Legislator Case Law & Legislation
236/2010 AI generated

236/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 236/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26/7/2004 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και την από 23/6/2004 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3382/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6744/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20/2/2008 αίτησή της.

Legislator headnote

AI generated

236/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξ άλλου, το χρηματικό ποσό, το οποίο δίδεται, κατά την κατάρτιση της συμβάσεως μισθώσεως, από τον μισθωτή στον εκμισθωτή, "ως εγγύηση" (στην πραγματικότητα εγγυοδοσία), διέπεται, ως προς την λειτουργία του και ιδίως την τύχη του, από την ειδικότερη συμφωνία των συμβαλλομένων, στα πλαίσια της ελευθερίας των συμβάσεων, κατά την αυτή διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ.

Keywords

AI generated
severance pay waiver of wage claims unfair terms of contract non-implementation of the offending agreements withdrawal following settlement clausula rebus sic stantibus
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 236 / 2010 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 236/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Σοφία Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας:Χ, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Μανουσάκη και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ψ1 του Ψ2, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ουρανία Πολίτη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26/7/2004 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και την από 23/6/2004 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3382/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6744/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20/2/2008 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Σοφία Καραχάλιου ανέγνωσε την από 19/11/2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως , κατά το υπό στοιχείο δ'-δ2 μέρος του, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., και κατά το υπό στοιχείο δ3'-αα' και γγ' μέρος του από τον αριθμό 19 του αυτού άρθρου του Κ.Πολ.Δ, και την απόρριψη των λοιπών λόγων αυτής. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 599 παρ. 1 και 592 του Α.Κ., συνάγεται, ότι ο μισθωτής έχει υποχρέωση, να αποδώσει το μίσθιο στον εκμισθωτή, κατά την λήξη της μισθώσεως, στην κατάσταση που το παρέλαβε ήτοι χωρίς φθορές, πλην εκείνων που προκλήθηκαν από την, σύμφωνα με τα συναλλακτικά ήθη και την καλή πίστη, συνήθη χρήση αυτού.

Η υποχρέωση αυτή του μισθωτού ισχύει για την, για οποιοδήποτε λόγο, λύση της συμβάσεως μισθώσεως. Λύση της εμπορικής μισθώσεως είναι δυνατόν να επέλθει, μετά την κατάρτιση αυτής, στα πλαίσια της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων, που καθιερώνεται με την διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ, με νεώτερη συμφωνία των μερών, η οποία υπάρχει και όταν, προ της παρελεύσεως του συμβατικού ή νομίμου χρόνου, ο μισθωτής αποδίδει το μίσθιο στον εκμισθωτή και ο τελευταίος το παραλαμβάνει, με σκοπό την λύση της μισθώσεως, για την απόδειξη δε της συμφωνίας αυτής δεν απαιτείται έγγραφο βεβαίας χρονολογίας, που προβλέπεται από την διάταξη του άρθρου 5 του Π.Δ. 34/1995 (ΑΠ 1193/2005).

Εξ άλλου, το χρηματικό ποσό, το οποίο δίδεται, κατά την κατάρτιση της συμβάσεως μισθώσεως, από τον μισθωτή στον εκμισθωτή, "ως εγγύηση" (στην πραγματικότητα εγγυοδοσία), διέπεται, ως προς την λειτουργία του και ιδίως την τύχη του, από την ειδικότερη συμφωνία των συμβαλλομένων, στα πλαίσια της ελευθερίας των συμβάσεων, κατά την αυτή διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ.

Έτσι, αυτό είναι δυνατόν να δόθηκε ως συμβατική εγγυοδοσία, είτε προς εξασφάλιση του μισθώματος και μάλιστα ως προκαταβολή αυτού, είτε ως ποινική ρήτρα. Από το συνδυασμό δεν των διατάξεων των άρθρων 404, 405, 406 και 407 του ΑΚ, προκύπτει ότι, σε περίπτωση που στην σύμβαση μισθώσεως το διδόμενο ποσό χρηματικής εγγυήσεως, για την πιστή τήρηση των όρων της συμβάσεως, έχει χαρακτήρα ποινικής ρήτρας, η κατάπτωσή της υπέρ του εκμισθωτού, μπορεί να συμφωνηθεί, λόγω του ενδοτικού χαρακτήρος του άρθρου 406 ΑΚ, για κάθε περίπτωση αντίστοιχης παραβιάσεως, ανεξαρτήτως άλλης ζημίας του εκμισθωτού.

