Supreme Court dismisses appeal and orders refund of appeal bond for family law dispute filed after 2016. Appeal bond refund ordered for family law dispute filed post-2016 regarding spousal property claims. Appeal dismissed; appeal bond refunded; appellant ordered to pay costs.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for leave to appeal a final judgment on family law grounds. The appellant filed an appeal bond without legal obligation because the dispute concerned spousal property claims under Article 1400 of the Civil Code, which fell under the new family law procedure introduced by Law 4335/2015. Consequently, the court ordered the refund of the erroneously paid bond and imposed litigation costs on the appellant.
Legislator headnote
AI generatedArticles 111(2), 118(4), 216(1) of the Code of Civil Procedure; Article 1(3) of Law 4335/2015; Article 1400 of the Civil Code: An appeal bond is not required for appeals regarding spousal property claims under the new family law procedure, and erroneously paid bonds must be refunded.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 236 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 236/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα - Εισηγητή, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό και Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Φ. Δ. του Δ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Π. Α., με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσιβλήτου: Ε. Γ. του Ν., κατοίκου ... .... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ζ. Τ., με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-10-2018 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 101/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και ... του Μονομελούς Εφετείου ... Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από ... αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.
Η έκθεση στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξιώσεως, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξιώσεως που θεμελιώνεται επ' αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση (AΠ 5/2020, ΑΠ 1424/2017).
Η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής και συνδέεται με την εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος (ΑΠ 5/2020).
Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή της περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του ουσιαστικού δικαιώματος στο οποίο στηρίζεται. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής (ΑΠ 18/2018).
Επομένως, νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σ' αυτήν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος αυτής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ.
Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 2095/2022, ΑΠ 2030/2022, ΑΠ 261/2020, ΑΠ 18/2018).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1400 παρ.1 ΑΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 15 του 1529/1983, "Αν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφότου τελέσθηκε ο γάμος, αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή.
Τεκμαίρεται ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο ένα τρίτο της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή", κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου "Η προηγούμενη παράγραφος εφαρμόζεται αναλογικά και στην περίπτωση διάστασης των συζύγων, που διάρκεσε περισσότερο από τρία χρόνια". Η απαίτηση του κάθε συζύγου από το άρθρο 1400 ΑΚ είναι, κατ` αρχήν, ενοχή αξίας, δηλαδή χρηματική ενοχή, αντικείμενο της οποίας αποτελεί η χρηματική αποτίμηση της αύξησης της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου, που προέρχεται από τη συμβολή του δικαιούχου, άμεση ή έμμεση (ΟλΑΠ 28/1996, ΑΠ 1548/2022, ΑΠ 1451/2022).
Ως αύξηση νοείται όχι μία συγκεκριμένη κτήση, αλλά η διαφορά που υπάρχει στην περιουσιακή κατάσταση του υπόχρεου σε δύο διαφορετικά χρονικά σημεία, ήτοι κατά την τέλεση του γάμου (αρχική περιουσία) και κατά τον χρόνο που γεννάται η αξίωση για συμμετοχή στα αποκτήματα (τελική περιουσία). Από τη σύγκριση της αξίας αυτών, αναγόμενης σε τιμές του χρόνου της έγερσης της αγωγής θα κριθεί αν υπάρχει αύξηση της περιουσίας του ενός συζύγου που να δικαιολογεί την αξίωση του άλλου για συμμετοχή στα αποκτήματα.
Προς υπολογισμό της τελικής περιουσίας, υπό την έννοια των περιουσιακών στοιχείων, που θα περιληφθούν σε αυτήν, κρίσιμος χρόνος είναι, στη μεν περίπτωση της τριετούς διάστασης (κατά την οποία προϋποτίθεται ότι ο γάμος δεν έχει ακόμη λυθεί ή ακυρωθεί), ο χρόνος της συμπλήρωσης της τριετούς διάστασης (ΑΠ 1548/2022, ΑΠ 1284/2021, ΑΠ 782/2019, ΑΠ 1550/2018, ΑΠ 825/2015), στη δε περίπτωση λύσης ή ακύρωσης του γάμου με δικαστική απόφαση, ο χρόνος κατά τον οποίο η απόφαση αυτή έγινε αμετάκλητη.
Για την εξεύρεση όμως της αξίας σε χρήμα των περιουσιακών στοιχείων της τελικής περιουσίας, κρίσιμος είναι ο χρόνος της παροχής έννομης προστασίας, ήτοι ο χρόνος άσκησης της αγωγής, λαμβάνεται δε υπόψη το σύνολο της περιουσιακής κατάστασης του υπόχρεου, ώστε, από τη σύγκριση αυτής κατά το χρονικό σημείο τέλεσης του γάμου (αρχική περιουσία) προς εκείνη που υφίσταται κατά το χρονικό σημείο γένεσης της αξίωσης (τελική περιουσία), πρέπει να προκύπτει αύξηση.
Η τυχόν ύπαρξη αρχικής περιουσίας ή στοιχείων που την διαφοροποιούν, αποτελεί βάση ένστασης, που προβάλλεται και αποδεικνύεται από τον εναγόμενο (ΑΠ 1548/2022, ΑΠ 1451/2022, ΑΠ 101/2020). Η συμβολή του δικαιούχου συζύγου στην αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου, υπό την έννοια των διατάξεων του άρθρου 1400 ΑΚ, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο στην παροχή κεφαλαίου με οποιαδήποτε μορφή, αλλά και στην παροχή υπηρεσιών, αποτιμωμένων σε χρήμα, ακόμη και υπηρεσιών, οι οποίες παρέχονται στον συζυγικό οίκο για την επιμέλεια και ανατροφή των τέκνων, όταν και κατά το μέτρο που αυτές δεν επιβάλλονται από την, κατά τα άρθρα 1389 και 1390 ΑΚ, υποχρέωση συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών, κατά το οποίο ο υπόχρεος σύζυγος έμεινε απερίσπαστος από την εκπλήρωση της αντίστοιχης υποχρέωσής του σε συνεισφορά στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών και έτσι εξοικονόμησε δαπάνες και δυνάμεις που συνέβαλαν στην επαύξηση της περιουσίας του (ΑΠ 1451/2022, ΑΠ 1978/2014).
