237/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 237 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 237/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γιαννούλη, Βασίλειο Φούκα, Νικόλαο Λεοντή και ΓεώργÎ...
Legislator headnote
Keywords
Placeholder
Full text
Απόφαση 237 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 237/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γιαννούλη, Βασίλειο Φούκα, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 9 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Σ. Ρ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Κανελλόπουλο.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "GENERALI HELLAS AEAZ", που εδρεύει στην Αθήνα, νομίμως εκπροσωπούμενης, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο της Χρυσούλα Πετρουλέα, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21.05.1998 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2535/2007 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 1700/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 24 Σεπτεμβρίου 2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής ανέγνωσε την από 19 Δεκεμβρίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της 955/27.9.2010 αιτήσεως για αναίρεση της 1700/29-3-2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη 955/27-9-2010 αίτηση αναιρέσεως προβάλλεται η 1700/29-3-2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων. Ειδικότερα, με την 41910/5366/17-6-1999 αγωγή εφέροντο προς διάγνωση αξιώσεις του δι' αυτής ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, απορρέουσες από τη συνομολογηθείσα μεταξύ των διαδίκων σύμβαση ασφαλίσεως. Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε αρχικά η 1235/2001 μη οριστική κατά τούτο απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία τάχθηκε το οικείο σε βάρος του ενάγοντος θέμα αποδείξεως, και στη συνέχεια, μετά την διεξαγωγή τους, η απορριπτική αυτής 2535/2007 οριστική αυτού απόφαση και σε δεύτερο βαθμό, ύστερα από την 9213/8-10-2008 έφεση του ενάγοντος, η 1700/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με απορριπτική επ' αυτής κατ' ουσίαν κρίση, την οποία στήριξε στις ακόλουθες αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της. Ειδικότερα διέλαβε στις αιτιολογίες της, κατ' ακριβή κατά τούτο αντιγραφή τους "Ο ενάγων, δια μέσου του ασφαλιστή του και εξετασθέντος πρώτου μάρτυρος Υ. Δ., απηύθυνε προς την εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία έγγραφη πρόταση για να καλύψει ασφαλιστικά τους κινδύνους από την ανέγερση πολυώροφης οικοδομής με τρία υπόγεια σε οικόπεδο του, το οποίο είναι ανάμεσα σε δύο άλλες πολυώροφες οικοδομές, επί της οδού ... αρ. 12 στην Αθήνα και προκειμένου να εξασφαλιστεί από του5 κινδύνους που διέτρεχε από τυχόν πρόκληση ζημιών σε τρίτους, καθώς και στις όμορες οικοδομές από τις εκσκαφές κατά την ανέγερση της οικοδομής του. Η πρόταση του είχε συμπεριλάβει κάλυψη ασφαλιστικών κινδύνων για πρόκληση σωματικών βλαβών σε τρίτα άτομα μέχρι του ποσού των 50.000.000 δραχμών καθώς και κάθε κίνδυνο που θα μπορούσε να προκαλέσει τυχόν υλικές ζημιές μέχρι του ποσού των 50.000.000 δραχμών. Η εναγομένη, αφού μελέτησε την πρόταση του, του απέστειλε, περί τα τέλη Ιουνίου του έτους 2006 το με αριθμό 1.185 ασφαλιστήριο συμβόλαιο. Στην πρώτη σελίδα του περιγράφεται το προς ασφάλιση έργο, δηλαδή ότι πρόκειται για εκσκαφές και ανέγερση οικοδομής αποτελούμενης από τρία υπόγεια και έξι υπερκείμενους ορόφους, ότι καθορίζεται ως ασφάλιστρο ποσό ύψους 349.999 δραχμών και ότι η διάρκεια τη ασφαλιστικής κάλυψης, η οποία αρχίζει από 23-5-1996, εκτείνεται έως και 23-5-1997. Επίσης, στην εμπρόσθια, πρώτη, σελίδα του παραπάνω ασφαλιστηρίου συμβολαίου αναγράφονται και τα εξής : "Η εταιρεία GENERALI HELLAS, εφ' εξής καλούμενη η 'εταιρεία', υποχρεούται κατά τας διατάξεις των συνημμένων εις το παρόν γενικών και ειδικών όρων και συμφώνως προς τας υπό του ιδίου του σφαλισμένου γενομένας δηλώσεις κατά την υπογραφή της, προτάσεως ασφαλίσεως, όπως αποζημίωση τούτον δια τας προκληθείσας ζημίας συνεπεία των υπό του ασφαλιστηρίου καλυπτομένων κινδύνων. Συνημμένα: Περιγραφή ασφαλιζομένων αντικειμένων-Γενικοί και Ειδικοί όρoι. O ασφαλισμένος αποδέχεται τους γενικούς και τους τυχόν ειδικούς όρους και παραρτήματα του παρόντος ασφαλιστηρίου, αναλαμβάνει δε την ευθύνη για την ακρίβεια όλων των σχετικών με το παρόν ασφαλιστήριο πληροφοριών και κατά συνέπειαν ευθύνεται για τις τυχόν ανακρίβειες ή παραλείψεις".
