236/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 236 / 2016 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 236/2016 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ’ Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Πέτρο Σαλίχο και ΙÏ...
Legislator headnote
AI generatedFull text
Απόφαση 236 / 2016 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 236/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Πέτρο Σαλίχο και Ιωάννη Φιοράκη Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Νοεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ι. Π. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Των αναιρεσίβλητων:1) Γ. Κ. του Δ., 2) Σ. συζύγου Ι. Τ., το γένος Δ. Κ., 3)Δ. Κ. του ..., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ι. Τ., με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 7-5-2001 και 22-2-2002 συναφείς αγωγές των αρχικών διαδίκων, που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Σητείας και συνεκδικάσθηκαν.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 124/2002 του ίδιου Δικαστηρίου, και 22/2005 Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 18-3-2005 αίτησή του, την οποία επανέφεραν μετά από ματαίωση οι αναιρεσίβλητοι με την από 23-3-2015 κλήση τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Φιοράκης, ανέγνωσε την από 3-2-2015 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος δικαστηρίου, Αρεοπαγίτη Μαρίας Βαρελά, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1, 2 και 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Αρειος Πάγος εξετάζει, αυτεπαγγέλτως, ποιός επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν, όμως, την επισπεύδει ο αντίδικός του τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος (διάδικος) κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή επιδόθηκε μεν αλλά όχι νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση τη συζήτηση της από 18-3-2005 αίτησης αναίρεσης κατά της υπ’ αριθ. 22/2005 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου επισπεύδουν οι αναιρεσίβλητοι με την από 23-3-2015 κλήση τους, μετά την ματαίωση της συζήτησής της κατά τη δικάσιμο της 18-2-2015. Εξάλλου, όπως προκύπτει, από τις υπ’ αριθ. .../15-7-2015 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Λασιθίου Κ. Δ., αντίγραφο τόσο της αίτησης αναίρεσης, όσο και της κλήσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς εμφάνιση στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης (4-11-2015) επιδόθηκε νομότυπα στον αναιρεσείοντα (άρθρο 127 παρ. 1 ΚΠολΔ). Κατά τη δικάσιμο αυτή, ο αναιρεσείων δεν εμφανίσθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, πλην όμως ως νομίμως κλητευθείς, πρέπει να δικασθεί σαν να ήταν παρών και να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Στο πρώτο εδάφιο του άρθρου 558 ΚΠολΔ ορίζεται ότι η αναίρεση απευθύνεται κατά εκείνων, οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ή των καθολικών διαδόχων τους ή των κληροδόχων τους.
Εν προκειμένω, η κρινόμενη αναίρεση κατά της υπ’ αριθ. 22/2005 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου, ασκηθείσα από τον εκκαλούντα, του οποίου η έφεση απορρίφθηκε, απευθύνεται κατά των 1) Γ. Κ. του Δ., 2) Σ. συζ. Ι. Τ., το γένος Δ. Κ. και 3) Δ. Κ. του .... Όπως όμως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης εφεσίβλητοι στο δικάσαν την έφεση του αναιρεσείοντος δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου ήταν μόνον οι δυο πρώτοι αναιρεσίβλητοι, όχι δε και ο τρίτος, ο οποίος δεν μετέσχε υφ’ οιανδήποτε ιδιότητα στη δίκη εκείνη.