Συγκεκριμένα, κατά την διάταξη του άρθρου 1389 ΑΚ οι σύζυγοι έχουν την υποχρέωση να συνεισφέρουν από κοινού, ο καθένας ανάλογα με τις δυνάμεις του, για την αντιμετώπιση των αναγκών της οικογένειας και η συνεισφορά αυτή γίνεται με οποιοδήποτε τρόπο, όπως με την προσωπική εργασία, τα εισοδήματά τους και την περιουσία τους, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 1390 του ιδίου Κώδικα στην υποχρέωση του προηγουμένου άρθρου περιλαμβάνονται η αμοιβαία υποχρέωση των συζύγων για διατροφή τους, η κοινή υποχρέωση για διατροφή των τέκνων τους και γενικά η υποχρέωση για συμβολή τους στη λειτουργία του κοινού οίκου.
Το μέτρο της υποχρέωσης προσδιορίζεται ανάλογα με τις συνθήκες της οικογενειακής ζωής και η εκπλήρωσή της γίνεται με τον τρόπο που επιβάλλει η έγγαμη συμβίωση (ΑΠ 1451/2022, ΑΠ 1048/2009). Η αποτίμηση όμως των υπηρεσιών του ενάγοντος, με τις οποίες αυτός συνέβαλε στην επελθούσα αύξηση της περιουσίας του εναγομένου συζύγου του, δεν είναι αναγκαία για το ορισμένο και νόμιμο της αγωγής, όταν αυτή ερείδεται επί της εξ 1/3 τεκμαρτής συμβολής του στα αποκτήματα του συζύγου του, ή σε μικρότερο ποσοστό, όπως αντιθέτως απαιτείται, όταν η αγωγή στηρίζεται επί της πραγματικής συμβολής (ΑΠ 1451/2022, ΑΠ 1473/2019).
Μόνο στην τελευταία περίπτωση, για να ληφθούν υπόψη και να υπολογισθούν αυτού του είδους οι υπηρεσίες, ως συμβολή στην επαύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου, απαιτείται να γίνεται η, κατά το μέρος που υπερβαίνει το επιβαλλόμενο από την υποχρέωση της συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών μέτρο, χρηματική αποτίμησή τους ή η αποτίμηση των δυνάμεων που εξοικονόμησε από την παροχή τους ο υπόχρεος σύζυγος, εάν προβάλλεται, ότι η εξοικονόμηση αυτή συνέβαλε κατά διαφορετικό από την αποτίμηση των υπηρεσιών ποσό στην αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου, που διαφορετικά δεν θα επιτυγχανόταν χωρίς αυτήν (ΑΠ 1451/2022, ΑΠ 43/2015, ΑΠ 1280/2014).
Κατά συνέπεια, οι υπηρεσίες αυτές πρέπει να προσδιορίζονται κατ` είδος και αξία, τόσο στην αγωγή, όσο και στην απόφαση, μόνο όταν και κατά το μέρος που υπερβαίνουν το μέτρο το επιβαλλόμενο από την υποχρέωση συμβολής στις οικογενειακές ανάγκες (ΑΠ 1451/2022, ΑΠ 492/2017, ΑΠ 566/2014). Από τα ανωτέρω προκύπτει, ότι προϋποθέσεις της αξίωσης συμμετοχής στα αποκτήματα του ενός συζύγου από τον άλλο με βάση το άρθρο 1400 ΑΚ είναι:
α) η λύση ή ακύρωση του γάμου ή, κατ` ανάλογη εφαρμογή, η συμπλήρωση τριετούς διάστασης των συζύγων, β) η αύξηση της περιουσίας του ενός των συζύγων κατά τη διάρκεια του γάμου γ) η συμβολή του άλλου συζύγου στην αύξηση αυτή με οποιονδήποτε τρόπο, περιλαμβανομένης και της υπερβαίνουσας το μέτρο της συνεισφοράς του ενάγοντος συζύγου συμβολής του στις τρέχουσες οικογενειακές δαπάνες, με χρηματικές εισφορές ή εισφορές χρήσης ακινήτου για στέγαση της οικογένειας ή με παροχή προσωπικών υπηρεσιών στην αντιμετώπιση των οικογενειακών εν γένει αναγκών και δ) η αιτιώδης σχέση της συμβολής αυτής προς την αύξηση της περιουσίας του εναγομένου συζύγου (ΑΠ 1451/2022, ΑΠ 492/2017).
Όταν όμως ζητείται η επιδίκαση του τεκμαιρομένου ποσοστού (1/3) των αποκτημάτων, ο ενάγων θα δικαιούται το ένα τρίτο από την επαύξηση της περιουσίας του άλλου συζύγου, χωρίς να χρειάζεται να επικαλεσθεί και αποδείξει οποιαδήποτε συμβολή του στην αύξηση αυτή, υπό την προϋπόθεση βέβαια της επίκλησης και απόδειξης τέτοιας αύξησης της περιουσίας του άλλου συζύγου (ΑΠ 1451/2022, ΑΠ 1550/2018).