Συνεπώς, στην εμπρόσθια πρώτη σελίδα του πιο πάνω ασφαλιστηρίου συμβολαίου αναφέρεται ρητά , ότι η ασφαλιστική εταιρεία υποχρεούται να αποζημιώσει τον ασφαλισμένο για προκληθείσες ζημίες, ένεκα των καλυπτομένων από το ασφαλιστήριο συμβόλαιο κινδύνων, σύμφωνα με τις διατάξεις των συνημμένων στο ίδιο ασφαλιστήριο γενικών και ειδικών όρων και σύμφωνα με τις δηλώσεις του ασφαλισμένου κατά την υπογραφή της πρότασης ασφαλίσεως. Εξ άλλου στο τέλος και στο κάτω μέρος της ίδιας παραπάνω εμπρόσθιας σελίδας του ασφαλιστηρίου μνημονεύεται, όπως προαναφέρθηκε ήδη, ρητά, ότι ο ασφαλισμένος ενάγων - εκκαλών αποδέχεται τους γενικούς και τους τυχόν ειδικούς όρους και παραρτήματα του ασφαλιστηρίου. Επισημαίνεται, περαιτέρω, ότι το ασφαλιστήριο αυτό συμβόλαιο προσκομίζει και επικαλείται ο ίδιος ο ενάγων-εκκαλών, τόσο πρωτόδικα, όσο και με τις έγγραφες προτάσεις, που έχει καταθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Συνακόλουθα, η εκ μέρους του προσκομιδή και επίκληση του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, συνεπάγεται, ως προς αυτόν τον διάδικο, δεσμευτικότητα και αποδοχή όλων των όρων αυτού του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, αφού, μάλιστα, ο ίδιος στηρίζει σ' αυτό όλες τις ένδικες αξιώσεις του, απορριπτομένων όλων των προβαλλομένων περί του αντιθέτου με την έφεση ισχυρισμών του ενάγοντος-εκκαλούντος . Στο εσωτερικό , όμως, του ίδιου παραπάνω ασφαλιστηρίου συμβολαίου και , συγκεκριμένα, στις ειδικές εξαιρέσεις του τμήματος II περιλαμβανόταν όρος (υπό στοιχείο 4), σύμφωνα με τον οποίον "οι ασφαλιστές δεν αποζημιώνουν τον ασφαλιζόμενο", εκτός των άλλων περιπτώσεων και ...4. για "ζημίες- σε οποιαδήποτε ιδιοκτησία, προκαλούμενες από δόνηση ή μετακίνηση ή εξασθένηση των θεμελίων ή βλάβη ή από ζημία σε οποιοδήποτε πρόσωπο ή περιουσία, προερχόμενη ή αν είναι αποτέλεσμα, οιασδήποτε τέτοιου είδους ζημίας, (εκτός εάν ήθελε ιδιαιτέρως συμφωνηθεί με την έκδοση πρόσθετης πράξεως)". Ο ενάγων , κατά την περίοδο του καλοκαιριού του έτους 1996 , άρχισε τις εργασίες για την κατασκευή της παραπάνω οικοδομής του και κατά τις αρχές του Αυγούστου του 1996 ξεκίνησε και εκσκαφές στο οικόπεδο του για να φτάσει σε βάθος 10 περίπου μέτρων. Περί τα τέλη, όμως, Αυγούστου του ιδίου έτους (1996) και, παρά το γεγονός, ότι κατά τη διάρκεια των εργασιών ελέγχονταν οι επιφάνειες εκσκαφής και κατασκευάζονταν τοιχεία αντιστήριξης του εδάφους, εμφανίστηκαν ζημίες στις όμορες πολυκατοικίες του παραπάνω οικοπέδου, το οποίο βρίσκεται στους αριθμούς 10 και 14 της οδού .... Αυτές οι προκληθείσες ζημίες , που , αναφορικά με την επί της οδού ... αρ. 14 πολυκατοικία ήσαν ιδιαίτερες εκτεταμένες και σοβαρές, περιγράφονται στην από 26-9-1996 σχετική έκθεση αυτοψίας (για επικίνδυνη οικοδομή, δηλαδή ετοιμόρροπη από στατική και δομική άποψη) του αρμόδιου πολιτικού μηχανικού Ε. Φ., ο οποίος ανήκει στην υπηρεσία της Πολεοδομίας του Δήμου Αθηναίων, η οποία και τον όρισε για να προβεί σε αυτοψία, αφού, προηγουμένως, είχε ειδοποιηθεί και ενημερωθεί σχετικά από τους κατοίκους των πληγεισών πολυκατοικιών, που ήσαν όμορες σε σχέση με το ως άνω υπό ανέγερση