Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, ruling appeal arguments concern evidence assessment not subject to review.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the final judgment of the Athens Court of First Instance. The appellant argued the lower court erred in applying the legal doctrine of fictitious declarations, but the court found the appeal inadmissible. The court determined the appellant's arguments directly addressed the evaluation of evidence rather than the interpretation of legal rules, which falls outside the scope of appellate review under Article 561 of the Code of Civil Procedure.
Legislator headnote
AI generatedArticles 561, 577 of the Code of Civil Procedure; An appeal argument is inadmissible if it concerns the evaluation of evidence rather than the interpretation of legal rules or the application of accepted facts to those rules.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 236 / 2023 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 236/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη - Εισηγητή, Ασημίνα Υφαντή και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: S. (Σ.) I. (Ι.) U. (Ο.) του N. (Ν.), κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Δεληγιάννη και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ά. Κ. του Σ., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Σωτηρόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11/5/2010 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1581/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4104/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 26/6/2021 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 16.06.2021 και με ειδ. αριθ. κατάθ.648/24.06.2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 4104/17.07.2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία. Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ.552, 553, 556, 558, 564 παρ.3 και 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρ.577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ.577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 806 ΑΚ με τη σύμβαση του δανείου ο ένας από τους συμβαλλομένους μεταβιβάζει στον άλλον κατά κυριότητα χρήματα ή άλλα αντικαταστατά πράγματα, και αυτός έχει υποχρέωση να αποδώσει άλλα πράγματα της ίδιας ποσότητας και ποιότητας. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 138 παρ.1 ΑΚ δήλωση βουλήσεως που δεν έγινε στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά (εικονικά) είναι άκυρη, κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου άλλη δικαιοπραξία που καλύπτεται κάτω από την εικονική είναι έγκυρη αν τα μέρη την ήθελαν και συντρέχουν οι όροι που απαιτούνται για τη σύστασή της.
Εικονική είναι η δήλωση δικαιοπρακτικής βουλήσεως, η οποία εν γνώσει του δηλούντος δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, αποσκοπεί δε στη δημιουργία εντυπώσεως στους τρίτους περί της μεταβολής στην υφιστάμενη νομική κατάσταση, χωρίς να υπάρχει στον δηλούντα πρόθεση τέτοιας μεταβολής. Εικονικότητα μπορεί να υπάρχει τόσο επί μονομερούς δικαιοπραξίας, όσον και επί συμβάσεως, στην τελευταία, όμως, περίπτωση για την επέλευση της ακυρότητας της συμβάσεως απαιτείται γνώση της εικονικότητας από τον αντισυμβαλλόμενο του δηλούντος και συμφωνία όλων των κατά το χρόνο κατάρτισης συμβαλλομένων ότι η σύμβαση που συνήφθη δεν παράγει έννομες συνέπειες.
Έτσι, για την εικονικότητα της σύμβασης αρκεί το γεγονός ότι η δηλωθείσα βούληση των δικαιοπρακτούντων βαρύνεται με ελάττωμα, το οποίο συνίσταται στο ότι δεν αποσκοπεί πράγματι στην παραγωγή των εννόμων αποτελεσμάτων της δικαιοπραξίας που καταρτίζεται. Ως εκ τούτου δεν είναι ανάγκη να προκύπτει ο σκοπός ή τα αίτια που οδήγησαν στην ελαττωματική αυτή δήλωση, εκτός αν υποκρύπτει άλλη δικαιοπραξία και μόνο για την έρευνα του κύρους ή μη αυτής κατά τη δεύτερη διάταξη του άρθρου 138 ΑΚ.
Η τελευταία όμως αυτή διάταξη δεν είναι προσδιοριστική της κατά την πρώτη παράγραφο του άρθρου 138 ΑΚ εικονικότητας, υπό την έννοια ότι οριοθετεί απλώς την έκταση και την ενέργειά της, αλλ' έχει αυτοτέλεια διότι στηρίζεται σε νέα πραγματικά γεγονότα, διαφορετικά από εκείνα που απαρτίζουν την εικονικότητα της εμφανούς δικαιοπραξίας (ΟλΑΠ 32/1998,ΑΠ 1427/2017, ΑΠ 365/2015).
