Supreme Court dismisses appeal on false accusation and forgery, upholding conviction based on admitted intent to prosecute.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against his conviction for false accusation and forgery. The court found that the appellant knowingly made false claims to initiate criminal proceedings against the complainant and used a forged document to deceive the Social Security Institute. The court rejected the argument that the indictment's text differed from the judgment, ruling that the core facts regarding the appellant's intent and actions were sufficient for conviction.
Legislator headnote
AI generatedArticles 229 and 216 of the Penal Code: False accusation requires knowledge of falsity and intent to provoke prosecution; forgery requires intent to deceive regarding legally consequential facts.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2376 / 2008 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 2376/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Αιμιλία Λίτινα - Εισηγήτρια, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Καραγεώργο, περί αναιρέσεως της 1873/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Με πολιτικώς ενάγουσα τη Ψ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Στασινόπουλο. Το Τριμελές Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Νοεμβρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 2056/2007.
Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 229 παρ. 1 του Π.Κ. "όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρεται γι' αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του γι' αυτήν τιμωρείται με φυλάκιση. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς καταμηνύσεως απαιτείται η πράξη που αποδίδεται σε ένα ή περισσότερα συγκεκριμένα πρόσωπα να είναι αντικειμενικά αξιόποινη ή πειθαρχικώς κολάσιμη και ψευδής, ο υπαίτιος να γνώριζε την αναλήθεια της και να έγινε απ' αυτόν με σκοπό να ασκηθεί ποινική ή πειθαρχική δίωξη εναντίον εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η καταγγελία του ψευδομηνυτή, να απόβλεπε δηλ.
μ' αυτήν να κινηθεί ποινική πειθαρχική δίωξη εναντίον εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η καταγγελία του ψευδομηνυτή. Δεν απαιτείται να περιγράφεται επακριβώς η αποδιδόμενη πράξη αρκεί μόνο να αναφέρονται γεγονότα που καθιστούν δυνατή τη δίωξη. Είναι ψευδής μια καταμήνυση όταν αντιτίθεται προς την αλήθεια, είτε εν όλω είτε εν μέρει.
Δεν αποκλείεται δε δόλος του δράστη από την τυχόν πρόθεσή του ν' αποκρούσει ίδια ποινική ευθύνη. Εξάλλου κατά το άρθρο 216 παρ. 1 του Π.Κ. "όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών.
Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται η κατάρτιση από την αρχή εγγράφου από τον υπαίτιο που να το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον, ή νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή αλλοίωση αυτού με μεταβολή του περιεχομένου του που γίνεται με την προσθήκη ή εξάλειψη λέξεων, αριθμών ή σημείων.
Για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος αυτού απαιτείται εκτός από τη γνώση και τη θέληση πραγμάτωσης των στοιχείων της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος και η συνδρομή του σκοπού του δράστη, που αποβλέπει στην παραπλάνηση άλλου, σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες.
Για να έχει η καταδικαστική απόφαση την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα πρέπει να αναφέρονται σ' αυτή τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αποδείχτηκαν τα περιστατικά αυτά και οι συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Έλλειψη τέτοιας αιτιολογίας υπάρχει όταν η αιτιολογία είναι εντελώς τυπική, με την οποία εξομοιώνεται και εκείνη που αρκείται να παραπέμψει στα πραγματικά περιστατικά του διατακτικού.
Ειδικά ως προς τον δόλο, που απαιτείται κατά κανόνα, σύμφωνα με το άρθρο 26 παρ. 1 ΠΚ, προς στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης των κακουργημάτων και πλημμελημάτων και συνίσταται, κατά το άρθρο 27 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, στη θέληση της παραγωγής των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης, αυτός ενυπάρχει στην παραγωγή των περιστατικών αυτών και προκύπτει από αυτή και έτσι δεν παρίσταται ανάγκη ειδικής αιτιολογίας, ως προς αυτήν.