Ωστόσο, ο εναγόμενος, ως υπόχρεος σύζυγος, του οποίου η περιουσία φέρεται ότι αυξήθηκε με τη συμβολή του ενάγοντος συζύγου, μπορεί να προβάλει, μεταξύ άλλων, και στις δύο περιπτώσεις του άρθρου 1400 ΑΚ, ότι η συμβολή του ενάγοντος ήταν κάτω από το ένα τρίτο ή ότι δεν υπάρχει κάποια συμβολή. Για να γίνει όμως δεκτή η ανυπαρξία συμβολής, που αποκλείει την αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα, θα πρέπει ο εναγόμενος σύζυγος, να επικαλεσθεί και αποδείξει, ότι ο δικαιούχος της αξίωσης συμμετοχής σύζυγος, είτε δεν μπορούσε εκ των πραγμάτων, είτε δεν ήθελε να συμβάλει και ότι η επαύξηση της περιουσίας οφείλεται μόνο στον ίδιο.
Ο ισχυρισμός αυτός του εναγομένου, ενόψει του ότι το καθιερούμενο από το άρθρο 1400 ΑΚ τεκμήριο της συμβολής συμμετοχής στα αποκτήματα κατά το 1/3 ενεργεί και ως προς τους δύο συζύγους, συνιστά, ως προς την απόκρουση του τεκμηρίου ένσταση (ΑΠ 1451/2022, ΑΠ 492/2017, ΑΠ 1899/2014, ΑΠ 1646/2014), ενώ όσον αφορά τον πραγματικό υπολογισμό αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής (ΑΠ 1451/2022, ΑΠ 566/2014).
Δηλαδή, το καθιερούμενο από τη διάταξη του άρθρου 1400 εδάφ. β` ΑΚ ως άνω μαχητό τεκμήριο ότι η συμβολή του δικαιούχου συζύγου ανέρχεται στο 1/3 της αύξησης της περιουσίας του υποχρέου, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή, λειτουργεί αμφιμερώς και υπέρ των δύο διαδίκων, με την έννοια ότι αν ο ενάγων ζητήσει με την αγωγή του ποσοστό της αύξησης που αντιστοιχεί σε μεγαλύτερη του 1/3 συμβολή, αυτός υποχρεούται να αποδείξει το μεγαλύτερο του τεκμαρτού ποσοστό της συμβολής του, ενώ ο εναγόμενος μπορεί, κατ` ένσταση, να προβάλει και να αποδείξει ότι ο ενάγων είχε μικρότερη της τεκμαιρόμενης ή και καμία συμβολή.
Με τη διάταξη αυτή δεν καθιερώνεται ιδιαίτερος τρόπος υπολογισμού της αξίωσης σε σχέση με το ποσοστό του τεκμηρίου, αλλ` απλώς γίνεται κατανομή του βάρους της απόδειξης με βάση μαχητό τεκμήριο, ενώ η αξίωση συμμετοχής στην επαύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου είναι μία και ενιαία, οποιοδήποτε ποσοστό (μεγαλύτερο ή μικρότερο του τεκμαιρόμενου) συμμετοχής και αν ζητεί με την αγωγή ο δικαιούχος σύζυγος (ΑΠ 1451/2022, ΑΠ 182/2021, ΑΠ 1247/2019, ΑΠ 1037/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων: Ο αναιρεσείων άσκησε κατά της αναιρεσίβλητης στο Μονομελές Πρωτοδικείο ... την από 8/10/2018 αγωγή του, στην οποία εξέθεσε τα ακόλουθα, κρίσιμα για τον αναιρετικό έλεγχο, πραγματικά περιστατικά:
Ότι με την εναγομένη (ήδη αναιρεσίβλητη) τέλεσε νόμιμο θρησκευτικό γάμο, στις 4-9-2010, ο οποίος έχει ήδη λυθεί, δυνάμει της καταστάσας αμετάκλητης υπ' αριθμόν ... απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου .... Ότι κατά το χρόνο τέλεσης του γάμου τους η εναγομένη είχε ως μοναδική περιουσία της ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου επί ενός αγρού, κειμένου στην περιοχή της ... ... ..., έκτασης κατά τους τίτλους κτήσης 5.500 τ.μ, κατά νεώτερη μέτρηση 5.353,93 τ.μ και κατά το κτηματολόγιο 5.534 τ.μ, όπως αυτός λεπτομερώς περιγράφεται στην αγωγή, το οποίο (ποσοστό) απέκτησε από δωρεά εν ζωή δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος υπ' αριθμόν ...
συμβολαίου του τότε Συμβολαιογράφου .... Ότι κατά τη διάρκεια του γάμου τους αποφάσισαν από κοινού να κατασκευάσουν επί του ως άνω ακινήτου την οικογενειακή τους οικία, και για τον λόγο αυτόν η εναγομένη, με τους λοιπούς συνιδιοκτήτες του ανωτέρω αγρού, προέβησαν σε σύσταση οριζοντίου ιδιοκτησίας και διανομή του ακινήτου προ πάσης ανεγέρσεως, δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος υπ' αριθμόν ...
συμβολαίου του Συμβολαιογράφου ... Θ. Δ., με βάση το οποίο απέκτησε η εναγόμενη το υπό στοιχείο Ι-1 τότε μελλοντικό- άκτιστο διαμέρισμα, με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 250,00 χιλιοστών εξ αδιαιρέτου. Ότι στις αρχές του 2012 εκδόθηκε η οικοδομική άδεια, τον Νοέμβριο του 2012 ξεκίνησαν οι εργασίες ανέγερσης της οικίας και τον Νοέμβριο του 2013 ολοκληρώθηκε το κύριο μέρος των εργασιών, οπότε εισήλθαν και άρχισαν να κατοικούν σε αυτήν, η οποία τελικά αποπερατώθηκε το 2014.