Η αξίωση του μισθωτού για απόδοση της εγγυοδοσίας, γίνεται ληξιπρόθεσμη, με την λήξη της μισθώσεως και επιστρέφεται αν ο εκμισθωτής δεν έχει απαιτήσεις για μισθώματα ή αποζημίωση για ζημίες στο μίσθιο και εφ' όσον δεν έχει συμφωνηθεί διαφορετικά. Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, εσωτερικού ή διεθνούς.

Ο κανόνας παραβιάζεται, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είτε με ψευδή ερμηνεία, η οποία υπάρχει, όταν αποδίδεται στον κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με μη ορθή εφαρμογή, η οποία συντελείται, όταν εφαρμόζεται κανόνας, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προυποθέσεις εφαρμογής του ή όταν δεν εφαρμόζεται, ενώ έπρεπε να εφαρμοσθεί, ή όταν εφαρμόσθηκε εσφαλμένως.

Κατά την έννοια δε της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του αυτού Κώδικος, η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως και έτσι ιδρύεται ο προβλεπόμενος, από την διάταξη αυτή, λόγος αναιρέσεως και όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του, επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν, στην συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε.

Αντιφατικότητα δε της αιτιολογίας υπάρχει όταν, εξ αιτίας της, δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί, αν ορθώς εφήρμοσε τον νόμο. Στην παρούσα περίπτωση, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως προκύπτει από αυτή, το Εφετείο δέχθηκε, ανελέγκτως, ως αποδειχθέντα, τα κατωτέρω πραγματικά περιστατικά: "Με το από 30-9-1995 ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως, οι Ψ2 (πατέρας της ενάγουσας-εναγομένης Ψ1) και Θ, οι οποίοι ενεργούσαν σε κοινοπραξία με την επωνυμία "Ψ2 - Θ" (σχετικά με τον χαρακτήρα της κοινοπραξίας ως απλής ένωσης προσώπων χωρίς νομική προσωπικότητα βλ.

ΑΠ 126/1996 ΕλλΔνη 38, 116) εκμίσθωσαν στην εναγομένη-ενάγουσα Χ ένα κατάστημα, συνολικής, επιφάνειας 119 τ.μ., αποτελούμενο από ισόγειο, επιφάνειας 67 τ.μ. και υπόγεια αποθήκη, επιφάνειας 52 τ.μ., το οποίο βρίσκεται στο επί της οδού ..., μέγαρο καταστημάτων και γραφείων και χαρακτηρίζεται το μεν ισόγειο με τα στοιχεία Ικδ και Ικ9, το δε υπόγειο με τα στοιχεία Υα7 και Υα8, προκειμένου η τελευταία να το χρησιμοποιήσει ως κομμωτήριο.

Η διάρκεια της μισθώσεως ορίσθηκε εννεαετής, αρχόμενη τη 1-10-1995 και λήγουσα την 30-9-2004, το δε μηνιαίο, προκαταβαλλόμενο την πρώτη ημέρα κάθε μισθωτικού μήνα, ορίσθηκε για το πρώτο έτος της μισθώσεως στο ποσό των 550.000 δραχμών, αναπροσαρμοζόμενο ετησίως για τα πρώτα έξι (6) έτη κατά ποσοστό 11% και για τα υπόλοιπα τρία (3) έτη της μισθώσεως κατά ποσοστό καθοριζόμενα με νεότερη συμφωνία των συμβαλλομένων, όχι, όμως μικρότερο του 11%, υπολογιζόμενο του ποσοστού αναπροσαρμογής επί του εκάστοτε καταβαλλόμενου μισθώματος.

Ακολούθως με το νομίμως μεταγραφέν υπ' αριθμ.... αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου Αθηνών Λουκίας Σακελλαρίου, ο ιδιοκτήτης του μισθίου ... μετεβίβασε την κυριότητά του στα ως άνω μέλη της κοινοπραξίας Ψ2 και Θ, κατά ποσοστό 95% και 5% εξ αδιαιρέτου αντιστοίχως στον καθένα, στη συνέχεια δε, με το νομίμως μεταγραφέν υπ' αριθμ. ..

αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της ίδιας ως άνω Συμβολαιογράφου, ο Θμετεβίβασε το ανωτέρω ποσοστό συγκυριότητας του επί του μισθίου στον Ψ2. Ο τελευταίος, με το νομίμως μεταγραφές υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο γονικής παροχής της ίδιας ως άνω Συμβολαιογράφου, μετεβίβασε το δικαίωμα επικαρπίας του μισθίου στην ενάγουσα - εναγομένη Ψ1, η οποία, έτσι, υπεισήλθε αυτοδικαίως στη μίσθωση, ως μοναδική εκμισθώτρια.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε, ότι περί τα μέσα Ιουλίου του 2003 η εναγομένη-ενάγουσα μισθώτρια αποχώρησε από το μίσθιο και μετέφερε το κομμωτήριο της σε άλλο μίσθιο που είχε ήδη μισθώσει από τον Μάρτιο του 2003, χωρίς να προηγηθεί καταγγελία της για λύση της μισθώσεως. Η τελευταία ισχυρίζεται ότι το Φεβρουάριο του 2003 είχε ζητήσει από τον πατέρα της ενάγουσας-εναγομένης Ψ1 του Ψ2, θεωρώντας αυτόν ως εκμισθωτή, καθόσον αγνοούσε την υπεισέλευση της Ψ1 στη μίσθωση της εκμισθώτριας, τη λύση της μίσθωσης, εξαιτίας προβλημάτων που αντιμετώπιζε με το μίσθιο, που το καθιστούσαν ακατάλληλο για τη συμφωνηθείσα χρήση και ότι ο τελευταίος συμφώνησε, πλην, όμως, τελικά δεν προσήλθε για να υπογράψουν τον Ιούλιο του 2003 το σχετικό έγγραφο για τη συναινετική λύση της μίσθωσης, προβάλλοντας υπέρογκες οικονομικές αξιώσεις.

Οι ανωτέρω δε ισχυρισμοί της επιβεβαιώνονται από το μάρτυρά της και τους ενόρκως βεβαιούντες στις ένορκες βεβαιώσεις που προσκομίζει. Την 18-7-2003 η ενάγουσα-εναγομένη Ψ1 και ο πατέρας της Ψ2 επέδωσαν στην τελευταία, η οποία ήδη είχε αποχωρήσει από το μίσθιο, την από 16-7-2003 εξώδικη δήλωσή τους, με την οποία δήλωναν ότι δεν συναινούν στην λύση της μίσθωσης, την οποία θεωρούν ισχυρή έως το τέλος του συμβατικού χρόνου της.

Σε απάντηση της εξώδικης αυτής δηλώσεως τους, η μισθώτρια επέδωσε σ' αυτούς, την 25-7-2003, την από 15-7-2003 εξώδικη δήλωση της, με την οποία, αφού ανέφερε όσα προεκτέθηκαν σχετικά με την προφορική συμφωνία τους για συναινετική λύση της μίσθωσης καλούσε "το νόμιμο εκπρόσωπο της εκμισθώτριας κοινοπραξίας" ή οποιονδήποτε από αυτούς θα δήλωνε ότι είναι νόμιμος κύριος του μισθίου, να προσέλθει την 31-7-2003 για να επιθεωρήσει και παραλάβει το μίσθιο και να της επιστρέψει την εγγύηση, με την ταυτόχρονη προσκομιδή εκ μέρους της όλων των εξοφλητικών αποδείξεων Δ.Ε.Η., κοινοχρήστων και ο,τιδήποτε βαρύνει το μίσθιο, άλλως θα κατέθετε τα κλειδιά του μισθίου, τις εξοφλητικές αποδείξεις και μία έκθεση περί της κατάστασης του μισθίου την ιδία ως άνω ημερομηνία στη Συμβολαιογράφο Αθηνών, Ευσταθία Ζούβελου.

