων, ότι: "1) Η 93Β ιδιοκτησία δεν ήταν άρτια και οικοδομήσιμη, ως έχουσα εμβαδόν 137,70 τ.μ.

και είχε πρόσωπο στην ασφαλτοστρωμένη επαρχιακή οδό προς Παλαιομάνινα - Πεντάλοφο. Το εναπομένον εκτός απαλλοτρίωσης τμήματης ιδιοκτησίας αυτής ανέρχεται σε 53 τ.μ., έχει τριγωνικό σχήμα και εξακολουθεί να έχει πρόσωπο και πρόσβαση στην επαρχιακή οδό, η οποία διαπλατύνεται και βελτιώνεται και αποκτά πρόσβαση στο νέο αυτοκινητόδρομο διαμέσου των κλάδων του κόμβου της Ρίγανης KL-Z και KL-A.

Κύριο και αποκλειστικό προορισμό είχε τη γεωργική του εκμετάλλευση, η οποία λόγω του σχήματός του και του εμβαδού του επηρεάζεται σημαντικά. Με τα δεδομένα αυτά εκτιμάται ότι η αγοραία αξία του εκτός απαλλοτριώσεως τμήματος της 93Β ιδιοκτησίας μειώνεται κατά 80% της ορισθείσας με την 594/2003 απόφαση του Εφετείου Πατρών για την απαλλοτριωθείσα έκταση της ίδιας ιδιοκτησίας οριστικής τιμής μονάδος. 2) Η 97 ιδιοκτησία ήταν άρτια και οικοδομήσιμη, ως έχουσα εμβαδόν μεγαλύτερο των 4.000 τ.μ. (6.317,50 τ.μ.) και είχε πρόσωπο σε αγροτική οδό πλάτους 5.00 μ., μέσω της οποίας συνδεόταν με την επαρχιακή οδό προς Παλαιομάνινα - Πεντάλοφο.

Το εναπομένον εκτός απαλλοτρίωσης τμήμα της ιδιοκτησίας αυτής, αποτελείται από δύο τμήματα, δυτικά και ανατολικά παράπλευρης υπό διάνοιξη οδού, η οποία στη θέση του ακινήτου έχει κατασκευαστεί σε επίχωμα ύψους 1 μ. περίπου, έχουν εμβαδόν 3.029 και 946 τ.μ. και εξακολουθούν να έχουν πρόσωπο και πρόσβαση στην αγροτική οδό.

Κύριο και αποκλειστικό προορισμό είχαν τη γεωργική τους εκμετάλλευση, η οποία λόγω του εμβαδού τους επηρεάζεται δυσμενώς. Με τα δεδομένα αυτά εκτιμάται ότι η αγοραία αξία του εκτός απαλλοτριώσεως τμήματος της 97 ιδιοκτησίας μειώνεται κατά 50% της ορισθείσας με την πιο πάνω απόφαση για την απαλλοτριωθείσα έκταση της ίδιας ιδιοκτησίας οριστικής τιμής μονάδος. 3) Η 99 ιδιοκτησία ήταν αγρός ποτιστικός, ήταν άρτια και οικοδομήσιμη, ως έχουσα εμβαδόν μεγαλύτερο των 4.000 τ.μ. (7.064,10 τ.μ.) και είχε πρόσωπο σε αγροτική οδό, πλάτους 5.00 μ., μέσω της οποίας συνδεόταν με την επαρχιακή οδό προς Παλαιομάνινα - Πεντάλοφο.

Το εναπομένον εκτός απαλλοτρίωσης τμήμα της ιδιοκτησίας αυτής ανέρχεται σε 3.992 τ.μ., δεν έχει όμως δυνατότητα πρόσβασης ούτε στην αγροτική οδό, ούτε στην υπό διάνοιξη αρτηρία, ούτε σε υπό διάνοιξη παράπλευρη οδό. Κύριο και αποκλειστικό προορισμό είχε τη γεωργική του εκμετάλλευση, η οποία λόγω της αποκοπής του από οδό επηρεάζεται δυσμενώς.

Με τα δεδομένα αυτά εκτιμάται ότι η αγοραία αξία του εκτός απαλλοτριώσεως τμήματος της 99 ιδιοκτησίας μειώνεται κατά 80% της καθορισθείσας με την πιο πάνω απόφαση για την απαλλοτριωθείσα έκταση της ίδιας ιδιοκτησίας οριστικής τιμής. 4) Η 100Α ιδιοκτησία ήταν αγρός ποτιστικός, ήταν άρτια και οικοδομήσιμη, ως έχουσα εμβαδόν μεγαλύτερο των 4.000 τ.μ.

και είχε πρόσωπο σε αγροτική οδό πλάτους 5.00 μ. Το εναπομένον εκτός απαλλοτρίωσης τμήμα της ιδιοκτησίας αυτής αποκτά πρόσωπο και πρόσβαση στην παράπλευρη οδό SR11R και διά μέσου αυτής στον νέο αυτοκινητόδρομο. Κύριο και αποκλειστικό προορισμό είχε τη γεωργική του εκμετάλλευση, η οποία λόγω της μείωσης της επιφάνειάς του επηρεάζεται εν μέρει.

Με τα δεδομένα αυτά εκτιμάται ότι η αγοραία αξία του εκτός απαλλοτριώσεως τμήματος της 100Α ιδιοκτησίας μειώνεται κατά 40% της καθορισθείσας με την παραπάνω απόφαση για την απαλλοτριωθείσα έκταση της ίδιας ιδιοκτησίας οριστικής τιμής μονάδος. 5) Η 137 ιδιοκτησία ήταν αγρός ποτιστικός, ήταν άρτια και οικοδομήσιμη, ως έχουσα εμβαδόν 5.253,9 τ.μ.

και είχε πρόσωπο σε αγροτική οδό. Το εναπομένον εκτός απαλλοτρίωσης τμήμα της ιδιοκτησίας αυτής ανέρχεται σε 2.230 τ.μ., αλλά δεν έχει πλέον πρόσβαση στην αγροτική οδό, ούτε έχει δυνατότητα πρόσβασης στην υπό διάνοιξη αρτηρία, η οποία στη θέση αυτού έχει κατασκευαστεί σε επίχωμα 4 μ. περίπου. Kύριο και αποκλειστικό προορισμό είχε τη γεωργική του εκμετάλλευση, η οποία λόγω της μείωσης της επιφάνειάς του, αλλά κυρίως λόγω του περίκλειστου πλέον χαρακτήρα του επηρεάζεται σημαντικά.

Με τα δεδομένα αυτά εκτιμάται ότι η αγοραία αξία του εκτός απαλλοτριώσεως τμήματος της 137 ιδιοκτησίας μειώνεται κατά 80% της καθορισθείσας ήδη με την παραπάνω απόφαση για την απαλλοτριωθείσα έκταση της ίδιας ιδιοκτησίας οριστικής τιμής μονάδος. 6) Η 139 ιδιοκτησία ήταν αγρός ποτιστικός, ήταν άρτια και οικοδομήσιμη, ως έχουσα εμβαδόν 5.116,2 τ.μ.

και είχε πρόσβαση στο υφιστάμενο δίκτυο. Το εναπομένον εκτός απαλλοτρίωσης τμήμα της ιδιοκτησίας αυτής δεν έχει πλέον πρόσβαση σε οδό, ούτε έχει δυνατότητα πρόσβασης στην υπό διάνοιξη αρτηρία, η οποία στη θέση αυτού έχει κατασκευαστεί σε επίχωμα 4 μ. περίπου. Κύριο και αποκλειστικό προορισμό είχε τη γεωργική του εκμετάλλευση, η οποία λόγω της μείωσης της επιφάνειάς του, αλλά κυρίως λόγω του περίκλειστου πλέον χαρακτήρα του επηρεάζεται σημαντικά.

Με τα δεδομένα αυτά εκτιμάται ότι η αγοραία αξία του εκτός απαλλοτριώσεως τμήματος της 139 ιδιοκτησίας μειώνεται κατά 80% της καθορισθείσας με την πιο πάνω απόφαση για την απαλλοτριωθείσα έκταση της ίδιας ιδιοκτησίας οριστικής τιμής μονάδος. 7) Η 145 ιδιοκτησία ήταν αγρός ποτιστικός, ήταν άρτια και οικοδομήσιμη, ως έχουσα εμβαδόν 7.447,4 τ.μ.

και είχε πρόσβαση στο υφιστάμενο δίκτυο. Το εναπομένον εκτός απαλλοτρίωσης τμήμα της ιδιοκτησίας αυτής ανέρχεται σε 2.112 τ.μ., αλλά δεν έχει πλέον πρόσβαση σε οδό, ούτε έχει δυνατότητα πρόσβασης στην υπό διάνοιξη αρτηρία, η οποία στη θέση αυτού έχει κατασκευαστεί σε επίχωμα 4 μ. περίπου. Κύριο και αποκλειστικό προορισμό είχε τη γεωργική του εκμετάλλευση, η οποία λόγω της μείωσης της επιφάνειάς του, αλλά κυρίως λόγω του περίκλειστου πλέον χαρακτήρα του επηρεάζεται σημαντικά.

Με τα δεδομένα αυτά εκτιμάται ότι η αγοραία αξία του εκτός απαλλοτριώσεως τμήματος της 145 ιδιοκτησίας μειώνεται κατά 80% της καθορισθείσας με την παραπάνω απόφαση για την απαλλοτριωθείσα έκταση της ίδιας ιδιοκτησίας οριστικής τιμή μονάδας". Έτσι που έκρινε το Εφετείο, καθόσον αφορά τις ιδιοκτησίες με ΑΚΠ 93Β, 97, 99, 137, 139 και 145, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 13 § 4 του Ν. 2882/2001 (Κ.Α.Α.Α.) και εκείνες του άρθρου 1 § 2 περ.