Κατ' εξαίρεση υπάρχει ανάγκη τέτοιας ειδικής αιτιολογίας ως προς τον δόλο, όταν απαιτούνται και πρόσθετα περιστατικά, όπως όταν ο νόμος απαιτεί να έχει τελεσθεί η πράξη με σκοπό την πρόκληση ορισμένου αποτελέσματος. Προκειμένου συνεπώς για το έγκλημα της πλαστογραφίας με χρήση, του άρθρου 216 παρ. 1 Π.Κ.
για την πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής απόφασης πρέπει να υπάρχει ειδική αιτιολογία και ως προς τον προεκτεθέντα σκοπό του δράστη να παραπλανήσει άλλο με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Πατρών, με την προσβαλλομένη 1873/2006 απόφασή του, ύστερα από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του και με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση το αιτιολογικού με το διατακτικό τα ακόλουθα:
Α) Στις 24-4-2002 (ο αναιρεσείων) υπέβαλε στον Εισαγγελέα Πλημ/κών Πατρών την από 24-4-2002 έγκλησή του σε βάρος της εγκαλούσας, Ψ, με την οποία κατεμήνυσε ψευδώς και ενώ τελούσε σε γνώση της αναλήθειας την εγκαλούσα, ότι τέλεσε την αξιόποινη πράξη της ψευδούς καταμηνύσεως και ειδικότερα κατεμήνυσε αυτήν ότι: Στην Πάτρα στις 23-10-2001 εν γνώσει της τον καταμήνυσε ψευδώς ενώπιον της αρχής, ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του για την πράξη αυτή.
Συγκεκριμένα ενώπιον του Περιφερειακού Υποκαταστήματος Πατρών του Ι.Κ.Α., δήλωσε και κατήγγειλε ψευδώς ότι έχει εργαστεί με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας στο κατάστημά του (εισαγωγές - εμπόριο) που βρίσκεται στην ..... του Δήμου ....., επί της ....., για το χρονικό διάστημα από 2-10-1999 έως 11-10-1999 και από 20-10-2000 έως 22-2-2001.
Ισχυρίστηκε ακόμη στην καταγγελία της, ότι δήθεν από 12-10-1999 έως 19-10-2000, της είχε χορηγήσει άδεια, επειδή είχε έρθει το ΙΚΑ και την είχε βρει στην εργασία της και ήταν ανασφάλιστη και ότι για όλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα δεν της κατέβαλε τις οφειλόμενες στο ΙΚΑ εισφορές, δηλ. από 2-10-1999 έως 22-2-2001. Το αληθές όμως είναι ότι η μηνυομένη εργάσθηκε στην επιχείρησή του, το χρονικό διάστημα από 3-10-2000 έως 6-10-2000, δηλ.
μόνο για 4 (τέσσερις) ημέρες για τις οποίες και την ασφάλισε κανονικά. Την παραπάνω ψευδή δήλωση και καταγγελία της που την υπογράφει με ημερομηνία 16-8-2000, την κατέθεσε στο Περιφερειακό Κατάστημα του ΙΚΑ ..... με αριθμό πρωτοκόλλου ....., από όπου και διαβιβάστηκε στο ΙΚΑ ....., όπου και την πληροφορήθηκε ως προς το περιεχόμενό της στις 23-4-2002, όταν ζήτησε να του χορηγηθεί βεβαίωση ασφαλιστικής ενημερότητας και φυσικά συνάντησε προσκόμματα, ενώ η αλήθεια την οποία ο κατηγορούμενος γνώριζε ήταν ότι η εγκαλούσα δεν είχε τελέσει την ως άνω αξιόποινη πράξη καθόσον η τελευταία είχε πράγματι εργασθεί στην επιχείρηση του ιδίου για το χρονικό διάστημα από 1/10/2000 μέχρι τέλους Φεβρουαρίου 2001, ως γραμματέας μεταφράστρια, καθώς και ότι αυτός πράγματι δεν την είχε ασφαλίσει, παρότι είχε τη σχετική προς τούτο υποχρέωση.
Περαιτέρω το Εφετείο διαλαμβάνει στο σκεπτικό του ότι οι παραπάνω παραδοχές του προκύπτουν από την κατάθεση της πολιτικώς ενάγουσας, η οποία ενισχύεται από την κατάθεση της 2ης μάρτυρας υπαλλήλου του ΙΚΑ, καθώς και από τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν, ενώ δεν αναιρείται από την κατάθεση του Α, ο οποίος ως υιός του κατηγορουμένου συντάσσεται με τους ισχυρισμούς του.