Τελικά ο Ψ2 και η Ψ1 προσήλθαν στο γραφείο της ανωτέρω Συμβολαιογράφου την 7-8-2003 και παρέλαβαν τα κλειδιά του μισθίου, "με την επιφύλαξη παντός δικαιώματος των από την μονομερή λύση της μίσθωσης εκ μέρους της μισθώτριας" (βλ...). Στη συνέχεια, την 16-10-2003, η Ψ1, αντιπροσωπευόμενη από τον πατέρα της Ψ2, εκμίσθωσε το μίσθιο στην εταιρεία με την επωνυμία "EVENTEL'S HOUSE HOME DESIGN ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ" (βλ...).

Με τα δεδομένα αυτά, η προαναφερόμενη από 15-7-2003 εξώδικη δήλωση της ενάγουσας - εναγομένης μισθώτριας, δεν συνιστά την απαιτούμενη από το άρθρο 43 του Π.Δ. 34/1995 έγγραφη καταγγελία για μονομερή λύση της μίσθωσης, αφού, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, έγινε σε απάντηση της προηγηθείσας ως άνω εξώδικης δηλώσεως των Ψ2 και Ψ1 και προκειμένου να υποστηρίξει τους ανωτέρω ισχυρισμούς της περί προφορικής συμφωνίας για συναινετική λύση της μίσθωσης, ενώ πουθενά δεν διαφαίνεται θέληση αυτής να καταγγείλει μονομερώς τη σύμβαση.

Κατά συνέπεια η εξώδικη αυτή δήλωση δεν επέφερε τα έννομα αποτελέσματα που προβλέπει η ανωτέρω διάταξη (άρθρ. 43 του Π.Δ. 34/1995), με συνέπεια η μίσθωση να εξακολουθεί να ισχύει και να μην θεμελιώνονται οι αξιώσεις της ενάγουσας εκμισθώτριας προς καταβολή των έξι (6) μηνιαίων μισθωμάτων και της αποζημιώσεως, ίσης προς τέσσερα (4) μηνιαία μισθώματα.

Από την άλλη πλευρά, η εναγομένη μισθώτρια είναι υποχρεωμένη, στην περίπτωση αυτή να καταβάλει τα μισθώματα μέχρι τη λήξη του συμβατικού χρόνου της μίσθωσης, δικαιούμενη, όμως να αφαιρέσει καθετί που ωφελήθηκε η εκμισθώτρια χρησιμοποιώντας το μίσθιο, όπως από τη συγκεκριμένη εκ νέου εκμίσθωσή του... Κατόπιν αυτών, η αγωγή της εκμισθώτριας Ψ1, θεμελιούμενη αποκλειστικά στην ανωτέρω διάταξη του άρθρ. 43 του Π.Δ. 34/1995, είναι ουσιαστικά αβάσιμη και απορριπτέα.

Περαιτέρω, αναφορικά με την αγωγή της μισθώτριας ..., αποδείχθηκε ότι η μισθώτρια αυτή κατά τη σύναψη της μισθώσεως κατέβαλε στους προαναφερόμενους εκμισθωτές - μέλη της κοινοπραξίας το ποσό των 1.649.000 δραχμών, (ισόποσο τριών μηνιαίων μισθωμάτων), το οποίο θα παρέμενε στα χέρια των εκμισθωτών καθ' όλη τη διάρκεια της μίσθωσης, αναπροσαρμοζόμενο με κάθε αναπροσαρμογή του μισθώματος, ώστε να αντιστοιχεί πάντοτε σε τρία (3) μηνιαία μισθώματα, ως "εγγύηση, για την υπό της μισθώτριας πιστή τήρηση όλων των όρων της σύμβασης αυτής και των εκπλήρωση των υποχρεώσεων της απ' αυτή.

Σε περίπτωση παράβασης οιουδήποτε όρου η εγγύηση θα καταπίπτει αυτοδικαίως υπέρ της εκμισθώτριας και θα επιστραφεί στη μισθώτρια, ατόκως, όταν αυτή αποδώσει το μίσθιο, εφόσον δεν συντρέχει περίπτωση κατάπτωσης αυτής και έχοντας αυτή εκπληρώσει όλες τις συναφείς υποχρεώσεις της". Ο όρος αυτός, με το ανωτέρω περιεχόμενο, αποτελεί συμφωνία για ποινική ρήτρα, η οποία καταπίπτει σε περίπτωση παράβασης οποιουδήποτε όρου της μισθωτικής σύμβασης.