γ' του Π.Δ/τος της 24.5.1985, διαλαβόν περαιτέρω στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν δυνατό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθότητας ή μη των εφαρμοσθεισών από αυτό ως άνω διατάξεων, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, δεδομένου ότι προκειμένου να προσδιορίσει την ιδιαίτερη αποζημίωση έλαβε υπόψη α) τον προορισμό των ακινήτων, που κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης ήταν αποκλειστικά η γεωργική τους εκμετάλλευση, β) την κατάσταση αυτών πριν και μετά την απαλλοτρίωση, γ) την επιδείνωση των γεωμετρικών τους στοιχείων, η οποία επήλθε με την κατάτμηση αυτών και την μείωση της επιφάνειάς τους και δ) την επιδείνωση της οικονομικής και εμπορικής εκμετάλλευσης αυτών, η οποία επήλθε είτε λόγω μείωσης του εμβαδού τους, είτε λόγω αποκλεισμού της πρόσβασης σε αυτά, είτε και για αμφότερους τους λόγους τούτους.

Με βάση δε τα ανωτέρω οδηγήθηκε, όπως από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης σαφώς προκύπτει, στην κρίση ότι μετά την απότμηση του απαλλοτριουμένου τμήματος η αξία του απομένοντος τμήματος μειώθηκε σημαντικά - σε σχέση με την αποκλειστική κατά προορισμό χρήση του ακινήτου - και ότι, κατά συνέπεια, η ζημία του απομένοντος, μετά την απότμηση του απαλλοτριουμένου τμήματος, θα επέλθει μετά βεβαιότητας.

Η μνεία δε από το Εφετείο του γεγονότος ότι τα ακίνητα έχουν ή δεν έχουν πρόσβαση στην υπό διάνοιξη οδό, ή σε αγροτική οδό, ή σε οδό παράπλευρη της υπό διάνοιξης οδού, γίνεται ακριβώς για να καταδειχθεί η δυνατότητα εύκολης ή δύσκολης πρόσβασης στα ακίνητα και κατά συνέπεια η επιδείνωση της εμπορικής και οικονομικής τους εκμετάλλευσης.

Ακόμη, η πλεοναστικώς γενομένη από το Εφετείο αναφορά στην αρτιότητα και οικοδομησιμότητα των απομενόντων τμημάτων, δεν μεταβάλλει την κατάσταση των πραγμάτων και δεν ασκεί αρνητική επιρροή στην κρίση του Εφετείου (υπό την έννοια ότι δύναται ένεκα ταύτης να αναιρεθεί κατά τούτο η προσβαλλόμενη απόφαση) περί της μείωσης της αξίας των εν λόγω τμημάτων των ακινήτων και τούτο ενόψει του ότι ρητώς αναφέρεται στην προσβαλλόμενη ότι αποκλειστικός προορισμός τους ήταν η γεωργική εκμετάλλευση.

Ούτε δε γίνεται μνεία στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι τα απομένοντα επίμαχα τμήματα κατέστησαν μετά την απότμηση του απαλλοτριουμένου τμήματος αυτών μη άρτια και μη οικοδομήσιμα και κατά συνέπεια δεν ήταν απαραίτητο για την πληρότητα της αιτιολογίας του προσδιορισμού της ιδιαίτερης αποζημίωσης α) να διευκρινίζεται αν αυτά ήσαν άρτια και οικοδομήσιμα πριν την απαλλοτρίωση, είτε κατά τον κανόνα είτε κατά την παρέκκλιση και β) να προσδιορίζεται ο χρόνος δημιουργίας του αρχικού γηπέδου και αν αυτά (ακίνητα) βρίσκονταν εντός ή εκτός οικισμού.

Ακόμη ρητώς μνημονεύονται στην προσβαλλόμενη απόφαση τα ακίνητα τα οποία ήσαν ποτιστικά, συναγομένου εξ αντιδιαστολής ότι τα μη φερόμενα ως ποτιστικά ήσαν ξηρικά και τέλος δεν ήταν αναγκαίο να αιτιολογήσει το Εφετείο "γιατί διαφοροποιείται η μείωση της αξίας ενός εκάστου των ως άνω ακινήτων σε σχέση με τα λοιπά, δεδομένου, ότι για όλα δέχθηκε, ότι είναι αγροτικά και ότι κατέστησαν μη άρτια και μη οικοδομήσιμα".

Τούτο δε, διότι υπό το πρόσχημα της κατά τα άνω φερομένης ως έλλειψης της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης και κατά συνέπεια νόμιμης βάσης αυτής, πλήττεται η ουσιαστική εκτίμηση του δικαστηρίου. Καθόσον αφορά όμως την ιδιοκτησία με ΑΚΠ 100Α η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης διότι διέλαβε ανεπαρκή αιτιολογία, η οποία δεν καθιστά δυνατό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθότητας ή μη της εφαρμογής της εφαρμοσθείσας από το Εφετείο διάταξης του άρθρου 13 § 4 του ΚΑΑΑ.

Συνίσταται δε η ελλιπής αυτή αιτιολογία στο ότι ενώ γίνεται δεκτό ότι το απομένον εκτός απαλλοτρίωσης τμήμα της ιδιοκτησίας αυτής αποκτά πρόσωπο και πρόσβαση στο νέο αυτοκινητόδρομο και ότι κύριο και αποκλειστικό προορισμό είχε την γεωργική εκμετάλλευση, η οποία - κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης - επηρεάζεται από τη μείωση της επιφάνειάς του, εντούτοις δεν μνημονεύει την επιφάνεια του εναπομένοντος τμήματος, το οποίο και αφορά η ιδιαίτερη αποζημίωση, ούτε δε την συνολική έκτασή της πριν την απαλλοτρίωση, αλλά ούτε και την επιφάνεια του απαλλοτριωθέντος τμήματος, έτσι ώστε με απλό μαθηματικό υπολογισμό να δύναται να ευρεθεί η επιφάνεια του εκτός απαλλοτρίωσης απομένοντος τμήματος της εν λόγω ιδιοκτησίας.

Και είναι μεν γεγονός ότι η προαναφερόμενη έλλειψη αιτιολογίας, με την μορφή της παράλειψης αναφοράς της επιφάνειας του απομένοντος εκτός απαλλοτρίωσης τμήματος, παρατηρείται και όσον αφορά την με ΑΚΠ 139 ιδιοκτησία, πλην όμως κρίνεται ότι μόνη αυτή (έλλειψη) δεν δύναται να οδηγήσει σε αναίρεση κατά τούτο της απόφασης, ήτοι και της με ΑΚΠ 139 ιδιοκτησίας, και αυτό ενόψει του ότι το Εφετείο στήριξε την κρίση του περί μείωσης της αξίας του απομένοντος τμήματος της με ΑΚΠ 139 ιδιοκτησίας προεχόντως στο περίκλειστο πλέον του χαρακτήρα του (απομένοντος τμήματος), που επηρεάζει δυσμενώς την αγροτική του εκμετάλλευση.

Ενόψει των προαναφερομένων οι πρώτος και δεύτερος κατά σειρά λόγοι της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19, αντίστοιχα, του Κ.Πολ.Δ., με τον πρώτο των οποίων πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 13 § 4 του Ν. 2882/2001 (Κ.Α.Α.Α.) και με τον δεύτερο, για εκ πλαγίου παραβίαση τόσο της προαναφερόμενης διάταξης όσο και εκείνης του άρθρου 1 § 2 περ.

γ' του Π.Δ/τος της 24.5.1985, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι καθόσον αφορά τις ιδιοκτησίες με ΑΚΠ 93Β, 97, 99, 137, 139 και 145 και βάσιμος ο δεύτερος τούτων καθόσον αφορά την ιδιοκτησία με ΑΚΠ 100Α, ενώ, εφόσον πρόκειται περί εκ πλαγίου παραβίασης του άρθρου 13 § 4 ΚΑΑΑ δεν δύναται να γίνει λόγος και περί ευθείας παραβίασης του εν λόγω άρθρου και, συνεπώς, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης κρίνεται απορριπτέος και για την ιδιοκτησία αυτή.-

ΙΙΙ.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 § 1 του Ν 653/1977 "περί υποχρεώσεως των παροδίων ιδιοκτητών για τη διάνοιξη εθνικών οδών κ.λπ.", "προκειμένου περί διανοίξεως εκτός Σχεδίου πόλεων Εθνικών οδών πλάτους καταλήψεως μέχρι τριάκοντα μέτρων, οι ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήται εκάστης πλευράς, υποχρεούνται εις αποζημίωσιν ζώνης πλάτους δεκαπέντε μέτρων, δια συμμετοχής των εις τας δαπάνας απαλλοτριώσεως των καταλαμβανομένων υπό των οδών τούτων ακινήτων...", κατά δε την §3 του ιδίου άρθρου "ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήται δια την εφαρμογή του παρόντος άρθρου θεωρούνται εκείνοι των οποίων τα ακίνητα αποκτούν πρόσωπον επί των διανοιγομένων οδών" και κατά την §4 του εν λόγω άρθρου "οσάκις οι δικαιούχοι αποζημιώσεως δια την απαλλοτρίωσιν είναι και υπόχρεοι δια την πληρωμήν αυτής, επέρχεται συμψηφισμός δικαιωμάτων και υποχρεώσεων".

Στη συνέχεια, με τις διατάξεις των παραγράφων 9 και 10 του άρθρου 62 του Ν. 947/1979 "περί οικιστικών περιοχών", ορίστηκε ότι οι προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 1 του ως άνω νόμου, "εφαρμόζονται και δια τας προς βελτίωσιν υφισταμένων οδών πραγματοποιουμένας νέας χαράξεις ή διαπλατύνσεις αυτών ή τμημάτων αυτών" (§9) και ότι "εφαρμόζονται και επί επαρχιακών και Δημοτικών ή Κοινοτικών οδών δια το μέχρι δεκαπέντε μέτρων πλάτος της οδού, εξαιρουμένων των περιπτώσεων διαπλατύνσεως των οδών τούτων" (§10), ενώ με το άρθρο 14 § 1 του Ν. 1349/1983 το πλάτος της ζώνης των 30 μέτρων του άρθρου 1 § 1 του ως άνω Ν. 653/1977 αυξήθηκε σε πενήντα (50) μέτρα.

