2374/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη, Θεοδώρα Γκοϊνη, Βασίλειο Κουρκάκη-Εισηγητή και Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated2374/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): διαφορετικά, αν, δηλαδή, απορρίψει το εν λόγω αίτημα χωρίς την απαιτούμενη ειδική αιτιολογία, ιδρύεται ο κατά τα ανωτέρω λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, ενώ η μη απάντηση στο αίτημα αυτό (σιγή απόρριψης) συνιστά έλλειψη ακρόασης κατά το άρθρο 170 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2374 / 2007 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 2374/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη, Θεοδώρα Γκοϊνη, Βασίλειο Κουρκάκη-Εισηγητή και Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστάσιου Κανελλόπουλου, (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου: Χ1 που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μάριο Δαλιάνη, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 11289/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ1 που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιδομενέα Γκίκα. Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Ιανουαρίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 374/2006.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ λόγο αναίρεσης, όταν σε αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία σχετικά, με τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) που θεμελίωσαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους το δικαστήριο υπήγαγε τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις.
Η ύπαρξη του δόλου, δεν είναι αναγκαίο και ειδικότερα όταν αρκεί και ο ενδεχόμενος δόλος, να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεως του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού αιτιολογία, στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή και προκύπτει από τα περιστατικά που αναφέρονται σ' αυτή, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία, για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως την εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή η επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση).
Όσον αφορά τα αποδεικτικά μέσα για την πληρότητα της αιτιολογίας, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα.
Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από αυτά, δεν προκύπτει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης γιατί δεν εξαίρονται τα τελευταία. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 352, 353 και 139 του ΚΠοινΔ προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει την αναβολή της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις με σκοπό να προσκομίσουν νέες αποδείξεις. Η παραδοχή ή μη του σχετικού αιτήματος απόκειται μεν στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, οφείλει όμως αυτό να απαντήσει στο υποβαλλόμενο αίτημα αναβολής και σε περίπτωση απορρίψεώς του να αιτιολογήσει ειδικά την απόφασή του.
διαφορετικά, αν, δηλαδή, απορρίψει το εν λόγω αίτημα χωρίς την απαιτούμενη ειδική αιτιολογία, ιδρύεται ο κατά τα ανωτέρω λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, ενώ η μη απάντηση στο αίτημα αυτό (σιγή απόρριψης) συνιστά έλλειψη ακρόασης κατά το άρθρο 170 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
β ' λόγο αναίρεσης. Στην προκείμενη υπόθεση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 11289/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο) ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος καταδικάστηκε για ψευδή καταμήνυση και συκοφαντική δυσφήμηση σε συνολική ποινή φυλάκισης δώδεκα (12) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία.
Όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο αναιρεσείων πριν από την εξέταση των μαρτύρων κατηγορίας υπέβαλε προς το Δικαστήριο δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του α) αίτημα αναβολής της δίκης για να κληθεί και εξετασθεί στο ακροατήριο ως μάρτυρας η διενεργήσασα την ένορκη διοικητική εξέταση εις βάρος του Μ1 (υπάλληλος με βαθμό Διευθυντή της ΥΠΑ) για να εξηγήσει την προέλευση εγγράφου το οποίο είχε περιλάβει μεταξύ των σχετικών του πορίσματός της, χωρίς να φέρει πράξη καταθέσεως ή άλλο δηλωτικό της προέλευσής του, ως δήθεν κατατεθέν στο δικαστήριο, σε δίκη ασφαλιστικών μέτρων μεταξύ αυτού και του πολιτικώς ενάγοντος από το οποίο προκύπτει όχι μόνον η αθωώτητά του αλλά και η ταυτότητα του δράστη των πράξεων για τις οποίες αδίκως καταδικάστηκε και β) αίτημα γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης ενόψει του ότι η φερομένη ως γραφολογική πραγματογνωμοσύνη του υπαστυνόμου Υ1 το μεν έγινε χωρίς την τήρηση των περί πραγματογνωμοσύνης διατάξεων του ΚΠολΔ, χωρίς δηλαδή την γνωστοποίηση σε αυτόν του ονόματος του πραγματογνώμονα, ώστε να ασκήσει τα νόμιμα δικαιώματά του (εξαίρεση κλπ) χωρίς όρκισή του και χωρίς την παροχή της δυνατότητας διορισμού τεχνικού συμβούλου, το δε έγινε κατά τρόπο εντελώς αντιεπιστημονικό, χωρίς τη λήψη αναμφισβητήτων δειγμάτων γραφής του, αναγομένων σε ανύποπτο χρόνο.