Με τις παραπάνω διατάξεις γίνεται διάκριση της εικονικότητας σε απόλυτη, η οποία επιφέρει την ακυρότητα ολόκληρης της εικονικής δικαιοπραξίας, και σε σχετική, η οποία επιφέρει την ακυρότητα της φανερής δικαιοπραξίας που δεν έγινε στα σοβαρά, όχι όμως και εκείνης που κρύβεται κάτω απ` αυτή, η οποία είναι έγκυρη, αν συντρέχουν οι όροι που ορίζει η διάταξη, δηλαδή αν την ήθελαν τα μέρη και συντρέχουν οι όροι που απαιτούνται για τη σύστασή της (ΑΠ 648/2019, ΑΠ 1882/2017, ΑΠ 1105/2017, ΑΠ 429/2015).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 174 ΑΚ "Δικαιοπραξία που αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη του νόμου, αν δεν συνάγεται κάτι άλλο, είναι άκυρη" και κατά τη διάταξη του άρθρου 180 ΑΚ "Η άκυρη δικαιοπραξία θεωρείται σαν να μην έγινε", ενώ, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 1 Ν.2734/1999 "Εκδιδόμενα με αμοιβή πρόσωπα και άλλες διατάξεις", εκδιδόμενο με αμοιβή πρόσωπο ασκεί νομίμως το επάγγελμά του μόνο εφόσον είναι εφοδιασμένο με "πιστοποιητικό άσκησης επαγγέλματος", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 4 παρ.1 του ίδιου ως άνω Νόμου "Η χρήση οικήματος για άσκηση επαγγελματικού ομαδικού εταιρισμού με οποιαδήποτε μορφή, όνομα ή τίτλο απαγορεύεται", κατά δε την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου "Κάτοχος άδειας εγκατάστασης και χρήσης οικήματος μπορεί να επιτρέπει, κατόπιν εγγράφου δηλώσεως προς την αρμόδια αστυνομική αρχή, τη χρήση αυτού σε ακόμη δύο το πολύ εκδιδόμενα με αμοιβή πρόσωπα, που κατέχουν πιστοποιητικό άσκησης επαγγέλματος, υπό την προϋπόθεση ότι υφίσταται έγγραφη προς τούτο συγκατάθεση του ιδιοκτήτη του οικήματος, η οποία επισυνάπτεται στην ανωτέρω δήλωση και με τον περιορισμό ότι καθένα θα κάνει χρήση αυτού σε διαφορετικές ώρες...".
Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει, προφανώς, τα όρια, που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Η διατύπωση αυτή συνιστά γενική αξιολόγηση και ορίζει εν μέρει τις προϋποθέσεις της κατάχρησης δικαιώματος, κατά την αληθή δε έννοια της διάταξης αυτής, το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε της άσκησής του ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε μέχρι τότε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.
Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηριστεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου σε συνάρτηση με εκείνη του υπόχρεου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν θα ασκήσει το δικαίωμά του(ΟλΑΠ 5/2011, ΑΠ 45/2021,ΑΠ 1126/2013).Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται, σε όλα, γενικά, τα δικαιώματα, που πηγάζουν αμέσως από το νόμο (ΑΠ 48/2005, ΑΠ 764/2005).
Νόμιμα, ακόμη, προβάλλεται ο από την πιο πάνω διάταξη ισχυρισμός, που αποτελεί ένσταση (ΑΠ 2102/2007, ΑΠ 211/ 2008),και σε δικαιώματα που πηγάζουν από διατάξεις δημοσίας τάξης (ΟλΑΠ 10/2012,ΑΠ 1083/2017,ΑΠ 229/2006, ΑΠ 408/2000). Η επίκληση, όμως, περιστατικών, η αλήθεια των οποίων αποκλείει τη γέννηση ή συνεπάγεται την κατάλυση του δικαιώματος δεν θεμελιώνει και ένσταση καταχρηστικής άσκησής του, αλλά είτε συνιστά αιτιολογημένη άρνηση της στηριζόμενης στο δικαίωμα αυτό αγωγής, είτε θεμελιώνει άλλη παρακωλυτική ή καταλυτική του δικαιώματος ένσταση(ΑΠ 1799/2006).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με κακή εφαρμογή του, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/ 2006, ΟλΑΠ 4/2005).