Οι προαναφερόμενες διατάξεις των παραγράφων 1, 3 και 4 του άρθρου 1 του Ν. 653/1977 αντίκεινται στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) που ορίζει ότι "παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Ουδείς δύναται να στερηθεί της ιδιοκτησίας αυτού ειμή δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπομένους, υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους" και που μετά την επικύρωσή της με το ν.δ. 53/1974, αποτελεί εσωτερικό δίκαιο και σύμφωνα με το άρθρο 28 § 1 του Συντάγματος υπερισχύει από κάθε άλλη διάταξη του ημεδαπού δικαίου, άρα και της πιο πάνω διάταξης του Ν 653/1977.

Το τεκμήριο αυτό, το οποίο αρχικά είχε κριθεί νομολογιακώς ότι ίσχυε ως αμάχητο (Ολ.ΑΠ 14/1991, Ελλ.Δνη 32.1486), υπό την έννοια ότι οι παρόδιοι ιδιοκτήτες δεν μπορούσαν να το ανατρέψουν αποδεικνύοντας την έλλειψη ωφέλειάς τους από τη διάνοιξη εθνικής οδού, ήδη ισχύει ως μαχητό και ο ισχυριζόμενος ότι το απομένον τμήμα του ακινήτου του δεν ωφελείται, αλλά αντιθέτως ζημιώνεται από την απαλλοτρίωση, μπορεί, αποδεικνύοντας το αντίθετο της τεκμαιρομένης ωφέλειας, δηλαδή την επικαλούμενη ζημία του και ανατρέποντας το ως άνω μαχητό τεκμήριο, να αποζημιωθεί και για την αυτοαποζημιούμενη έκτασή του και να ζητήσει τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης και γι' αυτή.

Ειδικότερα, με το άρθρο 33 §§ 1 έως 4, 6 και 7 του Ν. 2971/ 2001 ορίσθηκαν τα ακόλουθα:

1.- "Το τεκμήριο της ωφέλειας των ιδιοκτητών κατά τις διατάξεις του Ν. 653/1977 είναι μαχητό και κρίνεται, μετά την κήρυξη της απαλλοτρίωσης, από το αρμόδιο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης Εφετείο, κατά την ειδική διαδικασία του παρόντος άρθρου" (§1), 2.- "Ο εικαζόμενος ιδιοκτήτης ή ο αξιών δικαιώματα επί του απαλλοτριωμένου, εφόσον θεωρεί ότι δεν υφίσταται το τεκμήριο της ωφέλειας, μπορεί με αίτησή του να ζητήσει από το φορέα του έργου τη διόρθωση του κτηματολογικού πίνακα κήρυξης της απαλλοτρίωσης.

Η υποβολή της αίτησης δεν αναστέλλει τις διαδικασίες της απαλλοτρίωσης" (§2), 3.- "Η αίτηση υποβάλλεται εντός ανατρεπτικής προθεσμίας δύο (2) μηνών από την έκδοση της απόφασης περί προσωρινού ή απευθείας οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης και παραπέμπεται μετά τη λήξη της προθεσμίας προς εξέταση σε τριμελή Επιτροπή αποτελούμενη από έναν μηχανικό του αρμόδιου από το σκοπό της απαλλοτρίωσης φορέα, ως Πρόεδρο..." (§3), 4.- "Η Επιτροπή συγκαλείται από τον Πρόεδρο αυτής και μετά από αυτοψία και έλεγχο των στοιχείων προβαίνει το αργότερο εντός τριών (3) μηνών στη σύνταξη έκθεσης σχετικά με την ωφέλεια ή μη του ακινήτου λόγω του έργου, αιτιολογώντας πλήρως τους λόγους και συνδέοντάς τους ιδία με τη δυνατότητα πρόσβασης του ακινήτου στο έργο ή τα έργα που περιλαμβάνονται στη ζώνη απαλλοτρίωσης, τη δημιουργία επιπτώσεων στις χρήσεις του ακινήτου και την κατά τις ισχύουσες διατάξεις αρτιότητα και οικοδομησιμότητά του (§4), 5.- "Η αίτηση του ιδιώτη μαζί με την έκθεση της Επιτροπής και τα στοιχεία της απαλλοτρίωσης αποστέλλονται από την αρχή που κήρυξε την αναγκαστική απαλλοτρίωση, στο κατά την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου δικαστήριο.

Ο Πρόεδρος του δικαστηρίου ορίζει δικάσιμο...Το δικαστήριο εκτιμώντας ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα που προσήχθησαν από τους διαδίκους γενικά, οφείλει να εκδώσει οριστική απόφαση μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης. Κατά της απόφασης του Εφετείου επιτρέπεται μόνο το ένδικο μέσο της αναίρεσης..." (§6) και 6.- "Οι συνέπειες της παραγράφου 4 του άρθρου 9 του Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων ισχύουν και στην περίπτωση που η σχετική με το τεκμήριο της ωφέλειας απόφαση του Εφετείου εκδοθεί μετά τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης, μη επιτρεπομένου σε κάθε περίπτωση του καθορισμού νέας τιμής μονάδας.

Όποιος δεν κλητεύθηκε ούτε έλαβε μέρος στη δίκη για τον καθορισμό της αποζημίωσης δικαιούται να ζητήσει με αίτησή του τη διόρθωση των κτηματολογικών στοιχείων μέσα σε πέντε (5) έτη από τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης και σε περίπτωση που αποδεδειγμένα έχει λάβει γνώση, μέσα σε έξι (6) μήνες από τότε που αυτός έλαβε γνώση" (§7).

Περαιτέρω, με το εδάφιο α' του άρθρου 37 του προαναφερόμενου νόμου ορίσθηκε ότι η ισχύς των διατάξεων του πιο άνω άρθρου 33 του εν λόγω νόμου αρχίζει "...μετά την πάροδο ενός (1) μηνός από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και εφαρμόζεται και για τις αναγκαστικές απαλλοτριώσεις που δεν έχουν μέχρι της ισχύος του συντελεσθεί.

Στις περιπτώσεις που κατά την έναρξη ισχύος του ιδίου αυτού άρθρου έχει παρέλθει η ανατρεπτική προθεσμία της παραγράφου 3 αυτού, η ανατρεπτική αυτή προθεσμία παρατείνεται για δύο (2) μήνες από την έναρξη ισχύος του". Από τις προαναφερόμενες διατάξεις προκύπτουν με σαφήνεια τα ακόλουθα και ειδικότερα ότι:

α) με το άρθρο 33 § 1 του Ν. 2971/2001 το τεκμήριο του άρθρου 1 του Ν. 653/1977 ρητά χαρακτηρίζεται ως μαχητό και κρίνεται, μετά την κήρυξη της απαλλοτρίωσης, από το αρμόδιο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης Εφετείο, κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου αυτού, β) οι διατάξεις του προαναφερόμενου άρθρου 33 αφορούν τις μελλοντικές αναγκαστικές απαλλοτριώσεις, ήτοι εκείνες που κηρύσσονται μετά την έναρξη της ισχύος του, και επεκτείνονται και σε κηρυγμένες κατά την έναρξη της ισχύος του αναγκαστικές απαλλοτριώσεις, των οποίων όμως δεν είχε ολοκληρωθεί η συντέλεση μέχρι αυτή (έναρξη ισχύος), δεν εφαρμόζονται δε για τις απαλλοτριώσεις η συντέλεση των οποίων είχε ολοκληρωθεί πριν από την έναρξη ισχύος της διάταξης αυτής (Β' Τακτική Ολ.ΑΠ 7/2013, ΑΠ 955/2012, ΑΠ 1056/2008), και γ) οι προϋποθέσεις άρσης του τεκμηρίου αυτοαποζημίωσης καθορίζονται ενδεικτικά, τούτου συναγομένου από τη χρήση του επιρρήματος "ιδία", στο ως άνω άρθρο 33 § 4 του εν λόγω Ν. 2971/2001.- Στην προκειμένη περίπτωση από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα:

Με την υπ' αριθμ. 1097345/9820/000/24.11.2000 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και ΠΕΧΩΔΕ, που δημοσιεύθηκε νόμιμα (ΦΕΚ 888 τ. Δ'/18.12.2000) κηρύχθηκε αναγκαστική απαλλοτρίωση υπέρ και με δαπάνες του Ελληνικού Δημοσίου για λόγους δημόσιας ωφέλειας και συγκεκριμένα για τη βελτίωση της Εθνικής Οδού Αντιρρίου - Αμφιλοχίας στο τμήμα ευρείας παράκαμψης Αγρινίου, στη χιλιομετρική θέση 13 + 500 έως 18 + 700, συνολικής έκτασης 424.638,8 τ.μ., που βρίσκεται στο νομό Αιτωλοακαρνανίας και απεικονίζεται στα από μηνός Μαρτίου 2000 και με αριθμούς σχεδίων ΚΔ1, ΚΔ2, ΚΔ3 έως ΚΔ9 κτηματολογικά διαγράμματα και στον αντίστοιχο κτηματολογικό πίνακα της Ειδικής Υπηρεσίας Δημοσίων Έργων του ΥΠΕΧΩΔΕ, τα οποία έχουν συνταχθεί από τον τοπογράφο μηχανικό Δ.