οικόπεδο. Σε νέα αυτοψία που ακολούθησε στις 18-11-1996 από τον ίδιο παραπάνω πολιτικό μηχανικό και για την οποία συντάχθηκε πάλι σχετική έκθεση (για επικίνδυνη οικοδομή, δηλαδή ετοιμόρροπη από στατική και δομική άποψη), έγινε καταγραφή νέων ζημιών, επισημάνθηκε η επιδείνωση των αρχικών ζημιών και δόθηκε προθεσμία 10 ημερών στον ενάγοντα και στους συνιδιοκτήτες της πολυκατοικίας επί της οδού ... αρ. 14 , ώστε να υποβληθούν στην αρμόδια Υπηρεσία Πολεοδομίας του Δήμου Αθηναίων -Τμήμα Αυθαιρέτων-Επικινδύνων "όλοι οι έλεγχοι βλαβών στους φέροντες ή μη στοιχεία της ανωτέρω πολυκατοικίας, οι έρευνες υποδείξεων θεμελιώσεως της η καταγραφή και η αξιολόγηση των προαναφερθεισών βλαβών και στη συνέχεια, μελέτη επισκευής και αποκαταστάσεως των ζημιών που είχαν πραγματοποιηθεί προς άρση της επικινδυνότητας της προαναφερομένης πολυκατοικίας, σημειώνοντας περαιτέρω, ότι, μετά την παρέλευση της προθεσμίας, θα διέκοπτε τις εργασίες στην υπό ανέγερση οικοδομή και θα εισηγείτο την εκκένωση πολυκατοικίας. Οι ζημίες, που προαναφέρθηκαν, όλες, οφείλονται σε διαφορικές καθιζήσεις στα θεμέλια των ομόρων κτηρίων, για τη δημιουργία των οποίων συνέβαλε η ύπαρξη διαφορετικών επιπέδων θεμελίωσης στις υφιστάμενες όμορες οικοδομές. Επίσης, το γεγονός, ότι τα θεμέλια τους, στην παρειά της εκσκαφής, ήσαν τελείως επιφανειακά θεμελιωμένα και, μερικώς, πάνω σε μπαζώματα, όπως και η απουσία συνδετήριων δοκών, που να συνδέουν τα επιφανειακώς θεμελιωμένα υποστυλώματα με τα τοιχεία των υπόγειων των οικοδομών, καθώς και το γεγονός, ότι, κατά τη διάρκεια των εκσκαφών ανευρέθηκε στο υπό ανέγερση ως άνω οικόπεδο στάθμη υδάτων που. αφαιρέθηκε με συνεχείς αντλήσεις, συνεπεία των οποίων προκλήθηκε ελαφρά συρρίκνωση του εδάφους των ομόρων του εκσκαπτομένου οικοπέδου οικοδομών (... αρ. 10 και 14), με επακόλουθη μείωση της φέρουσας ικανότητας και αντοχής των εδαφών σε ανάληψη κατακόρυφων φορτίων. Οι δαπάνες για την αποκατάσταση των προκληθείσων ζημιών ανέρχονταν, σύμφωνα με την εκτίμηση των εμπειρογνωμόνων που διορίστηκαν από την εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, στο συνολικό ποσό των 29.419.978 δραχμών. Στο ποσό αυτό συμπεριλαμβανόταν και ποσοστό 3,5% για απρόβλεπτες δαπάνες, καθώς και ποσό 2.674.543 δραχμών ως αμοιβή μηχανικών για τη μελέτη και επίβλεψη της αποκατάστασης των ζημιών. Ο ενάγων προέβη στην αποκατάσταση όλων των προαναφερθεισών ζημιών περί τον μήνα Μάρτιο του έτους 1977, με δικά του συνεργεία και υπό την επίβλεψη των μηχανικών του , ταυτόχρονα με την εκτέλεση του δικού του έργου. Δεν υπάρχει αμφιβολία και δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ούτε και από τον ενάγοντα-εκκαλούντα, ότι οι ως άνω ζημίες, που, όπως προαναφέρθηκε, οφείλονται σε διαφορικές καθιζήσεις στα θεμέλια των όμορων κτηρίων , εμπίπτουν στην εξαίρεση του προαναφερθέντος όρου με αριθμό 4 του τμήματος II (Αστική ευθύνη) του ασφαλιστηρίου συμβολαίου και, ως εκ τούτου δεν καλύπτονται από την ασφαλιστική εταιρεία. Περαιτέρω και σύμφωνα με όλα, όσα προαναφέρθηκαν, όχι μόνο δεν αποδείχθηκε, ότι η εναγομένη εν αγνοία του ενάγοντος περιέλαβε στο εσωτερικό του ασφαλιστηρίου συμβολαίου