Συνεπώς, ως προς αυτόν η αναίρεση πρέπει ν’ απορριφθεί για έλλειψη παθητικής νομιμοποίησης. Κατά τη διάταξη του μεν άρθρου 1094 ΑΚ, ο κύριος πράγματος δικαιούται να απαιτήσει από το νομέα ή τον κάτοχο την αναγνώριση της κυριότητάς του και την απόδοση του πράγματος, του δε άρθρου 1033 ΑΚ, για τη μεταβίβαση κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και του αποκτώντος ότι μετατίθεται σ’ αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία. Η συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβάλλεται σε μεταγραφή. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 974 ΑΚ, όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία επάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας του, αν ασκεί την εξουσία αυτή διανοία κυρίου. Τέλος σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ εκείνος που έχει στη νομή του για μία εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο, γίνεται κύριος αυτού (έκτακτη χρησικτησία), ενώ σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1051 ΑΚ εκείνος που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή ειδική διαδοχή, μπορεί να συνυπολογίσει το δικό του χρόνο χρησικτησίας στο χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 1 εδ.α Κ.Πολ.Δ, κατά των αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο λόγος αυτός αναίρεσης, για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός, δεν εφαρμόσθηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εάν εφαρμόσθηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Εξάλλου ο ίδιος λόγος αναίρεσης είναι δυνατόν να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα να πλήττει την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση αυτή παραβιάστηκε κανόνας δικαίου, οπότε ο λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος διότι πλήττει την ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο εκτίμηση των αποδείξεων. Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι με αυτή το Εφετείο δέχθηκε μετά την ανέλεγκτη αναιρετικά συνεκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά " .... το επίδικο ακίνητο των δύο συνεκδικαζομένων αγωγών έχει έκταση 5.300 τμ. Βρίσκεται στη θέση ... της κτηματικής περιφέρειας Παλαικάστρου τέως δήμου ... και ήδη δήμου Σητείας, έχει σχήμα παραλληλογράμμου και συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία κληρ. Ε. Π., νότια με ιδιοκτησίες Α. Σ. και Ε. Δ., ανατολικά και δυτικά με ιδιοκτησία εφεσιβλήτων. Το ακίνητο αυτό αποτελεί τμήμα μεγαλύτερου συνεχόμενου ακινήτου, συνολικής εκτάσεως 40 στρεμμάτων, το οποίο περιήλθε στη συγκυριότητα των εφεσιβλήτων κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου από τη μητέρα τους Μ. Κ., δυνάμει του με αριθμό .../23-7-1998 συμβολαίου γονικής παροχής της συμβ/φου Σητείας Ειρήνης Γρηγορίου, το οποίο μεταγράφτηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σητείας, στον τόμο .... Στην κυριότητα της δικαιοπαρόχου τους περιήλθε δυνάμει εκτάκτου χρησικτησίας αφού αυτή ασκούσε επ’ αυτού τις προσιδιάζουσες στη φύση του (αγριάδα) διακατοχικές πράξεις (εκμισθώνοντας αυτό σε βοσκούς) από το έτος 1970 όταν μεταβιβάστηκε η νομή αυτού με άτυπη παραχώρηση από τον πατέρα της Μ. Χ. και μέχρι το έτος 1998 παρήλθε χρόνος μεγαλύτερος της εικοσαετίας. Οι δε εφεσίβλητοι από τότε που περιήλθε αυτό στην κυριότητά τους ασκούσαν επ’ αυτού τις ίδιες πράξεις νομής με την δικαιοπάροχό τους, καθιστάμενοι έτσι συγκύριοι αυτού και με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, μετά την προσμέτρηση στο χρόνο νομής τους τον χρόνο νομής της δικαιοπαρόχου τους, έως τον Απρίλιο 2001 οπότε ο εκκαλών το κατέλαβε, το προσάρτησε σε συνεχόμενη βορείως ιδιοκτησία του, το εκχέρσωσε και καλλιέργησε εντός αυτού δημητριακά και σιτηρά για την εκτροφή των αιγοπροβάτων του. Αντιθέτως από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν απεδείχθη ότι το τμήμα αυτό αποτελεί τμήμα μεγαλύτερης εκτάσεως, ήτοι 10 στρεμμάτων, ιδιοκτησίας του εκκαλούντος (αναιρεσείοντος), της οποίας έγινε κύριος με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας αφού νέμεται αυτήν με διάνοια κυρίου, καλλιεργώντας το τμήμα αυτό από το έτος 1977 έως τον χρόνο άσκησης της αγωγής. Όμως οι ενόρκως εξετασθέντες μάρτυρες ενώπιον συμβολαιογράφου αναφέρουν για καλλιέργεια αγρού πέντε περίπου στρεμμάτων από τον εκκαλούντα και ως εκ τούτου αναφέρονται στον γειτνιάζοντα βορείως του επιδίκου αγρό του και όχι στο επίδικο. Εξάλλου από την με χρονολογία 7-6-02 βεβαίωση του I. Φ., χειριστή μηχανήματος, σε συνδυασμό με την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα του εκκαλούντος Ε. Φ., χειριστή μηχανήματος, προκύπτει ότι για πρώτη φορά τον Απρίλιο του 2001 ο εκκαλών προέβη σε εκχέρσωση του επιδίκου ακινήτου.