Τσιβίκη και έχουν θεωρηθεί από το Δ/ντή της Δ/νσης Δ12 Απαλλοτριώσεων του ΥΠΕΧΩΔΕ Κων/νο Δεσύπρη. Τα απαλλοτριούμενα ακίνητα βρίσκονται στις κτηματικές περιφέρειες Αιτωλικού, Αγγελοκάστρου, Ρίγανης και Παλαιομάνινας και αποτελούν αγρούς καλλιεργούμενους ή μη και βοσκοτόπους και είναι πλησίον του ποταμού Αχελώου, από τον οποίο μερικά εξ αυτών αρδεύονται.

Ασχολούμενο δε περαιτέρω το Εφετείο με το αίτημα αναγνώρισης της μη υποχρέωσης των αιτούντων και ήδη αναιρεσιβλήτων σε αυτοαποζημίωση και καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης, δέχθηκε, αναφορικά με τα με αριθμούς ΚΠ 80, 81, 82, 83, 85, 87, 93Β, 99, 112, 126, 129, 131, 133, 134, 137, 138, 139, 145, 146, 147 και 152 ακίνητα, ως προς τα οποία και έγινε δεκτό το εν λόγω αίτημα, ότι: "1) Η ιδιοκτησία 80 ήταν εκτός σχεδίου, αγρός ποτιστικός, δεν ήταν άρτια ούτε οικοδομήσιμη ως έχουσα εμβαδόν μικρότερο των 4.000 τ.μ. (3.542 τ.μ.) και είχε πρόσωπο σε αγροτική οδό πλάτους 5,50 μ.

Το εναπομένον εκτός απαλλοτρίωσης τμήμα του ακινήτου εξακολουθεί να έχει πρόσωπο και πρόσβαση σε αγροτική οδό και δεν έχει δυνατότητα άμεσης πρόσβασης στην αρτηρία, στην οποία απέκτησε πρόσωπο, αφού πρόκειται για κλειστό αυτοκινητόδρομο, ο οποίος μάλιστα στη θέση του ακινήτου έχει κατασκευαστεί σε γέφυρα ύψους 10 μ.

περίπου, αλλά έχει πρόσβαση σ' αυτή (αρτηρία) μέσω αγροτικής οδού, της παράπλευρης οδού SR11R και της κάθετης οδού Κ22. Το τμήμα αυτό απέχει από τον κόμβο της Ρίγανης 1.100 μ. περίπου, παραμένει μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο, ολόκληρο δε βρίσκεται μέσα στη ζώνη των 40 μ. από το όριο της απαλλοτρίωσης, όπου σύμφωνα με το ΠΔ της 24-6/15-7-98 δεν επιτρέπεται η δόμηση και η γεωργική του χρήση δεν επηρεάζεται.

Με τα δεδομένα αυτά κρίνεται ότι η ιδιοκτησία αυτή δεν ωφελείται από την κατασκευή της νέας οδού, αφού δεν έχει δυνατότητα άμεσης πρόσβασης στην αρτηρία και η επιφάνεια του καταστρώματος αυτής βρίσκεται σε γέφυρα ύψους 10 μ. από το ακίνητο αυτό. 2) Η 81 ιδιοκτησία ήταν εκτός σχεδίου, αγρός ποτιστικός, δεν ήταν άρτια και οικοδομήσιμη, ως έχουσα εμβαδόν 3.393 τ.μ.

και είχε πρόσωπο σε αγροτική οδό πλάτους 5,00 μ. Το εναπομένον εκτός απαλλοτρίωσης τμήμα της ιδιοκτησίας αυτής ανέρχεται σε 1.216,80 τ.μ., εξακολουθεί να έχει πρόσωπο και πρόσβαση στην αγροτική οδό και διαμέσου αυτής, της παράπλευρης οδού SR11R και της κάθετης οδού Κ22 έχει πρόσβαση στο νέο αυτοκινητόδρομο, ενώ η απόστασή της από τον κόμβο Ρίγανης είναι 1050 μ.

περίπου. Το τμήμα αυτό δεν είναι άρτιο και οικοδομήσιμο διότι βρίσκεται μέσα στη ζώνη των 40 μ. από το όριο της απαλλοτρίωσης, όπου δεν επιτρέπεται η δόμηση (ΠΔ 209/24-6/15-7-98), η γεωργική του χρήση επηρεάζεται δυσμενώς, ενώ η Ιονία οδός στη θέση αυτού έχει κατασκευαστεί σε γέφυρα ύψους 10 μ. περίπου. Με τα δεδομένα αυτά κρίνεται ότι η ιδιοκτησία αυτή δεν ωφελείται από την κατασκευή της νέας οδού. 3) Η 82 ιδιοκτησία ήταν εκτός σχεδίου, αγρός ποτιστικός, ήταν άρτια και οικοδομήσιμη, ως έχουσα εμβαδόν μεγαλύτερο των 4.000 τ.μ.

και είχε πρόσωπο σε αγροτική οδό πλάτους 5,00 μ. Το εναπομένον εκτός απαλλοτρίωσης τμήμα της ιδιοκτησίας αυτής εξακολουθεί να έχει πρόσωπο και πρόσβαση στην αγροτική οδό και διαμέσου αυτής, της παράπλευρης οδού SR11R και της κάθετης οδού Κ22 έχει πρόσβαση στο νέο αυτοκινητόδρομο, ενώ η απόστασή της από τον κόμβο Ρίγανης είναι 1000 μ.

περίπου. Το τμήμα αυτό παραμένει άρτιο κατά παρέκκλιση (ΠΔ 24/31-5-1985), κατά το μεγαλύτερο μέρος του βρίσκεται μέσα στη ζώνη των 40 μ. από το όριο της απαλλοτρίωσης, όπου δεν επιτρέπεται η δόμηση και έτσι περιορίζεται η επιφάνεια ανέγερσης κτίσματος, η γεωργική του χρήση δεν επηρεάζεται, ενώ η Ιονία οδός στη θέση αυτού έχει κατασκευαστεί σε επίχωμα ύψους 7 μ.

περίπου. Με τα δεδομένα αυτά κρίνεται ότι η ιδιοκτησία αυτή δεν ωφελείται από την κατασκευή της νέας οδού. 4) Η 83 ιδιοκτησία ήταν εκτός σχεδίου, αγρός ποτιστικός, ήταν άρτια και οικοδομήσιμη, ως έχουσα εμβαδόν μεγαλύτερο των 4.000 τ.μ. και είχε πρόσωπο σε αγροτική οδό πλάτους 5,00 μ.. Το εναπομένον εκτός απαλλοτρίωσης τμήμα της ιδιοκτησίας αυτής αποκτά πρόσωπο και πρόσβαση στην κάθετη οδό Κ022, η οποία περιλαμβάνει και τμήμα της αγροτικής οδού στην οποία έχει πρόσωπο το ακίνητο, και πρόσβαση στην αγροτική οδό και διαμέσου αυτής, καθώς και της παράπλευρης οδού SR11R και της κάθετης οδού Κ22 αποκτά πρόσβαση στο νέο αυτοκινητόδρομο, ενώ η απόστασή της από τον κόμβο Ρίγανης είναι 950 μ.

περίπου. Το τμήμα αυτό παραμένει άρτιο και οικοδομήσιμο, ενώ η γεωργική του χρήση δεν επηρεάζεται, ενώ η Ιονία οδός στη θέση αυτού έχει κατασκευαστεί σε επίχωμα ύψους 7 μ. περίπου. Με τα δεδομένα αυτά κρίνεται ότι η ιδιοκτησία αυτή δεν ωφελείται διότι δεν αποκτά πρόσωπο στην αρτηρία. 5) Η ιδιοκτησία 85 ήταν εκτός σχεδίου, αγρός ποτιστικός, ήταν άρτια και οικοδομήσιμη, ως έχουσα εμβαδόν μεγαλύτερο των 4.000 τ.μ.

και είχε σύνδεση με οδικό δίκτυο μέσω του υπάρχοντος δικτύου αγροτικών οδών. Το εναπομένον εκτός απαλλοτρίωσης τμήμα της ιδιοκτησίας αυτής δεν έχει άμεση πρόσβαση στο νέο αυτοκινητόδρομο παρά μόνο διαμέσου αγροτικής οδού και της κάθετης οδού Κ22, ενώ η απόστασή της από τον κόμβο Ρίγανης είναι 950 μ. περίπου.

Το τμήμα αυτό παραμένει άρτιο και οικοδομήσιμο, η γεωργική του χρήση δεν επηρεάζεται, ενώ η Ιονία οδός στη θέση αυτού έχει κατασκευαστεί σε όρυγμα με υψομετρική διαφορά 1 μ. περίπου από την επιφάνεια του ακινήτου. Με τα δεδομένα αυτά κρίνεται ότι η ιδιοκτησία αυτή δεν ωφελείται από την κατασκευή της νέας οδού. 6) Η ιδιοκτησία 87 ήταν εκτός σχεδίου, αγρός ποτιστικός, ήταν άρτια και οικοδομήσιμη, ως έχουσα εμβαδόν μεγαλύτερο των 4.000 τ.μ.

και είχε πρόσωπο στην ασφαλτοστρωμένη επαρχιακή οδό προς Παλαιομάνινα - Πεντάλοφο. Το εναπομένον εκτός απαλλοτρίωσης τμήμα της ιδιοκτησίας αυτής εξακολουθεί να έχει πρόσωπο και πρόσβαση στην επαρχιακή οδό, η οποία διαπλατύνεται και βελτιώνεται, αποκτά πρόσωπο και δυνατότητα πρόσβασης στην κάθετη οδό Κ22, στη δεξιά παράπλευρη οδό SR11R και στη δεξιά παράπλευρη SR10L.

