Legislator Case Law & Legislation
237/2014 AI generated

237/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 237/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 237 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 237/2014

Legislator headnote

AI generated

237/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 237 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 237/2014

Keywords

AI generated
violation of zoning regulations land use regulation territorial scope of the Treaty sensitive use area deprivation of existing use exclusion zone order
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 237 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 237/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: της Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΕΣΠΕΡΙΑ Α.Ε", που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Κυριάκο Τσέλιο και Απόστολο Γεωργιάδη.

Του αναιρεσιβλήτου: του Ελληνικού Δημοσίου που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών και τον Προϊστάμενο της Κτηματικής Υπηρεσίας Δωδεκανήσου, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Κωνσταντίνο Παπαγεωργίου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ. που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25 Νοεμβρίου 2000 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1535/2002 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 83/2012 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1 Οκτωβρίου 2012 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γεωργέλλης, ανέγνωσε την από 27 Σεπτεμβρίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.

Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους τους στη δικαστική δαπάνη τους.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τις παραγράφους 1 κα.ι 2 του άρθρου 115 του από 11/12-111929 δ/τος "περί διοικήσεως δημοσίων κτημάτων", το οποίο εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 2 του ν. 2466/1929 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 του ν. 5895/1933, όπως περαιτέρω τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με τα άρθρα 20 α.ν. 1540/1938, 19 α.ν. 1919/1939, 2 α.ν. 1925/1951 και 5 παρ.4'του α.ν 263/1968, σε βάρος εκείνων που χωρίς συμβατική σχέση καρπώνονται ή κάνουν χρήση δημόσιων κτημάτων βεβαιώνεται αποζημίωση για το χρονικό διάστημα που έκαναν χρήση. Η αποζημίωση ορίζεται με πρωτόκολλο, το οποίο κοινοποιείται σε αυτόν που καρπώνεται ή χρησιμοποιεί το ακίνητο. Εντός μηνός δικαιούται αυτός να ασκήσει ανακοπή ενώπιον του Ειρηνοδίκη ή του Προέδρου Πρωτοδικών, αναλόγως του ποσού της αποζημίωσης, οι οποίοι, κρίνοντας εκ των ενόντων, ακυρώνουν ή επικυρώνουν το πρωτόκολλο ή περιορίζουν την αποζημίωση. Ήδη μετά την εισαγωγή του ΚΠολΔ, αρμοδιότητα για την εκδίκαση της ανακοπής έχει, ενόψει των άρθρων 3 παρ. 1 και 2 και 4 του ΕισΝΚΠολΔ, το μονομελές πρωτοδικείο, το οποίο, δικάζοντας κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, τέμνει οριστικά τη διαφορά αναφορικά με την οφειλή αποζημίωσης και το ύψος αυτής, γεγονός που δικαιολογεί την υποβολή της σχετικής απόφασης στα προβλεπόμενα ένδικα μέσα της έφεσης και της αναίρεσης (ΟλΑΠ 38/2002). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 2 και 3 του Κτηματολογικού Κανονισμού Δωδεκανήσων (κυβερνητικό διάταγμα 132/1929), διατηρηθέντος σε ισχύ μετά την προσάρτηση της Δωδεκανήσου στην Ελλάδα με το άρθρο 8 του ν. 510/1947, με τις οποίες ορίζεται ότι τα δημόσια κτήματα ανήκουν στην Κυβέρνηση της Κτήσεως (Ελληνικό Δημόσιο) και υποδιαιρούνται σε κτήματα κοινής χρήσης και κτήματα περιουσιακά και ότι μέρος των κτημάτων κοινής χρήσης αποτελούν, μεταξύ άλλων, ο αιγιαλός μέχρι του ορίου του μέγιστου συνήθους χειμέριου κύματος και επιπλέον έξω από τα αστικά κέντρα μία ζώνη δώδεκα μέτρων από το όριο αυτό και οι θαλάσσιες παραλίες μέχρι το όριο κάθε άλλης ιδιοκτησίας δημόσιας ή ιδιωτικής και οι οποίες διατάξεις αποτελούν ειδικό τοπικό δίκαιο και κατισχύουν εκείνης του άρθρου 1 του A.Ν. 2344/1940, που ορίζει επίσης ως αιγιαλό τη βρεχόμενη από τις μέγιστες συνήθεις αναβάσεις του χειμερίου κύματος χερσαία ζώνη, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 967 και 968 ΑΚ, συνάγεται ότι στο νησί της Ρόδου αποτελούν δημόσια κτήματα ο αιγιαλός και η παραλία, όπως οριοθετούνται με τον προαναφερόμενο τρόπο. Ειδικότερα ο αιγιαλός έξω από τα αστικά κέντρα περιλαμβάνει πέραν του ορίου που φθάνει το σύνηθες ανώτατο χειμέριο κύμα και μια λωρίδα πλάτους 12 μέτρων, ενώ η παραλία, για τον καθορισμό της οποίας δεν είναι αναγκαία η τήρηση διοικητικής διαδικασίας (αρθρ. 6 του Ν. 2344/1940) εκτείνεται περάν του αιγιαλού και μέχρι του ορίου κάθε άλλης δημόσιας ή ιδιωτικής ιδιοκτησίας. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο διοικητικός καθορισμός του αιγιαλού με απόφαση της προβλεπόμενης από το άρθρο 2 παρ. 3 του α.ν. 2344/1940 (ήδη αρθρ. 100 του ΠΔ 284/1988) Επιτροπής δεν ενέχει δημιουργικό χαρακτήρα, αφού με βάση τους προαναφερόμενους ορισμούς ο αιγιαλός είναι δημιούργημα της φύσης. Έτσι το ζήτημα του χαρακτηρισμού ενός εδαφικού τμήματος ως αιγιαλού επιλύεται τελικά από το δικαστή, ο οποίος οφείλει να εξειδικεύσει στην απόφαση του τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν τη νομική έννοια του αιγιαλού με το αποδεικτικό πόρισμα που θα συναγάγει σύμφωνα με τους συνήθεις οικονομικούς αποδεικτικούς κανόνες (ΟλΑΠ 24/2000, ΑΠ 332/2010). Για να εξεταστεί ένα τέτοιο ζήτημα στη δίκη που ανοίγεται με την άσκηση ανακοπής κατά του πρωτοκόλλου καθορισμού αποζημίωσης για αυθαίρετη χρήση ή κάρπωση δημόσιου κτήματος, το οποίο αποτελεί προδικαστικό για τη διάγνωση του κύριου ζητήματος, θα πρέπει να προβάλλεται με τους λόγους της ανακοπής, δηλαδή να αμφισβητείται σαφώς με αυτούς η ιδιότητα της επίμαχης έκτασης, ως αιγιαλού ή παραλίας. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, το οποίο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της απόφασης 1535/2002 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, με την οποία απορρίφθηκε επίσης η από 25.11.2000 ανακοπή της κατά του 48/2000 πρωτοκόλλου καθορισμού αποζημίωσης του Προϊσταμένου της Κτηματικής Υπηρεσίας Δωδεκανήσου για αυθαίρετη χρήση κοινόχρηστου χώρου αιγιαλού και παραλίας στην περιοχή Καστράκι του Δήμου Καλλιθέας Ρόδου, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, παραβιάζοντας ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 1 του α.