Ότι η εν λόγω οικία αποτελείται από υπόγειο, ισόγειο όροφο και στάθμη μεσοπατώματος, τα οποία περιγράφονται εκτενέστερα στην αγωγή, και ότι η αξία του ποσοστού της εναγομένης επί του οικοπέδου, χωρίς τα κτίσματα και αναγόμενη σε σημερινές τιμές, ανέρχεται στο ποσό των 61.000 ευρώ. Ότι μετά την ανέγερση της οικίας, η αγοραία αξία του ακινήτου, κατά τον κρίσιμο χρόνο επίδοσης της αγωγής, ανέρχεται στο ποσό των 247.000 ευρώ.
Ότι συνεπώς η αύξηση της περιουσίας της εναγομένης, κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσής τους, συνίσταται στο ποσό των (247.000-61.000) 186.000 ευρώ. Ότι για την ανέγερση της οικίας αυτής έλαβε τόσο αυτός, όσο και η εναγομένη δάνειο από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων(Τ.Π.Δ.), ενώ αμφότεροι συνέβαλαν στην ανέγερσή της και με προσωπικές τους οικονομίες.
Ότι συγκεκριμένα τον Οκτώβριο του 2012 έλαβε αυτός στεγαστικό-επισκευαστικό δάνειο ύψους 50.500 ευρώ, το οποίο αποπληρώνεται με μηνιαία παρακράτηση από τον μισθό του ύψους 256 ευρώ, ενώ η εναγομένη επίσης έλαβε δάνειο ποσού 40.500 ευρώ. Ότι επιπλέον δαπάνησαν από τις προσωπικές τους οικονομίες ποσό ύψους 22.685,93 ευρώ έκαστος και ως εκ τούτου αυτός εισέφερε σε χρήμα για την ανέγερση της οικίας το συνολικό ποσό των (50.500+22.685,93) 73.185,93 ευρώ, ήτοι ποσοστό 53,67% επί του ανωτέρω συνολικού ποσού των 136.371,86 ευρώ, που δαπανήθηκε συνολικά από τους διαδίκους για την ανέγερση της οικίας.
Ότι επίσης αποφάσισαν από κοινού, επειδή δεν είχαν την οικονομική δυνατότητα να προσλάβουν αντίστοιχα συνεργεία κατασκευής, να πραγματοποιήσει ο ίδιος τις αναλυτικά αναφερόμενες στην αγωγή εργασίες για την ανέγερση της εν λόγω οικίας, αφού είχε τις σχετική γνώση και εμπειρία και του το επέτρεπε και το ωράριο της εργασίας του ως πυροσβέστη και συγκεκριμένα να πραγματοποιήσει α) την κατασκευή της κεραμοσκεπής, β) την τοποθέτηση υγρομόνωσης και θερμομόνωσης στην εξωτερική πλευρά του υπογείου, γ) την κατασκευή και τοποθέτηση ξύλινης πέργκολας και σκεπής στις βεράντες, δ) την κατασκευή αποχετευτικού συστήματος εξωτερικά της οικοδομής, ε) την κατασκευή και τοποθέτηση σιδερένιων κάγκελων εντός και εκτός της οικίας, στ) την κατασκευή και τοποθέτηση τριών ντουλαπών στο βεστιάριο, ζ) την τοποθέτηση ηλεκτρολογικής εγκατάστασης στο υπόγειο και το γκαράζ, η) τον ελαιοχρωματισμό του υπογείου και του γκαράζ, θ) την εγκατάσταση εξωτερικού δικτύου ύδρευσης, ι) την περίφραξη της βορειοδυτικής πλευρά του ακινήτου και ια) την κατασκευή και τοποθέτηση γκαραζόπορτας, η δε προσωπική του εργασία αυτή, η οποία συνέβαλε στην αύξηση της περιουσίας της εναγομένης, αποτιμάται στο συνολικό ποσό των 13.012 ευρώ, όπως αναλυτικά αναφέρεται για κάθε εργασία στην αγωγή, το οποίο η εναγόμενη εξοικονόμησε, διότι δεν χρειάσθηκε να απασχολήσει εργάτες.
Ότι συνεπώς συνέβαλε αυτός, για την ανέγερση της παραπάνω οικίας, τόσο με χρήμα, όσο και με προσωπική εργασία, κατά το συνολικό ποσό (73.185,93+13.012) 86.197,93 ευρώ ή ποσοστό 57,70%, επί του συνολικού ποσού των (136.371,86 + 13.012 =) 149.383,86 ευρώ, που δαπανήθηκε συνολικά για την ανέγερση της οικίας. Ότι η συμβολή του αυτή πραγματοποιήθηκε επιπλέον της εκπλήρωσης της υποχρέωσής του για κοινή συνεισφορά στις οικογενειακές δαπάνες, κατά το άρθρο 1389 ΑΚ, την οποία υποχρέωση εκπλήρωνε με τα εισοδήματα, που ελάμβανε από την εργασία του.
Ότι συνεπώς δικαιούται να απαιτήσει από την εναγομένη την απόδοση του μέρους εκείνου της αύξησης της περιουσίας της, που προέρχεται από την δική του συμβολή και ανέρχεται στο ποσό των (186.000 ευρώ, που είναι η αύξηση της περιουσίας Χ 57,70%=) 107.332 ευρώ, άλλως δε στο ποσό των (186.000 Χ 1/3 =) 62.000 ευρώ, κατά το τεκμήριο του 1/3, που καθορίζει το άρθρο 1400 ΑΚ .