Με τον λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998).
Στην τελευταία περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013). Δηλαδή, στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006).
Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006).
Επομένως η έλλειψη νόμιμης βάσης πρέπει να αναφέρεται σε παραδοχές της αποφάσεως επί εκείνων των ζητημάτων που ασκούν ουσιαστική επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή αντένστασης. Εάν τα περιστατικά, που προβάλλονται με το λόγο αναίρεσης ως αντιφατικά, ως εκ περισσού διατυπώθηκαν ως παραδοχές της απόφασης, χωρίς να είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του αγωγικού δικαιώματος ή την απόρριψή του κατά παραδοχή ενστάσεως και επομένως χωρίς να είναι αναγκαία για τη στήριξη του διατακτικού της απόφασης με βάση τους προταθέντες ισχυρισμούς των διαδίκων, τότε οι σχετικές προς θεμελίωση του λόγου αυτού αναίρεσης αιτιάσεις είναι αλυσιτελείς και απορρίπτονται ως αβάσιμοι (ΑΠ 255/2010, ΑΠ 1008/2007).
Ανεπάρκεια αιτιολογιών δεν υπάρχει, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Άλλωστε, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006).
Περαιτέρω, τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 708/2017, ΑΠ 667/2016, ΑΠ 1266/2011).
Συνακόλουθα η ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθ. 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσία, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1420/2013).Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχτηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει του από 15-4-2009 ιδιωτικού συμφωνητικού (Καταστατικό) σύστασης αφανούς εταιρείας, συνεστήθη, στην …, κατά την ανωτέρω ημεροχρονολογία, αφανής εταιρία, με σκοπό να λειτουργήσει ως επιχείρηση-studio(οίκος ανοχής), επί της οδού ...
παροχής υπηρεσιών προσώπων, τα οποία κατέχουν πιστοποιητικό ασκήσεως επαγγέλματος εκδιδόμενου επ' αμοιβή προσώπου, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο Ν.2734/1999. Ειδικότερα, αμφότερες οι διάδικοι αγόρασαν την υπάρχουσα στην ανωτέρω διεύθυνση επιχείρηση οίκου ανοχής από την Ε. (Μ.) Β., έναντι του συνολικού ποσού των 80.000 ευρώ, καταβάλλοντας στην τελευταία, το ποσό των 40.000 ευρώ, παρ' εκάστη των διαδίκων.
Από το ανωτέρω και με ημερομηνία 15.4.2009 ΙΔΙΩΤΙΚΟ ΣΥΜΦΩΝΗΤΙΚΟ (ΚΑΤΑΣΤΑΤΙΚΟ) ΣΥΣΤΑΣΗΣ ΑΦΑΝΟΥΣ ΕΤΑΙΡΙΑΣ ανάμεσα στις διαδίκους... προκύπτει ξεκάθαρα ότι επρόκειτο για συμφωνία ομαδικού εταιρισμού που απαγορεύεται από το άρθρο 4 παρ.1 του Ν.2734/1999 και ότι ως εμφανής εταίρος θα ήταν μόνον η εκκαλούσα -εναγομένη(και ήδη αναιρεσίβλητη), που κατείχε νόμιμη άδεια.
Στο άρθρο 4 του καταστατικού αναφέρεται: "Οι εταίροι προσφέρουν όση προσωπική εργασία δύνανται να προσφέρουν για την ευόδωση των σκοπών της εταιρίας".