Ενώ δε η ενάγουσα-εναγομένη μισθώτρια είχε τη συμβατική υποχρέωση (όρος 6ος) κατά τη λήξη της μισθώσεως να παραδώσει το μίσθιο στην κατάσταση που το παρέλαβε, αποδείχθηκε ότι αυτή δεν απομάκρυνε από το μίσθιο όλες τις εγκαταστάσεις που είχε τοποθετήσει σ' αυτό προς εξυπηρέτηση της λειτουργίας του καταστήματος ως κομμωτηρίου, δηλαδή τα διάφορα ξύλινα "πανό", τα διάφορα πολυεστερικά σπατουλαριστά και την ξύλινη επένδυση του ισογείου, τις δύο ξύλινες αποθήκες, τα διακοσμητικά αυτοκόλλητα και αμμοβολές της βιτρίνας και τις τροποποιήσεις στην υδραυλική εγκατάσταση και την αποχέτευση, τις οποίες είχε κάνει προκειμένου να τοποθετήσει λουτήρες, νιπτήρες και παρασκευαστήρια ζεστού νερού (boiler), ενώ, επιπλέον, άφησε ανοικτές τις τρύπες που είχε ανοίξει στα μαρμάρινα πατώματα του μισθίου για τη στερέωση των εγκαταστάσεων της, μη αποκαθιστώντας έτσι την ομοιομορφία των πατωμάτων.

Προκειμένου δε το μίσθιο να επανέλθει στην πρότερη κατάσταση του απαιτείται το συνολικό ποσό των 4.700 ευρώ, σύμφωνα με την προσκομιζόμενη με επίκληση, από Οκτωβρίου 2003 αναλυτική τεχνική έκθεση-προϋπολογισμό του πολιτικού μηχανικού ..., καθώς και την προσκομιζόμενη από την εκμισθώτρια ως άνω ένορκη βεβαίωση, μη αναιρουμένων ουσιαστικά των ανωτέρω από την προσκομιζόμενη από τη μισθώτρια από 25-7-2003 τεχνική έκθεση δήλωση του διακοσμητή ....

Ενόψει αυτών, πέραν από την αντισυμβατική πρόωρη αποχώρηση της ενάγουσας μισθώτριας από το μίσθιο, συντρέχει συνεπεία της παραβάσεως του ανωτέρω (6ου) όρου, περίπτωση καταπτώσεως του ανωτέρω ποσού της εγγύησης, ως ποινικής ρήτρας, υπέρ της εκμισθώτριας, όπως βασίμως υποστηρίζει η τελευταία". Με βάση τις παραδοχές του αυτές, το Εφετείο, εν σχέσει προς την αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, περί καταβολής σ' αυτή του δοθέντος, κατά την κατάρτιση της συμβάσεως μισθώσεως, ποσού "της εγγυήσεως", έκρινε ότι το ποσό αυτό είχε χαρακτήρα ποινικής ρήτρας, η οποία κατέπεσε υπέρ της εκμισθώτριας, συνεπεία παραβιάσεως των όρων της συμβάσεως, και, απορρίπτοντας την έφεση της ήδη αναιρεσείουσας, μισθώτριας, επικύρωσε τη πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε απορριφθεί αγωγή, με άλλη αιτιολογία.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη εφαρμογή, τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 599 παρ. 1, 361, 405 ΑΚ, διότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται, ως αποδειχθέντα, δεν στηρίζουν την διαγνωσθείσα έννομη συνεπεία. Ειδικότερα, ενώ δέχεται ότι δεν επήλθε λήξη της συμβάσεως (που αποτελεί προϋπόθεση για την υποχρέωση της μισθώτριας προς απόδοση του μισθίου στην κατάσταση που το παρέλαβε και του ληξιπροθέσμου της αξιώσεως αποδόσεως της εγγυήσεως), ακολούθως κρίνει ότι το ποσό της εγγυήσεως κατέπεσε, ως ποινική ρήτρα, υπέρ της εκμισθώτριας και η σχετική αξίωση είναι αβάσιμος.