ν. 2344/1940 και 2 και 3 του Κτηματολογικού Κανονισμού Δωδεκανήσου (αρθρ. 8 ν. 510/1947), διότι δέχθηκε ότι η επίμαχη έκταση, για την οποία εκδόθηκε το πιο πάνω πρωτόκολλο, αποτελεί αιγιαλό και παραλία, ιδιότητα την οποία η ίδια αμφισβήτησε με την πρώτο λόγο της ανακοπής της και με τον πρώτο λόγο της έφεσης της, χωρίς να παραθέτει κανένα πραγματικό περιστατικό και ειδικότερα τα φυσικά φαινόμενα (μέγιστες συνήθεις αναβάσεις του χειμέριου κύματος), τα οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση καθορίζουν τα όρια της ζώνης του αιγιαλού και της παραλίας, αρκούμενο απλώς στην επανάληψη των στοιχείων του νόμου, με συνέπεια να είναι αδύνατο να ελεγχθεί εάν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των προαναφερόμενων διατάξεων και έτσι να στερήσει την απόφαση του από τις νόμιμες αιτιολογίες. Με την επίμαχη ανακοπή, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της, εκτίθεται ότι δεν συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις έκδοσης του πρωτοκόλλου, διότι "αν δεν έχει γίνει διοικητικός καθορισμός του αιγιαλού, η διοίκηση οφείλει προκειμένου να εκδώσει πρωτόκολλο.. .να προβεί σε παρεμπίπτουσα και αιτιολογημένη κρίση για τη συνδρομή των φυσικών φαινομένων που καθορίζουν τα όρια του αιγιαλού, ώστε να αποδεικνύεται ότι η χρήση έγινε μέσα στον αιγιαλό, σε αντίθετη δε περίπτωση, όπου τα όρια του αιγιαλού δεν έχουν καθοριστεί με διοικητική πράξη, ούτε προκύπτει από το σχετικό πρωτόκολλο ότι προηγήθηκε καθορισμός τους βάσει των φυσικών φαινομένων, το εν λόγω πρωτόκολλο είναι άκυρο", "δεν γίνεται λόγος στο προσβαλλόμενο πρωτόκολλο για ύπαρξη απόφασης της διοίκησης (Νομάρχη), η οποία να έχει δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και με την οποία να καθορίζονται τα όρια του αιγιαλού και της παραλίας στην περιοχή όπου βρίσκεται το ξενοδοχείο"ΕSPEROS PALACE", σε τρόπο ώστε να αποδεικνύεται η ύπαρξη των κατεδαφιστέων κτισμάτων εντός της ζώνης του αιγιαλού και της παραλίας, γεγονός το οποίο η εταιρία μας (ανακόπτουσα) αμφισβήτησε και αμφισβητεί σφόδρα", "ούτε έχει διατυπωθεί στο προσβαλλόμενο πρωτόκολλο από την εκδούσα αρχή παρεμπίπτουσα και αιτιολογημένη κρίση περί της συνδρομής των φυσικών φαινομένων, τα οποία καθορίζουν τα όρια του αιγιαλού, δηλαδή τις μέγιστες συνήθεις αναβάσεις των κυμάτων, ώστε να αποδεικνύεται ότι τα κατεδαφιστέο κτίσματα βρίσκονται εντός της ζώνης του αιγιαλού". Ακόμη, στο τέλος του δικογράφου αυτού αναφέρεται ότι "ανεξάρτητα και πέρα από το γεγονός ότι η εταιρία μας αμφισβητεί ότι τα αναφερόμενα στο πρωτόκολλο κτίσματα και λοιπές άλλες κατασκευές βρίσκονται μέσα στα όρια του αιγιαλού και της παραλίας, διότι δεν μετέσχε και ούτε κλητεύθηκε να μετάσχει στην οποιαδήποτε εξακρίβωση των ορίων αυτών (αιγιαλού και παραλίας), η μετά παρέλευση τόσου χρόνου σύνταξη και κοινοποίηση του πρωτοκόλλου-συνιστά κατάχρηση δικαιώματος". Από τις αναφορές αυτές γίνεται φανερό ότι η ανακόπτουσα και ήδη αναιρεσείουσα, με την ανακοπή της, προσβάλλοντας το κύρος του ανοκοπτόμενου πρωτοκόλλου, προέβαλε την έλλειψη καθορισμού των ορίων του αιγιαλού και της παραλίας στην κρίσιμη περιοχή με απόφαση της αρμόδιας διοικητικής επιτροπής του άρθρου 2 του α.