Συνεπώς και το δάνειο αποδεικνύεται πλήρως ότι δεν ήταν δάνειο αλλά εφαρμογή του όρου 4 περί εισφορών κατ' ισομοιρία 50% σε όλα τα κινητά αντικείμενα και παραρτήματα. Εν συνεχεία, η ενάγουσα-εφεσίβλητη(και ήδη αναιρεσείουσα) αποφάσισε ν' αποχωρήσει, ενώ είχε ήδη καταβάλει τα χρήματα στην προαναφερθείσα Β., απαίτησε να υποχρεωθεί η εκκαλούσα-εναγομένη να της τα ξεχρεώσει, η οποία θα έφερε μόνη της το βάρος της λειτουργίας του οίκου ανοχής. Κατά τον τρόπο αυτό, η εναγομένη-εκκαλούσα, ενδίδοντας στην πίεση της εφεσίβλητης-ενάγουσας, υπέγραψε το από 27-10-2009 ιδιωτικό συμφωνητικό, στο οποίο, βέβαια, δεν αναφέρεται οτιδήποτε για οίκο ανοχής, διότι μια τέτοια συμφωνία είναι αντίθετη στο νόμο και συγκεκριμένα στη διάταξη του άρθρου 4 παρ.1 του Ν.2734/1999...
Συνεπώς, η αντίθεση της συμφωνίας αυτής στο νόμο, που ελέγχεται αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο, το οποίο μπορεί να διαγνώσει την αντίθεση του επίδικου ιδιωτικού συμφωνητικού στο άρθρο 174 του Αστικού Κώδικα... Εξάλλου, κατά το άρθρο 138, δικαιοπραξία που καλύπτεται κάτω από την εικονική είναι έγκυρη αν τα μέρη την ήθελαν και συντρέχουν οι όροι που απαιτούνται για τη σύστασή της.
Στην προκειμένη υπό κρίση περίπτωση, η εικονικότητα της δικαιοπραξίας... για ομαδικό εταιρισμό και για την αποζημίωσή της με την εικονική σύμβαση δανείου προσκρούει στον νόμο δηλαδή στο άρθρο 4 παρ.1 του Ν.2734/1999 και συνεπώς η οφειλή της εναγομένης προς την ενάγουσα είναι άκυρη... Επίσης η σφράγιση επιβεβαιώνει ότι επρόκειτο για παράνομο οίκο ανοχής και επομένως για το παράνομο της επίδικης συμφωνίας και της αφανούς εταιρείας.
Τέλος, η σφράγιση επιβεβαιώνει ότι δεν υπήρχαν πλέον έσοδα από τον οίκο ανοχής για να τα εισπράξει η εκκαλούσα-εναγομένη και να αποδώσει τα μισά στην εφεσίβλητη- ενάγουσα. Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός της εφεσίβλητης-ενάγουσας περί του ότι η εκκαλούσα - εναγομένη αποδέχθηκε την εγκυρότητα της ένδικης σύμβασης, αφού όπως προκύπτει από την επισκόπηση των εγγράφων προτάσεων της εκκαλούσας - εναγομένης στον πρώτο βαθμό ο ισχυρισμός της επικεντρώθηκε ακριβώς στην ακυρότητα της σύμβασης, λόγω εικονικότητας και λόγω του παράνομου της υποκρυπτόμενης δικαιοπραξίας.
Το γεγονός... ότι δηλαδή κατέβαλε την πρώτη δόση των χρημάτων δεν νομιμοποιεί την υποκρυπτόμενη δικαιοπραξία και δεν αίρει τον εικονικό χαρακτήρα της ένδικης δικαιοπραξίας... Το πρωτοβάθμιο, επομένως, Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση, έκρινε διαφορετικά δεχόμενο ως κατ' ουσίαν βάσιμη την ένδικη αγωγή, ενώ έπρεπε να δεχθεί τον ισχυρισμό της εναγομένης και να διαγνώσει την εικονικότητα της δικαιοπραξίας καθώς και την παράνομη αιτία, που κάλυπτε η εικονικότητα και να απορρίψει την αγωγή εσφαλμένα το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις αποδείξεις λανθασμένα εκτίμησε και ως εκ τούτου, γενομένου δεκτού του μοναδικού λόγου εφέσεως της εκκαλούσας, ως και κατ' ουσίαν βασίμου, πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση ως και κατ' ουσία βάσιμη, να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση, να κρατηθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο και να απορριφθεί η αγωγή...".
