237/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 1 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20 Μαρτίου 2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 24/2006 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 285/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 25 Μαΐου 2007 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated237/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Όταν όμως με την αγωγή του εργολάβου ζητείται αμοιβή για εργασίες που έγιναν από αυτόν καθ'υπέρβαση μεν του προϋπολογισμού αλλά με βάση πρόσθετες συμφωνίες που καταρτίσθηκαν μεταξύ των διαδίκων κατά τη διάρκεια της εκτέλεσης του έργου τότε δεν απαιτείται ως στοιχείο της αγωγής να αναφέρεται σ'αυτή και ότι ο εργολάβος ειδοποίησε τον εργοδότη για την ανάγκη της υπέρβασης και αρκεί η επίκληση της κατάρτισης των πρόσθετων συμφωνιών.
Full text
Απόφαση 237 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 237/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 1 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ......, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Αθανασόπουλο, με δήλωση κατ' αρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΑΙΔΙΚΩΝ ΚΑΙ ΕΦΗΒΙΚΩΝ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΩΝ" που εδρεύει στην ...... και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Κων/νο Μαρμαρινό.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20 Μαρτίου 2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 24/2006 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 285/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 25 Μαΐου 2007 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γεωργέλλης, ανέγνωσε την από 20 Νοεμβρίου 2008 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο τρίτος λόγος της αναίρεσης και να απορριφθούν οι λοιποί.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 697 του Α.Κ. αν ο εργολάβος δεν εγγυήθηκε την ακρίβεια του προϋπολογισμού καί προκύπτει ανάγκη να γίνει ουσιώδης υπέρβασή του , ο εργοδότης μπορεί να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση παρέχοντας στον εργολάβο αμοιβή για τις εργασίες που εκτελέστηκαν έως την υπαναχώρηση. Ο εργολάβος οφείλει να ειδοποιήσει χωρίς υπαίτια καθυστέρηση τον εργοδότη ότι εμφανίζεται ανάγκη να γίνει υπέρβαση του προϋπολογισμού, διαφορετικά χάνει κάθε αξίωση για την επί πλέον δαπάνη ή εργασία.
Από τις διατάξεις του άρθρου αυτού προκύπτει ότι σε περίπτωση που καταρτίστηκε σύμβαση έργου με βάση προϋπολογισμό την ακρίβεια του οποίου δεν εγγυήθηκε ο εργολάβος (ενδεικτικό) για να δικαιούται ο τελευταίος να προβάλλει αξιώσεις για επιπλέον δαπάνη ή εργασία για ουσιώδη υπέρβασή του αναγκαία προϋπόθεση είναι να είχε ειδοποιήσει χωρίς υπαίτια καθυστέρηση τον εργοδότη για την εμφανιζόμενη ανάγκη υπέρβασης του προϋπολογισμού .Η ειδοποίηση αυτή που σκοπό έχει να λάβει γνώση ο εργοδότης για την εμφανιζόμενη ανάγκη υπέρβασης του προϋπολογισμού ώστε να του δοθεί η δυνατότητα να σταθμίσει τα συμφέροντά του και ν'αποφασίσει αν θα ασκήσει η όχι το δικαίωμα της υπαναχώρησης που του παρέχεται από την ίδια διάταξη, αποτελεί στοιχείο της αγωγής του εργολάβου για την καταβολή της αμοιβής του για την εργασία που έγινε καθ'υπέρβαση του προϋπολογισμού.
Όταν όμως με την αγωγή του εργολάβου ζητείται αμοιβή για εργασίες που έγιναν από αυτόν καθ'υπέρβαση μεν του προϋπολογισμού αλλά με βάση πρόσθετες συμφωνίες που καταρτίσθηκαν μεταξύ των διαδίκων κατά τη διάρκεια της εκτέλεσης του έργου τότε δεν απαιτείται ως στοιχείο της αγωγής να αναφέρεται σ'αυτή και ότι ο εργολάβος ειδοποίησε τον εργοδότη για την ανάγκη της υπέρβασης και αρκεί η επίκληση της κατάρτισης των πρόσθετων συμφωνιών.