Ο Εισαγγελέας επιφυλάχθηκε να προτείνει και το Δικαστήριο ν' αποφανθεί επί των αιτημάτων αυτών. Μετά το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας ο Εισαγγελέας πρότεινε την απόρριψη των αιτημάτων αναβολής της δίκης για τους ως άνω λόγους και ο συνήγορος του αναιρεσείοντος να γίνουν αυτά δεκτά. Το Δικαστήριο, με ιδιαίτερη σκέψη που διέλαβε στο τέλος του σκεπτικού της απόφασής του κρίνοντας προδήλως ότι δεν υπάρχει ανάγκη για κρείσσονες αποδείξεις, μετά δηλαδή την αξιολόγηση στο σκεπτικό όλων των αποδεικτικών μέσων, όπως είχε επιφυλαχθεί, απέρριψε τα εν λόγω αιτήματα, διαλαμβάνοντας σ' αυτό ειδικότερα τα εξής:
αναφορικά με το αίτημα αναβολής για να κληθεί μάρτυρας ότι "το αίτημα για αναβολή της δίκης προκειμένου να προσέλθουν και άλλοι μάρτυρες και ειδικότερα η συντάκτρια του πορίσματος της ένορκης διοικητικής εξέτασης Μ1 για να καταθέσει περί του προσώπου που κατέθεσε την δεύτερη ανώνυμη καταγγελία πρέπει να απορριφθεί, αφού από το πόρισμα που αναγνώστηκε στο ακροατήριο προέκυψε ότι δεν γνωρίζει οτιδήποτε για το πρόσωπο που την απέστειλε (δεύτερη), αφού αναφέρεται σ' αυτήν ότι κατατέθηκε από άγνωστο πρόσωπο, ώστε να συνεισφέρει με οποιονδήποτε τρόπο στη διακρίβωση του άνω στοιχείου".
Η αιτιολογία αυτή είναι η επιβαλλόμενη από τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν. Σημειώνεται ότι, ενόψει του ότι μετά την ισχύ του Ν. 3160/2003 η ένορκη διοικητική εξέταση εξομοιούται προς την προκαταρκτική εξέταση με αποτέλεσμα στην απαγόρευση της διατάξεως του άρθρου 211 περ. α' ΚΠοινΔ, να περιλαμβάνονται, χωρίς αμφιβολία και οι διενεργήσαντες ένορκη διοικητική εξέταση η Μ1 σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε κατά νόμο να εξεταστεί ως μάρτυρας στο Εφετείο, ενόψει του ότι διενήργησε για την υπόθεση που ερευνάται ένορκη διοικητική εξέταση συντάσσοντας μάλιστα και το σχετικό πόρισμα.
Περαιτέρω, αναφορικά με το αίτημα διεξαγωγής γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης "θα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο το αίτημα για αναβολή της δίκης προκειμένου να διαταχθεί γραφολογική πραγματογνωμοσύνη αφού ήδη έχει συνταχθεί εκείνη από τον γραφολόγο του Υπουργείου Δημοσίας Τάξης επί της οποίας υπάρχει έκθεση γραφολογικής παρατηρήσεων του από τον κατηγορούμενο διορισθέντος γραφολόγου Γ1 με αποτέλεσμα να είναι επαρκή τα άνω στοιχεία για το κρίσιμο θέμα της ταυτότητας του προσώπου του κατηγορουμένου με εκείνο του συντάκτη της καταγγελίας".
Η αιτιολογία αυτή με την οποία απορρίφθηκε το πιο πάνω αίτημα του κατηγορουμένου από το δικαστήριο της ουσίας το οποίο για την κρίση του παραδεκτώς λαμβάνει υπόψη του και άκυρα έγγραφα, είναι η απαιτούμενη κατά το Σύνταγμα και τον ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη.