Επίσης το Εφετείο δέχθηκε και τα εξής: "...Η εφεσίβλητη-ενάγουσα αναφέρει στις έγγραφες προτάσεις της ότι η ένσταση της εκκαλούσας - εναγομένης περί εικονικότητας της μεταξύ τους σύμβασης δεν τύγχανε νόμιμη και συνεπώς απορριπτέα, επειδή δεν έγινε επίκληση της ακυρότητας της σύμβασης και δεν διατυπώθηκε σχετικό αίτημα.
Αυτή ήταν και η εσφαλμένη αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης και σε αυτό το ζήτημα ακριβώς επικεντρώνει και ο λόγος έφεσης. Ωστόσο, ο ισχυρισμός της εφεσίβλητης-ενάγουσας πρέπει να απορριφθεί ως νόμω και ουσία αβάσιμος. Από την επισκόπηση του δικογράφου των εγγράφων προτάσεων της εναγομένης στον πρώτο βαθμό προκύπτει ότι προβλήθηκε η ακυρότητα της σύμβασης στο πλαίσιο της άμυνας της εναγομένης και ξεκάθαρα ζητήθηκε η απόρριψη της υπό κρίση αγωγής ως βασιζόμενης σε άκυρη σύμβαση.
Σημειωτέον ότι δεν πρόκειται για νέο ισχυρισμό που προβάλλεται με την κρινόμενη έφεση, αλλά για ισχυρισμό της εναγομένης εκκαλούσας, που αναπτύχθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο με σαφήνεια και πληρότητα και επαναφέρεται νομίμως ως λόγος έφεσης με το υπό κρίση εφετήριο δικόγραφο και υποστηρίζεται πλήρως με τις προτάσεις και αποδεικτικά με μάρτυρες και έγγραφα...
Απορριπτέος είναι βεβαίως και ο συναφής και επικουρικός ισχυρισμός της εφεσίβλητης-ενάγουσας περί καταχρηστικότητας της επικλήσεως του ιδίου λόγου ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου αφού και αληθής υποτιθέμενος,δεν καθιστούν την άσκηση του ενδίκου δικαιώματος καταχρηστική, ήτοι υπερβαίνουσα και μάλιστα προφανώς, τα τασσόμενα από το άρθρο 281 ΑΚ όρια...".
Με βάση δε τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο έκανε δεκτή τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, και, αφού εξαφάνισε την υπ' αριθμ. 1581/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε δεχθεί κατ' ουσίαν την ένδικη αγωγή της ενάγουσας - αναιρεσείουσας, υποχρεώνοντας την πρώτη να καταβάλει στην δεύτερη το χρηματικό ποσό των 40.000 ευρώ, λόγω οφειλής της εκ δανείου, κράτησε την υπόθεση, προχώρησε στην εκ νέου έρευνα της άνω αγωγής και απέρριψε αυτήν ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.
Έτσι δε που έκρινε το Εφετείο, δεχόμενο ότι ουδέποτε η αναιρεσείουσα μεταβίβασε οποιοδήποτε χρηματικό ποσό στην αναιρεσίβλητη, λόγω κατάρτισης μεταξύ τους πραγματικής σύμβασης δανείου, αλλά η επικαλούμενη στην αγωγή σύμβαση δανείου υπήρξε εικονική και απετέλεσε ένα (εικονικό) έγγραφο μέσο για τη λύση της παράνομης αφανούς εταιρείας τους εκμετάλλευσης επιχείρησης οίκου ανοχής προς ομαδικό εταιρισμό, με τον όρο της τμηματικής απόδοσης στην αναιρεσείουσα του χρηματικού ποσού που αναλογούσε σε αυτό το ποσό, το οποίο εκείνη είχε καταβάλει στην κατονομαζόμενη τρίτη Ε.