Εξ άλλου, εν σχέσει προς το ζήτημα της λήξεως ή μη της συμβάσεως μισθώσεως, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του αντιφατικές και ασαφείς αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των αυτών διατάξεων ουσιαστικού δικαίου. Ειδικότερα, ενώ δέχεται ότι δεν επήλθε λήξη της συμβάσεως μισθώσεως (με καταγγελία εκ του άρθρου 43 του Π.Δ. 34/1995, ή με αντίθετη συμφωνία των μερών, συναγομένη από την οικειοθελή απόδοση του μισθίου από την μισθώτρια και την παραλαβή του από την εκμισθώτρια), με συνέπεια η μίσθωση να εξακολουθεί να ισχύει, ακολούθως δέχεται αντιφατικώς ότι, "κατά τη λήξη της μισθώσεως", η μισθώτρια-ενάγουσα, υπόχρεως να παραδόσει το μίσθιο στην κατάσταση που το παρέλαβε, δεν απεμάκρυνε από το μίσθιο όλες τις εγκαταστάσεις που είχε τοποθετήσει, με αποτέλεσμα, να μη προκύπτει τι ακριβώς δέχθηκε, ως προς το ανωτέρω ζήτημα, για να στηρίξει το διατακτικό.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως (κατά το υπό στοιχείο δ' - δ2 μέρος του) από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. και (κατά το υπό στοιχείο δ3 - αα' και γγ' μέρος του) από τον αριθμό 19 του αυτού άρθρου του Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια της ευθείας και εκ πλαγίου παραβιάσεως των προαναφερομένων διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, πρέπει να γίνει δεκτός, ως βάσιμος.

Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 8 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο έλαβε υπ' όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπ' όψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και έτσι θεμελιώνουν το αίτημά των.

Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα", υπό την έννοια αυτή, τα επιχειρήματα ή τα συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων. Για το ορισμένο δε του ανωτέρου λόγου, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποια ήσαν τα "πράγματα" αυτά και ποια επίδραση άσκησαν ή θα ασκούσαν στην έκβαση της δίκης. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, από το αυτό άρθρο και τον αυτό αριθμό του Κ.Πολ.Δ., αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια, ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί, μετά την απόρριψη της αγωγής της ήδη αναιρεσιβλήτου-εκμισθώτριας (εκ του άρθρου 43 του Π.Δ. 34/1995, επειδή δεν έλαβε χώρα καταγγελία της μισθώσεως από την μισθώτρια), ότι "η εναγομένη μισθώτρια είναι υποχρεωμένη στην περίπτωση αυτή να καταβάλει τα μισθώματα μέχρι την λήξη του συμβατικού χρόνου της μίσθωσης, δικαιούμενης όμως, να αφαιρέσει κάθε τι που ωφελήθηκε η εκμισθώτρια, χρησιμοποιώντας το μίσθιο, όπως από την συγκεκριμένη εκ νέου εκμίσθωσή του", έλαβε υπ' όψη ισχυρισμούς που δεν είχαν προταθεί από κανένα διάδικο.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως, ως απαράδεκτος, διότι δεν ανάγεται σε "πράγματα", υπό την εκτεθείσα στην μείζονα πρόταση έννοια, αλλά σε συμπεράσματα του Δικαστηρίου, τα οποία πλεοναστικώς περιέλαβε στην απόφαση και τα οποία δεν ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ούτε παράγεται δεδικασμένο από αυτά.

Άλλως, ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, διότι δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο ποια η επίδραση των φερομένων ως πραγματικών ισχυρισμών, στην έκβαση της δίκης.

Επειδή, κατ' ακολουθίαν των προεκτεθέντων, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, κατά το ανωτέρω κεφάλαιο (που αναφέρεται στην αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας) και να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά το αυτό κεφάλαιο, στο ίδιο Εφετείο, εφ' όσον είναι δυνατή η συγκρότησή του από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν, να καταδικασθεί δε η αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας της (άρθρ. 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας. Εφ' όσον δε αναιρείται η προσβαλλομένη απόφαση, κατά παραδοχή των, ως άνω, λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως, παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αυτής (από τον αριθμό 11, 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.), που αφορούν στο ίδιο κεφάλαιο της αποφάσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 6744/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά το κεφάλαιο, που αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσας.

Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Ιανουαρίου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 5 Φεβρουαρίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