στις ειδικές εξαιρέσεις του τμήματος II, τον υπό στοιχείο 4 ένδικο όρο, που προέβλεπε τη μη κάλυψη των προαναφερομένων ζημιών , καθώς και ότι ο ενάγων-εκκαλών ανυπαίτια αγνοούσε την ύπαρξη του, με την έννοια ότι δεν κατέστη ποτέ αντικείμενο διαπραγμάτευσης, απορριπτόμενων ως αβασίμων των σχετικών ισχυρισμών του ενάγοντος, αλλά , αντίθετα , αποδείχθηκε ότι ο ενάγων-εκκαλών γνώριζε και πάντως όφειλε να γνωρίζει όλους τους γενικούς και ειδικούς όρους της μεταξύ των διαδίκων ασφαλιστικής συμβάσεως , που αναφέρονται στην πρώτη σελίδα του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, το οποίο ο ίδιος ο ενάγων προσκομίζει , επικαλείται και στηρίζει σ' αυτό όλες τις επίδικες αξιώσεις του. Επίσης, αποδείχθηκε, ότι , από την ημέρα που ο ενάγων -εκκαλών, έμπειρος επιχειρηματίας (εργολάβος οικοδομών), παρέλαβε το ως άνω ασφαλιστήριο -(δηλαδή στα τέλη Ιουνίου 1996, σύμφωνα και με την κατάθεση του προαναφερθέντος μάρτυρος του ενάγοντος ασφαλιστικού του πράκτορα)-, μέχρι τον μήνα Αύγουστο του έτους 1996, είχε όλο το χρονικό περιθώριο να μελετήσει το, όχι ιδιαίτερα πολύπλοκο και ούτε δαιδαλώδες, ασφαλιστήριο συμβόλαιο, που δεν ήταν κάποιο πολυσέλιδο και δυσερμήνευτο κείμενο και να καταγγείλει την ως άνω μεταξύ των διαδίκων σύμβαση, στην περίπτωση, που δεν θεωρούσε αυτή συμφέρουσα για τον ίδιο ή, ακόμη, να ζητήσει την τροποποίηση - βελτίωση των όρων αυτού, συμπεριλαμβανομένου και του επίδικου, με την έκδοση πρόσθετης πράξεως ασφάλισης και για τις ζημίες που οφείλονται στην προαναφερόμενη αιτία. Κι' αυτό, γιατί , όπως αποδείχθηκε, υπήρχε τέτοια δυνατότητα, προσκομίζοντας στην ασφαλιστική εταιρεία πρόσθετα στοιχεία, όπως γεωτεχνική μελέτη, μελέτη αντιστήριξης και στοιχεία για την κατασκευή των γειτνιαζόντων ή όμορων ακινήτων, οπότε θα μπορούσε να επεκταθεί η ασφαλιστική κάλυψη και για ζημίες, που οφείλονται στις προαναφερόμενες αιτίες, με την καταβολή επιπλέον ασφαλίστρων και μεγαλύτερες απαλλαγές. Επίσης, αφού, όπως αποδείχθηκε, η ασφαλιστική σύμβαση καταρτίσθηκε με τη μεσολάβηση του ασφαλιστικού πράκτορα του ενάγοντος Υ. Δ., ο οποίος υπέβαλε την πρόταση ασφαλίσεως προς την εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία και παρέδωσε ο ίδιος το ασφαλιστήριο συμβόλαιο στον ενάγοντα εξάγεται το ασφαλές συμπέρασμα, ότι ο ενάγων -εκκαλών είχε τη δυνατότητα σχετικών συμβουλών και παροχής - συνδρομής πληροφοριών, που δεν στερήθηκε στην προκειμένη περίπτωση. Ειδικότερα, ο προαναφερθείς ασφαλιστικός πράκτορας και εξετασθείς ως μάρτυς αποδείξεως της αγωγής του ενάγοντος λόγω της επαγγελματικής του εμπειρίας, γνώριζε, ότι στα ασφαλιστήρια κάλυψης τέτοιων έργων, όπως η ανέγερση πολυώροφης οικοδομής είναι συνηθισμένη η αναγραφή παρόμοιων, όπως η επίδικη, εξαιρέσεων. Γι' αυτό και είχε τη δυνατότητα - ευχέρεια, αφού ανέμενε την αναγραφή τέτοιου όρου στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο, να ενημερώσει σχετικά τον ασφαλισμένο πελάτη του ενάγοντα και να τον συμβουλεύσει σχετικά, μετά την αποστολή σ' αυτόν του ασφαλιστηρίου συμβολαίου. Εξ άλλου, αποδείχθηκε, ότι, για όλους τους προαναφερθέντες λόγους, η αναγραφή του ως άνω επίδικου όρου