Β., ανερχόμενο σε 40.000 ευρώ, για να αγοράσει το μερίδιό της, ποσοστού 50%,της παραπάνω επιχείρησης, η δε υποκρυπτόμενη ως άνω δικαιοπραξία, ήταν άκυρη, λόγω του παράνομου χαρακτήρα της, καθώς και ότι η συνομολογούμενη καταβολή της πρώτης δόσης των χρημάτων δεν νομιμοποιεί την υποκρυπτόμενη δικαιοπραξία και δεν αίρει τον εικονικό χαρακτήρα της ένδικης σύμβασης δανείου, απορρίπτοντας συγχρόνως ως μη νόμιμη και τη σχετική προβληθείσα από την αναιρεσείουσα ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος λόγω δήθεν καταχρηστικής επίκλησης από την αναιρεσίβλητη της ένστασής της περί εικονικότητας της ιστορούμενης στην ένδικη αγωγή σύμβασης δανείου, και ότι, κατ' ακολουθία των προεκτεθέντων, ουδεμία οφειλή υφίστατο της αναιρεσίβλητης προς την αναιρεσείουσα εκ της τελευταίας αιτίας, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τους αναφερθέντες στην αρχή της παρούσας ουσιαστικούς κανόνες δικαίου των άρθρων 138, 174, 180 ΑΚ και άρθρων 1 και 4 παρ.1 του Ν.2734/1999, και ορθά υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στις ανωτέρω διατάξεις, οι οποίες ήταν εφαρμοστέες και εφαρμόστηκαν στην προκειμένη περίπτωση.
Επομένως, τα όσα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο των αντίστοιχων σκελών των πρώτου και δεύτερου λόγων αναίρεσης αιτιώμενη το Εφετείο ότι παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 138 παρ.2,281,365 ΑΚ και 1,4 παρ.1,2 Ν.2734/1999, καθόσον, αφενός, έπρεπε να διαγνώσει προηγούμενη παραίτηση της αναιρεσίβλητης από την προβολή της ένστασης εικονικότητας της σύμβασης δανείου, λόγω καταβολής εκ μέρους της της πρώτης δόσης, και συνεπώς καθίστατο καταχρηστική η εκ των υστέρων προβολή της ένστασης εικονικότητας της επίδικης σύμβασης, και, αφετέρου εσφαλμένα δεχόμενο ότι συνέτρεχε περίπτωση άκυρης σύμβασης ομαδικού εταιρισμού και ότι σε κάθε περίπτωση της οφείλετο αποζημίωση ως αφανούς εταίρου από την εμφανή εταίρο αναιρεσίβλητη, ποσού 40.000 ευρώ, την οποία και έπρεπε να της επιδικάσει, είναι αβάσιμα, καθόσον οι ως άνω επικαλούμενες προς θεμελίωση των σχετικών ισχυρισμών της διατάξεις, ως μη εφαρμοσθείσες, δεν ήταν, πράγματι, εφαρμοστέες στην προκειμένη περίπτωση με βάση τα προαναφερθέντα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το Εφετείο ότι αποδείχθηκαν.
Ειδικότερα, όπως δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τα προεκτεθέντα, η επικαλούμενη σύμβαση δανείου ήταν εικονική, αφού ουδέποτε έλαβε χώρα δανεισμός της αναιρεσείουσας προς την αναιρεσίβλητη, αλλά, όπως αποδείχθηκε, επρόκειτο για σύσταση αφανούς εταιρείας μεταξύ των διαδίκων που αφορούσε απαγορευμένη λειτουργία επιχείρησης ομαδικού εταιρισμού με συμμετοχή των εταίρων διαδίκων, κατ' ισομοιρία 50%, και το από 27-10-2009 ιδιωτικό συμφωνητικό υπεγράφη από την αναιρεσίβλητη, ενδίδοντας στην πίεση της αναιρεσείουσας, όταν η τελευταία εκδήλωσε τη βούλησή της να αποχωρήσει από την εταιρεία, και απαιτούσε από την συνεταίρο της αναιρεσίβλητη να της επιστρέψει το μερίδιό της, ποσού 40.000 ευρώ, που είχε καταβάλει στην Ε.
