Legislator Case Law & Legislation
2378/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to untimely filing, rejecting defense of force majeure.

Case Number 2378/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to annul the second-instance court's decision, ruling the appeal inadmissible because it was filed late. The appellant argued that a mental health crisis prevented timely filing, but the court found the defense invalid as the crisis ended before the deadline expired. Consequently, the court rejected the claim for lack of reasoning and ordered the appellant to pay the legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 476(1)-(2) and 510(1)(d) of the Code of Criminal Procedure; An appeal is inadmissible if filed out of time unless force majeure is proven, and the second-instance court must specifically address such claims in its reasoning.

Keywords

AI generated
untimely appeal force majeure defense mental health crisis inadmissibility Code of Criminal Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 476(1) and (2) of the Code of Criminal Procedure
Article 510(1)(d) of the Code of Criminal Procedure
Article 583(1) of the Code of Criminal Procedure

Cited Case Law

AI generated
OLAP 4/1995

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2378 / 2009 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα

Αιτιολογίας επάρκεια, Εφέσεως απαράδεκτο.

Περίληψη:

Απορρίπτει αίτηση αναιρέσεως κατ' αποφάσεως που ασκήθηκε έφεση ως απαράδεκτη λόγω του εκπροθέσμου της ασκήσεώς της. Λόγος αναιρέσεως: έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας.

ΑΡΙΘΜΟΣ 2378/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια- Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Μαρτίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μανόλη Γρηγοριάδη, περί αναιρέσεως της 2129/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον Ψ.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 485/2008.

Αφού άκουσε

Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και να ΠΟΠΔ.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

ΕΠΕΙΔΗ, κατά τις διατάξεις του άρθρου 476 παρ. 1 και 2 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, όπως η πρώτη παράγραφος αντικαταστάθηκε με το άρθρο 38 του νόμου 3160/2003, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός άλλων περιπτώσεων και λόγω της εκπρόθεσμης ασκήσεως του. Εξάλλου, από τη γενική αρχή του δικαίου, κατά την οποία κανείς δεν μπορεί να υποχρεωθεί στα αδύνατα, συνάγεται ότι είναι επιτρεπτή η άσκηση του ενδίκου μέσου και μετά την πάροδο της προθεσμίας ασκήσεως αυτού, αν συνέτρεξε λόγος ανωτέρας βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος.

Από τα ανωτέρω ακολουθεί ότι, αν εκείνος που ασκεί το ένδικο μέσο της εφέσεως, προβάλλει ότι, παρά τα αναφερόμενα στο αποδεικτικό, δεν έγινε εγκύρως η επίδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως, για κάποιο συγκεκριμένο λόγο, ώστε να αρχίσει να τρέχει η προθεσμία της εφέσεως, είτε ότι η εκπρόθεσμη άσκηση αυτής οφείλεται σε ανώτερη βία ή άλλο ανυπέρβλητο κώλυμα, τότε η αιτιολογία της αποφάσεως, πρέπει να εκτείνεται και στην απορριπτική των ανωτέρω λόγων κρίση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου (ΟλΑΠ 4/1995), υπό την αυτονόητη όμως προϋπόθεση, ότι ο σχετικός ισχυρισμός έχει προταθεί με σαφήνεια και πληρότητα, διότι διαφορετικά το Δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει.

Την προβολή των στοιχείων αυτών ενώπιον του εφετείου πρέπει να διαλαμβάνει για να είναι ορισμένη και παραδεκτή και η αίτηση αναιρέσεως της αποφάσεως, με την οποία απερρίφθη το αίτημα του αναιρεσείοντος να θεωρηθεί για τους λόγους αυτούς εμπρόθεσμη η έφεση του. Η απόφαση με την οποία απορρίπτεται το ένδικο μέσο της εφέσεως ως απαράδεκτο, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεως του, για να έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, από την έλλειψη της οποίας ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Δ' τού ίδιου Κώδικα, πρέπει να διαλαμβάνει τον χρόνο τής επιδόσεως στον εκκαλούντα της προσβαλλόμενης με την έφεση αποφάσεως και εκείνον της ασκήσεως αυτής, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό των στοιχείων εγκυρότητας του αποδεικτικού και τής επιδόσεως, εκτός αν προβάλλεται με την έφεση λόγος ακυρότητας της επιδόσεως ή ανώτερης βίας, από την οποία απωλέσθηκε η προθεσμία (του άρθρου 473 παρ. 1 του Κ.Π.Δ.), οπότε η αιτιολογία, πρέπει να εκτείνεται και στα ζητήματα αυτά (ΟλΑΠ 6 & 7/1994 και 4/1995).