ν. 2344/1940, αλλά και αμφισβήτησε σαφώς την προσδιοριζόμενη από τη φύση ιδιότητα της επίμαχης έκτασης, ως αιγιαλού και παραλίας. Τους ισχυρισμούς αυτούς η αναιρεσείουσα επανέφερε με τον πρώτο λόγο της έφεσής της, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου αυτής, και ενώπιον του Εφετείου. Επομένως, εφόσον ο προαναφερόμενος κρίσιμος ισχυρισμός προτάθηκε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου κατά τρόπο ορισμένο και παραδεκτό και επαναφέρθηκε νομίμως στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, παραδεκτώς προβάλλεται ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης (ΑΠ 1401/2010, ΑΠ 2186/2007). Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ότι πιθανολογήθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής: : "Με το 48/2000 πρωτόκολλο καθορισμού αποζημίωσης, που εξέδωσε ο Προϊστάμενος της Κτηματικής Υπηρεσίας Δωδεκανήσου, η ανακόπτουσα υποχρεώθηκε να καταβάλει στο καθού η ανακοπή -Ελληνικό Δημόσιο, ως αποζημίωση για αυθαίρετη χρήση αιγιαλού και παραλίας στην περιοχή "Καστράκι" του δημοτικού διαμερίσματος Κοσκινού του Δήμου Καλλιθέας της νήσου Ρόδου, επιφανείας 7.440 τ.μ., το συνολικό ποσό των 123.122.665 δραχμών, για το χρονικό διάστημα από 1.1.1987 έως και 31.10.2000.Η εκκαλούσα δεν αμφισβήτησε και δεν αμφισβητεί την εκ μέρους της κατοχή της άνω εδαφικής έκτασης, την επ' αυτής ανέγερση των προαναφερθέντων κτισμάτων, καθώς και τη χρήση τους από την ίδια, πλην όμως ισχυρίστηκε με τον πρώτο λόγο έφεσης, που αποτελεί και λόγο της ανακοπής της, ότι είναι άκυρο το προσβαλλόμενο πρωτόκολλο, διότι εκδόθηκε χωρίς να τηρηθεί η απαιτούμενη από τα άρθρα 5 και 6 του Α.Ν. 2344/1940 διαδικασία για τον καθορισμό στην περιοχή του επιδίκου του αιγιαλού και της παραλίας, ώστε να αποδεικνύεται η ύπαρξη των κατεδαφιστέων κτισμάτων εντός της ζώνης αιγιαλού ή παραλίας. Επί του άνω λόγου της ανακοπής πρέπει να αναφερθούν τα εξής: .... Υπό την ως άνω έννοια, ο αιγιαλός αποτελεί φυσική δημόσια κτήση και, ως εκ τούτου, δεν απαιτείται ένταξη και ενσωμάτωση του αιγιαλού στη δημόσια κτήση με ειδική πράξη της διοίκησης, αλλά είναι, ως εκ της φύσης του, δημόσιο κτήμα, η δε κατά το άρθρο 2 του Α.Ν 2344/1940 διοικητική πράξη καθορισμού των ορίων του αιγιαλού δεν έχει την έννοια της ένταξης, αλλά γίνεται για το ασφαλές της αναγνώρισης τούτου. Κοινόχρηστο πράγμα επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 5 του ίδιου ως άνω νόμου, αποτελεί και η παραλία, ήτοι η προσαυξάνουσα τον αιγιαλό και προς διαπλάτυνση αυτού οριζόμενη λωρίδα εκ της παρακείμενης ξηράς μέχρι πλάτους 20 μέτρων και τελεί υπό το ίδιο νομικό καθεστώς με τον αιγιαλό... Περαιτέρω, παράλληλα με τις περί αιγιαλού διατάξεις, οι οποίες επεκτάθηκαν και στη Δωδεκάνησο, εφαρμόζεται σ' αυτή η διατηρηθείσα σε ισχύ, δια του άρθρου 8 παρ.2 του Ν. 510/1947, Ιταλική νομοθεσία περί Κτηματολογικού Κανονισμού (Κυβ. Διάταγμα 132/1-9-1929), σύμφωνα με την οποία (αρθρ.2 του Κτηματολογικού Κανονισμού) τα δημόσια κτήματα ανήκουν στην Κυβέρνηση της Κτήσεως και υποδιαιρούνται σε κτήματα κοινής (δημόσιας) χρήσης και σε κτήματα περιουσιακά (της ιδιωτικής περιουσίας του Δημοσίου). Κατά το άρθρο δε 3 του ίδιου Κανονισμού αποτελούν μέρος των κτημάτων κοινής χρήσης: α) ο αιγιαλός, ο οποίος ορίζεται μέχρι του ορίου του μεγίστου συνήθους χειμερίου κύματος, επί πλέον δε αυτός περιλαμβάνει, έξω από τα αστικά κέντρα, μια ζώνη από 12 μέτρα από του ορίου αυτού και β) οι θαλάσσιες παραλίες, οι οποίες ορίζονται μέχρι του ορίου πάσης άλλης ιδιοκτησίας δημοσίας ή ιδιωτικής. Από τις προαναφερθείσες διατάξεις, αυτές του Κτηματολογικού Κανονισμού, που καθιερώνουν ειδικό τοπικό δίκαιο, κατισχύουν της γενικής διάταξης του άρθρου 1 του Α.