Συνεπώς, οι, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη των προαναφερομένων αιτημάτων αναβολής, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
ΙΙ. Με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας όσον αφορά την περί ενοχής του αναιρεσείοντος κρίση της επί των αποδιδομένων σε βάρος του αξιοποίνων πράξεων. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί τα πράγματα κρίση του, την οποία στήριξε στα κατ' είδος λεπτομερώς αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο εγκαλών είναι κάτοχος πτυχίου χειριστή εναερίων γραμμών σε αεροπλάνα και εργάζεται στην Ολυμπιακή Αεροπλοΐα ως Κυβερνήτης (Κ1) σε ελικοφόρα αεροσκάφη.
Περί τα τέλη του έτους 1998 και επειδή πλησίαζε στην συμπλήρωση του 55ου έτους της ηλικίας του το οποίο σύμφωνα με το ΒΔ 22/64 είναι καταληκτικό για την διάθεση το πρώτο χειριστή σε αεροσκάφη δημοσίας χρήσεως, θέλησε να αποκτήσει και ικανότητα κυβερνήτη σε αεριωθούμενα αεροσκάφη προκειμένου να είναι σε θέση να ιπταθεί με αεροσκάφη τύπου Being 717 που έμελλε να προμηθευτεί πολύ σύντομα η Ολυμπιακή Αεροπλοΐα.
Για την απόκτηση της ικανότητας αυτής έπρεπε να διεξάγει επιτυχώς α) εκπαίδευση εγκεκριμένη από την ΥΠΑ σε αεροσκάφη jet β) γραπτές εξετάσεις στην σχολή πολιτικής Αεροπορίας της ΥΠΑ και γ) πρακτική σε πτήση εξέταση με αεροσκάφος του άνω είδους χειριστή και σε αεροσκάφη τύπου Β737/400, Για τον σκοπό αυτό υπέβαλε αίτηση η οποία έγινε δεκτή από την Ολυμπιακή Αεροπορία και παρακολούθησε τον Ιανουάριο/Φεβρουάριο 1999 εκπαίδευση GROUND SCHOOL/CBT ΚΑΙ ΣΩΣΤΙΚΑ στο εκπαιδευτικό κέντρο της ΟΑ FLIGHT SIMULATOR της ΟΑ στα Χανιά σε αεροσκάφος Β 737/300/400/500.
Μετά το πέρας της εκπαίδευσης έλαβε μέρος σε γραπτές εξετάσεις στην Σχολή Πολιτικής Αεροπορίας (ΣΠΟΑ) στο μάθημα των ειδικών τεχνικών γνώσεων για τον άνω τύπο αεροπλάνου και στην συνέχεια για την ολοκλήρωση των κατά νόμο προϋποθέσεων για την απόκτηση της ικανότητας υποβλήθηκε περαιτέρω σε πρακτική εν πτήση εξέταση σε αεροσκάφος Β 737/300/ της εταιρείας PRINCES AIRLINES.
Μετά το πέρας και αυτής της εξέτασης που απονεμήθηκε, την 29-3-99, από την ΥΠΑ η ικανότητα σε αεροσκάφη τύπου Β737/300 μέχρι την 17-9-99. Στη συνέχεια προγραμματίστηκε από την Ολυμπιακή Αεροπλοΐα για εκπαίδευση σε αεροσκάφη τύπου Β 717 την οποία παρακολούθησε στις Η.Π.Α. τον Νοέμβριο -Δεκέμβριο του 1999 για να επιστρέψει στην Αθήνα την 23-12-99.
Την 22-10-99 και ενώ επρόκειτο να αναχωρήσει για τις ΗΠΑ έφθασε μια ανώνυμη καταγγελία στον διοικητή ΥΠΑ με θέμα "αναληθή στοιχεία πλαστών δηλώσεων" στην οποία καταγγελλόταν ότι ο εγκαλών κατά τις εξετάσεις για την απόκτηση ικανότητας Κ1 επί αεροσκαφών τύπου Β 737-300 προσκόμισε πλαστά και παραποιημένα έγγραφα.
Ειδικότερα, σύμφωνα με την άνω καταγγελία 1) η πρακτική του εξέταση την 26-3-99 κατά την γραπτή του δήλωση ήταν διαρκείας δυο ωρών και 30 λεπτών ενώ από τα στοιχεία των συνοδευτικών εγγράφων προέκυπτε ότι ήταν μόνο 40 λεπτά. Μετά δε από τηλεφωνική επικοινωνία (του καταγγέλλοντος) με τον Πύργο των Αθηνών και της Τανάγρας διακριβώθηκε ότι η Α/Τα εγένετο την 09.55 YTC και η Π/Τ εγένετο την 10.16 ΥΤC.