Αποκτά πρόσωπο στο νέο αυτοκινητόδρομο και πρόσβαση διαμέσου της παράπλευρης οδού SR11R και της κάθετης οδού Κ22, ενώ η απόστασή της από τον κόμβο Ρίγανης είναι 900 μ. περίπου. Η γεωργική χρήση του τμήματος αυτού επηρεάζεται δυσμενώς, γιατί το ακίνητο υφίσταται κατάτμηση από τις νεοανοιγόμενες οδούς με αποτέλεσμα να χωρίζεται σε τρία τμήματα ανατολικά της αρτηρίας, τα οποία διαχωρίζονται από την οδό SR11R και δυο τμήματα δυτικά της αρτηρίας, τα οποία διαχωρίζονται από την οδό SR10L.

Τα απομένοντα τμήματα με στοιχεία Κ9, Η9, Ζ9, Ε9, Κ9 δυτικά της αρτηρίας και Φ10, Ν10, Ξ10, Υ10, Φ10 και Τ10, 010, Ρ10, Σ10, Τ10 ανατολικά της αρτηρίας βρίσκονται κατά το μεγαλύτερο τμήμα τους ή ολόκληρα μέσα στη ζώνη των 40 μ. από το όριο της απαλλοτρίωσης, όπου, όπως προαναφέρθηκε, απαγορεύεται η δόμηση, με συνέπεια τα τμήματα αυτά να καθίστανται μη οικοδομήσιμα.

Έτσι για τα τμήματα του ΚΠ με στοιχεία Φ10, Υ10, 46, 48, Φ10, εμβαδού 780,20 τ.μ., Γ10, Β10, 35, 34, Γ10 εμβαδού 674,90 τ.μ., Τ10, Σ10, 32, 39, Τ10, εμβαδού 878,30 τ.μ., Ε9, ζ9, 49, 47, Ε9, εμβαδού 1.449,20 τ.μ., Ω13, Α15, 50, 53, Ω13, εμβαδού 84,30 τ.μ. και Α15, 60, 50, Α15, εμβαδού 21,60 τ.μ., τα οποία αποκτούν πρόσωπο, αλλά όχι πρόσβαση στη νέα αρτηρία και επιπλέον υφίστανται περιορισμό στη δόμηση δεν υπάρχει ωφέλεια από τη διάνοιξη του νέου δρόμου.

Τα τμήματα του ΚΠ με στοιχεία Β10, Α10, Ω8, 2, 1, 37, Β10, εμβαδού 538,20 τ.μ., Ι10, Θ10, Η10, Ζ10, 90, 12, 11, 10, 50, 6, 5, 110, εμβαδού 1.280,00 τ.μ., 7, Σ13, Τ13, Φ13, Ψ13, 53, 59, 1, 2, 3, 8, 7, εμβαδού 1.541,10 τ.μ., Ξ13, Ο13, Π13, ρ13, 7, 10, 11, 30, 31, 33, 35, Ξ13, εμβαδού 1.383,20 τ.μ., Κ13, Λ13, 36, 37, Κ13, εμβαδού 258,50 τ.μ., 50, 11, 10, 50, εμβαδού 4,40 τ.μ., Κ10, 110, 5, 3, Κ10 εμβαδού 70,90 τ.μ. και Κ13, 37, 43, Κ13, εμβαδού 201,80 τ.μ., που αντιστοιχούν στα άρτια και οικοδομήσιμα τμήματα της ιδιοκτησίας, με πρόσωπο και πρόσβαση στην επαρχιακή οδό προς Παλαιομάνινα -Πεντάλοφο, δεξιά παράπλευρη οδό SR10L, κάθετη οδό Κ22 και δεξιά παράπλευρη SR11R ωφελούνται λόγω της δυνατότητας που αποκτούν για καλύτερη κυκλοφοριακή σύνδεση. 7) Η ιδιοκτησία 93Β ήταν εκτός σχεδίου αγρός ποτιστικός, δεν ήταν άρτια και οικοδομήσιμη, ως έχουσα εμβαδόν 137,70 τ.μ.

και είχε πρόσωπο στην ασφαλτοστρωμένη επαρχιακή οδό προς Παλαιομάνινα - Πεντάλοφο. Το εναπομένον εκτός απαλλοτρίωσης τμήμα της ιδιοκτησίας αυτής εξακολουθεί να έχει πρόσωπο και πρόσβαση στην ανωτέρα επαρχιακή, ενώ αποκτά πρόσβαση στο νέο αυτοκινητόδρομο μέσω των κλάδων KL-Z και KL-A του κόμβου της Ρίγανης από τον οποίο απέχει 700 μ.

περίπου. Το τμήμα αυτό παραμένει μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο, η γεωργική του χρήση επηρεάζεται σημαντικά αφού έχει εμβαδό 53 τ.μ. και τριγωνικό σχήμα, η Ιονία οδός στη θέση αυτού έχει κατασκευαστεί σε επίχωμα ικανού ύψους και η πρόσβαση με αυτή γίνεται μέσω των παραπάνω κλάδων του κόμβου της Ρίγανης, από τον οποίο απέχει 700 μ.

περίπου. Με τα δεδομένα αυτά κρίνεται ότι η ιδιοκτησία αυτή δεν ωφελείται από την κατασκευή της νέας οδού. 8) Η ιδιοκτησία 99 ήταν εκτός σχεδίου αγρός ποτιστικός, ήταν άρτια και οικοδομήσιμη, ως έχουσα εμβαδόν 7.064,10 τ.μ. και είχε πρόσωπο σε αγροτική οδό μέσω της οποίας συνδεόταν με την ασφαλτοστρωμένη επαρχιακή οδό προς Παλαιομάνινα - Πεντάλοφο.

Το εναπομένον εκτός απαλλοτρίωσης τμήμα της ιδιοκτησίας αυτής έχει μεν πρόσωπο στην αρτηρία, αλλά δεν έχει δυνατότητα πρόσβασης σ' αυτή, ούτε στον κλάδο KL-A και απέχει από τον κόμβο της Ρίγανης 50 μ. περίπου. Το τμήμα αυτό παραμένει άρτιο κατά παρέκκλιση, αλλά όχι οικοδομήσιμο, αφού βρίσκεται ολόκληρο μέσα στη ζώνη των 40 μ.

από το όριο της απαλλοτρίωσης, η γεωργική του χρήση επηρεάζεται λόγω της μείωσης της επιφάνειάς του και της στέρησης της σύνδεσής τους μέσω της αγροτικής οδού. Με τα δεδομένα αυτά κρίνεται ότι η ιδιοκτησία αυτή δεν ωφελείται από την κατασκευή της νέας οδού. 9) Η ιδιοκτησία 112 ήταν εκτός σχεδίου αγρός ποτιστικός, δεν ήταν άρτια ούτε οικοδομήσιμη, ως έχουσα εμβαδόν 1.269 τ.μ.

και είχε πρόσωπο σε αγροτική οδό πλάτους 5.00 μ. Το εναπομένον εκτός απαλλοτρίωσης τμήμα της ιδιοκτησίας αυτής αποκτά πρόσωπο και πρόσβαση στην αριστερή παράπλευρη οδό SR9L και μέσω αυτής αποκτά πρόσβαση στο νέο αυτοκινητόδρομο, ενώ απέχει από τον κόμβο της Ρίγανης 200 μ. περίπου. Το τμήμα αυτό παραμένει μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο και η γεωργική του χρήση δεν επηρεάζεται.

Η ιδιοκτησία αυτή ωφελείται μεν από την κατασκευή της νέας οδού, λόγω της απόκτησης προσώπου και της πρόσβασης στην παράπλευρη οδό, η οποία προσφέρει νέες δυνατότητες ανάπτυξης, παράλληλα όμως χάνει τη δυνατότητα δόμησης που θα μπορούσε να αποκτήσει κατόπιν συνένωσής του με όμορα ακίνητα, αφού βρίσκεται ολόκληρο μέσα στη ζώνη των 40 μ.

από το όριο της απαλλοτρίωσης, όπου δεν επιτρέπεται η δόμηση. Με τα δεδομένα αυτά κρίνεται ότι πρέπει να περιοριστεί κατά ποσοστό 80% η επιβάρυνσή του λόγω αυταποζημίωσης, καθώς και των υποχρεώσεών του προς τρίτους. 10) Η ιδιοκτησία 126 ήταν εκτός σχεδίου αγρός ποτιστικός, ήταν άρτια και οικοδομήσιμη, ως έχουσα εμβαδόν 12.720,2 τ.μ.

και είχε πρόσωπο σε αγροτική οδό. Το εναπομένον εκτός απαλλοτρίωσης τμήμα της ιδιοκτησίας αυτής αποκτά πρόσωπο και πρόσβαση στην αριστερή παράπλευρη οδό SR9L και μέσω αυτής αποκτά πρόσβαση στο νέο αυτοκινητόδρομο, επίσης αποκτά πρόσωπο χωρίς δυνατότητα πρόσβασης στον κλάδο KL-B, ενώ απέχει από τον κόμβο της Ρίγανης 1000 μ.

περίπου. Το τμήμα αυτό παραμένει άρτιο, αλλά όχι οικοδομήσιμο επειδή βρίσκεται ολόκληρο μέσα στη ζώνη των 40 μ. από το όριο της απαλλοτρίωσης, όπου δεν επιτρέπεται η δόμηση και η γεωργική του χρήση επηρεάζεται σημαντικά λόγω της σημαντικής μείωσης της επιφάνειάς του, ενώ η Ιονία οδός στη θέση του ακινήτου αυτού έχει κατασκευαστεί σε όρυγμα.

Με τα δεδομένα αυτά κρίνεται ότι η ιδιοκτησία αυτή δεν ωφελείται από την κατασκευή της νέας οδού.

