237/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 237 / 2011 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 237/2011
Legislator headnote
AI generated237/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 237 / 2011 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 237/2011
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 237 / 2011 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 237/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Ζώη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση, Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή και Ιωάννα Λούκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Μ. Χ.-Π. Ρ., το γένος Κ. Μ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Γεωργίου Κατσαμπάνη και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα και τον Γενικό Γραμματέα Περιφέρειας Αττικής, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Χρήστο Μητκίδη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/11/2008 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Εφετείο Αθηνών.
Εκδόθηκε η 5021/2009 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17/5/2010 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ιωάννα Λούκα ανέγνωσε την από 16/9/2010 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 7§1 εδ. α' του Ν. 2882/2001, η οποία ταυτίζεται με την διάταξη του άρθρου 7§1 του προϊσχύσαντος Ν.Δ 797/1971, η αναγκαστική απαλλοτρίωση συντελείται με την καταβολή στον δικαστικώς αναγνωρισθέντα ή στον αληθινό δικαιούχο της
αποζημίωσης που προσδιορίσθηκε προσωρινά ή οριστικά κατά τον παρόντα νόμο ή με την
δημοσίευση στην εφημερίδα της Κυβερνήσεως γνωστοποίησης, ότι η αποζημίωση κατατέθηκε στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, κατά το επόμενο άρθρο 8. Κατά την διάταξη δε του άρθρου 9§4 του αυτού νόμου, όποιος δεν κλητεύθηκε, ούτε έλαβε μέρος στη δίκη για τον καθορισμό της αποζημίωσης δικαιούται να ασκήσει με αίτηση την αξίωσή του για καθορισμό μεγαλύτερης οριστικής αποζημίωσης, κατά το άρθρο 21 του παρόντος νόμου, μέσα σε πέντε έτη από την συντέλεση της απαλλοτρίωσης και σε περίπτωση που αποδεδειγμένα έλαβε γνώση, μέσα σε έξι μήνες από τότε που αυτός έλαβε γνώση. Οι παραπάνω προθεσμίες των πέντε (5) ετών και έξι (6) μηνών επιβλήθηκαν από λόγους δημοσίου συμφέροντος που επιβάλλουν την άρση της αβεβαιότητας και την εντός ευλόγου χρόνου εκκαθάριση των δημιουργούμενων από την αναγκαστική απαλλοτρίωση σχέσεων. Ο σκοπός αυτός δεν αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 17 του Συντάγματος που προστατεύει την ιδιοκτησία ούτε του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ που προστατεύει την περιουσία ούτε του άρθρου 6 παρ. 1 της ίδιας Συμβάσεως που διασφαλίζει το δικαίωμα προσβάσεως και απονομής της Δικαιοσύνης (βλ. Ολ.ΑΠ 17/2006). Εξ άλλου, κατά την μεταβατική διάταξη του άρθρου 29 του ιδίου νόμου, οι διατάξεις περί παραγραφής και προθεσμιών του παρόντος εφαρμόζονται και επί απαλλοτριώσεων που κηρύχθηκαν από 1-2-1971 και εφεξής, εφ' όσον οι σχετικές αξιώσεις έχουν γεννηθεί αλλά δεν έχουν παραγραφεί, κατά την έναρξη της ισχύος αυτού. Εάν ο χρόνος της παραγραφής και των προθεσμιών που ορίζεται από τις διατάξεις του παρόντος είναι βραχύτερος εκείνου που ορίζεται από τις λοιπές διατάξεις, τότε από την έναρξη ισχύος του παρόντος ισχύει ο βραχύτερος και αρχίζει από αυτή. Αν ο χρόνος της παραγραφής και των προθεσμιών με βάση τις παλαιές διατάξεις συμπληρώνεται νωρίτερα από τον βραχύτερο χρόνο που ορίζεται από τις διατάξεις του παρόντος, η παραγραφή ή προθεσμία συμπληρώνεται με την πάροδο του χρόνου που ορίζεται από τις παλαιές διατάξεις. Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών, προκύπτει, ότι οι περί παραγραφής και προθεσμιών διατάξεις του Ν. 2882/2001, εν όψει του ότι από τον προϊσχύσαντα Ν. 797/1971 δεν προβλέπετο προθεσμία ασκήσεως της αιτήσεως για τον καθορισμό της οριστικής αποζημιώσεως, εφαρμόζονται και για τις απαλλοτριώσεις που έχουν κηρυχθεί από 1-2-1971 και εφεξής, ο δε χρόνος ενάρξεως είναι εκείνος που ορίζεται από τις νέες διατάξεις και στην προκειμένη περίπτωση, που δεν προεβλέπετο τέτοια προθεσμία και επομένως δεν μπορεί να γίνει λόγος για βραχύτερο ή μακρύτερο χρόνο, από της ισχύος του Ν. 2882/2001, δηλαδή από 7-5-2001. Επομένως, για απαλλοτριώσεις που έχουν κηρυχθεί μετά την 1-2-1971 και η συντέλεση έλαβε χώρα προ της ενάρξεως της ισχύος του Ν. 2882/2001, η προθεσμία για την άσκηση της αξιώσεως για τον καθορισμό μεγαλύτερης αποζημιώσεως εκείνου που δεν έλαβε μέρος, ούτε κλήθηκε στη δίκη για τον καθορισμό της αποζημιώσεως είναι πενταετής και αρχίζει από 7-5-2001 και στην περίπτωση κατά την οποία αποδεικνύεται ότι έχει λάβει γνώση είναι εξάμηνη και αρχίζει πάλι από 7-5- 2001, εκτός εάν η γνώση ανάγεται σε χρόνο μετά την χρονολογία αυτή, οπότε αρχίζει από της γνώσεως (Ολ.ΑΠ 17/2006). Όμως, η ανωτέρω αυτοτελής προθεσμία, προς άσκηση της αιτήσεως, για τον καθορισμό μεγαλύτερης αποζημιώσεως, ισχύει σε κάθε περίπτωση. Επομένως, η εξάμηνη προθεσμία, από της γνώσεως του καθορισμού της αποζημιώσεως, προς άσκηση της αιτήσεως, ισχύει μόνον στην περίπτωση που δεν παρήλθε πενταετία από την συντέλεση της απαλλοτριώσεως από της ενάρξεως ισχύος του Ν. 2882/2001 (7-5-2001), κατά τα ανωτέρω. Τούτο έχει την έννοια ότι, αν ο αιτών έλαβε γνώση του καθορισμού της αποζημιώσεως προ του χρόνου συμπληρώσεως της πενταετούς προθεσμίας, η αίτηση όμως ασκήθηκε μετά την συμπλήρωση της προθεσμίας αυτής, τότε η άσκησή της είναι εκπρόθεσμος (βλ. ΑΠ 174/2009, ΑΠ 2173/2009). Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, εσωτερικού ή διεθνούς. Ο κανόνας παραβιάζεται, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είτε με ψευδή ερμηνεία, η οποία υπάρχει, όταν αποδίδεται στον κανόνα δικαίου διαφορετική έννοια από την αληθινή, είτε με μη ορθή εφαρμογή, η οποία συντελείται όταν εφαρμόζεται κανόνας, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή όταν δεν εφαρμόζεται, ενώ έπρεπε να εφαρμοσθεί ή όταν εφαρμόσθηκε εσφαλμένως.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Αθηνών κρίνοντας επί αιτήσεως της ήδη αναιρεσείουσας για τον καθορισμό πρόσθετης αποζημιώσεως για την απαλλοτριωθείσα έκταση ιδιοκτησίας της και ιδιαίτερης αποζημιώσεως για την εναπομείνασα έκταση δέχθηκε ανελέγκτως ως προκύψαντα από τις αποδείξεις τα ακόλουθα: "Κατά τη διαδικασία της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης που επικαλείται η αιτούσα, κατόπιν αιτήσεως του Ελληνικού Δημοσίου, εκδόθηκε ερήμην του νομίμως κλητευθέντος πατέρα αυτής Κ. Μ. στο όνομα του οποίου ήταν καταχωρημένη η υπ' αρ. 80 επίδικη ιδιοκτησία στον κτηματολογικό πίνακα, αρχικώς η υπ' αρ. 866/1996 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η οποία καθόρισε την προσωρινή αποζημίωση της εδαφικής έκτασης για ακίνητα όπως αυτό της αιτούσας στο ποσό των 40.000 δραχμών ή ευρώ 117,38 το τ.μ. και για τα επικείμενα κατά τα αναφερόμενα σε αυτή και τελικώς η υπ' αρ. 1729/1997 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου η οποία καθόρισε την οριστική αποζημίωση για την εν λόγω εδαφική έκταση σε μικρότερο του ανωτέρω ποσό και δη σε αυτό των 25.000 δραχμών ή ευρώ 73,36 το τ.μ. και για τα επικείμενα κατά τα αναφερόμενα σε αυτή. Η παρακατάθεση της προσωρινής αποζημίωσης έγινε υπό του καθ' ου υπέρ αυτών που θα αναγνωρισθούν δικαιούχοι στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων στις 24.10.1996 με το υπ' αρ. 3458/24.10.1996 γραμμάτιο συστάσεως παρακαταθήκης και δημοσιεύθηκε στο φύλλο με αριθ. 1299 τ. Δ'/11.11.1996 της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως η σχετική ειδοποίηση. Με τη δημοσίευση της ειδοποίησης περί παρακατάθεσης κατά τα άνω της προσωρινής αποζημίωσης επήλθε η συντέλεση της απαλλοτρίωσης κατ' άρθρο 7 § 1 του Ν.