Legislator Case Law & Legislation
237/2007 AI generated

237/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 237/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 237 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Legislator headnote

AI generated

237/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 237 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Keywords

AI generated
dismissal for economic reasons dismissal of employee dismissal in retaliation suspension of employee refusal of employer termination of construction contract
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 237 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 237/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ανδρέα Μαρκάκη, Ηλία Γιαννακάκη, Αθανάσιο Θεμέλη, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: .... , η οποία παραστάθηκε με το δικηγόρο της Νικόλαο Χατζημιχάλη.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΓΡΑΜΜΗ Α.Ε. ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΚΑΙ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗ ΜΕΣΩΝ ΜΑΖΙΚΗΣ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ", που εδρεύει στην Αθήνα, εργάζεται στη Παλλήνη Αττικής, έχει τεθεί υπό ειδική εκκαθάριση, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.δ. 3562/1956 και εκπροσωπείται νόμιμα από τους ειδικούς διαχειριστές και εκκαθαριστές της. Παραστάθηκε ο νόμιμος εκπρόσωπος αυτής (ειδικός εκκαθαριστής) και διόρισε στο ακροατήριο πληρεξούσιο δικηγόρο του τον Κωνσταντίνο Παπαδημητρίου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/6/2003 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1145/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6754/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3/11/2005 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Ζιάκας, ανέγνωσε την από 3/11/2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Οι διατάξεις των άρθρων 1, 2 παρ. 1 και 2, 5 παρ. 3, 6, 7, 8 παρ. 1, 9 παρ. 10, 17 Ν.Δ 3562/1956 (Τ.Α΄ αριθ. της Ε της Κ 226 της 8-10-1956 "περί υπαγωγής Ανωνύμων Εταιριών υπό την Διοίκησιν και διαχείρισιν των πιστωτών και θέσεων αυτών υπό ειδικήν εκκαθάρισιν", όπως ισχύουν μετά το ν.δ. 1159/1972, ορίζουν ότι: άρθρ. 1 παρ.1 "ανώνυμοι εταιρίαι παύουσαι τας πληρωμάς αυτών δύνανται, αντί να κηρυχθούν εις κατάστασιν πτωχεύσεως, να τεθούν κατά τας διατάξεις του παρόντος νόμου: α)Είτε υπό την διοίκησιν και διαχείρισιν των πιστωτών, β)είτε υπό ειδικήν εκκαθάρισιν. 2)Παύσις πληρωμών, κατά την έννοιαν του παρόντος νόμου, υφίσταται αφ΄ ής ανώνυμος εταιρία, λόγω οικονομικών δυσχερειών, περιέλθη εις υπερημερίαν περί την πληρωμήν χρέους αυτής". Αρθρ. 2 παρ. 1 "επί των τέλει της υπαγωγής αυτής εις μίαν των εν τω προηγουμένω άρθρω καταστάσεων, η ανώνυμος εταιρία τίθεται, δι΄ αποφάσεως του αρμοδίου προς κήρυξιν της πτωχεύσεως δικαστηρίου υπό προσωρινήν διαχείρισιν. παρ. 2.