Στη προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής προκύπτει ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων εξέθεσε σ'αυτή τα ακόλουθα : Ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσίβλητος οργανισμός δια της σ'αυτή αναφερομένης εκπροσώπου του που ενεργούσε για λογαριασμό του κατόπιν σχετικής εξουσιοδοτήσεως του Διοικητικού Συμβουλίου του, ανέθεσε σ'αυτόν ως εργολάβο στις 14-4-2003 την κατασκευή των ηλεκτρολογικών εγκαταστάσεων βιβλιοθήκης στην ......
στον ισόγειο χώρο επιφανείας 126 τ.μ. και στον ημιώροφο (πατάρι) επιφανείας 62 τ.μ. τριωρόφου κτιρίου. Πιο συγκεκριμένα με βάση και το σχετικό γραπτό ενδεικτικό προϋπολογισμό (προσφοράς) του, του ανατέθηκε και αυτός αποδέχτηκε να κατασκευάσει με δικά του υλικά 106 τρέχοντα μέτρα γραμμών καναλιών αντί συμφωνηθείσης αμοιβής 48 ευρώ ανά τρέχον μέτρο και να τοποθετήσει 55 τεμάχια φωτιστικά αντί συμφωνηθείσης αμοιβής 70 ευρώ για το καθένα πλέον Φ.Π.Α 18% επί των αμοιβών αυτών.
Επίσης ο εναγόμενος στις 16-9-2003 δια της ιδίας εκπροσώπου του του ανέθεσε την κατασκευή των ηλεκτρολογικών εγκαταστάσεων βιβλιοθήκης στον ...... του νομού ...... στο ισόγειο επιφανείας 172 τ.μ. διωρόφου κτιρίου .Πιο συγκεκριμένα με βάση και τον από 16-9-2003 ενδεικτικό προϋπολογισμό (προσφοράς )του ανατέθηκε και αυτός αποδέχθηκε να κατασκευάσει με υλικά δικά του 120 τρέχοντα μέτρα γραμμών με κανάλια αντί συμφωνηθείσης αμοιβής 48 ευρώ για κάθε τρέχον μέτρο και την τοποθέτηση 48 τεμαχίων φωτιστικών αντί συμφωνηθείσης αμοιβής 70 ευρώ για το καθένα, πλέον Φ.Π.Α. 18% επί των αμοιβών αυτών.
Τόσο κατά τη διάρκεια εκτέλεσης του πρώτου έργου όσο και του δευτέρου με πρόσθετες συμφωνίες που συνήψε ο ενάγων με την ίδια εκπρόσωπο του εναγομένου του ανατέθηκε και η εκτέλεση των εις την αγωγή αναφερομένων πρόσθετων εργασιών που αρχικά δεν είχαν προβλεφθεί αλλά προέκυψαν στη συνέχεια και ήταν αναγκαίες αντί των τρεχουσών αμοιβών.
Το πρώτο έργο με τις πρόσθετες εργασίες εκτελέστηκε και παραδόθηκε στον εναγόμενο στις 15-5-2003 και η συνολική του αμοιβή μαζί με τον Φ.Π.Α.ανήλθε στο ποσό των 51.934,16 ευρώ για την οποία εξέδωσε το με αριθ. ...... τιμολόγιο και για το οποίο ο εναγόμενος στις 31-7-2003 του κατέβαλε τον αναλογούντα Φ.Π.Α 7.922,16 ευρώ, αναγνωρίζοντας κατ'αυτόν τον τρόπο τις επίδικες αξιώσεις του ποσού 44.012 ευρώ.
Το δεύτερο έργο εκτελέστηκε και παραδόθηκε στον εναγόμενο στις 11-10-2003 και η συνολική του αμοιβή μαζί με τον Φ.Π.Α. ανήλθε στο ποσό των 12779,40 ευρώ από το οποίο μετ'αφαίρεση της προκαταβολής από 1500 ευρώ απέμεινε υπόλοιπο 11.279.40 ευρώ για το οποίο και εξέδωσε το με αριθ. ...... τιμολόγιο. Με βάση τα πραγματικά αυτά περιστατικά ζήτησε ο ενάγων να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του καταβάλλει το συνολικό ποσό της αμοιβής του από 55.291,40 ευρώ με το νόμιμο τόκο του μεν ποσού των 44,012 ευρώ από τις 16-5-2003 το δε ποσό των 11.279,40 από τις 12-10-2003 άλλως από της επίδοσης της αγωγής.