Επομένως η πτήση διήρκεσε μόνο 21 λεπτά. 2) Βάσει της δήλωσής του πέταξε δυο ημέρες ενώ η πραγματικότητα ήταν ότι πέταξε μόνο μια ήτοι την 26-3-99. 3) Η δήλωση δεν συμπληρώθηκε από τον αρμόδιο εξεταστή όπως επιβάλλεται αλλά και από τον ίδιο τον Ψ1 όπως διαπιστώνεται από τον γραφικό του χαρακτήρα. Διότι ο φερόμενος ως εξεταστής δεν γνωρίζει την Ελληνική γλώσσα και επομένως υπογράφει ότι ο κ.
Ψ1 κατά την άποψή του γράφει. 4) Ο Ε1 ο οποίος φέρεται ως κυβερνήτης στην εν λόγω πτήση ουδεμία σχέση έχει με τους εξουσιοδοτημένους εξεταστές που ορίζονται από την ΥΠΑ. 5) Η πτήση κάθε άλλο παρά εκπαιδευτικής μορφής ήταν διότι όπως προκύπτει από τα στοιχεία το αεροσκάφος πήγαινε στο εργοστάσιο της ΕΑΒ στην Τανάγρα για επισκευή και έλεγχο 4 παρατηρήσεων που είχε.
Κατόπιν επέστρεψαν στην Αθήνα με οδικό μέσο (ταξί) 6) όπως φαίνεται από τα στοιχεία που σας αποστέλλονται στην εν λόγω πτήση εγένετο 1 Α/Τ και 1 Π/Τ και όχι όσες προβλέπονται από το φύλλο εξέτασης...". Ενόψει της άνω καταγγελίας διατάχθηκε ένορκη διοικητική εξέταση από τους αρμόδιους διερευνητές της ΥΠΑ προκειμένου να αναζητηθούν ευθύνες.
Κατά τη διάρκεια της άνω ΕΔΕ διαπιστώθηκε ότι ανώνυμη καταγγελία όμοια ως προς το περιεχόμενο είχε σταλεί την 6-11-99 και προς το Δικαστήριο. Και η καταγγελία αυτή φαινόταν από τη σύνταξη του κειμένου των καταγγελιών όσο και την φρασεολογία ότι είχαν συνταχθεί από το ίδιο πρόσωπο. Την άνω καταγγελία είχαν επισυναφθεί και 20 έγγραφα τα οποία αποδείκνυαν κατά τον καταγγέλλοντα την αλήθεια του περιεχομένου της.
Κατά την διενέργεια της ένορκης διοικητικής εξέτασης οι υπόνοιες ως προς το πρόσωπο του συντάκτη της ανώνυμης καταγγελίας έκλιναν κυρίως προς το μέρος του κατηγορουμένου αφού, με δεδομένο ότι ο αριθμός των υπό εκπαίδευση χειριστών ήταν 10 και ο αυτός 11ος και συνεπώς θα ωφελείτο από την ευδοκίμηση της καταγγελίας και τον τυχόν αποκλεισμό του εγκαλούντος εναντίον, άλλωστε, του οποίου είχε ασκήσει και αίτηση ασφαλιστικών μέτρων αλλά και αναφορά προς την εταιρεία ζητώντας, χωρίς, επιτυχία, τον αποκλεισμό του από την άνω εκπαίδευση, αποφασίστηκε η διενέργεια γραφολογικής εξέτασης ως στοιχείου αποδεικτικού του προσώπου του συντάκτη της.
Επειδή το κείμενο ήταν όλο δακτυλογραφημένο εκτός από τις λέξεις "κον Διοικητή ΥΠΑ και ......" που είχαν γραφεί με το χέρι λήφθηκε δείγμα γραφής του κατηγορουμένου το οποίο στάλθηκε στην αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Δημοσίας Τάξης για την διακρίβωση της ταυτότητας του καταγγέλλοντος και ειδικότερα αν τα γράμματα στην καταγγελία ταυτίζονταν με εκείνα του κατηγορουμένου.