Δ.797/1971 που ίσχυε κατά το χρόνο της παρακατάθεσης, αφού η παρακατάθεση για τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης και της δικαστικής δαπάνης που επιδικάζεται κατ' άρθρο 18 § 4 του ΚΑΑΑ και της αμοιβής των πληρεξουσίων δικηγόρων των δικαιούχων προβλέφθηκε αργότερα με τη συμπλήρωση του ταυτοσήμου με το παραπάνω άρθρο, άρθρου 7 § 1 του ΚΑΑΑ που ισχύει από 7.5.2001, με το άρθρο 31 του ν. 3130/2003, πέραν του ότι στη κρινόμενη περίπτωση τόσο η αιτούσα όσο και ο πατέρας αυτής δεν είχαν λάβει μέρος στις σχετικές δίκες καθορισμού της αποζημίωσης και ως εκ τούτου δεν είχαν υποβληθεί σε δικαστική δαπάνη. Με βάση αυτά και τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, εφόσον πρόκειται για απαλλοτρίωση που κηρύχθηκε μετά την 1.2.1971 και η συντέλεσή της έλαβε χώρα πριν από την έναρξη ισχύος του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ) η προθεσμία για την άσκηση από την αιτούσα η οποία δεν κλητεύθηκε ούτε έλαβε μέρος στη δίκη για τον καθορισμό της αποζημίωσης της αξίωσής της για τον καθορισμό μεγαλύτερης οριστικής αποζημίωσης στην οποία εμπίπτει και η ιδιαίτερη αποζημίωση των εναπομενόντων τμημάτων της επίδικης ιδιοκτησίας ήταν πενταετής, που άρχιζε από την ισχύ του Ν. 2882/2001 στις 7.5.2001 και έληγε στις 7.5.2006 (ΑΠ 174/2009 ο.π.). Η άσκηση της άνω αξίωσης της αιτούσας με την υπό κρίση αίτηση που κατατέθηκε στις 24.11.2008 (αρ. ΒΑΒ 1188/2008) και επιδόθηκε στις 26.11.2008 έγινε μετά την πάροδο της άνω προθεσμίας, ο δε ισχυρισμός αυτής ότι δεν έχει παρέλθει εξάμηνο από τις αρχές Οκτωβρίου 2008 που έλαβε γνώση του καθορισμού της αποζημίωσης και αληθής υποτιθέμενος είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής. Πρέπει επομένως μετά παραδοχή ως βασίμου κατ' ουσίαν της σχετικής ένστασης του καθ' ου, η υπό κρίση αίτηση να απορριφθεί ως απαράδεκτη λόγω της εκπρόθεσμης άσκησής της.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τις προαναφερόμενες διατάξεις τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε. Επομένως οι πρώτος, κατά το πρώτο μέρος του, δεύτερος κατά το πρώτο μέρος του, τρίτος, και έκτος λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους αποδίδονται στην απόφαση πλημμέλειες από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ κρίνονται απορριπτέοι ως αβάσιμοι ενώ ο τέταρτος λόγος με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ κρίνοντα απορριπτέοι ως αβάσιμοι ενώ ο τέταρτος λόγος με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος αφού η αίτηση καθορισμού αποζημιώσεως απορρίφθηκε ως εκπρόθεσμη χωρίς ουσιαστική έρευνα της υποθέσεως. Περαιτέρω απορριπτέοι ως αβάσιμοι κρίνονται οι πρώτος και κατά το δεύτερο μέρος του και πέμπτος λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους αποδίδεται στην απόφαση αιτίαση από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και τούτο γιατί όχι παρά το νόμο το Εφετείο απέρριψε ως απαράδεκτη την αίτηση της αναιρεσείουσας. Εν τέλει οι δεύτερος κατά το δεύτερο μέρος του και ο έβδομος λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ενόψει των παραδοχών της αποφάσεως ότι η απαλλοτρίωση συντελέσθηκε πριν από την έναρξη ισχύος του Ν. 2882/2001 (7.5.2001) και ότι η αίτηση ενώπιον του Εφετείου ασκήθηκε μετά την πάροδο της οριζόμενης στο νόμο προθεσμίας των πέντε (5) ετών, ήτοι ασκήθηκε την 24.11.2008, είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς. Σε κάθε δε περίπτωση οι περιεχόμενες στο αναιρετήριο αιτιάσεις ότι η αναιρεσείουσα έλαβε γνώση του καθορισμού της αποζημιώσεως τον Οκτώβριο μήνα του έτους 2008, δηλαδή δύο περίπου μήνες πριν από την άσκηση της αιτήσεως ενώπιον του Εφετείου πρέπει να απορριφθούν πάλι ως αλυσιτελείς ενόψει των παραδοχών της αποφάσεως, ότι η αίτηση ενώπιον του Εφετείου ασκήθηκε μετά τη συμπλήρωση της πενταετούς προθεσμίας αρχομένης από 7.5.2001. Κατ' ακολουθία όλων των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου (ΚΠολΔ 176, 183).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17.5.2010 αίτηση της Μ. συζ. Χ.-Π. Ρ. για αναίρεση της 5021/2009 τελεσίδικης αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Νοεμβρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Φεβρουαρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