11) H ιδιοκτησία 129 ήταν εκτός σχεδίου αγρός ποτιστικός, ήταν άρτια και οικοδομήσιμη, ως έχουσα εμβαδόν μεγαλύτερο των 4.000 τ.μ. και είχε πρόσωπο σε αγροτική οδό. Το εναπομένον εκτός απαλλοτρίωσης τμήμα της ιδιοκτησίας αυτής αποκτά πρόσωπο στο νέο αυτοκινητόδρομο και πρόσβαση α' αυτόν μέσω αγροτικής οδού, αφού η άμεση πρόσβαση δεν είναι δυνατή, διότι πρόκειται για κλειστό αυτοκινητόδρομο, ενώ απέχει από τον κόμβο της Ρίγανης 2.000 μ.

περίπου. Το τμήμα αυτό παραμένει άρτιο και οικοδομήσιμο και η γεωργική του χρήση δεν επηρεάζεται, ενώ η Ιονία οδός έχει κατασκευαστεί στη θέση του ακινήτου σε όρυγμα. Με τα δεδομένα αυτά κρίνεται ότι η ιδιοκτησία αυτή δεν ωφελείται από την κατασκευή της νέας οδού. 12) Η ιδιοκτησία 131 ήταν εκτός σχεδίου αγρός ποτιστικός, ήταν άρτια και οικοδομήσιμη, ως έχουσα εμβαδόν μεγαλύτερο των 4.000 τ.μ.

και είχε πρόσωπο σε αγροτική οδό πλάτους 5.00 μ. Το εναπομένον εκτός απαλλοτρίωσης τμήμα της ιδιοκτησίας αυτής αποκτά πρόσωπο και πρόσβαση στον κλάδο KL-A, αποκτά πρόσωπο στον νέο αυτοκινητόδρομο, αλλά όχι άμεση πρόσβαση σ' αυτό, αφού πρόκειται για κλειστό αυτοκινητόδρομο, αλλά αποκτά πρόσβαση σ' αυτόν μέσω αγροτικής οδού και της δεξιάς παράπλευρης οδού SR11R, ενώ απέχει από τον κόμβο της Ρίγανης 100 μ.

περίπου. Το τμήμα αυτό παραμένει άρτιο, αλλά όχι οικοδομήσιμο, διότι ολόκληρο βρίσκεται μέσα στη ζώνη των 40 μ. από το όριο της απαλλοτρίωσης, όπου δεν επιτρέπεται η δόμηση και η γεωργική του χρήση δεν επηρεάζεται. Με τα δεδομένα αυτά κρίνεται ότι η ιδιοκτησία αυτή δεν ωφελείται από την κατασκευή της νέας οδού. 13) Η ιδιοκτησία 133 ήταν εκτός σχεδίου, αγρός ποτιστικός, άρτια και οικοδομήσιμη, ως έχουσα εμβαδόν μεγαλύτερο των 4.000 τ.μ.

και είχε πρόσωπο σε αγροτική οδό πλάτους 5.50 μ. Το εναπομένον εκτός απαλλοτρίωσης τμήμα της ιδιοκτησίας αυτής αποκτά πρόσωπο και πρόσβαση στη δεξιά παράπλευρη οδό SR11R και μέσω αυτής και του κλάδου KL-D του κόμβου της Ρίγανης από τον οποίο απέχει 200 μ. περίπου, αποκτά πρόσβαση στο νέο αυτοκινητόδρομο. Το τμήμα αυτό παραμένει άρτιο και οικοδομήσιμο, κατά παρέκκλιση (ΠΔ της 24/31-5-85 άρθρο 1 παρ. 2γ), αφού έχει έκταση μικρότερη των 4.000 τ.μ.

και η γεωργική του χρήση επηρεάζεται μερικώς λόγω μείωσης της επιφάνειάς του. Με τα δεδομένα αυτά κρίνεται αφενός ότι η ιδιοκτησία αυτή ωφελείται από την κατασκευή της νέας οδού, λόγω της απόκτησης προσώπου στη δεξιά παράπλευρη οδό και οι συνολικές επιβαρύνσεις του ακινήτου πρέπει να μειωθούν κατά 20%, λόγω των συνεπειών στη γεωργική του χρήση, ενώ ως προς τα τμήματα 014, Ξ14, 27, 28, 014 εμβαδού 380,70 τ.μ., 24, 29, 30, 31, Π14, 014, 27, 25, 24 εμβαδού 1.753,10 τ.μ., 25, 26, 27, 25 εμβαδού 7,00 τ.μ.

και Ξ14, 26, 27, Ξ14 εμβαδού 55,00 τ.μ. δεν υπάρχει ωφέλεια από την απόκτηση προσώπου στην αρτηρία από τη δυτική πλευρά, αφού δεν υπάρχει δυνατότητα πρόσβασης στη θέση αυτή (κλειστός αυτοκινητόδρομος) και επιπλέον η επιφάνεια του καταστρώματος της αρτηρίας βρίσκεται κατά 5 μ. περίπου ψηλότερα από την επιφάνεια του ακινήτου.14) Η ιδιοκτησία 134 ήταν εκτός σχεδίου, αγρός ποτιστικός, άρτια και οικοδομήσιμη, ως έχουσα εμβαδόν μεγαλύτερο των 4.000 τ.μ.

και είχε πρόσωπο σε αγροτική οδό πλάτους 5.00 μ. Το εναπομένον εκτός απαλλοτρίωσης τμήμα της ιδιοκτησίας αυτής εξακολουθεί να έχει πρόσωπο και πρόσβαση στην αγροτική οδό, η οποία διαπλατύνεται και βελτιώνεται και μέσω αυτής και του κλάδου KL-D του κόμβου της Ρίγανης, από τον οποίο απέχει 250 μ. περίπου, αποκτά πρόσβαση στο νέο αυτοκινητόδρομο.

Το τμήμα αυτό παραμένει άρτιο και οικοδομήσιμο και η γεωργική του χρήση δεν επηρεάζεται. Με τα δεδομένα αυτά κρίνεται αφενός ότι η ιδιοκτησία αυτή ωφελείται από τη βελτίωση της αγροτικής οδού στην οποία έχει πρόσωπο και της σύνδεσής του με την αρτηρία μέσω του ανωτέρω κλάδου, ενώ ως προς το τμήμα Ρ14, Π14, 31, 32, Ρ14 εμβαδού 320,10 τ.μ.

δεν υπάρχει ωφέλεια από την απόκτηση προσώπου στην αρτηρία από τη δυτική πλευρά, αφού δεν υπάρχει δυνατότητα πρόσβασης στη θέση αυτή (κλειστός αυτοκινητόδρομος) και επιπλέον η επιφάνεια του καταστρώματος της αρτηρίας βρίσκεται κατά 5 μ. περίπου ψηλότερα από την επιφάνεια του ακινήτου. 15) Η ιδιοκτησία 137 ήταν εκτός σχεδίου, αγρός ποτιστικός, άρτια και οικοδομήσιμη, ως έχουσα εμβαδόν μεγαλύτερο των 4.000 τ.μ. (5.253,9 τ.μ.) και είχε πρόσβαση σε αγροτική οδό.

Το εναπομένον εκτός απαλλοτρίωσης τμήμα της ιδιοκτησίας αυτής δεν έχει δυνατότητα πρόσβασης στην αρτηρία, στην οποία απέκτησε πρόσωπο, αφού πρόκειται για κλειστό αυτοκινητόδρομο, ο οποίος μάλιστα στη θέση του ακινήτου έχει κατασκευαστεί σε επίχωμα ύψους 4 μ. περίπου. Το τμήμα αυτό απέχει από τον κόμβο της Ρίγανης 500 μ.

περίπου, παραμένει άρτιο κατά παρέκκλιση (ΠΔ 24/31-5-85), αλλά μη οικοδομήσιμο, αφού βρίσκεται ολόκληρο μέσα στη ζώνη των 40 μ. από το όριο της απαλλοτρίωσης, όπου δεν επιτρέπεται η δόμηση και η γεωργική του χρήση επηρεάζεται σημαντικά, λόγω μείωσης της επιφάνειάς του. Με τα δεδομένα αυτά κρίνεται ότι η ιδιοκτησία αυτή δεν ωφελείται από την κατασκευή της νέας οδού. 16) Η ιδιοκτησία 138 ήταν εκτός σχεδίου, αγρός ποτιστικός, άρτια και οικοδομήσιμη, ως έχουσα εμβαδόν μεγαλύτερο των 4.000 τ.μ.

και είχε πρόσβαση σε αγροτική οδό. Το εναπομένον εκτός απαλλοτρίωσης τμήμα της ιδιοκτησίας αυτής δεν έχει δυνατότητα άμεσης πρόσβασης στην αρτηρία, στην οποία απέκτησε πρόσωπο, αφού πρόκειται για κλειστό αυτοκινητόδρομο, ο οποίος μάλιστα στη θέση του ακινήτου έχει κατασκευαστεί σε όρυγμα, αλλά έχει πρόσβαση σ' αυτή (αρτηρία) μέσω αγροτικής οδού και της οδού Ρίγανης - Παλαιομάνινας.

Το τμήμα αυτό απέχει από τον κόμβο της Ρίγανης 4.000 μ. περίπου, παραμένει άρτιο και οικοδομήσιμο και η γεωργική του χρήση δεν επηρεάζεται. Με τα δεδομένα αυτά κρίνεται ότι η ιδιοκτησία αυτή δεν ωφελείται από την κατασκευή της νέας οδού, αφού δεν έχει δυνατότητα άμεσης πρόσβασης και η επιφάνεια του καταστρώματος αυτής βρίσκεται χαμηλότερα από το ακίνητο κατά 4 μ.