Β) Κατά τον Οκτώβριο του έτους 2000, επί εντύπου υπεύθυνης δηλώσεως του άρθρ. 8 του Ν. 1599/1986 (ο αναιρεσείων), ανέγραψε τα στοιχεία ταυτότητος της εγκαλούσας, Ψ και καταχώρησε κείμενο με το εξής περιεχόμενο: "Έλαβα από τον Χ, το ποσόν των 46.780 δρχ. που αντιστοιχούν στις αποδοχές της απασχόλησής μου από 3-10-2000 έως 8-10-2000 και ουδεμία ασφαλιστική και οικονομική απαίτηση έχω από την ως άνω επιχείρηση" περαιτέρω δε κάτω από το κείμενο αυτό, έθεσε ως τόπο συντάξεως της ως άνω υπεύθυνης δηλώσεως την ....., ως ημερομηνία συντάξεως την 25-10-2000 και τέλος, κάτω από την ένδειξη "η δηλούσα", έθεσε κατ'απομίμηση την υπογραφή της εγκαλούσας Ψ, χωρίς τη γνώση, και τη θέληση αυτής, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του εγγράφου αυτού τις αρμόδιες υπηρεσίες του ΙΚΑ σχετικά με γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες, καθ' όσον εμφάνιζε το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού ως δήλωση της ανωτέρω εγκαλούσας ότι δήθεν η τελευταία είχε εργασθεί στην επιχείρησή του για το χρονικό διάστημα από 3-10-2000 έως 8-10-2000, καθώς και ότι οι σχετικές της απαιτήσεις από την επιχείρηση αυτή είχαν εξοφληθεί, χωρίς να προέρχεται στην πραγματικότητα η δήλωση αυτή από την εγκαλούσα, ακολούθως δε ο κατηγορούμενος προέβη και σε χρήση του εγγράφου αυτού, προσκομίζοντας αυτό στο ΙΚΑ ..... .
Στην πράξη δε αυτή προέβη με σκοπό ν' αποφύγει το πρόστιμο και τους περαιτέρω ελέγχους από το ΙΚΑ. Κατ' ακολουθίαν των παραδοχών αυτών το Εφετείο Πατρών, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα ψευδούς καταμηνύσεως και πλαστογραφίας με χρήση και επέβαλε σ'αυτόν συνολική ποινή δώδεκα μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία.
Μ' αυτά που δέχθηκε το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτή με σαφήνεια, και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από τα μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ως άνω αξιόποινων πράξεων, για τις οποίες καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος.
Η στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης αιτιολογία δεν είναι εντελώς τυπική αφού, δεν φθάνει η συμπλήρωσή της μέχρι σημείου ολικής αναφοράς στα πραγματικά περιστατικά του διατακτικού, αλλά πλην της αναφοράς της και σ'αυτά παρατίθενται πραγματικά περιστατικά αναφερόμενα ως προκύπτοντα από την κατάθεση της ανωμοτί εξετασθείσας μάρτυρας (πολιτικώς ενάγουσας), τα οποία προσδιορίζουν το ψευδές της κατά της αναιρεσίβλητης μηνύσεως αλλά και το δόλο του αναιρεσείοντος.
Επίσης εκτίθεται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης οι συλλογισμοί του Δικαστηρίου, όσον αφορά την εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων. Επομένως ο πρώτος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο η από το άρθρο 510 § 1 περ. Δ πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας με την αιτίαση ότι το αιτιολογικό της πληττόμενης απόφασης έχει εντελώς τυπική αιτιολογία είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Απορριπτέος, επίσης ως αβάσιμος είναι και ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από την ίδια διάταξη πλημμέλεια της αντιφατικής αιτιολογίας των παραδοχών με την ειδικότερη αιτίαση ότι το Εφετείο ενώ στο σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεώς του δέχεται ως αληθή την κατάθεση της μάρτυρος, ότι η εγκαλούσα απασχολήθηκε στην επιχείρηση του αναιρεσείοντα από 1/10/2000 έως 28/2/2001, στο διατακτικό αυτής θεωρεί ως αληθές ότι εργάσθηκε σ'αυτή κατά τα αναφερόμενα στην σε βάρος του καταγγελία της στο ΙΚΑ χρονικά διαστήματα, δηλαδή από 2/10/1999 έως 11/10/1999 και από 20/10/2000 έως 22/2/2001.
