Legislator Case Law & Legislation
236/2009 AI generated

236/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 236/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23 Οκτωβρίου 1998 αγωγή των ήδη αναιρεισιβλήτων που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:4121/2000 προδικαστική 5879/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 274/2007 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες, με την από 2 Οκτωβρίου 2007 αίτησή τους.

Legislator headnote

AI generated

236/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): και ...... εκθέσεις επιδόσεως, της από 4-3-2008 δύο βεβαιώσεις της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Πειραιά ...... και τις δημοσιευθείσες περιλήψεις του επιδοθέντος δικογράφου που έγιναν στις 13-5-2008 στα φύλλα των ημερησίων εφημερίδων "......" και "......", που εκδίδονται στην Αθήνα και στον Πειραιά, αντιστοίχως.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 236 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 236/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Γεώργιο Χρυσικό, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1 και 2. Χ2, αμφοτέρων κατοίκων ......, οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευτύχη Αλιγιζάκη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ψ1 και 2. Ψ2, αμφοτέρων κατοίκων ......, οι οποίες δεν παρέστησαν.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23 Οκτωβρίου 1998 αγωγή των ήδη αναιρεισιβλήτων που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:4121/2000 προδικαστική 5879/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 274/2007 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες, με την από 2 Οκτωβρίου 2007 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Φούκας ανέγνωσε την από 26 Δεκεμβρίου 2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως με την υπ' αυτή πράξη ορισμού της δικασίμου που αναφέρεται στην αρχή και κλήση προς παράσταση κατ' αυτή για τη συζήτησή της, επιδόθηκε νομίμως στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για τις αγνώστου διαμονής αναιρεσίβλητες, σύμφωνα με τα άρθρα 135 παρ. 1, 134 παρ. 1 και 136 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως προκύπτει από τις υπ' αριθμούς ......

και ...... εκθέσεις επιδόσεως, της από 4-3-2008 δύο βεβαιώσεις της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Πειραιά ...... και τις δημοσιευθείσες περιλήψεις του επιδοθέντος δικογράφου που έγιναν στις 13-5-2008 στα φύλλα των ημερησίων εφημερίδων "......" και "......", που εκδίδονται στην Αθήνα και στον Πειραιά, αντιστοίχως.

Επομένως η συζήτηση της αναιρέσεως χωρεί παρά την απουσία των αναιρεσιβλήτων (άρ. 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).- Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθή.

Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση (ΑΠ 625/2008, ΑΠ 1874/2007).

Εξάλλου, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολομ.

ΑΠ 30/1997, Ολομ. ΑΠ 28/1997). Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ'άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 1206/2008, ΑΠ 358/200, 361/2008, ΑΠ 610/2007, ΑΠ 1490/2006).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφαση του, όπως από αυτή προκύπτει, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ως αποδειχθέντα, ότι στις 4-9-1975, η δεύτερη ενάγουσα Ψ1, γέννησε στο μαιευτήριο "......", στην ......, την τρίτη ενάγουσα, Ψ2, τέκνο από το νόμιμο γάμο της με τον πρώτο αρχικώς ενάγοντα, Α, που ήδη απεβίωσε.

Αρκετό διάστημα πριν τον παραπάνω τοκετό και συγκεκριμένα στις 19-1-1974, η δεύτερη ενάγουσα, η οποία τότε δεν είχε νυμφευθεί, νοσηλεύθηκε στο ως άνω μαιευτήριο, για εγχείρηση αφαίρεσης ινομυωμάτων. Την ίδια ημέρα, 19-1-1974, η δεύτερη εναγομένη, Χ2, εισήχθη στο ίδιο ως άνω μαιευτήριο και γέννησε ένα τέκνο θήλυ, το οποίο όμως, όπως προκύπτει από τα έγγραφα του εν λόγω μαιευτηρίου, απεβίωσε λίγες ημέρες μετά τον τοκετό.