Επίσης πρέπει να προβάλλεται υποχρεωτικά με την έφεση και ο λόγος ανώτερης βίας, από την οποία ο εκκαλών παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκηση της. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 2129/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεως της, η έφεση του αναιρεσείοντος, κατά της 47.575/2002 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία αυτός είχε καταδικασθεί, για παράβαση του Α.Ν. 86/1967 σε συνολική ποινή φυλακίσεως δέκα (10) μηνών και συνολική χρηματική ποινή εννιακοσίων ευρώ (900 €).

Από τη σχετική με αριθμό πρωτοκόλλου ... έκθεση εφέσεως, η οποία παραδεκτά επισκοπείται από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, κατά την έρευνα του παραδεκτού και τού βάσιμου των λόγων της αναιρέσεως, προκύπτει ότι ο εκκαλών δήλωσε ότι την έφεση ασκεί εκπροθέσμως, διότι από τον χρόνο της επιδόσεως, μέχρι την ημερομηνία της ασκήσεως συνέτρεχαν στο πρόσωπο του λόγοι ανώτερης βίας και συγκεκριμένα: "λόγω τής οικονομικής και επαγγελματικής καταστροφής που υπέστη από λόγους ανεξάρτητους της θέλησης του, υπέστη σύμφωνα και με το από 18.10.2005 σημείωμα - πιστοποιητικό τού Ψυχιατρικού Τμήματος του Γενικού Νοσοκομείου ..., αντίγραφο του οποίου επισυνάπτεται στην παρούσα, "άγχος και στενοχώρια...

έντονο καταθλιπτικό συναίσθημα με αίσθημα απελπισίας, αναξιότητας και ενοχής,... διακεκομμένο ύπνο και οργανωμένο αυτοκτονικό ιδεασμό (εμφανιζόμουν δε ως) μελαγχολικός με καταθλιπτικό προσωπείο, πτωχή βλεμματική επαφή, ολιγομίλητος (και διαγνώσθηκε) ...κατάθλιψη". Αποτέλεσμα των ανωτέρω καταστάσεων ήταν να ανανήψω για πρώτη φορά την 24.4.2007 και να χορηγήσω πλέον έγγραφη εντολή σε δικηγόρο να ασκήσει την παρούσα έφεση, γνώση τής υπάρξεως της εκκαλουμένης αποφάσεως μετά από σχετικό έλεγχο που διενήργησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος μου".

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, οδηγήθηκε στην απόρριψη της εφέσεως, με την εξής αιτιολογία: "Επειδή, όπως προκύπτει από το από ... αποδεικτικό επίδοσης της ..., Αστυφύλακα του Α.Τ. ..., ο πρώτος εκκαλών Χ, παρέλαβε ο ίδιος την εκκαλουμένη απόφαση κατά την ανωτέρω ημερομηνία και δεδομένου ότι άσκησε την έφεση του την 31.5.2007 (βλ.

υπ' αριθ. 7448/2007 έκθεση έφεσης), δηλαδή μετά την πάροδο τής κατ' άρθρο 473 παρ. 1 του Κ.Π.Δ. δεκαήμερης προθεσμίας, πρέπει η έφεση να απορριφθεί ως απαράδεκτη, λόγω τού εκπροθέσμου τής άσκησης της". Δηλαδή, στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αναφέρεται μεταξύ άλλων, τόσο η χρονολογία επιδόσεως στον εκκαλούντα της εκκαλουμένης 47.575/2002 ερήμην καταδικαστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, την 8 Νοεμβρίου 2004, προκύπτουσα από το μνημονευόμενο σχετικό αποδεικτικό επιδόσεως της αστυφύλακος ..., όσο και η χρονολογία ασκήσεως της εφέσεως την 31 Μαΐου 2007, δηλαδή μετά την παρέλευση (αναφέρεται στην αιτιολογία), της νόμιμης προθεσμίας ασκήσεως της.

Επομένως, η αιτιολογία αυτή τής αποφάσεως του δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση ως εκπρόθεσμη και απαράδεκτη, είναι η απαιτούμενη κατά το Σύνταγμα και τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού εκτίθενται σ' αυτή όλα τα στοιχεία που αναφέρθηκαν ως αναγκαία για την πληρότητα της.

Εξάλλου, το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να αιτιολογήσει την απόρριψη του ισχυρισμού περί ανωτέρας βίας, αφού τα περιστατικά που επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων για να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκηση της εφέσεως του εξέλιπαν ήδη, από τις 24 Απριλίου 2007, οπότε αυτός "ανένηψε", όπως ισχυρίστηκε, έκτοτε δε παρήλθε και πάλι άπρακτη η προθεσμία της εφέσεως, η οποία τελικά ασκήθηκε στις 31 Μαΐου 2007.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, τα αντίθετα που υποστηρίζονται με τον μοναδικό από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Δ' του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 583 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας.

ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ

Απορρίπτει την από 25 Φεβρουαρίου 2008 αίτηση του Χ, για αναίρεση της 2129/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι ευρώ (220 €).

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Ιουνίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 8 Δεκεμβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