Και τούτο διότι η στο διατακτικό διαφοροποίηση όσον αφορά την αναλήθεια του χρονικού διαστήματος κατά το οποίο εργάσθηκε στον κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα η εγκαλούσα - αναιρεσίβλητη δεν αποτελεί παραδοχή της απόφασης, αλλά οφείλεται σε από προφανή παραδρομή αντιγραφή τούτου από το διατακτικό της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, της οποίας, επίσης από παραδρομή παρά τη διαφοροποίηση του αιτιολογικού της ως προς το σημείο αυτό, το διατακτικό της αποτελεί πιστή αντιγραφή του κατηγορητηρίου.
Σε κάθε, πάντως, περίπτωση η παραπάνω διαφοροποίηση του διατακτικού είναι αδιάφορη εν προκειμένω για την θεμελίωση της αξιόποινης πράξης της ψευδούς καταμηνύσεως για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, αφού, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην μείζονα σκέψη τα διαλαμβανόμενα στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης περιστατικά ακόμη και αν είναι εν μέρει αναληθή συμπίπτουν χρονικά με τα αναφερόμενα στο αιτιολογικό και ήταν επαρκή για την καταδικαστική κρίση του δικαστηρίου.
Τέλος απορριπτέος ως αβάσιμος είναι και ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για την από το άρθρο 510 περ. Δ πλημμέλεια με την ειδικότερη αιτίαση ότι δεν διαλαμβάνεται στο σκεπτικό της κανένα περιστατικό από το οποίο να προκύπτει ο αξιούμενος υπερχειλής δόλος, για την στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης των αξιοποίνων πράξεων της ψευδούς καταμηνύσεως και της πλαστογραφίας με χρήση, για τις οποίες το Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα.
Και τούτο διότι, α) όσον αφορά την αξιόποινη πράξη της ψευδούς καταμήνυσης, ο σκοπός του αναιρεσείοντα να προκαλέσει την καταδίωξη της εγκαλούσας προκύπτει αναντίρρητα από τη στο διατακτικό, με το οποίο συμπληρώνεται το σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, διαλαμβανόμενη παραδοχή ότι προηγήθηκε της μήνυσης του κατηγορουμένου σε βάρος της εγκαλούσας η πληροφορία, που του έδωσε το Περιφερειακό Υποκατάστημα .....
του ΙΚΑ όταν ζήτησε να του χορηγηθεί βεβαίωση ασφαλιστικής ενημερότητας, ότι η εγκαλούσα τον κατήγγειλε για την μη πληρωμή και ασφάλισή της απ' αυτόν για την απασχόλησή της με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας στο κατάστημά του στην ....., και τα προσκόμματα, τα οποία του δημιούργησε η παραπάνω καταγγελία της, β) όσον αφορά την αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας με χρήση ο σκοπός του αναιρεσείοντα να παραπλανήσει τις αρμόδιες υπηρεσίες του ΙΚΑ με τη χρήση της καταρτισθείσας από αυτού πλαστής υπεύθυνης δήλωσης του άρθρου 8 του Ν. 1599/1986, προκύπτει αβίαστα από την παραδοχή στο διατακτικό της απόφασης ότι το ως άνω πλαστό έγγραφο, το προσκόμισε αυτός στο ΙΚΑ ..... .
Μετά από αυτά πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας Ψ και στα δικαστικά έξοδα της δίκης (άρθρο 583 § 1 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23 Νοεμβρίου 2007 αίτηση του Χ για αναίρεση της 1873/2006 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα α) στην δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας την οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500) Ευρώ και β) στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Σεπτεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 11 Νοεμβρίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και ήδη ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