στο ίδιο ασφαλιστήριο συμβόλαιο δεν αναιρεί το περιεχόμενο της μεταξύ των διαδίκων-σύμβασης και, συνεπώς, ο όρος αυτός δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ότι είναι καταχρηστικός, σε συνδυασμό μάλιστα με το γεγονός ότι με το ίδιο ασφαλιστήριο καλύπτονται ασφαλιστικά ποικίλοι κίνδυνοι (όπως ζημίες στα όμορα ακίνητα, καθώς και σε τρίτους, από εκδήλωση πυρκαϊάς στο έργο του ενάγοντος-εκκαλούντος, καθώς και επέκταση της με πρόκληση ζημιών σε κτίρια και τρίτους, ζημίες στα όμορα ακίνητα και σε τρίτους από πλημμύρα λόγω του έργου-εκκαλούντος, ζημίες σε όμορα ακίνητα, σταθμευμένα οχήματα τραυματισμούς τρίτων από πτώση οικοδομικών υλικών κατά τη μεταφορά ή ανόρθωση τους με μηχανήματα έργων, ζημίες σε όμορα ακίνητα, καθώς και τρίτους από κατάρρευση τμημάτων της υπό κατασκευή οικοδομής στο υπό ανέγερση ακίνητο του ενάγοντος-εκκαλούντος, ζημίες στα όμορα ακίνητα και στις γειτονικές πολυκατοικίες από την εκτέλεση οικοδομικών εργασιών στο υπό ανέγερση οικόπεδο του ενάγοντος-εκκαλούντος, καθώς και πλείστες άλλες περιπτώσεις κάλυψης ασφαλιστικών κινδύνων, αφού, κατά τη διαδικασία ανέγερσης οικοδομής και την πρόοδο των επ' αυτής εργασιών , είναι πολλές οι περιπτώσεις σχετικά με τις ζημίες που μπορεί να προκληθούν σε τρίτους, καθώς και στα όμορα ακίνητα ώστε να ενεργοποιηθεί κάλυψη αστικής ευθύνης, χωρίς να συμπεριλαμβάνονται στις περιπτώσεις αυτές οι ζημίες σε όμορα ακίνητα, που προέρχονται από δόνηση ή μετακίνηση ή εξασθένηση θεμελίων και που θα μπορούσαν να προκύψουν σε τρίτους , καθώς και σε όμορα κτήρια κατά τη διάρκεια ανέγερσης της πολυκατοικίας, πέρα από αυτούς τους κινδύνους, που οφείλονται στην καθίζηση όμορων ακινήτων και οι οποίοι εξαιρούνται Επομένως, σύμφωνα με τον προαναφερθέντα όρο των ειδικών εξαιρέσεων-, ο οποίος δεν είναι άκυρος ως καταχρηστικός, εφ' όσον δεν μπορεί να κριθεί ότι συνιστά υπέρμετρη δέσμευση της βουλήσεως του εκκαλούντος ή εκμετάλλευση του, αφού ουδόλως αποδείχθηκε κάτι τέτοιο από κάποιο αποδεικτικό στοιχείο, -η υπό κρίση περίπτωση εξαιρείται από την ασφάλιση και η εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία δεν υποχρεούται στην καταβολή του αιτηθέντος ποσού¨. Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνεται ο ηττηθείς εκκαλών μα την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνώνται στη συνέχεια οι διατυπούμενοι δι' αυτής λόγοι αναιρέσεως. Ειδικότερα: Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκείς αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες, Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθ. 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ ούτε εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος, Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφ' όσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις. απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 33 παρ. 2 και 34 του Ν. 2496/1997 και των αναλογικά εφαρμοσμένων άρθρων 24 και 25 ΕισΝΑΚ, συνάγεται ότι η ουσιαστική έναρξη ισχύος του νόμου αυτού επέρχεται έξι μήνες μετά τη δημοσίευσή του στην εφημερίδα της Κυβερνήσεως στις 16.5.1997 και ότι ο νεότερος αυτός νόμος διέπει τις