- Η κατά την προηγουμένην παράγραφον απόφασις εκδίδεται εφ΄ όσον συντρέχουν οι κάτωθι προϋποθέσεις: α)Διαπιστωθεί παύσις των πληρωμών της ανωνύμου εταιρίας, β...., γ.....". Αρθρ. 5 παρ. 3 "το Δικαστήριο δεχόμενον την αίτησιν διορίζει διαχειριστήν της εταιρίας...". Άρθρο 6 παρ. 2 "Από της επομένης ημέρας της υποβολής της αιτήσεως των πιστωτών προς την επιτροπήν του άρθρου 3 του παρόντος, η Διοίκησις της Εταιρίας στερείται του δικαιώματος να διαθέτει τα περιουσιακά στοιχεία της επιχειρήσεως, ως και της εν γένει διαχειρίσεως αυτής. Μέχρις εν τούτοις αναλήψεως υπό του διαχειριστού των καθηκόντων του, καθήκοντα διαχειριστού ασκεί η διοίκησις της εταιρίας, υποχρεουμένη εις λογοδοσίαν προς τον διαχειριστήν". Αι ως άνω στερήσεις αίρονται, εάν η επιτροπή αποφανθή κατά της αιτήσεως των πιστωτών, ή το δικαστήριο κρίνη την αίτησιν αυτών απαράδεκτον". Άρθρο 7 "Από της επομένης της ημέρας της υποβολής της αιτήσεως των πιστωτών προς την επιτροπή του άρθρου 3 του παρόντος απαγορεύεται η αναγκαστική εκτέλεσις η λήψις παντός ασφαλιστικού μέτρου, ως και η κήρυξις πτωχεύσεως ένεκα οφειλών γεγενημένων προ της ως άνω αιτήσεως, η δε αρξαμένη διαδικασία εκτελέσεως αναστέλλεται. Η υποβολή της προς την επιτροπήν του άρθρου 3 αιτήσεως αποδεικνύεται διαβεβαιώσεως του γραμματέως αυτής". Άρθρο 8 παρ. 1 "Ο διαχειριστής προβαίνει εις πάσαν ενδεικνυομένην ενέργειαν προς συντήρησιν της περιουσίας και, εφόσον κρίνει τούτο επωφελές, συνέχισιν της επιχειρήσεως ή των οικονομικώς αποδοτικωτέρων αυτής μονάδων. Ούτω συλλέγει τους καρπούς και τα εισοδήματα, συνάπτει δάνεια, παρέχει ενέχυρα, καταβάλλει τας αποδοχάς του προσωπικού ....εκπροσωπεί την εταιρίαν εις πάσας τας σχέσεις ως και ενώπιον των δικαστηρίων και πάσης άλλης αρχής......". Άρθρο 9 παρ. 10 "Εάν δι΄ οιονδήποτε λόγον δεν επέλθει, κατά τα εν ταις παρ. 4-7 συμφωνία μεταξύ των συνελεύσεων των πιστωτών και των μετόχων, η εταιρία παραμένει υπό προσωρινήν διαχείρισιν, του διαχειριστού υποχρεουμένου να συγκαλέσει την συνέλευσιν των πιστωτών ίνα δια πλειοψηφίας των τριών πέμπτων των πιστώσεων αποφανθή περί του αν προτίθεται να επιδιώξει την θέσιν αυτής υπό ειδικήν εκκαθάρισιν....". Άρθρο 17 "1.- Η ανώνυμος εταιρία τίθεται υπό ειδικήν εκκαθάρισιν: α)Δια της κατά το άρθρον 2 παρ. 1 εκδιδομένης αποφάσεως του δικαστηρίου, εφόσον δια ταύτης η εταιρία τίθεται υπό προσωρινήν διαχείρισιν επί τω τέλει ειδικής εκκαθαρίσεως, κατά τα εν άρθρ. 2, 4 παρ. 5 εδ. β΄ και 5 παρ. 3 οριζόμενα β)....2. Εν ταις αποφάσεσι της προηγουμένης παραγράφου καθορίζεται και ο χρόνος παύσεως πληρωμών. Αι διατάξεις των άρθρων 537 έως και 540 του Εμπορικού Νόμου έχουσιν εφαρμογήν και επί της ειδικής εκκαθαρίσεως. 3.