περίπου. 17) Η ιδιοκτησία 139 ήταν εκτός σχεδίου, αγρός ποτιστικός, άρτια και οικοδομήσιμη, ως έχουσα εμβαδόν μεγαλύτερο των 4.000 τ.μ. (5.116,2 τ.μ.) και είχε πρόσβαση στο υφιστάμενο δίκτυο. Το εναπομένον εκτός απαλλοτρίωσης τμήμα της ιδιοκτησίας αυτής δεν έχει δυνατότητα πρόσβασης στην αρτηρία, στην οποία απέκτησε πρόσωπο, αφού πρόκειται για κλειστό αυτοκινητόδρομο, ο οποίος μάλιστα στη θέση του ακινήτου έχει κατασκευαστεί σε επίχωμα ύψους 4 μ.

περίπου. Το τμήμα αυτό απέχει από τον κόμβο της Ρίγανης 600 μ. περίπου, παραμένει άρτιο κατά παρέκκλιση, αλλά μη οικοδομήσιμο, αφού βρίσκεται ολόκληρο μέσα στη ζώνη των 40 μ. από το όριο της απαλλοτρίωσης, όπου δεν επιτρέπεται η δόμηση και η γεωργική του χρήση επηρεάζεται σημαντικά λόγω της μείωσης της επιφάνειάς του.

Με τα δεδομένα αυτά κρίνεται ότι η ιδιοκτησία αυτή δεν ωφελείται από την κατασκευή της νέας οδού, αφού δεν έχει δυνατότητα πρόσβασης στην αρτηρία. 18) Η ιδιοκτησία 145 ήταν εκτός σχεδίου, αγρός ποτιστικός, άρτια και οικοδομήσιμη, ως έχουσα εμβαδόν μεγαλύτερο των 4.000 τ.μ. (7.447,4 τ.μ.) και είχε πρόσβαση στο υφιστάμενο δίκτυο.

Το εναπομένον εκτός απαλλοτρίωσης τμήμα της ιδιοκτησίας αυτής δεν έχει δυνατότητα πρόσβασης στην αρτηρία, στην οποία απέκτησε πρόσωπο, αφού πρόκειται για κλειστό αυτοκινητόδρομο, ο οποίος μάλιστα στη θέση του ακινήτου έχει κατασκευαστεί σε επίχωμα ύψους 4 μ. περίπου. Το τμήμα αυτό απέχει από τον κόμβο της Ρίγανης 650 μ.

περίπου, παραμένει άρτιο κατά παρέκκλιση, αλλά μη οικοδομήσιμο, αφού βρίσκεται ολόκληρο μέσα στη ζώνη των 40 μ. από το όριο της απαλλοτρίωσης, όπου δεν επιτρέπεται η δόμηση και η γεωργική του χρήση επηρεάζεται σημαντικά λόγω της μείωσης της επιφάνειάς του. Με τα δεδομένα αυτά κρίνεται ότι η ιδιοκτησία αυτή δεν ωφελείται από την κατασκευή της νέας οδού, αφού δεν έχει δυνατότητα πρόσβασης στην αρτηρία. 19) Η ιδιοκτησία 146 ήταν εκτός σχεδίου, αγρός ποτιστικός, άρτια και οικοδομήσιμη, ως έχουσα εμβαδόν μεγαλύτερο των 4.000 τ.μ.

και είχε πρόσβαση σε αγροτική οδό. Το εναπομένον εκτός απαλλοτρίωσης τμήμα της ιδιοκτησίας αυτής δεν έχει δυνατότητα άμεσης πρόσβασης στην αρτηρία, στην οποία απέκτησε πρόσωπο, αφού πρόκειται για κλειστό αυτοκινητόδρομο, ο οποίος μάλιστα στη θέση του ακινήτου έχει κατασκευαστεί σε όρυγμα, αλλά έχει πρόσβαση σ' αυτή (αρτηρία) μέσω αγροτικής οδού και της οδού Ρίγανης - Παλαιομάνινας.

Το τμήμα αυτό απέχει από τον κόμβο της Ρίγανης 4.000 μ. περίπου, παραμένει άρτιο και οικοδομήσιμο και η γεωργική του χρήση δεν επηρεάζεται. Με τα δεδομένα αυτά κρίνεται ότι η ιδιοκτησία αυτή δεν ωφελείται από την κατασκευή της νέας οδού, αφού δεν έχει δυνατότητα άμεσης πρόσβασης στην αρτηρία και η επιφάνεια του καταστρώματος αυτής βρίσκεται χαμηλότερα από το ακίνητο κατά 2 μ.

περίπου. 20) Η ιδιοκτησία 147 ήταν εκτός σχεδίου, αγρός ποτιστικός, άρτια και οικοδομήσιμη, ως έχουσα εμβαδόν μεγαλύτερο των 4.000 τ.μ. και είχε πρόσβαση σε αγροτική οδό. Το εναπομένον εκτός απαλλοτρίωσης τμήμα του ακινήτου αυτού δεν έχει δυνατότητα άμεσης πρόσβασης στην αρτηρία, στην οποία απέκτησε πρόσωπο, αφού πρόκειται για κλειστό αυτοκινητόδρομο, ο οποίος μάλιστα στη θέση του ακινήτου έχει κατασκευαστεί σε όρυγμα, αλλά έχει πρόσβαση σ' αυτή (αρτηρία) μέσω αγροτικής οδού και της οδού Ρίγανης - Πάλαιομάνινας.

Το τμήμα αυτό απέχει από τον κόμβο της Ρίγανης 4.000 μ. περίπου, παραμένει άρτιο και οικοδομήσιμο και η γεωργική του χρήση δεν επηρεάζεται. Με τα δεδομένα αυτά κρίνεται ότι η ιδιοκτησία αυτή δεν ωφελείται από την κατασκευή της νέας οδού, αφού δεν έχει δυνατότητα άμεσης πρόσβασης στην αρτηρία και η επιφάνεια του καταστρώματος αυτής βρίσκεται χαμηλότερα από το ακίνητο κατά 2 μ.

περίπου. 21) Η ιδιοκτησία 152 ήταν εκτός σχεδίου, αγρός ποτιστικός, άρτια και οικοδομήσιμη, ως έχουσα εμβαδόν μεγαλύτερο των 4.000 τ.μ. και είχε πρόσβαση σε αγροτική οδό. Το εναπομένον εκτός απαλλοτρίωσης τμήμα της ιδιοκτησίας αυτής δεν έχει δυνατότητα άμεσης πρόσβασης στην αρτηρία, στην οποία απέκτησε πρόσωπο, αφού πρόκειται για κλειστό αυτοκινητόδρομο, ο οποίος μάλιστα στη θέση του ακινήτου έχει κατασκευαστεί σε επίχωμα ύψους 1,5 μ., αλλά έχει πρόσβαση σ' αυτή (αρτηρία) μέσω αγροτικής οδού και της οδού Ρίγανης - Παλαιομάνινας.

Το τμήμα αυτό απέχει από τον κόμβο της Ρίγανης 4.000 μ. περίπου, παραμένει άρτιο και οικοδομήσιμο και η γεωργική του χρήση επηρεάζεται σημαντικά. Με τα δεδομένα αυτά κρίνεται ότι η ιδιοκτησία αυτή δεν ωφελείται από την κατασκευή της νέας οδού, αφού δεν έχει δυνατότητα άμεσης πρόσβασης στην αρτηρία και η επιφάνεια του καταστρώματος αυτής βρίσκεται ψηλότερα από το ακίνητο κατά 1,5 μ.

περίπου. Επομένως ως προς τις παραπάνω ιδιοκτησίες που δεν ωφελούνται από την απαλλοτρίωση πρέπει να αναγνωριστεί ότι οι ιδιοκτήτες τους αιτούντες δεν υποχρεούνται σε αυτοαποζημίωση και να οριστεί η οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης και για τα ακίνητα αυτά. Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προπαρατεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 § 1 Ν. 653/1977 και 33 § 4 Ν. 2971/2001, τις οποίες και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, καθόσον αφορά τις ιδιοκτησίες με ΑΚΠ 81, 82, 83, 85, 87, 93Β, 99, 126, 133, 134, 137, 139, 145 και 152, δεδομένου ότι προκειμένου να κρίνει την βασιμότητα ή μη του αιτήματος άρσης του τεκμηρίου αυτοαποζημίωσης έλαβε υπόψη του τις ενδεικτικά μνημονευόμενες στο άρθρο 33 § 4 του Ν. 2971/2001 προϋποθέσεις της ύπαρξης ή μη ωφέλειας των ακινήτων, όπως και εκείνη του άρθρου 1 § 3 Ν. 653/1997.

Όσον αφορά όμως τις ιδιοκτησίες με ΑΚΠ 80, 112, 129, 131, 138, 146 και 147, έσφαλε περί την ερμηνεία και εφαρμογή των προαναφερομένων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και αναιρετέα κατέστησε την απόφασή του, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ. Τούτο δε διότι ενώ για τις ιδιοκτησίες αυτές δέχεται ότι έχουν αποκτήσει πρόσωπο επί της διανοιχθείσης οδού και ότι υπάρχει η δυνατότητα πρόσβασης αυτών δια των παραπλεύρων οδών στο έργο που περιλαμβάνεται στη ζώνη απαλλοτρίωσης και ακόμη ότι η γεωργική τους χρήση δεν επηρεάζεται, παρά ταύτα, προβαίνοντας σε εσφαλμένη εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων, έκρινε ότι οι ιδιοκτησίες αυτές δεν ωφελούνται από την κατασκευή της νέας οδού και στη συνέχεια έκανε δεκτό το αίτημα για άρση της υποχρέωσης αυτοαποζημίωσης.

Κατόπιν τούτων ο τρίτος και τελευταίος κατά σειρά λόγος της αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια της εσφαλμένης εφαρμογής των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, καθόσον αφορά τις ιδιοκτησίες με ΑΚΠ 80, 112, 129, 131, 138, 146 και 147, ενώ είναι αβάσιμος και απορριπτέος καθόσον αφορά τις ιδιοκτησίες με ΑΚΠ 81, 82, 83, 85, 93Β, 99, 126, 133, 134, 137, 139, 145 και 152.

Σημειώνεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν πλήττεται και κατά τον γενόμενο με αυτήν καθορισμό τιμής μονάδος των αυτοαποζημιουμένων τμημάτων των προαναφερομένων απαλλοτριωθεισών ιδιοκτησιών.- IV.- Κατόπιν πάντων των προαναφερομένων πρέπει: Α.- Να γίνει εν μέρει δεκτή η αναίρεση και ειδικότερα α) ως προς την με ΑΚΠ 100Α ιδιοκτησία, αναφορικά με τον καθορισμό αποζημίωσης του εκτός απαλλοτρίωσης απομένοντος τμήματος αυτής, και β) ως προς τις με ΑΚΠ 80, 112, 129, 131, 138, 146 και 147 ιδιοκτησίες, αναφορικά με το αίτημα άρσης του τεκμηρίου ωφέλειας αυτών.- Β.- Να απορριφθεί αυτή α) ως προς τις με ΑΚΠ 93Β, 97, 99, 137, 139 και 145 ιδιοκτησίες, αναφορικά με τον καθορισμό αποζημίωσης των εκτός απαλλοτρίωσης απομενόντων τμημάτων αυτών, και β) ως προς τις με ΑΚΠ 81, 82, 83, 85, 87, 93 Β, 99, 126, 133, 134, 137, 139, 145 και 152 ιδιοκτησίες, αναφορικά με το αίτημα άρσης του τεκμηρίου ωφέλειας αυτών, όπως εκάστη των προαναφερομένων ιδιοκτησιών - ήτοι τόσο εκείνων ως προς τις οποίες γίνεται δεκτή η αναίρεση όσο και εκείνων ως προς τις οποίες απορρίπτεται - φέρεται ότι ανήκει σε ένα έκαστο των αναιρεσιβλήτων, παραπλεύρως του ονόματος του οποίου αναγράφεται αυτή και ως προς έκαστο των οποίων, αντίστοιχα, γίνεται δεκτή ή απορρίπτεται η αναίρεση.- Γ.- Δεδομένου ότι η προηγουμένως εκδοθείσα επί της ένδικης διαφοράς υπ' αριθμ. 594/2003 απόφαση του Εφετείου Πατρών αναιρέθηκε με την υπ' αριθμ. 485/2011 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, κατ' αποδοχή της από 3.11.2003 αίτησης αναίρεσης και των από 12.10.2006 πρόσθετων λόγων αυτής των ήδη αναιρεσιβλήτων και ότι ήδη αναιρείται και η προσβαλλόμενη απόφαση του δικαστηρίου της παραπομπής, πρέπει να διακρατηθεί η υπόθεση στο Τμήμα αυτό και να εξετασθεί εκ νέου η προαναφερόμενη από 12.9.2002 αίτηση των αναιρεσιβλήτων κατά τα προαναφερόμενα αιτήματά της, αναφορικά με τις ιδιοκτησίες ως προς τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση κρίθηκε ότι πρέπει να αναιρεθεί (άρθρο 580 § 3 Κ.Πολ.Δ., όπως η §3 ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 12 § 4 του Ν. 4055/2012, που, σύμφωνα με το άρθρο 113 αυτού, άρχισε να ισχύει από 2.4.2012).- Δ.- Η δικαστική δαπάνη της παρούσας κατ' αναίρεση δίκης, πρέπει, κατ' εφαρμογή του έχοντος αμφιμερή ισχύ άρθρου 22 § 1 του Ν. 3693/1957, να συμψηφισθεί στο σύνολό της λόγω της μερικής νίκης και μερικής ήττας εκάστου των διαδίκων μερών.- V.- Με την από 12.9.2002 αίτηση, η οποία ερευνάται ήδη κατά τα παρακάτω μνημονευόμενα αιτήματα, ως προς τα οποία είχε ερευνηθεί και με την προσβληθείσα υπό κρίση αίτηση αναίρεσης υπ' αριθμ. 90/2013 απόφαση του Εφετείου Δυτικής Στερεάς και αναφορικά προς τις ιδιοκτησίες ως προς τις οποίες κρίθηκε ότι πρέπει να αναιρεθεί αυτή, οι φερόμενοι ως εικαζόμενοι δικαιούχοι της αποζημίωσης των προαναφερομένων ιδιοκτησιών, εκθέτοντες ότι με την υπ' αριθμ. 1097345/9820/0010/24.11.2000 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ.

απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά για λόγους δημόσιας ωφέλειας και τα αναφερόμενα σ' αυτή ως άνω ακίνητά τους, ζητούν α) τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης για τα απομένοντα εκτός απαλλοτρίωσης τμήματα των προαναφερομένων απαλλοτριωθεισών ιδιοκτησιών τους, τα οποία, κατ' αυτούς, καθίστανται άχρηστα και β) την άρση του τεκμηρίου ωφέλειας των θεωρουμένων από το καθ' ου Ελληνικό Δημόσιο ως αυτοαποζημιουμένων ιδιοκτησιών τους οι οποίες αναφέρονται παραπάνω.

Αυτό το περιεχόμενο και αίτημα έχουσα η ένδικη αίτηση είναι νόμιμη στηριζόμενη ως προς το πρώτο των ως άνω αιτημάτων της στις διατάξεις των άρθρων 17 § 2 του Συντάγματος, 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και 13 § 4 του Ν. 2882/ 2001, όπως η §4 ισχύει μετά την αντικατάστασή της με την §2 του άρθρου 128 του Ν. 4055/2012 (ΦΕΚ 82 τ.

Α'/10.4.2012) και που σύμφωνα με την §9 του άρθρου 146 του ίδιου νόμου εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς κατά την έναρξη ισχύος του απαλλοτριώσεις, όπως είναι και η παρούσα, και ως προς το δεύτερο εξ αυτών (αιτημάτων) σε εκείνες των άρθρων 1 §§ 1, 3, 4 του Ν. 653/1977, όπως νυν ισχύει, και 33 §§ 1 έως και 4 και 37 εδάφ. α' του Ν. 2971/2001.

Συνεπώς, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσία κατά την ειδική διαδικασία των απαλλοτριώσεων η οποία καθορίζεται με τις διατάξεις των άρθρων 18 έως και 20 του ως άνω Ν. 2882/2001 "Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων".- VI.- Κατά το άρθρο 254 Κ.Πολ.Δ., το οποίο, σύμφωνα με το άρθρο 18 § 1 εδάφ. β' του Ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ) εφαρμόζεται και στην προκειμένη ειδική διαδικασία των απαλλοτριώσεων, και με το οποίο θεσπίζεται απόκλιση από το καθιερούμενο με το άρθρο 106 Κ.Πολ.Δ. σύστημα της συζήτησης, το δικαστήριο μπορεί και αυτεπαγγέλτως να διατάξει την επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο η οποία έχει κηρυχθεί περαιωμένη, όταν κατά τη μελέτη της υπόθεσης ή τη διάσκεψη παρουσιάζονται κενά ή αμφίβολα σημεία που χρειάζονται συμπλήρωση ή επεξήγηση.

Συνεπώς, εφόσον, όπως διαπιστώνεται από την έρευνα του οικείου φακέλου, δεν προσάγονται τα κρίσιμα για την ασφαλή διάγνωση της υπόθεσης έγγραφα, τα οποία μνημονεύονται τόσο στην προσβαλλόμενη απόφαση όσο και στις ενώπιον του Εφετείου υποβληθείσες προτάσεις των διαδίκων, από την εκτίμηση του περιεχομένου των οποίων θα οδηγηθεί το Δικαστήριο τούτο στη δημιουργία ή μη δικανικής πεποίθησης περί της βασιμότητας ή όχι των προαναφερομένων δύο αιτημάτων των αιτούντων, αναφορικά με τις ιδιοκτησίες εκείνες ως προς τις οποίες και κρίθηκε ως αναιρετέα η προσβληθείσα ως άνω απόφαση του Εφετείου Δυτικής Στερεάς, πρέπει να διαταχθεί, προς συμπλήρωση του εντεύθεν εμφανιζόμενου κενού, η επανάληψη της επ' ακροατηρίου συζήτησης της προκειμένης υπόθεσης, που θα ορισθεί αρμοδίως, με επιμέλεια του επιμελεστέρου των διαδίκων, προκειμένου να προσκομισθούν κατ' αυτήν τα προαναφερόμενα έγγραφα.-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει, κατά τα εις το σκεπτικό ειδικότερον εκτιθέμενα, την εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των απαλλοτριώσεων υπ' αριθμ. 90/2013 απόφαση του Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας.

Κρατεί την υπόθεση.- Δικάζει επί της από 12.9.2002 αίτησης αναφορικά με τις ιδιοκτησίες και τα αφορώντα αυτές αιτήματα, ως προς οποίες η προαναφερόμενη απόφαση κρίθηκε ότι πρέπει να αναιρεθεί και των οποίων εικαζόμενοι δικαιούχοι της αποζημίωσης για την απαλλοτρίωσή τους φέρονται οι αιτούντες και οι καθολικοί και ειδικοί διάδοχοί τους που προβάλλουν κυριότητα ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα επ' αυτών, οι οποίοι σημειώνονται παραπλεύρως εκάστης των ιδιοκτησιών αυτών.- Αναβάλλει να αποφασίσει οριστικά επί της ουσίας.- Διατάσσει την εις το ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου επανάληψη της συζήτησης της υπόθεσης, κατά τα εις το σκεπτικό ειδικότερον εκτιθέμενα, προκειμένου να προσκομισθούν τα εις αυτό αναφερόμενα έγγραφα, οπότε και θα επακολουθήσει η περαιτέρω συζήτηση αυτής.- Και Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων της παρούσας κατ' αναίρεση δίκης.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Φεβρουαρίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Μαρτίου 2015.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