Το έτος 1995, οι εναγόμενοι, που είναι σύζυγοι, επηρεασμένοι από τις περιπτώσεις, που εκείνο το διάστημα βγήκαν στη δημοσιότητα, σχετικά με παράνομες υιοθεσίες βρεφών σε μαιευτήρια των Αθηνών, μεταξύ των οποίων και στο μαιευτήριο "......" με πλαστογραφημένα πιστοποιητικά θανάτου και γεννήσεως βρεφών, πίστεψαν πεπλανημένα ότι η κόρη των δύο πρώτων εναγόντων, ήτοι η τρίτη ενάγουσα, ήταν το βρέφος που γέννησε η δεύτερη εναγομένη στις 19-1-1974, το οποίο δεν είχε πεθάνει, όπως τους είχαν τότε πληροφορήσει οι υπεύθυνοι του νοσοκομείου.

Παράλληλα, τους γεννήθηκε η έμμονη ιδέα ότι το εν λόγω βρέφος τους, το είχαν απαγάγει οι δύο πρώτοι των εναγόντων, κατόπιν συνδρομής των γιατρών του ως άνω μαιευτηρίου. Την πεποίθησή τους αυτή ενίσχυσε, αφενός μεν η χρονολογική σύμπτωση της εισαγωγής των δύο γυναικών στο ως άνω μαιευτήριο, γεγονός που πληροφορήθηκαν από την έρευνα στο βιβλίο εισόδου ασθενών του παραπάνω μαιευτηρίου, αφετέρου δε το γεγονός ότι τα αρχεία του τελευταίου, λόγω παλαιότητας, είχαν καταστραφεί και δεν υπήρχε ούτε πιστοποιητικό θανάτου ούτε άδεια ταφής για το βρέφος που γέννησε η δεύτερη εναγομένη.

Επί πλέον δε το γεγονός ότι η τρίτη ενάγουσα, κατά την άποψή τους, έμοιαζε ως προς ορισμένα στοιχεία του προσώπου της με την δεύτερη εναγομένη (στα μάτια και στο σχήμα) ενίσχυσε την πεποίθηση των εναγομένων ότι πρόκειται για δικό τους παιδί. Έτσι οι εναγόμενοι, αβασάνιστα, άρχισαν μία σειρά ενεργειών που δεν ήταν σύννομες, με τις οποίες διατάραξαν την μέχρι εκείνη τη στιγμή ομαλή, οικογενειακή ζωή των εναγόντων.

Συγκεκριμένα, αρχές του θέρους του έτους 1997, κατόπιν ερευνών τους, βρήκαν τη διεύθυνση κατοικίας των δύο εναγουσών και άρχισαν να τις παρακολουθούν στις καθημερινές τους μετακινήσεις στους τόπους προορισμούς τους, ακόμη και στην εργασία της τρίτης ενάγουσας. Έτσι τον Ιούνιο του ίδιου έτους, ο πρώτος εναγόμενος, οδηγώντας το δικό του αυτοκίνητο, με συνεπιβάτες τη δεύτερη εναγομένη και τον εξετασθέντα με την επιμέλειά του μάρτυρα Β, παρακολουθούσε το αυτοκίνητο της δεύτερης ενάγουσας, που οδηγούσε η ίδια με συνοδηγό την τρίτη ενάγουσα, από ......

προς ...... . Σε κάποιο σημείο της διαδρομής, απέκοψε την πορεία του οχήματος της δεύτερης ενάγουσας, αναγκάζοντας αυτήν να ακινητοποιήσει το όχημά της. Και οι δύο εναγόμενοι κατέβηκαν από το αυτοκίνητό τους και πλησιάζοντας τις δύο ενάγουσες ανακοίνωσαν στην τρίτη εξ αυτών όλα όσα πεπλανημένα πίστευαν, ότι δηλαδή είχε γεννηθεί στις 19-1-1974 και όχι 4-9-1975, όπως της είχαν δηλώσει οι δύο πρώτοι ενάγοντες, ότι αυτοί ήταν οι πραγματικοί γονείς της, ότι είχε πέσει θύμα απαγωγής στο μαιευτήριο, όπου γεννήθηκε, ότι οι δύο πρώτοι ενάγοντες δεν ήταν οι πραγματικοί γονείς της, ότι σε συνεργασία με τους γιατρούς του μαιευτηρίου την απήγαγαν και ότι θα έκαναν το κάθε τι, προκειμένου να την ξαναφέρουν κοντά τους.