- Χρέη εκκαθαριστού εκτελεί εις πάσας τας περιπτώσεις της παρ. 1 ο διαχειριστής,....". Άρθρο 18 "τεθείσης της εταιρίας υπό εκκαθάρισιν, ο διαχειριστής δύναται να προβεί εις την δια πλειστηριασμού πώλησιν περισσοτέρων ή και απάντων συγχρόνως των εις ταύτην ανηκόντων ακινήτων ή κινητών, εκποιουμένων ως συνόλου....". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η ανώνυμη εταιρία, σε περίπτωση παύσεως των πληρωμών υπό την έννοια ότι, λόγω οικονομικών δυσχερειών, περιήλθε εις υπερημερία περί την πληρωμή των χρεών της, αντί να κηρυχθεί σε κατάσταση πτωχεύσεως, τίθεται, με απόφαση του αρμοδίου προς κήρυξη της πτωχεύσεως δικαστηρίου, υπό καθεστώς προσωρινής διαχείρισης, με σκοπό είτε να τεθεί υπό τη διοίκηση και διαχείριση των πιστωτών, είτε υπό ειδική εκκαθάριση. Διορίζεται διαχειριστής, ο οποίος προβαίνει, μεταξύ άλλων, σε κάθε ενδεικνυομένη ενέργεια προς συντήρηση της περιουσίας και συνέχιση της επιχειρήσεως ή των οικονομικώς αποδοτικώτερων μονάδων αυτής, εφόσον κρίνεται αυτό επωφελές, ως και στην καταβολή των αποδοχών του προσωπικού της εταιρίας. Από την επομένη ημέρα της υποβολής της αιτήσεως των πιστωτών προς την επιτροπή του ανωτέρω άρθρου 3, η διοίκηση της εταιρίας στερείται της διαχειρίσεως της επιχειρήσεώς της και της διαθέσεως των περιουσιακών στοιχείων της επιχειρήσεως, ασκεί όμως καθήκοντα διαχειριστή, μέχρι να αναλάβει καθήκοντα ο διαχειριστής, προς τον οποίο υποχρεούται σε λογοδοσία. Αναστέλλεται δε η αναγκαστική εκτέλεση και η αρξαμένη διαδικασία εκτελέσεως. Κατά το στάδιο της ειδικής εκκαθαρίσεως χρέη εκκαθαριστή εκτελεί ο διαχειριστής, εφαρμόζονται δε οι διατάξεις των άρθρων 537 έως 540 του Εμπορικού Νόμου. Ο διαχειριστής μπορεί να προβεί στην με πλειστηριασμό πώληση περισσοτέρων και όλων συγχρόνως των ακινήτων της εταιρίας. Στόχος των διατάξεων του Ν.Δ. 3562/1956 είναι η ικανοποίηση των πιστωτών της ανώνυμης εταιρίας και η διατήρηση της επιχείρησής της. Με τις διατάξεις όμως του νομοθετικού αυτού διατάγματος δεν ρυθμίζεται το ζήτημα του κύρους της καταγγελίας της συμβάσεως του προσωπικού της εταιρίας από τον εκκαθαριστή κατά το στάδιο της ειδικής εκκαθάρισης, χωρίς την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης. Η κάλυψη του νομοθετικού αυτού κενού ενόψει του ότι, κατά τα προεκτεθέντα, στο άρθρο 17 παρ. 3 αυτού του ν.δ. (3562) ορίζεται ότι οι διατάξεις των άρθρων 537 έως και 540 του Εμπορικού Νόμου, που αναφέρονται στην πτωχευτική διαδικασία, εφαρμόζονται και στην ειδική εκκαθάριση, πρέπει για την ταυτότητα του νομικού λόγου να γίνει ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων της πτωχευτικής διαδικασίας. Ειδικότερα από τα συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1,3, 6 παρ. 2 Ν. 2112/1920, όπως η διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 12 παρ. 1 Ν. 3252/1955, προς τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 3 Ν. 3198/1955, προκύπτει ότι, ενώ για το κύρος της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη προ της πτωχεύσεώς του απαιτείται η καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης, η μετά την κήρυξη της πτωχεύσεως καταγγελία της από το σύνδικο λόγω της διακοπής των εργασιών της επιχειρήσεως, είναι έγκυρη χωρίς να καταβληθεί η αποζημίωση αυτή (Ολ. ΑΠ 35/1988, Α.