Πραγματικά το Υπουργείο Δημοσίας Τάξης με το .... έγγραφό του υπέβαλε στην ΥΠΑ την ..... έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης του υπαστυνόμου Υ1 εξεταστή εγγράφων και γραφής, τεχνολόγο γραφικών τεχνών - χημικό η οποία κατέληγε ότι "οι χειρόγραφες ενδείξεις (στοιχεία παραλήπτου) που διαλαμβάνονται στη διάκενα του πειστηρίου εγγράφου...χαράχθηκαν από τον Χ1 και αποτελούν αναμφίβολα δική του γραφή".
Ακολούθησε το συμπληρωματικό πόρισμα της ένορκης διοικητικής εξέτασης στο οποίο αναφερόταν ως συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος ήταν εκείνος που είχε αποστείλει την ανώνυμη καταγγελία και φωτοτυπίες εγγράφων που υπήρχαν στο αρχείο της ΥΠΑ/Δ2/Β. Επίσης με την άνω ένορκη διοικητική εξέταση έγινε δεκτό ότι τα αναφερόμενα στην καταγγελία ήταν ψευδή.
Ειδικότερα σχετικά με τον χρόνο διάρκειας της πτήσης Αθήνα - Τανάγρα αυτός ήταν 40 λεπτά αφού συνυπολογίζεται και εκείνος (χρόνος) της προσγείωσης και απογείωσης και όχι μόνο ο χρόνος της πτήσης ενώ και η πτήση ήταν δυο και όχι μιας ημέρας όπως ψευδώς αναφερόταν στην καταγγελία αφού ήταν και στην πτήση επιστροφής Τανάγρα - Αθήνα.
Αλλά και το τρίτο και τέταρτο σημείο της καταγγελίας για την συμπλήρωση του πρακτικού σε πτήση εξέτασης από τον εγκαλούντα και υπογραφή του από τον εξεταστή χωρίς αυτός να γνωρίζει ή να μπορεί να αντιληφθεί το περιεχόμενό του αφού δεν είναι γνώστης της ελληνικής γλώσσας όπως και ότι ο άνω εξεταστής (Ε1) δεν ήταν εξουσιοδοτημένος εξεταστής που ορίζεται από την ΥΠΑ αποδείχθηκε ότι ήταν ψευδές αφού ο άνω εξεταστής παρά την αδυναμία του να μη γράφει ευχερώς στην ελληνική γλώσσα είχε την δυνατότητα να διαβάζει αυτά που υπέγραφε ενώ μπορούσε να εξουσιοδοτηθεί από την ΥΠΑ/Δ2/Β κατά περίπτωση ως εξεταστής.
Επίσης, το στοιχείο της εξέτασης του εγκαλούντος επί ημέρες ήτοι την 26-3 και ειδικότερα 28-3 η οποία και αμφισβητείτο αποδεικνύεται από το προσωπικό βιβλίο ωρών του χειριστή του αεροσκάφους ..... στο οποίο σημειώνεται ότι την άνω ημερομηνία επέβαινε ο εγκαλών αλλά και το έντυπο της journey repot της PRINCES AIRLINES στο οποίο επίσης περιλαμβάνεται το όνομά του και συνεπώς ότι η εξέτασή του διήρκεσε δυο ημέρες.
Πάντα τα ανωτέρω και ειδικότερα η αναλήθεια των περιστατικών που καταγγέλθηκαν εκτός από το πόρισμα της ένορκης διοικητικής εξέτασης και από τα λοιπά έγγραφα που αναγνώστηκαν αλλά και τους μάρτυρες που εξετάστηκαν στο δικαστήριο ήτοι του εγκαλούντα και τον Φ1 οι οποίοι κατέθεσαν σαφώς και κατηγορηματικώς για όλα τα άνω στοιχεία και ειδικότερα για την διαδικασία που ακολούθησε ο πρώτος για την απόκτηση της άνω ικανότητας σε αντίθεση με τους μάρτυρες που πρότεινε προς εξέταση ο κατηγορούμενος οι οποίοι αρκέστηκαν να βεβαιώσουν ότι η προσωπικότητα και το κύρος του αποκλείουν οποιαδήποτε σκοτεινή του ενέργεια όπως εκείνη της ανώνυμης επιστολής, χωρίς όμως να καταθέσουν οτιδήποτε άλλο για την ουσία της υπόθεσης.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι τα στοιχεία της καταγγελίας ήταν ψευδή αφού αυτός ως χειριστής αεροσκαφών και γνώστης των ειδικών περιστάσεων που ισχύουν στην προκειμένη περίπτωση, γνωρίζει ότι η διάρκεια μιας πτήσης προσμετράται από την απογείωση μέχρι την προσγείωση του αεροσκάφους ενώ οι ικανότητες και δυνατότητες του άνω εξεταστή είναι γνωστές στον επαγγελματικό των κύκλο του οποίου και αυτό είναι μέλος.