Ν. 2344/1940 και, επομένως, στη Δωδεκάνησο και δη έξω από τα αστικά κέντρα, ο αιγιαλός περιλαμβάνει, πέραν του ορίου που φθάνει το σύνηθες ανώτατο χειμέριο κύμα, και μια λωρίδα, πλάτους 12 μέτρων, ενώ για την ύπαρξη της παραλίας δεν είναι αναγκαία η τήρηση της διαδικασίας το άρθρου 6 του Ν. 2344/1940, αλλά αυτή εκτείνεται πέραν του αιγιαλού και μέχρι του ορίου κάθε άλλης δημόσιας ή ιδιωτικής ιδιοκτησίας. Στην προκειμένη περίπτωση και ενόψει των προαναφερθέντων, δεν ασκεί κάποια έννομη επιρροή το γεγονός ότι δεν είχε προηγηθεί της έκδοσης του προσβαλλόμενου πρωτοκόλλου η διοικητική χάραξη του αιγιαλού και της παραλίας, όπως εσφαλμένα διατείνεται η εκκαλούσα, αφού η έννοιά τους προσδιορίζεται με σαφή και αδιαμφισβήτητο τρόπο από τον ίδιο τον Κτηματολογικό Κανονισμό, σύμφωνα με την προηγούμενη νομική σκέψη...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε τον πρώτο λόγο έφεσης, αποδεχόμενο ότι ο διοικητικός καθορισμός του αιγιαλού και της παραλίας με απόφαση της αρμόδιας Επιτροπής δεν επηρεάζει το φυσικό χαρακτήρα αυτών ως δημόσιων κτημάτων. Δεν διατύπωσε όμως κανένα αποδεικτικό πόρισμα και δεν διέλαβε καμιά αιτιολογία αναφορικά με το σκέλος του πιο πάνω λόγου έφεσης και του αντίστοιχου λόγου ανακοπής, με το οποίο διατυπώνεται σαφώς εκ μέρους της ανακόπτουσας-εκκαλούσας η αμφισβήτηση των πιο πάνω στοιχείων που συγκροτούν στη συγκεκριμένη περίπτωση τη νομική έννοια του αιγιαλού και της παραλίας. Ειδικότερα δεν αναφέρεται στο διαμορφωθέν κατά πιθανολόγηση αποδεικτικό πόρισμα του Εφετείου αν το επίμαχο εδαφικό τμήμα αποτελεί εδαφική έκταση που εντάσσεται στη βρεχόμενη από το μέγιστο σύνηθες χειμέριο κύμα χερσαία ζώνη και στην αμέσως επόμενη λωρίδα πλάτους 12 μέτρων (αιγιαλός) και πέραν αυτού αν εκτείνεται, ως παραλία, στο συνεχόμενο έδαφος μέχρι το όριο της πρώτης δημόσιας ή ιδιωτικής ιδιοκτησίας. Η έλλειψη αυτή αιτιολογίας καθιστά ανέφικτο τον έλεγχο της συνδρομής των όρων εφαρμογής των πιο πάνω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου στο κρίσιμο για τη διάγνωση του κύρους του προσβαλλόμενου πρωτοκόλλου προδικαστικό ζήτημα της ιδιότητας της επίμαχης έκτασης ως αιγιαλού και παραλίας, δηλαδή ως δημόσιου κτήματος. Επομένως, εφόσον το Εφετείο στέρησε με τον τρόπο αυτό την απόφαση του από τη νόμιμη βάση, είναι βάσιμος ο παραπάνω λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ., Κατ' ακολουθίαν πρέπει ν' αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το βάσιμο τούτο λόγο, παρελκούσης ύστερα από αυτά της έρευνας των λοιπών λόγων της αναιρέσεως και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ.3 Κ.Πολ.Δ. όπως ισχύει, αφού είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλους δικαστές πλην εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Εξάλλου πρέπει το αναιρεσίβλητο να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας μειωμένα όμως κατ' άρθρο 22 ν. 3693/1957 και να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ. αριθ. 83/2012 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές .

Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Δεκεμβρίου 2013.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Φεβρουαρίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