Π. 408/1991). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρία προσέλαβε στην υπηρεσία της την ενάγουσα και τώρα αναιρεσείουσα, με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου την 11-6-1987, με ειδικότητα της υπαλλήλου γραφείου και τόπο παροχής το 18ο χιλιόμετρο της Λεωφόρου Μαραθώνος-Παλλήνης Αττικής, όπου είναι οι κύριες εγκαταστάσεις της (αναιρεσίβλητης). Ότι η τελευταία (αναιρεσίβλητη) από τον Οκτώβριο 1989 έπαυσε τις πληρωμές των ληξιπροθέσμων χρεών της προς όλους τους πιστωτές της και κυρίως προς την Τράπεζα Κρήτης, συνεπεία πλήρους οικονομικής αδυναμίας της και ακολούθως με αίτηση της τελευταίας (Τράπεζας Κρήτης) και δυνάμει της 632/1991 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία κατέστη τελεσίδικη με την έκδοση της 4865/1991 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, τέθηκε υπό προσωρινή διαχείριση του ν.δ. 3652/1956 με σκοπό την υπαγωγή της υπό τη διοίκηση και διαχείριση των πιστωτών της. Στη συνέχεια με την 9409/1992 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η αναιρεσίβλητη τέθηκε υπό τη διοίκηση των πιστωτών της, από δε την 18-12-1992 διοικήθηκε από Τριμελή Διοικούσα Επιτροπή του άρθρου 9 του ν.δ. 3562/1956. Τέλος δε και αφού διαπιστώθηκε αδυναμία εξυγίανσής της υπό το άνω καθεστώς διοικήσεως και διαχειρίσεως των πιστωτών της, με την 6959/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών τέθηκε υπό καθεστώς ειδικής εκκαθαρίσεως κατ΄ άρθρα 17 επ. του ν. δ. 3562/1956 και διορίστηκαν οι διαχειριστές - εκκαθαριστές, οι οποίοι παραμένουν μέχρι και σήμερα. Κατά το παραπάνω διάστημα η αναιρεσίβλητη εταιρία δεν διατηρούσε καμμία επιχειρηματική δραστηριότητα εκτός από την εκμετάλλευση διαφόρων παγίων περιουσιακών της στοιχείων και δη μίσθωση και παραχώρηση χρήσεως ακινήτων και μηχανημάτων, μεγάλο μέρος των οποίων μετά τη θέση της σε ειδική εκκαθάριση έχουν εκπλειστηριασθεί. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η αναιρεσείουσα συνέχισε από την πρόσληψή της μέχρι και την 31-3-2003 να εργάζεται στην αναιρεσίβλητη, παρέχουσα τις υπηρεσίες της για τις ανάγκες της προαναφερομένης εκκαθαρίσεως και ειδικότερα για την αναγνώριση των πιστώσεων των πιστωτών για τις οποίες είχε την ευθύνη εκδόσεως των ονομαστικών τίτλων που χορηγήθηκαν στους πιστωτές και για τη μαρτυρία της σε δικαστικές υποθέσεις της εταιρίας, λόγω και της εμπειρίας της επί εργατικών θεμάτων. Την 27-3-2003 η αναιρεσίβλητη επέδωσε στην αναιρεσείουσα την από 26-3-2003 καταγγελία της