Το ίδιο ισχύει και για την διάρκεια της εκπαίδευσης του εγκαλούντος αφού αυτή προκύπτει από έγγραφα αλλά και την κατάθεση του ίδιου του εκπαιδευτή και των λοιπών προσώπων που μετείχαν στην διαδικασία της εξέτασης. Το γεγονός ότι τα άνω στοιχεία δεν περιλαμβάνονταν στα επίσημα στοιχεία της ΥΠΑ δεν απαλλάσσει τον κατηγορούμενο της γνώσης του συγκεκριμένου στοιχείου, αφού σε περιπτώσεις που η εκπαίδευση γίνεται από ιδιωτική εταιρεία τα έγραφα αυτής αποδεικνύουν και την διενέργεια της πρακτικής εξάσκησης του υπό εκπαίδευση χειριστή όπως έγινε και στην προκειμένη περίπτωση.
Με την αποστολή όμως της άνω ψευδούς καταγγελίας είχε σκοπό να μειώσει την τιμή και υπόληψη του εγκαλούντος και να τον καταμηνύσει προκειμένου να επιτύχει την πειθαρχική του δίωξη και ανακόψει την δυνατότητά του για περαιτέρω επαγγελματική εξέλιξη πράγμα που τελικά δεν πέτυχε. Βέβαια, απολογούμενος αρνήθηκε την αποστολή της ανώνυμης καταγγελίας το περιεχόμενο όμως της οποίας δεν αποποιήθηκε ούτε αμφισβήτησε την ορθότητά της, αρκεσθείς να υποστηρίξει ότι δεν ήταν εκείνος που την συνέταξε και στην συνέχεια απέστειλε.
Κατονόμασε δε ως συντάκτη αυτής τον συνάδελφό των Σ1 αφού υποστήριξε προσπάθησε να του υφαρπάξει την υπογραφή του πιέζοντάς τον να υπογράψει την καταγγελία την ημέρα των αρραβώνων του χωρίς όμως να το πετύχει. Το περιστατικό όμως αυτό ότι δηλαδή μέσα στα χαρτιά που εκείνη την ημέρα ο άνω Σ1 του άφησε προς υπογραφή ήταν και η ανώνυμη καταγγελία πράγμα που διαπίστωσε μετά από καιρό όταν τα προσεκόμισε στον πληρεξούσιο δικηγόρο του δεν αποδείχθηκε ότι ανταποκρίνεται στην αλήθεια αφού και αν ακόμη ο συγκεκριμένος συνάδελφός του, του είχε αφήσει κάποια έγγραφα όταν τα ταξινόμησε και τα φύλαξε, όπως παραδέχθηκε ότι έπραξε, θα είχε αντιληφθεί αν υπήρχε, την ανώνυμη καταγγελία και θα είχε από τότε αρμοδίως καταγγείλει το γεγονός και τον Σ1 ως συντάκτη της επιστολής και όχι μόνο στο δικαστήριο που σήμερα πράττει.
Συνεπώς ο σχετικός ισχυρισμός του πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Το ίδιο θα πρέπει να απορριφθεί ήτοι ως αβάσιμο το αίτημά του για αναβολή της δίκης προκειμένου να διαταχθεί γραφολογική πραγματογνωμοσύνη αφού ήδη έχει συνταχθεί εκείνη από τον γραφολόγο του Υπουργείου Δημοσίας τάξης επί της οποίας υπάρχει έκθεση γραφολογικών παρατηρήσεων του από τον κατηγορούμενο διορισθέντος γραφολόγου Γ1 με αποτέλεσμα να είναι επαρκή τα άνω στοιχεία για το κρίσιμο θέμα της ταυτότητας του προσώπου του κατηγορουμένου με εκείνο του συντάκτη της καταγγελίας.