Επικουρικά ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του καταβάλλει νομιμότοκα το ίδιο χρηματικό ποσό με βάση τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού για το λόγο ότι κατά τα ποσά αυτά ο εναγόμενος κατέστη πλουσιώτερος σε βάρος της περιουσίας του χωρίς νόμιμη αιτία.
Από το άρθρο 904 ΑΚ προκύπτει ότι η αγωγή του αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι επιβοηθητικής ουσιαστικά φύσεως και μπορεί να ασκηθεί μόνον όταν λείπουν οι προϋποθέσεις της αγωγής από την σύμβαση ή την αδικοπραξία, εκτός αν θεμελιώνεται σε πραγματικά περιστατικά διαφορετικά ή πρόσθετα από εκείνα στα οποία στηρίζεται η αγωγή από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία και υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση (επικουρικώς), της απόρριψης της κύριας βάσης της αγωγής, από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία. Στη προκειμένη περίπτωση η από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό επικουρικά ασκούμενη αγωγή στηρίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίζεται και η αγωγή από τη σύμβαση και όχι σε διαφορετικά ή πρόσθετα και δεν ασκείται για τη περίπτωση που λείπει ή είναι ανίσχυρη η αξίωση από τη σύμβαση.
Συνεπώς το Εφετείο που την απέρριψε ως αόριστη διότι δεν επικαλείται ο ενάγων ότι ασκείται για την περίπτωση που λείπει ή είναι ανίσχυρη η αξίωση από τη σύμβαση δεν παραβίασε την ανωτέρω διάταξη και γι'αυτό ο έκτος λόγος από το άρθρο 559 αριθ.1 με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος.
Ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 11 πλήσσει την προσβαλλόμενη απόφαση για σφάλματα, τα οποία έχουν γίνει κατά την έρευνα της αλήθειας ή όχι των πραγματικών περιστατικών με βάση τα οποία καταστρώνεται η ελάσσων πρόταση (οντολογική) του νομικοί συλλογισμού, επομένως ο λόγος αυτός της αναίρεσης δεν μπορεί να δημιουργηθεί , όταν το δικαστήριο της ουσίας απορρίπτει την αγωγή ως απαράδεκτη ή νόμω αβάσιμη αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν προβαίνει σε έρευνα των πραγματικών περιστατικών. Επομένως οι τρίτος τέταρτος και πέμπτος λόγοι της αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 11 με τους οποίους προβάλλονται αιτιάσεις σχετικές με τα αποδεικτικά μέσα είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι καθόσον η αγωγή για τη ζητηθείσα πρόσθετη αμοιβή για την οποία και μόνο πρόκειται εδώ απορρίφθηκε όπως προκύπτει από της προσβαλλομένη απόφαση ως αόριστη.
Από τη διάταξη του άρθρου 873 ΑΚ σαφώς συνάγεται ότι η αναφερόμενη σ` αυτή αυτοτελής και ετεροβαρής ενοχή από έγγραφη αφηρημένη υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους γεννιέται στην περίπτωση που τα μέρη είχαν πρόθεση να δημιουργήσουν ενοχή ανεξάρτητα από την αιτία, πράγμα που θέλει εξακριβωθεί από αυτή την ίδια τη δήλωση και τις περιστάσεις, γι` αυτό δε και δεν βλάπτει απλή αναφορά της αιτίας όταν αυτή μάλιστα γίνεται αορίστως (Ολ.