συμβάσεως εργασίας, λόγω της αδυναμίας αποδοχής των προαναφερομένων υπηρεσιών της εξαιτίας της εκκαθαρίσεως και της διακοπής των εργασιών της επιχειρήσεως, συνεπεία της νοσηρής οικονομικής καταστάσεώς της ενόψει και των δαπανών λειτουργίας της εκκαθαρίσεως, καθώς και της αναγκαιότητας των υπηρεσιών της για τις ανωτέρω εργασίες εκκαθαρίσεως, συνεπεία της ελαχιστοποιήσεως της ενεργουμένης διαχειρίσεως και εκκαθαρίσεως, χωρίς να καταβάλλει και τη νόμιμη αποζημίωσή της καθώς και την οφειλομένη αποζημίωση και επίδομα αδείας και την επίσης οφειλομένη αναλογία δώρου Πάσχα 2003, τα οποία, κατά ρητή δήλωσή της στο ανωτέρω επιδοθέν έγγραφο καταγγελίας ανέλαβε την υποχρέωση ότι θα καταβάλει από το τελικό προϊόν της εκκαθαρίσεώς της. Ότι, επομένως, η λύση της συμβάσεως εργασίας της αναιρεσείουσας, γενομένη από τους προαναφερομένους εκκαθαριστές μετά την ανάληψη των καθηκόντων τους, έστω και μετά χρονικό διάστημα πλέον του ενός έτους, επήλθε ως συνέπεια της εκκαθαρίσεως, εφόσον η εναγομένη δεν συνέχισε τη λειτουργία της κατά το ως άνω στάδιο της ειδικής εκκαθαρίσεως, η δε αναιρεσείουσα απασχολήθηκε σ΄ αυτήν κατά το παραπάνω διάστημα απλά και μόνο για τις ανάγκες της εκκαθαρίσεως. Στη συνέχεια το Εφετείο δέχθηκε ότι η επίδικη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της αναιρεσείουσας δεν προϋποθέτει την καταβολή της αποζημιώσεως ως όρος του κύρους της, όχι όμως και ότι δεν οφείλεται καθόλου η νόμιμη σ΄ αυτήν (αναιρεσείουσα) αποζημίωση. Το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που έκρινε αντίθετα και συγκεκριμένα έκρινε άκυρη την ένδικη καταγγελία της σύμβασης εργασίας λόγω μη καταβολής της νόμιμης αποζημιώσεως και έκανε δεκτή την αγωγή για επιδίκαση μισθών υπερημερίας, δώρου Χριστουγέννων 2003, διαφοράς δώρου Πάσχα και επιδόματος αδείας 2003 ερεύνησε την επικουρική βάση της αγωγής για επιδίκαση της νόμιμης αποζημίωσης και διαφοράς δώρου Πάσχα και επιδόματος άδειας 2003 και για επιδίκαση διαφορών επιδομάτων αδείας και δώρου Χριστουγέννων και Πάσχα για το διάστημα από το 1998 μέχρι του 2002. Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις διαληφθείσες ανωτέρω ουσιαστικές διατάξεις, αφού, κατά τις ανέλεγκτες αναιρετικώς παραδοχές, η αναιρεσίβλητη κατά το στάδιο της ειδικής εκκαθαρίσεως δεν διατηρούσε καμία επιχειρηματική δραστηριότητα και δεν συνέχισε τη λειτουργία της κατά το στάδιο αυτό, η δε αναιρεσείουσα απασχολήθηκε σ΄ αυτήν κατά το διάστημα της ειδικής εκκαθαρίσεως μόνο για τις ανάγκες αυτής (εκκαθαρίσεως), η γενομένη από τους εκκαθαριστές καταγγελία της ένδικης σύμβασης εργασίας της αναιρεσείουσας, χωρίς την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης, είναι έγκυρη. Διέλαβε δε σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες για να δικαιολογήσει το αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε.