Με βάση το ιστορικό αυτό ο ενάγων ζήτησε: 1) να αναγνωρισθεί ότι συνέβαλε στην επαύξηση της περιουσίας της εναγομένης κατά ποσοστό 57,70%, άλλως κατά το ποσοστό του 1/3, 2) να υποχρεωθεί η εναγομένη, καταδικαζομένη σε δήλωση βουλήσεως, να του μεταβιβάσει αυτούσια τη συγκυριότητα κατά ποσοστό 57,70% εξ αδιαιρέτου, άλλως κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου επί του επίδικου ισογείου διαμερίσματος, με στοιχείο 1-1, εμβαδού 178 τ.μ., 3) άλλως να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει το ποσό των 107.322 ευρώ, επικουρικώς, δε, το ποσό των 62.000 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δίκασε κατά την ειδική διαδικασία των οικογενειακών διαφορών αντιμωλία των διαδίκων και εξέδωσε την με αριθμό 101/2019 οριστική απόφαση του, με την οποία, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη κατά την κύρια βάση της, που στηρίζεται στον πραγματικό υπολογισμό της συμβολής του ενάγοντος στην αύξηση της περιουσίας της εναγομένης και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει νομιμοτόκως στον ενάγοντα το ποσό των 86.197,93 ευρώ.
Κατά της αποφάσεως αυτής, η εναγομένη άσκησε έφεση και εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, με την οποία έγινε δεκτή η έφεση, εξαφανίστηκε η πρωτόδικη απόφαση και απορρίφθηκε η κυρία βάση της αγωγής, ως αόριστη και γι' αυτό απαράδεκτη, ακολούθως δε το Εφετείο ερεύνησε την μη εξετασθείσα πρωτοδίκως επικουρική βάση της αγωγής, την έκανε εν μέρει δεκτή κατ' ουσίαν, αναγνώρισε ότι η συμβολή του ενάγοντος στην αύξηση της περιουσίας της εναγομένης, κατά την διάρκεια του γάμου τους ανέρχεται σε ποσοστό 1/3 και την υποχρέωσε να καταβάλει νομιμοτόκως στον ενάγοντα το ποσό των 40.038,82 ευρώ.
Ειδικότερα το Εφετείο απέρριψε την κυρία βάση της αγωγής ως αόριστη και γι' αυτό απαράδεκτη με την ακόλουθη αιτιολογία: " Η αγωγή, η οποία επιχειρείται να θεμελιωθεί στην διάταξη του άρθρου 1400 παρ.1 του ΑΚ, σύμφωνα με τον πραγματικό υπολογισμό, δεν περιέχει όλα τα στοιχεία τα οποία, κατά την ανωτέρω μείζονα σκέψη, είναι αναγκαία για τη θεμελίωση της.
Ειδικότερα, ο ενάγων δεν εκθέτει ποια ακριβώς ήταν τα εισοδήματα του σε μηνιαία και ετήσια βάση από τις πηγές που εκθέτει στην αγωγή του (εργασία), ούτε ποιες ήταν οι οικογενειακές ανάγκες και οι δυνάμεις της συζύγου του, ώστε να μπορεί να υπολογισθεί ποιο μέρος των εισοδημάτων του αποτελούσε την αναλογική του συμβολή στις οικογενειακές ανάγκες και ποιο μέρος αυτών που πράγματι εισφέρθηκε, αποτελούσε πραγματική του συμβολή για την επαύξηση της περιουσίας της συζύγου του.
Επίσης, ο ενάγων, επικαλείται συμβολή στην αύξηση της περιουσίας της συζύγου με παροχές, που συνιστούν ειδικότερους τρόπους εκπλήρωσης της υποχρέωσής του για συνεισφορά στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών, (υπό στοιχείο α' έως λ' της αγωγής), πλην όμως, αρκείται μόνο στην σε χρήμα αποτίμηση των παροχών αυτών, χωρίς να καθορίζει και το ποσό που όφειλε, με βάση τις δυνάμεις του, να συνεισφέρει στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών, αφού οι παροχές αυτές, μόνο κατά το μέρος που υπερβαίνουν το ποσό της οφειλόμενης συνεισφοράς συνιστούν συμβολή στην περιουσιακή επαύξηση της εναγομένης και παρέχουν σ' αυτόν δικαίωμα απόδοσης και όχι στο σύνολό τους (ποσό 13.012 ευρώ).
Έτσι, το αγωγικό δικόγραφο, κατά το μέρος που επιχειρείται να στηριχθεί στον πραγματικό υπολογισμό της συμβολής του ενάγοντος περιέχει ελλείψεις που καθιστούν αυτό αόριστο, αφού για την πληρότητα του δικογράφου της αγωγής του, με την οποία ζητεί να υποχρεωθεί η εναγόμενη να του αποδώσει την πραγματική του συμβολή του στην αύξηση της περιουσίας της, θα έπρεπε να αναφέρει όλα τα ανωτέρω απαραίτητα στοιχεία, ήτοι το ύψος και την προέλευση των παροχών που ισχυρίζεται ότι εισέφερε, το ποσό το οποίο όφειλε, με βάση τις δυνάμεις του, να συνεισφέρει στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών, αφού οι παροχές του ενάγοντος μόνον κατά το μέρος που υπερβαίνουν το ποσό της οφειλόμενης συνεισφοράς συνιστούν συμβολή στην περιουσιακή επαύξηση του άλλου συζύγου και παρέχουν δικαίωμα αποδόσεως και όχι στο σύνολο τους, και τον αιτιώδη σύνδεσμο των παροχών αυτών με την αύξηση της περιουσίας τής εναγομένης.