ασφαλιστικές συμβάσεις που συνάπτονται από την έναρξη ισχύος του, καταλαμβάνει δε και τις ασφαλιστικές συμβάσεις που είχαν συναφθεί προηγουμένως, ασφαλιστικές όμως περιπτώσεις που επήλθαν πριν από την ουσιαστική έναρξη ισχύος του (16.11.1997) κρίνονται βάσει των οικείων διατάξεων του ΕμπΝ (αρθρ. 189 επ ΕμπΝ), που καταργήθηκαν με το άρθρο 33 παρ. 2 του προαναφερομένου νεοτέρου νομού, Τέλος από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 185, 189 και 192 του ΑΚ, 189 και 192 του ΕμπΝ προκύπτει ότι η σύναψη της αμφοτεροβαρούς σύμβασης της ασφάλισης προϋποθέτει πρόταση του αντισυμβαλλομένου και αποδοχή του ασφαλιστή. Η πρόταση (πριν από την ισχύ του ν. 2496/1997) γίνεται ατύπως, η δε ασφαλιστική σύμβαση καταρτίζεται με απλή συναίνεση των μερών και λογίζεται καταρτισμένη αφότου ο ασφαλιστής αποδεχθεί την περί ασφαλίσεως αίτηση. Η αποδοχή μπορεί να εκδηλωθεί και σιωπηρώς, με ενδεικτικά αναφερόμενες περιπτώσεις εκείνες της αποστολής του ασφαλιστηρίου εγγράφου και της με οποιοδήποτε τρόπο ειδοποίησης. Το ασφαλιστήριο αποτελεί αποδεικτικό και όχι συστατικό της σύμβασης έγγραφο, εκδίδεται δε από τον ασφαλιστή από τον οποίο υπογράφεται, χωρίς να απαιτείται και υπογραφή από τον ασφαλιζόμενο. Συνέπεια του αποδεικτικού χαρακτήρα του ασφαλιστηρίου είναι ότι μεταξύ των συμβληθέντων δεν χωρεί απόδειξη με μάρτυρες, εκτός αν το έγγραφο χάθηκε (άρθρο 394 παρ. 2 ΚΠολΔ). Οι περιεχόμενοι σ' αυτό γενικοί και ειδικοί όροι από τους οποίους οι ειδικοί επικρατούν των γενικών δεσμεύουν τον ασφαλιζόμενο και όταν ακόμη δεν το υπέγραψε, εφόσον σ' αυτό στηρίζει τις αξιώσεις του, το επικαλείται και το προσκομίζει στο δικαστήριο. Σε συνέπεια με τις νομικές αυτές παραδοχές η προβαλλόμενη με τον πρώτο κατά σειρά λόγο αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, με την έννοια της εκ πλαγίου παραβιάσεως της διατάξεως του άρθρου 2 παρ. 5 του ν. 2496/1997, οι προϋποθέσεις εφαρμογής του οποίου δεν συντρέχουν, εφόσον πρόκειται για ασφαλιστικό κίνδυνο που επήλθε κατά το έτος 1996, πριν από την έναρξη ισχύος του (16-11-1997), ελέγχεται, εριδομένη επί αναληθούς από νομική άποψη προϋποθέσεως, ως αβάσιμη. Κατά τα λοιπά στις σημειούμενες στην αρχή της παρούσης αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως με πληρότητα και σαφήνεια διαλαμβάνεται ότι ο αναιρεσείων γνώριζε τον επίμαχο τέταρτο ειδικό όρο της διατυπούμενης στο 1185 έγγραφο συμβάσεως ασφαλίσεως, το οποίο επικαλείται και προσκομίζει προς θεμελίωση των φερομένων προς διάγνωση αξιώσεών του, κατά το περιεχόμενο του οποίου δεν καλύπτονται "ζημίες σε οποιαδήποτε ιδιοκτησία, προκαλούμενες από δόνηση ή μετακίνηση ή εξασθένηση των θεμελίων ή βλάβη ή ζημία σε οποιοδήποτε πρόσωπο ή περιουσία, προερχομένη ή αν είναι αποτέλεσμα, οποιασδήποτε τέτοιου είδους ζημίας (εκτός εάν ήθελε ιδιαιτέρως συμφωνηθεί με την έκδοση πρόσθεσης πράξεως)", περίπτωση στην οποία εμπίπτει και ο θεμελιωτικός των αξιώσεων του αναιρεσείοντος, ασφαλιστικός κίνδυνος. Επομένως όμοια αρνητικά αξιολογείται ως αβάσιμη, η αυτή αναιρετική αιτίαση, θεωρουμενην από την απόφαση του προισχύσαντος του ν. 2496/1997 νομικού καθεστώτος (ΕμπΝ 189, 192).
ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται για (ευθεία) παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου αν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα δεκτά από εκείνο, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή εφαρμόσει αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή με επαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 6 του ν. 2251/1994 "περί προστασίας των καταναλωτών", όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του με το άρθρο 10 παρ 24 στοιχ. β του ν. 2741/1999, οι όροι των συναλλαγών, δηλαδή οι όροι που έχουν διατυπωθεί έκ των προτέρων για αόριστο αριθμό μελλοντικών συμβάσεων, απαγορεύονται και είναι άκυροι, αν έχουν ως αποτέλεσμα την διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή, όπως είναι και ο ασφαλισμένος με ομαδικό ασφαλιστήριο σε ασφαλιστική εταιρεία, στον οποίο αυτή, χωρίς ουσιαστική διαπραγμάτευση, αλλά με βάση προδιατυπωμένους όρους, παρέχει, εκτός άλλων, κάλυψη κινδύνων ζωής ή ατυχήματος. Ο καταχρηστικός χαρακτήρας τέτοιου γενικού όρου ενσωματωμένου σε σύμβαση, κρίνεται αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή υπηρεσιών, το σύνολο των ειδικών συνθηκών κατά τη σύναψη της και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης ή άλλης σύμβασης από την οποία αυτή εξαρτάται. Ο περιέχων τη διάταξη αυτή νόμος 2251/1994, αποτελεί ενσωμάτωση στο εθνικό δίκαιο της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 5-4-1993 "σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες συμβάσεων που συνάπτονται με τους καταναλωτές". Στο άρθρο 3 παρ. 1 της εν λόγω οδηγίας ορίζεται, ότι "ρήτρα σύμβασης που δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης, θεωρείται καταχρηστική, όταν, παρά την απαίτηση της καλής πίστης, δημιουργεί εις βάρος του καταναλωτή σημαντική ανισορροπία ανάμεσα στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις των μερών, τα απορρέοντα από τη σύμβαση". Περαιτέρω, εκτός από την ανωτέρω γενική ρήτρα για την καταχρηστικότητα των Γ.Ο.Σ. που συνεπάγονται διατάραξη της συμβατικής ισορροπίας, η οποία πρέπει να είναι ουσιώδης ή σημαντική (ΟλΑΠ 6/2006), στην παράγραφο 7 του άρθρου 2 του ν. 2251/1994 απαριθμούνται ενδεικτικώς και τριάντα μία περιπτώσεις γενικών όρων που θεωρούνται άνευ ετέρου (per se ) καταχρηστικοί, χωρίς ως προς αυτούς να ερευνάται η συνδρομή των προϋποθέσεων της γενικής ρήτρας, αφού αυτοί θεωρούνται κατ' αμάχητο τεκμήριο ότι έχουν καταχρηστικό χαρακτήρα. Στις περιπτώσεις αυτές περιλαμβάνεται και η υπό το στοιχείο ιγ', σύμφωνα με την οποία καταχρηστικοί είναι και εκείνοι οι όροι, που αποκλείουν ή περιορίζουν υπέρμετρα την ευθύνη του προμηθευτή. Κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, οι οποίες ως προς τον έλεγχο των ΓΟΣ αποτελούν εξειδίκευση του γενικού κανόνα του άρθρου 281 του ΑΚ, με τα αναφερόμενα σ' αυτές κριτήρια για την κρίση της ακυρότητας ή μη ως καταχρηστικών των όρων αυτών, λαμβάνεται υπόψη, κατά κύριο λόγο, το συμφέρον του καταναλωτή με συνεκτίμηση όμως της φύσεως των αγαθών ή υπηρεσιών που αφορά η σχετική σύμβαση, καθώς και του σκοπού της, πάντοτε δε στα πλαίσια