Συνεπώς και οι δύο περί του αντιθέτου λόγοι της αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Δύο, όμως, μέλη του Δικαστηρίου, ο Αντιπρόεδρος Σπυρίδων Κολυβάς και ο Αρεοπαγίτης Μάριος-Φώτιος Χατζηπανταζής έχουν την εξής γνώμη: Από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1, 2 παρ.1&2 , 7 παρ. 1, 8 παρ. 1, 9 παρ. 5, 10, και 17 του ν.δ 3562/1956, όπως τα άρθρα 2, 7, 9 και 17 ισχύουν μετά το ν.δ 1159/1972, προκύπτουν, μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα: Ανώνυμη εταιρεία που έπαυσε τις πληρωμές της μπορεί, αντί να κηρυχθεί σε πτώχευση, να τεθεί κατά τις διατάξεις του νόμου τούτου είτε υπό τη διοίκηση και διαχείριση των πιστωτών είτε υπό ειδική εκκαθάριση, αφού προηγουμένως τεθεί με απόφαση του πτωχευτικού δικαστηρίου υπό προσωρινή διαχείριση κατόπιν αιτήσεως πιστωτών που αντιπροσωπεύουν το 51% του συνόλου των απαιτήσεων και μετά από τη συγκατάθεση της ειδικής επιτροπής του άρθρου 3. Από την επομένη δε της ημέρας που υποβλήθηκε η σχετική αίτηση των πιστωτών προς την εν λόγω επιτροπή, απαγορεύεται η αναγκαστική εκτέλεση, η λήψη παντός ασφαλιστικού μέτρου, ως και η κήρυξη πτωχεύσεως, εξαιτίας οφειλών που είχαν γεννηθεί πριν από την υποβολή της παραπάνω αιτήσεως η δε διαδικασία εκτελέσεως που έχει αρχίσει αναστέλλεται. Ο διοριζόμενος από το δικαστήριο (άρθρο 5 παρ. 3) διαχειριστής προβαίνει σε κάθε επιβαλλόμενη ενέργεια για τη συντήρηση της περιουσίας και, εφόσον το κρίνει επωφελές, για τη συνέχιση της επιχειρήσεως ή της αποδοτικότερης μονάδας της. Έτσι, συλλέγει τους καρπούς και τα εισοδήματα, συνάπτει δάνεια, παρέχει ενέχυρα, καταβάλλει τις αποδοχές του προσωπικού, τους απαιτητούς φόρους και τις ασφαλιστικές εισφορές, εκπροσωπεί την εταιρεία ενώπιον των δικαστηρίων κ.λ.π. Στην περίπτωση που η εταιρεία τίθεται υπό ειδική εκκαθάριση είτε ευθέως με την απόφαση του πτωχευτικού δικαστηρίου, εφόσον με αυτήν τίθεται υπό προσωρινή διαχείριση με σκοπό να τεθεί υπό ειδική εκκαθάριση είτε με απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 9 παρ. 5, ο παραπάνω διαχειριστής εκτελεί και έργα εκκαθαριστή, μέχρι δε πέρατος της ειδικής εκκαθαρίσεως η εταιρεία τελεί, ως προς τα μη εκπλειστηριασθέντα ακόμη στοιχεία αυτής, υπό προσωρινή διαχείριση και ο διαχειριστής ενεργεί όσα ορίζονται στο άρθρο 8. Από τα ανωτέρω παρέπεται ότι τόσο η απαγόρευση όσο και αναστολή της εκτελεστικής διαδικασίας κατά της εταιρείας που τέθηκε υπό την ειδική εκκαθάριση του ν. 3562/1956, αναφέρεται ρητώς μόνο στους δανειστές των οποίων οι αξιώσεις γεννήθηκαν πριν από την υποβολή της αιτήσεως των πιστωτών προς την ειδική επιτροπή του άρθρου 3 του νόμου αυτού και όχι σ' αυτούς των οποίων οι αξιώσεις γεννήθηκαν μετά την υποβολή της αιτήσεως αυτής, οι οποίοι, κατά συνέπεια, όπως και οι μεταπτωχευτικοί πιστωτές στην περίπτωση της πτωχεύσεως, μπορούν, χωρίς κανένα περιορισμό, να ασκήσουν όλα τα δικαιώματα που τους παρέχει ο νόμος για την ικανοποίηση των αξιώσεών τους. Στη δεύτερη αυτή κατηγορία των δανειστών υπάγονται και οι εργαζόμενοι, των οποίων τις υπηρεσίες αποδέχεται ο διαχειριστής - εκκαθαριστής κατά τη διάρκεια τόσο της προσωρινής διαχειρίσεως όσο και της ειδικής εκκαθαρίσεως, ανεξάρτητα από το αντικείμενο της απασχολήσεώς τους στην υπό εκκαθάριση επιχείρηση, αν δηλαδή τούτο αναφέρεται στην εκκαθάριση ή τη λειτουργία αυτής. Έτσι, αν ο διαχειριστής- εκκαθαριστής καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας κάποιου από τους εν λόγω εργαζόμενους, οφείλει, στα πλαίσια των διαγραφομένων στο άρθρο 8 του ν.