Έτσι, για την βάση της αγωγής που στηρίζεται στον πραγματικό και όχι στον τεκμαρτό υπολογισμό, δεν υπάρχουν στο αγωγικό δικόγραφο επαρκή στοιχεία, από τα οποία να μπορεί να προκύψει ως ποσοστό η συμμετοχή του στην ανέγερση της κατοικίας, που συνιστά και την επαύξηση της περιουσίας της, καθιστώντας τον απευθείας προσδιορισμό της συμβολής του στο 57,70% της επαύξησης αυτής αυθαίρετο, την μεν αγωγή ανεπίδεκτη δικαστικής εκτιμήσεως ως προς τη νομική βασιμότητα της, την δε, εκ μέρους της εναγομένης, προβολή των αμυντικών της ισχυρισμών αδύνατη.
Τα παραπάνω ισχύουν, διότι στην προκειμένη περίπτωση, η ένδικη αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα έχει ως βάση την πραγματική συμβολή του δικαιούχου συζύγου (ενάγοντος) στην αύξηση της περιουσίας της εναγομένης. Εν όψει αυτών, η ένδικη αγωγή είναι κατά την κυρία βάση της, που στηρίζεται στον πραγματικό υπολογισμό της συμβολής του ενάγοντος στα αποκτήματα της εναγομένης, ανεπίδεκτη δικαστικής εκτιμήσεως λόγω της εκτιθέμενης αοριστίας της και, ως εκ τούτου, απορριπτέα, ως απαράδεκτη".
Με το περιεχόμενο, που προαναφέρθηκε, η αγωγή, κατά την κυρία βάση της, που στηρίζεται στον πραγματικό υπολογισμό της συμβολής του ενάγοντος-ήδη αναιρεσείοντος στην αύξηση της περιουσίας της εναγομένης-ήδη αναιρεσίβλητης, κατά την διάρκεια του γάμου τους, και με την οποία ζητείται να αναγνωριστεί ότι ο αναιρεσείων συνέβαλε στην αύξηση της περιουσίας της αναιρεσίβλητης κατά ποσοστό 57,70% και να υποχρεωθεί αυτή να του μεταβιβάσει, καταδικαζόμενη σε δήλωση βούλησης, ποσοστό 57,70% εξ αδιαιρέτου του επίδικου διαμερίσματος, άλλως να του καταβάλει το ποσό των 107.322 ευρώ, είναι αόριστη, σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη, καθόσον δεν διαλαμβάνονται σε αυτήν όλα τα, από τις διατάξεις των άρθρων 216 ΚΠολΔ και 1400 ΑΚ, απαιτούμενα για την πληρότητα της στοιχεία, που αφορούν στα προσδιοριστικά της επικαλούμενης μεγαλύτερης της τεκμαιρόμενης συμβολής του ενάγοντος αύξησης της περιουσίας της.
Ειδικότερα, ο ενάγων, ο οποίος εκθέτει ότι η οριζόντια ιδιοκτησία, που ανηγέρθη στο οικόπεδό της εναγομένης κατασκευάστηκε και με τη συμβολή του με χρήματα, που διάθεσε από τις οικονομίες του, συνολικού ποσού 22.685,93 ευρώ, και από δάνειο που έλαβε, και με την παροχή προσωπικής εργασίας του, καθ' υπέρβαση της από το άρθρο 1389 ΑΚ υποχρέωσής του για κοινή συνεισφορά στις οικογενειακές δαπάνες, την οποία υποχρέωση εκπλήρωνε με τα εισοδήματα, που ελάμβανε από την εργασία του, δεν προσδιορίζει το μέρος των σχετικών εισοδημάτων του, που υπερβαίνουν το ποσό της οφειλόμενης εκ μέρους του, κατ' άρθρο 1389 ΑΚ, συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών, γιατί μόνο η πέραν αυτής εισφορά εμπίπτει στην έννοια του άρθρου 1400 ΑΚ, καθώς, επίσης δεν αναφέρει καθόλου το ύψος των εισοδημάτων, που αποκόμισε από όλη την εν γένει επαγγελματική δραστηριότητά του, κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης του με την εναγόμενη, το ύψος των εισοδημάτων που αποκόμισε η τελευταία κατά το αυτό χρονικό διάστημα και το συνολικό ύψος των μηνιαίων οικογενειακών αναγκών των διαδίκων, κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης τους, για να κριθεί αν και πόσα χρήματα αποταμίευσε μηνιαίως ο καθένας και αντιστοίχως πόσα χρήματα διατέθηκαν εκ μέρους κάθε διαδίκου για την ανέγερση του ακινήτου, ώστε να προκύψει ως ποσοστό η συμμετοχή του αναιρεσείοντος στην πραγματική δαπάνη ανέγερσης της οικοδομής και ύστερα να αναχθεί το ποσοστό αυτό επί του ποσού που συνιστά την επαύξηση της περιουσίας της εναγομένης, αφού οι παροχές του ενάγοντος, μόνο κατά το μέρος που υπερβαίνουν το ποσό της οφειλόμενης συνεισφοράς του συνιστούν συμβολή στην περιουσιακή επαύξηση του άλλου συζύγου και παρέχουν δικαίωμα απόδοσης και όχι στο σύνολό τους (πρβλ.