Β., από την οποία είχαν αγοράσει εξ ημισείας την επιχείρηση οίκου ανοχής. Το γεγονός δε της καταβολής της πρώτης δόσης των χρημάτων, ποσού 1.000 ευρώ, δεν μπορεί να νομιμοποιήσει την υποκρυπτόμενη άκυρη δικαιοπραξία και δεν αίρει τον εικονικό χαρακτήρα αυτής, αλλ' ούτε συνιστά έμπρακτη αναγνώριση της επίδικης δανειακής σύμβασης, ως έγκυρης υποσχετικής δικαιοπραξίας παράγουσας δεσμευτικές υποχρεώσεις για τα μέρη.
Επομένως η αναιρεσίβλητη δεν υπέβαλε καταχρηστικά στα δικαστήρια της ουσίας την ένσταση της παράνομης υποκείμενη αιτίας και της εικονικότητας της σύμβασης δανείου. Επίσης η κρίση της αναιρεσιβαλλόμενης ότι η σύσταση αφανούς εταιρείας μεταξύ των διαδίκων αφορούσε (απαγορευμένη) σύμβαση ομαδικού εταιρισμού, δηλαδή από κοινού συνεργασίας και ιδιοκτησίας οίκου ανοχής, και συνεπώς ήταν άκυρη κατά τη διάταξη του άρθρου 174 ΑΚ,πέραν των επικαλούμενων μαρτυρικών καταθέσεων που το επιβεβαίωσαν, θεμελιώθηκε, όπως δέχθηκε το Εφετείο, και στο προαναφερθέν επικληθέν και προσκομισθέν από την αναιρεσίβλητη από 15.4.2009 έγγραφο ιδιωτικό συμφωνητικό(καταστατικό) σύστασης αφανούς εταιρείας που όριζε στο άρθρο 1(Σύσταση εταιρείας-σκοπός) ότι σκοπός της εταιρείας ήταν ¨να λειτουργήσει ως επιχείρηση-studio παροχής υπηρεσιών προσώπων, τα οποία κατέχουν πιστοποιητικό ασκήσεως επαγγέλματος εκδιδόμενου επ' αμοιβή προσώπου¨, σε συνδυασμό με το άρθρο 4 (Κεφάλαιο- εισφορές) που όριζε ότι ¨οι εταίροι προσφέρουν όση προσωπική εργασία δύνανται να προσφέρουν για την ευόδωση των σκοπών της εταιρείας¨.
Από το συνδυασμό δε των ανωτέρω άρθρων του συμφωνητικού της αφανούς εταιρείας προέκυπτε ότι ο σκοπός ήταν να εργαστούν οι διάδικοι ως συνέταιροι, η μεν αναιρεσίβλητη ως εμφανής, η δε αναιρεσείουσα ως αφανής, με την προσωπική τους εργασία ως εκδιδόμενα πρόσωπα. Τέλος μη εφαρμοστέα τυγχάνει εν προκειμένω και η διάταξη του άρθρου 365 ΑΚ, που αφορά σύμβαση για παροχή απαγορευμένη από το νόμο, καθόσον η αναιρεσείουσα είχε θεμελιώσει την ένδικη αγωγή της στις διατάξεις των άρθρων 806 επ.
ΑΚ, περί έγκυρης σύμβασης δανείου, ουδέποτε δε προέβαλε στα δικαστήρια της ουσίας σχετικό ισχυρισμό θεμελιούμενο στην ανωτέρω διάταξη, σωρεύοντας αίτημα αποζημίωσής της. Τέλος με τις παραπάνω παραδοχές του το Εφετείο διέλαβε επαρκείς, σαφείς και όχι αντιφατικές αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των προαναφερθεισών διατάξεων, τις οποίες εφάρμοσε, καθόσον τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά δικαιολογούν την απόρριψη της ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής της αναιρεσείουσας, αφού δεν αποδείχθηκε οφειλή της αναιρεσίβλητης εκ δανείου.
Δεν ήταν δε αναγκαία, για την πληρότητα της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, αναφορικά με το ως άνω ουσιώδες ζήτημα, η παράθεση και άλλων, πλην των ανωτέρω, αιτιολογιών.