δ 3562/1956 υποχρεώσεών του, να του καταβάλλει και τη νόμιμη αποζημίωση καθόσον αυτή, ως μη υπαγόμενη στην ανωτέρω απαγόρευση, είναι άμεσα απαιτητή και μπορεί ο απολυθείς εργαζόμενος όχι μόνο να τη διεκδικήσει δικαστικώς αλλά και να εκτελέσει την εκδοθησόμενη ευνοϊκή γ' αυτόν καταψηφιστική απόφαση. Διαφορετικά, δηλαδή σε περίπτωση μη καταβολής της αποζημιώσεως η καταγγελία είναι άκυρη και συνεπάγεται την υποχρέωση της υπό εκκαθάριση εταιρείας να καταβάλλει στον ακύρως απολυθέντα μισθούς υπερημερίας. Η αποδοχή της αντίθετης απόψεως, προϋποθέτει την υπαγωγή στην ανωτέρω απαγόρευση και των δανειστών της εκκαθαρίσεως με αναλογική εφαρμογή διατάξεων που ισχύουν σε παρεμφερείς νομικές καταστάσεις (όπως, λ.χ στην ειδική εκκαθάριση του άρθρου 46 του ν. 1892/1990, όπως αντικ. με το άρθρο 14 του ν. 2000/1991 και ερμηνεύτηκε αυθεντικά με το άρθρο 2 παρ.3 του ν.2302/1995).Τούτο, όμως, αποκλείεται λόγω ελλείψεως στην προκειμένη περίπτωση νομοθετικού κενού αφού η εν λόγω απαγόρευση ρητώς περιορίζεται με τη διάταξη του άρθρου 7 του ν.δ 3562/1956 στις μέχρι την υποβολή της προαναφερθείσας αιτήσεως προς την ειδική επιτροπή του άρθρου 3 αυτού, οφειλές ενώ παράλληλα με το άρθρο 8 του ιδίου νόμου θεσμοθετείται υποχρέωση του διαχειριστή-εκκαθαριστή να καταβάλλει τις οφειλές που προκύπτουν από τη συντήρηση της περιουσίας της επιχειρήσεως ή τη λειτουργία αυτής. Επομένως, το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της αναιρεσείουσας, υπαλλήλου της υπό την ειδική εκκαθάριση του ν.δ. 3562/1956 τελούσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΓΡΑΜΜΗ ΑΕ", στην οποία (καταγγελία) προέβη ο διαχειριστής -εκκαθαριστής στις 31-3-2003 ήτοι δύο έτη περίπου μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 6959/2001 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία τέθηκε η εν λόγω εταιρεία υπό ειδική εκκαθάριση, δηλαδή κατά τη διάρκεια της εκκαθαρίσεως, για τις ανάγκες της οποίας και μόνο προσέφερε τις υπηρεσίες της, είναι έγκυρη αν και δεν καταβλήθηκε σ' αυτήν η νόμιμη αποζημίωση, παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις καθώς και αυτή του άρθρου 5 του ν. 3198/1955. Θα έπρεπε, συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, να γίνει δεκτός ως βάσιμος. Επειδή, όμως, η παρούσα απόφαση λαμβάνεται με πλειοψηφία μιας ψήφου, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση στην Ολομέλεια αυτού του Δικαστηρίου, σύμφωνα με το άρθρο 563 παρ. 2 στοιχ. β΄ του Κ.Πολ.Δ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Παραπέμπει στην τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου τον ανωτέρω από το άρθρο 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ λόγο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Ιανουαρίου 2007.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 6 Φεβρουαρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