ΑΠ 1451/2022, ΑΠ 1499/2021, ΑΠ 1295/2017). Επομένως, το Εφετείο, που έκρινε ομοίως, όχι παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο και συνεπώς, οι τα αντίθετα υποστηρίζοντες πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι αναίρεσης, εξεταζόμενοι ως σύνολο, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τη νοηματική τους εκτίμηση, η πλημμέλεια από τον αρ. 14 (και όχι και από τους αρ. 1 και 8) του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ, με την αιτίαση ότι παρά το νόμο κρίθηκε αόριστη και ακολούθως απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η κυρία βάση της αγωγής, είναι αβάσιμοι.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών η δε παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς.
Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την διάταξη αυτή αποτελεί λόγο αναίρεσης, μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή τις γενικές και αφηρημένες αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με τη βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχόλησης και έχουν γίνει κοινό κτήμα, για την ανεύρεση, με βάση αυτά, της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει νομικές έννοιες ή για την υπαγωγή ή όχι σε αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς και όχι όταν το δικαστήριο παραβιάζει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλαδή, της ουσίας της υπόθεσης (ΑΠ 1215/2021), τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΑΠ 1215/2021, ΑΠ 233/2020), την ερμηνεία της δικαιοπραξίας ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων (Ολ.
ΑΠ 10/2005). Για το ορισμένο του λόγου αυτού αναίρεσης, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, ο κανόνας δικαίου για την αληθινή έννοια του οποίου χρησιμοποιήθηκαν ή όχι τα διδάγματα της κοινής πείρας, η έννοια που προσδόθηκε σ` αυτόν από την προσβαλλόμενη απόφαση, την οποία ο αναιρεσείων χαρακτηρίζει ως εσφαλμένη, η ορθή, κατά τη γνώμη του αναιρεσείοντος, έννοια που προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία ο δικαστής είτε χρησιμοποίησε λανθασμένα είτε παρέλειψε να χρησιμοποιήσει, ο προσδιορισμός των διδαγμάτων της κοινής πείρας και ο τρόπος κατά τον οποίο παραβιάσθηκαν (ΑΠ 1215/2021, ΑΠ 1011/2018).
Με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω από το άρθρο 559 αρ. 1 εδ. β' πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, κατά την ερμηνεία της νομικής έννοιας της "οφειλόμενης συνεισφοράς" των συζύγων για την αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών, παραβίασε με τη μη εφαρμογή του το εφαρμοζόμενο στην συγκεκριμένη περίπτωση δίδαγμα της κοινής πείρας, ότι για τις αναφερόμενες στην αγωγή 11 εργασίες συνολικής αξίας 13.012 ευρώ, τις οποίες εκτέλεσε ο ίδιος πέραν από το ωράριο της εργασίας του γιατί είχε την σχετική εμπειρία, δεν είχε υποχρέωση συνεισφοράς και εξαιτίας της παραβίασης αυτή απέρριψε εσφαλμένα στην συνέχεια την κυρία βάση της αγωγής ως αόριστη για το λόγο ότι δεν εκθέτει σε αυτήν το ποσό της οφειλόμενης συνεισφοράς του.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος προεχόντως ως αλυσιτελής, αφού πλήττει μόνο ένα τμήμα της απόφασης, το δε υπόλοιπο τμήμα της, που δεν πλήττεται και αφορά τους λοιπούς, επικαλούμενους με την αγωγή, τρόπους συμβολής του αναιρεσείοντος στην αύξηση της περιουσίας της αναιρεσίβλητης, αρκεί για την απόρριψη της κυρίας βάσης της αγωγής ως αόριστης και γι' αυτό απαράδεκτης, όπως προαναφέρθηκε.
Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και γιατί το αναφερόμενο σε αυτόν δίδαγμα της κοινής πείρας δεν αποτελεί τέτοιο δίδαγμα, αφού η ανάλογη με τις δυνάμεις εκάστου συζύγου υποχρέωση συμβολής του για την αντιμετώπιση των αναγκών της οικογένειας, κατά το άρθρο 1389 ΑΚ, προϋποθέτει τη στάθμιση των δυνάμεων εκάστου συζύγου με τις δυνάμεις του άλλου συζύγου αλλά και το περιεχόμενο των κοινών αναγκών, που θα προκύψουν κατά την διάρκεια του γάμου, τα οποία στοιχεία δεν είναι γνωστά εκ των προτέρων, ώστε είναι αδύνατον να εξαχθεί εκ των προτέρων δίδαγμα κοινής πείρας, για το ποιοι από τους τρόπους ή ποσά συμβολής εξαιρούνται της υποχρέωσης συνεισφοράς και ποίες όχι.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζητήματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου ,που εφαρμόσθηκε ή δεν εφαρμόσθηκε.
Συνεπώς ο λόγος αυτός προϋποθέτει την έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και όχι την απόρριψη ισχυρισμού ως μη νόμιμου, αόριστου, απαράδεκτου ή για οποιοδήποτε άλλο τυπικό λόγο(ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 988/2021). Ενόψει αυτού, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίον προσάπτεται στην απόφαση η ανωτέρω πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι η απόφαση έχει αντιφατικές αιτιολογίες για την απόρριψη της κυρίας βάσης της αγωγής, γιατί αυτές είναι αντίθετες με τις ουσιαστικές παραδοχές του, κατά την εκδίκαση της επικουρικής βάσης της αγωγής, με τις οποίες έγινε εν μέρει δεκτή αυτή, είναι απαράδεκτος, γιατί η κυρία βάση της αγωγής απορρίφθηκε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας και συνεπώς αυτή δεν περιλαμβάνει ουσιαστικές παραδοχές, ώστε να τύχει εφαρμογής ο αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφού ο αναιρεσείων με τον λόγο αυτό δεν πλήττει την απόφαση και κατά το μέρος της, που έκανε δεκτή εν μέρει την επικουρική βάση της αγωγής του, για το ορισμένο της οποίας άλλωστε, όπως προαναφέρθηκε, δεν απαιτούντο τα στοιχεία που έλειπαν, με βάση τα οποία κρίθηκε ως αόριστη η κυρία βάση της αγωγής, ενόψει του ότι τα θεμελιωτικά στοιχεία της αγωγής στον τεκμαρτό υπολογισμό δεν ταυτίζονται με εκείνα του πραγματικού υπολογισμού.