Συνεπώς, και τα από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου 559 ΚΠολΔ αντίστοιχα σκέλη των πρώτου και δεύτερου λόγων της αναίρεσης, με τα οποία η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, είναι αβάσιμος. Κατά τις λοιπές αιτιάσεις τους, οι ίδιοι ως άνω λόγοι, καθό μέρος με αυτούς, υπό το πρόσχημα της παραβίασης του άρθρου 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, πλήττεται η ακυρωτικά ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του Δικαστηρίου, είναι απαράδεκτοι.
Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β' του ΚΠολΔ ορίζεται περαιτέρω ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις που έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο είτε για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ήτοι για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών, είτε για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν κατά το άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 8/2005).
Όμως η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του εδ. β' του αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ιδρύει τον προβλεπόμενο απ' αυτήν αναιρετικό λόγο, μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία κανόνος δικαίου για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας αυτού, ιδίως όταν ο κανόνας δικαίου περιέχει νομικές έννοιες ή για την υπαγωγή ή όχι στον κανόνα αυτό των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς.
Αντίθετα, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, αλλά ούτε και λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 παρ. 4 και 339 του ΚΠολΔ, τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα (ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 79/2018, ΑΠ 1333/2018, ΑΠ 1512/2014, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 208/2011, ΑΠ 1662/2010).
Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο: α) τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου έγινε ή δεν έγινε εσφαλμένη χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, γ) η φερόμενη ως εσφαλμένη έννοια που αποδόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας στο συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, όπως προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας που το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε ή δεν εφάρμοσε και δ) η προβαλλόμενη ως ορθή έννοια του ίδιου κανόνα δικαίου, η οποία προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που η απόφαση δεν χρησιμοποίησε ή χρησιμοποίησε εσφαλμένα.
Διαφορετικά, ο λόγος αναίρεσης είναι αόριστος και απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 860/2018, ΑΠ 208/2018, ΑΠ 1226/2014, ΑΠ 2146/2014, ΑΠ 574/2010, ΑΠ 737/2008, ΑΠ 1300/2006, ΑΠ 1207/2005, ΑΠ 320/2003). Στην περίπτωση δε που η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε επί της ουσίας, πρέπει να παρατίθενται και οι σχετικές παραδοχές αυτής, όπου η επικαλούμενη ως άνω παράβαση.
Στην προκειμένη περίπτωση, με το αντίστοιχο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ.1 εδάφ. β` του ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι αυτή δεν έλαβε υπόψη της τα διδάγματα της κοινής πείρας και δη ότι παρέλειψε να εκτιμήσει, με βάση την κοινή λογική και την κοινή πείρα, ότι αν η αναιρεσείουσα γνώριζε και επιθυμούσε την εικονικότητα της δανειακής σύμβασης και τις έννομες συνέπειές της, ουδέποτε θα κατέβαλε ένα ποσό στα πλαίσια της ακυρότητας της σύμβασης ομαδικού εταιρισμού, το οποίο λόγω αυτής της ακυρότητας δεν θα μπορούσε να αναζητήσει, ερμηνεύοντας έτσι εσφαλμένα τις προϋποθέσεις που ορίζουν οι διατάξεις του ουσιαστικού κανόνα περί εικονικότητας του άρθρου 138 ΑΚ.
Ο λόγος, όμως, αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι ανεξαρτήτως του ότι δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο η φερόμενη ως εσφαλμένη έννοια που αποδόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας στο συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, όπως προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας που το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε ή δεν εφάρμοσε, αφετέρου η επικαλούμενη αιτίαση αναφέρεται όχι στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή στην υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών που έχουν γίνει δεκτά, αλλά ευθέως στην απόδειξη κρίσιμων γεγονότων και στην εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, η οποία όμως δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθ. 561 παρ.1 του ΚΠολΔ).
Τέλος, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα για την άσκησή της στο δημόσιο ταμείο(άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ). Επίσης πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρ.106,176,183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 16.06.2021 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4104/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα για την άσκηση της αναίρεσης στο δημόσιο ταμείο.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στην πληρωμή δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Ιανουαρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Φεβρουαρίου 2023.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