Συνεπώς οι εφεσίβλητοι κατέστησαν συγκύριοι του επιδίκου τόσο με παράγωγο τρόπο αφού απέκτησαν αυτό από κύριο με συμβολαιογραφικό έγγραφο νομίμως μεταγεγραμμένο, όσο και με έκτακτη χρησικτησία, προσμετρώντας στο χρόνο νομής τους το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχους τους. Όσον αφορά το με στοιχείο 2 ακίνητο της αγωγής του εκκαλούντος (αναιρεσείοντος), εκτάσεως τριών στρεμμάτων, το οποίο βρίσκεται στη θέση ... της κτηματικής περιφέρειας Παλαικάστρου του Δήμου ... και συνορεύει βόρεια και ανατολικά με αγριάδα εναγομένων εφεσιβλήτων, δυτικά με συνεχόμενο ελαιόφυτο ενάγοντος - εκκαλούντος και νότια με ιδιοκτησία Ε. Δ. δεν προκύπτει με σαφήνεια από τα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία πράξεις νομής του εκκαλούντος στο ως άνω τμήμα, λόγω της αοριστίας των μαρτυρικών καταθέσεων περί της περιγραφής του ακινήτου, σε συνδυασμό με το ότι ο τελευταίος έχει στην ίδια θέση περισσότερα του ενός ακίνητα συνολικής εκτάσεως 37 στρέμματα περίπου. Ειδικότερα ενώ ο ενάγων - εκκαλών (αναιρεσείων) στην (αντίθετη) αγωγή του ισχυρίζεται ότι το άνω περιφραγμένο ακίνητο χρησιμοποιούσε για τη βοσκή των ζώων του, ο μάρτυρας αποδείξεως που εξετάστηκε ενόρκως στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, αναφέρει ότι σε μέρος του ακινήτου αυτού, είχε φυτέψει ο εκκαλών και καλλιεργούσε ελαιόδενδρα. Τέλος από τον ίδιο τον ισχυρισμό του εκκαλούντος ότι οι αντίδικοι (αναιρεσίβλητοι) το έτος 2000 προέβησαν σε εκχέρσωση του ακινήτου και φύτεψαν σε αυτό 60 ελαιόδενδρα, χωρίς να υπάρξει καμία άμεση και έννομη αντίδραση του ενάγοντος, προκύπτει ότι ο ενάγων (αναιρεσείων) δεν ασκούσε την εποπτεία και τον έλεγχο του τμήματος αυτού, αλλά ούτε πράξεις νομής ασκούσε επ’ αυτού". Με αυτά που δέχθηκε και έτσι όπως έκρινε το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο, απορρίπτοντας την έφεση του αναιρεσείοντος και επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με την οποία έγινε δεκτή η διεκδικητική αγωγή των δυο πρώτων αναιρεσιβλήτων, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις παραπάνω ουσιαστικές δικαίου διατάξεις των άρθρων 1033 και 1045 ΑΚ ενόψει του ότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων που έγιναν δεκτά από αυτή και υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις, όπως αναλύθηκαν στη νομική σκέψη και του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού.
Συνεπώς ο πρώτος λόγος αναίρεσης εκ του άρθρου 560 αρ.1 Κ.Πολ.Δ, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Η ειδικότερη αιτίαση που διατυπώνεται με το λόγο αυτό ότι το Εφετείο παραβίασε με την προσβαλλόμενη απόφασή του τον ουσιαστικό κανόνα δικαίου του άρθρου 1045 ΑΚ αφού ουδεμία πράξη νομής είναι δυνατή σε ένα αγρό άγονο, πετρώδη ακαλλιέργητο και μη δυνάμενο να προσδιοριστεί κατά τον τίτλο κτήσεως, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη διότι υπό το πρόσχημα της παραβιάσεως του άρθρου 1045 ΑΚ, πλήττεται η ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο εισάγεται η από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ αιτίαση περί του ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 984 και 989 ΑΚ, διότι "δέχθηκε την αγωγή των αναιρεσιβλήτων περί προστασίας της κυριότητας λόγω αποβολής χωρίς όμως ν’ αναφέρει και ότι οι τελευταίοι ήταν νομείς του επιδίκου κατά το χρόνο της αποβολής τους τον Απρίλιο 2001", πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον, πέραν του ότι από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι οι δυο πρώτοι αναιρεσίβλητοι, κατά τον χρόνο προσβολής της συγκυριότητάς τους επί του επιδίκου, είχαν την επ’ αυτού συννομή, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 984 και 989 Α.Κ., οι οποίες αναφέρονται σε προσβολή της νομής, η πρώτη και σε προστασία του νομέως σε περίπτωση διατάραξης της νομής του, η δεύτερη και δεν ευρίσκουν έδαφος εφαρμογής επί διεκδικητικής αγωγής, όπως εν προκειμένω.
Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω πρέπει ν’ απορριφθεί η αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων, κατά το νόμιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18-3-2005 αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθ. 22/2005 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Δεκεμβρίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 17 Μαρτίου 2016.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