ΑΠ 2088/1986). Εξάλλου, η σύμβαση με την οποία αναγνωρίζεται από κάποιον η υποχρέωση που αυτός έχει από ορισμένη αιτία δεν προβλέπεται μεν ρητά στον Αστικό Κώδικα, ισχύει όμως με βάση το άρθρο 361 του Κώδικα αυτού το οποίο καθιερώνει την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων. Αυτή η σύμβαση διαφέρει από την ως άνω σύμβαση αφηρημένης υπόσχεσης ή αναγνώρισης χρέους (άρθρο 873 ΑΚ), ιδρύει νέα, αυτοτελή και ανεξάρτητη από την αιτία, βάση υποχρέωσης, με συνέπεια εκείνος που αναγνωρίζει την από ορισμένη αιτία οφειλή του να μη μπορεί πλέον να προτείνει τις ενστάσεις τις οποίες είχε από την κύρια αιτία.
Η εν λόγω αιτιώδης αναγνώριση χρέους, κατ` αντίθεση προς την αφηρημένη αναγνώριση χρέους, δεν υπόκειται σε τύπο, εκτός εάν με τη σύμβαση αναγνωρίζεται υποχρέωση, για την ανάληψη της οποίας ο νόμος απαιτεί την τήρηση τύπου, οπότε πρέπει να τηρηθεί ο τύπος αυτός και για τη σύμβαση αναγνώρισης. Στη προκειμένη περίπτωση με βάση το ανωτέρω περιεχόμενο της αγωγής δεν περιλαμβάνεται σ'αυτή και βάση από αιτιώδη αναγνώριση χρέους με την έννοια της δημιουργίας νέας αυτοτελούς ενοχής ανεξάρτητης της αιτίας αφού δεν γίνεται λόγος στην αγωγή για κατάρτιση τέτοιας σύμβασης μεταξύ των διαδίκων η δε ως άνω αναφορά έχει απλώς την έννοια της απλής επιβεβαίωσης της οφειλής από τη σύμβαση.
Επομένως το Εφετείο που δεν ασχολήθηκε με τέτοια από αιτιώδη αναγνώριση βάση δεν παρέλειψε παρά το νόμο να λάβει υπόψη του προταθέντα από τον αναιρεσείοντα πράγματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης γι αυτό και ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα πρέπει ν'απορριφθεί ως αβάσιμος.
Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι Το Εφετείο έκρινε αόριστη την ανωτέρω αγωγή του αναιρεσείοντος κατά το μέρος που εζητείτο με αυτή το ποσό των 37.231 ευρώ για πρόσθετες εργασίες που δεν προβλεπόταν στον ενδεικτικό προϋπολογισμό και που αυτός εκτέλεσε με βάση πρόσθετες συμφωνίες διότι δεν αναφέρεται σ'αυτή ότι ο αναιρεσείων χωρίς υπαίτια καθυστέρηση ειδοποίησε τον εργοδότη του ότι εμφανίσθηκε ανάγκη προς υπέρβαση του ενδεικτικού προϋπολογισμού και με βάση τη κρίση του αυτή επικύρωσε την πρωτόδική απόφαση που είχε κρίνει όμοια απορρίπτοντας την έφεση του αναιρεσείοντος. Έτσι ,όμως που έκρινε το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω διατάξεις καθώς και αυτές των άρθρων 681,682 του ΑΚ αφού αξίωσε για το ορισμένο της αγωγής περισσότερα στοιχεία από αυτά που απαιτούνται κατά νόμο και επιπρόσθετα δεν έλαβε υπόψη τον ασκούντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ισχυρισμό ότι οι πρόσθετες (πέραν του ενδεικτικού προύπολογισμού εργασίες) έγιναν με βάση πρόσθετες συμφωνίες που καταρτίστηκαν μεταξύ των διαδίκων κατά τη διάρκεια εκτελέσεως του έργου και ακόμη παρά το νόμο κήρυξε ακυρότητα, γι'αυτό και πρέπει να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος αναίρεσης και κατά τα τρία αυτού σκέλη από το άρθρο 559 αριθ. 1,8 και 14 Κ.Πολ.Δ.αντίστοιχα.
Κατ' ακολουθίαν πρέπει ν' αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά παραδοχή του προαναφερθέντος λόγου της αναίρεσης και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την με αριθμ. 285/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Ιανουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Φεβρουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