επιτεύξεως σχετικής ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων μερών. Τα συμφέροντα, η διατάραξη της ισορροπίας των οποίων εις βάρος του καταναλωτή, μπορεί να χαρακτηρίσει έναν γενικό όρο άκυρο ως καταχρηστικό, πρέπει να είναι ουσιώδη, η διατάραξη δε αυτή πρέπει να είναι ιδιαίτερα σημαντική σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστεως. Προς τούτο λαμβάνονται υπόψη τα συμφέροντα των συμβαλλόμενων στη συγκεκριμένη σύμβαση μερών και εξετάζεται ποιο είναι το συμφέρον του προμηθευτή, διατήρηση του όρου που ελέγχεται και ποιο είναι εκείνο του καταναλωτή για κατάργησή του. Οι ΓΟΣ, τέλος, πρέπει, σύμφωνα με την αρχή της διαφάνειας, να παρουσιάζουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών κατά τρόπο ορισμένο, ορθό και σαφή και κατανοητό, ώστε ο καταναλωτής να είναι σε θέση να διαγνώσει έκ των προτέρων κρίσιμα στοιχεία ή μεγέθη της σύμβασης. Οι όροι που καθορίζουν τη σχέση μεταξύ παροχής και αντιπαροχής και το κύριο αντικείμενο της συμβάσεως, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 2 της Οδηγίας, δεν υπόκεινται κατ' αρχάς σε έλεγχο από άποψη καταχρηστικότητος, κατ' άρθρο 2 του ν. 2251/1994, τούτο, όμως, υπό την προϋπόθεση ότι έχουν διατυπωθεί κατά τρόπο σαφή και κατανοητό, υπό την προϋπόθεση δηλαδή ότι δεν έχει παραβιασθεί η αρχή της διαφάνειας (ΟλΑΠ 15/2007). Ανεξάρτητα από το γεγονός ότι ο επίμαχος τέταρτος όρος της συμβάσεως ασφαλίσεως και η συνομολογούμενη δι' αυτού εξαίρεση από την ασφαλιστική κάλυψη συνδέεται με το κύριο αντικείμενο αυτής και τη σχέση μεταξύ παροχής και αντιπαροχής με βάση την οποία προσδιορίζεται το ασφάλιστρο, και με την έννοια αυτή δεν ελέγχεται από άποψη καταχρηστικότητας, στις πλήρεις και σαφείς περί τούτου αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως διαλαμβάνονται πραγματικά περιστατικά τα οποία δικαιολογούν την κατ' ορθή εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 2 παρ. 6 του ν. 2251/1994 καταληκτικό αυτής αποδεικτικό πόρισμα αξιολογήσεως του εν λόγω όρου ως μη καταχρηστικού και την κατά παραδοχή της σχετικής περί τούτου ενστάσεως της αναιρεσίβλητης απόρριψη ως κατ' ουσίαν αβάσιμης της κατ' αυτής απευθυνομένης αγωγής του αναιρεσείοντος. Επομένως οι διατυπούμενες με τον απομένοντα προς έρευνα δεύτερο και τελευταίο κατά σειρά λόγο αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠΔ, με την έννοια της ευθείας και εκ πλαγίου παραβιάσεως της εν λόγω διατάξεως, να ελέγχονται ως αβάσιμες. Συνακόλουθα αυτών πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, με παράλληλη καταδίκη του αναιρεσείοντος στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις το οποία ορίζει στο ποσό των 2700 ,00 ευρώ. (ΚΠολΔ 183).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 955/27-9-2010 αίτηση για αναίρεση της 1700/29.3.3010 αίτηση για αναίρεση της 1700/29.3.2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, η οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2700,00) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 23 Ιανουαρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Φεβρουαρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