Με το άρθρο 12 παρ. 2 του Ν.4055/2012 προστέθηκε τέταρτη παράγραφος στο άρθρο 495 ΚΠολΔ, με την οποία ορίστηκε για πρώτη φορά ότι εκείνος που ασκεί τα ένδικα μέσα της έφεσης, της αναίρεσης και της αναψηλάφησης υποχρεούται, με ποινή απαραδέκτου του ενδίκου μέσου, να καταθέσει και παράβολο αντίστοιχου ποσού 200, 300 και 400 ευρώ, το οποίο επισυνάπτεται στην έκθεση του ενδίκου μέσου, που συντάσσει ο γραμματέας αλλά και ότι η υποχρέωση αυτή δεν ισχύει για τις διαφορές των άρθρων 663, 667 και 681 Β' ΚΠολΔ.
Οι αναφερόμενες στο ήδη καταργηθέν με τον Ν. 4335/2015 άρθρο 681 Β' ΚΠολΔ διαφορές, που αφορούσαν διαφορές σχετικά με την διατροφή και την επιμέλεια των τέκνων δεν περιελάμβαναν και την περιουσιακή διαφορά, που γεννάται κατά το άρθρο 1400 ΑΚ από την αξίωση συμμετοχής ενός συζύγου στα αποκτήματα του άλλου συζύγου κατά την διάρκεια του γάμου, εφ' όσον ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί ή συμπληρωθεί τριετής διάσταση αυτών και συνεπώς για τις διαφορές αυτές δεν είχε εφαρμογή η ανωτέρω εξαίρεση και υπήρχε υποχρέωση καταβολής παραβόλου, κατά την άσκηση ενδίκου μέσου.
Με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, το οποίο κατά το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού ισχύει για τα κατατιθέμενα από 1/1/2016 και εφεξής ένδικα μέσα, τροποποιήθηκε το άρθρο 495 ΚΠολΔ και ορίστηκε ότι η υποχρέωση κατάθεσης παράβολου δεν ισχύει, μεταξύ άλλων, και για τις διαφορές του άρθρου 592 αριθμ. 1 και 3 ΚΠολΔ.
Το τελευταίο αυτό άρθρο, το οποίο επίσης τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του Ν. 4335/2015, καθιερώνει την εισαχθείσα με το νόμο αυτό νέα ειδική διαδικασία των οικογενειακών διαφορών, με την οποία δικάζονται οι γαμικές διαφορές, οι διαφορές από την ελεύθερη συμβίωση, οι διαφορές από την σχέση γονέων και τέκνων και οι λοιπές οικογενειακές διαφορές, που ορίζονται στην παρ. 3 του άρθρου αυτού, μεταξύ των οποίων, κατά το εδάφιο δ' της παρ. 3, περιλαμβάνεται και "κάθε άλλη περιουσιακού δικαίου διαφορά, που απορρέει από την σχέση των συζύγων ή των γονέων και τέκνων".
Από την γενικότητα της διατύπωσης του εδαφίου αυτού, συνδυαζόμενη και προς την βούληση του νομοθέτη να καθιερώσει νέα ειδική διαδικασία, στην οποία θα υπάγονται όλες οι οικογενειακές διαφορές, συνάγεται ότι στις διαφορές που δικάζονται κατά την νέα αυτή διαδικασία, περιλαμβάνεται και η ανωτέρω από το άρθρο 1400 ΑΚ αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα του άλλου συζύγου, γιατί πρόκειται για περιουσιακή διαφορά, που απορρέει αμέσως από την σχέση των συζύγων και συνεπώς, αφού η αξίωση αυτή περιλαμβάνεται στις αναφερόμενες στο άρθρο 592 αρ. 3 ΚΠολΔ διαφορές, συνάγεται ότι για διαφορές σχετικές με την αξίωση αυτή δεν υπάρχει υποχρέωση κατάθεσης παραβόλου για την άσκηση ένδικου μέσου, αν δε κατατεθεί πρέπει να διαταχθεί η απόδοσή του, γιατί καταβλήθηκε αχρεωστήτως (ΑΠ 1548/2022).
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων κατέθεσε, κατά την άσκηση της αναίρεσης, παράβολο ποσού 450 ευρώ, χωρίς να έχει τέτοια υποχρέωση, σύμφωνα με την μείζονα σκέψη που προηγήθηκε, αφού η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε μετά την 1/1/2016 και αφορά σε διαφορά από το άρθρο 1400 ΑΚ και γι' αυτό θα πρέπει να διαταχθεί η απόδοση του παραβόλου σε αυτόν, επειδή το κατέβαλε αχρεωστήτως.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η επιστροφή του αχρεωστήτως καταβληθέντος παραβόλου της στον αναιρεσείοντα. Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματός της, πρέπει να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -
Απορρίπτει την από ... αίτηση του Φ. Δ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. ... τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου ...
-Διατάσσει την επιστροφή του αχρεωστήτως καταβληθέντος παραβόλου της αναίρεσης στον αναιρεσείοντα. Και -
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Ιανουαρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Φεβρουαρίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