Επίσης και το αίτημα για αναβολή της δίκης προκειμένου να προσέλθουν και άλλοι μάρτυρες και ειδικότερα η συντάκτρια του πορίσματος, της ένορκης διοικητικής εξέτασης Δ1 για να καταθέσει περί του προσώπου που κατέθεσε την δεύτερη ανώνυμη καταγγελία και αυτό πρέπει να απορριφθεί αφού από το πόρισμα που αναγνώστηκε στο ακροατήριο προέκυψε ότι δεν γνωρίζει οτιδήποτε για το πρόσωπο που την απέστειλε (δεύτερη) αφού αναφέρεται σ' αυτήν ότι κατατέθηκε από άγνωστο πρόσωπο, ώστε να συνεισφέρει με οποιοδήποτε τρόπο στη διακρίβωση του άνω στοιχείου.
Ακολούθως το Δικαστήριο κήρυξε τον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο ένοχο για ψευδή καταμήνυση και συκοφαντική δυσφήμηση και του επέβαλε την αναφερόμενη ποινή φυλάκισης. Με τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την, κατά τα ανωτέρω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των πιο πάνω εγκλημάτων για τα οποία καταδικάστηκε, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 229 παρ. 1, 363 - 362 του ΠΚ που εφάρμοσε.
Ακόμη, προσδιορίζονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' είδος όλα τα αποδεικτικά μέσα (χωρίς όρκο κατάθεση πολιτικώς ενάγοντος, καταθέσεις μαρτύρων, πρακτικά πρωτοβάθμιας δίκης, αναγνωσθέντα έγγραφα, απολογία κατηγορουμένου), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο και από τα οποία αυτό συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην αναφερόμενη καταδικαστική κρίση, χωρίς να παρίσταται ανάγκη να αναφέρεται στο καθένα από αυτά και στο τι προκύπτει ξεχωριστά από το καθένα, αρκεί ότι τα εξετίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά.
Η ιδιαίτερη μνεία στο σκεπτικό της αποφάσεως μόνο των καταθέσεων του πολιτικώς ενάγοντος Ψ1 και του μάρτυρα Φ1 καθώς και στο πόρισμα της ένορκης διοικητικής εξέτασης της Δ1 και την γραφολογική πραγματογνωμοσύνη του υπαστυνόμου Υ1 γίνεται γιατί το δικαστήριο αποδίδει μεγαλύτερη αποδεικτική σημασία, χωρίς από αυτό το γεγονός να υποδηλώνεται ότι δεν ελήφθησαν υπόψη και δεν συνεκτιμήθηκαν και όλα τα άλλα, δηλαδή, οι υπόλοιποι μάρτυρες καθώς και η έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης του από τον αναιρεσείοντα διορισθέντος γραφολόγου Γ1 (ρητώς μνημονεύεται στο σκεπτικό) η οποία, εφόσον πρόκειται περί ιδιωτικής πραγματογνωμοσύνης και ως εκ τούτου δεν ταυτίζεται με το προβλεπόμενο (στο άρθρο 183 ΚΠοινΔ) ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο της πραγματογνωμοσύνης, που διατάσσεται κατά το άρθρο 183 του ΚΠοινΔ, με τη συνδρομή ορισμένων προϋποθέσεων, από ανακριτικό υπάλληλο ή το Δικαστικό Συμβούλιο ή το Δικαστήριο, ορθώς εκτιμήθηκε ως απλό έγγραφο και, συνεπώς, δεν ήταν υποχρεωμένο να διαλάβει τους λόγους για τους οποίους δε συμπορεύθηκε με το αντίθετο πόρισμά της.
Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοχ. Δ' τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα των όσων προεκτέθηκαν, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Όλες οι λοιπές στην αίτηση αναιρέσεως διαλαμβανόμενες αιτιάσεις πλήττουν την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και είναι γι' αυτό απορριπτέες ως απαράδεκτες.
Κατ' ακολουθίαν, αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως με την κρινόμενη αίτηση, πρέπει αυτή να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 3 ΚΠοινΔ) καθώς και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος νομίμως ως πολιτικώς ενάγοντος Ψ1 (άρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9 Ιανουαρίου 2006 αίτηση του Χ1, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 11289/2005 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, καθώς και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος νομίμως ως πολιτικώς ενάγοντος Ψ1 την οποία προσδιορίζει σε πεντακόσια (500,00) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Ιουλίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 27 Δεκεμβρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