Παρ' όλη την προσπάθεια της δεύτερης ενάγουσας να τους ηρεμήσει, λέγοντάς τους ότι αυτά που πίστευαν ήταν αναληθή, προσκαλώντας τους μάλιστα να υποβληθούν σε εξέταση DNΑ, προκειμένου να διαπιστωθεί η πλάνη τους, αυτοί επέμεναν, ισχυριζόμενοι ότι γι' αυτούς αρκετή απόδειξη ήταν η ομοιότητα του προσώπου και των ματιών της τρίτης ενάγουσας με αυτά της δεύτερης εναγομένης.

Επί πλέον δε, ο πρώτος εναγόμενος, επιτιθέμενος φραστικά στην δεύτερη ενάγουσα, την εξύβρισε με τις λέξεις "παλιογύναικο, βρώμα", προσβάλλοντας έτσι την τιμή και την υπόληψή της, ενώ παράλληλα την απείλησε με τη φράση "θα δεις τί θα σου κάνω, το παιδί θα σου το πάρω πίσω", προκαλώντας της έτσι τρόμο και ανησυχία από τον κίνδυνο πραγμάτωσης της απειλής του.

Μετά από αυτό το περιστατικό οι εναγόμενοι συνέχισαν να παρακολουθούν την τρίτη ενάγουσα, αφού τους είχε γίνει έμμονη ιδέα ότι αυτή ήταν η θυγατέρα τους. Πληροφορήθηκαν, κατόπιν συνεχούς παρακολούθησης, τον τόπο εργασίας της τρίτης ενάγουσας που ήταν ο παιχνιδότοπος "CARTOONS" στην ......, όπου και μετέβη ο πρώτος εναγόμενος, προκειμένου να την συναντήσει και να την πείσει να έλθει μαζί του, εγκαταλείποντας την οικογένειά της.

Ενόψει αυτής της κατάστασης, η δεύτερη ενάγουσα, φοβούμενη για την επικίνδυνη εξέλιξη της ως άνω συμπεριφοράς του εναγομένου, προσέφυγε ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημ/κών Αθηνών, όπου και υπέβαλε την από 30-7-1997 αναφορά της, ζητώντας να κληθεί ο πρώτος εναγόμενος, προκειμένου να του γίνουν οι απαραίτητες συστάσεις, ώστε να πάψει πια να τους ενοχλεί.

Πράγματι, δυνάμει της από 30-7-1997 κλήσης του, ο ως άνω Εισαγγελέας κάλεσε τον πρώτο εναγόμενο και του έκανε τις σχετικές συστάσεις. Οι εναγόμενοι όμως συνέχισαν να αμφισβητούν την πατρότητα της τρίτης ενάγουσας και να παρενοχλούν την ιδιωτική ζωή όλων των εναγόντων και να διαταράσσουν την οικογενειακή τους γαλήνη.

Έτσι, τον Αύγουστο του έτους 1998, οι εναγόμενοι έγραψαν με ανεξίτηλο μαρκαδόρο στους κάδους απορριμμάτων της γειτονιάς, όπου κατοικούν οι δύο τελευταίες ενάγουσες, στις κολόνες της ΔΕΗ και στο πεζοδρόμιο, μπροστά στην οικία τους, με μεγάλους αριθμούς, την ημερομηνία "20-1-1974", που αυτοί θεωρούσαν ότι η τρίτη ενάγουσα γεννήθηκε.

Μετά από αυτά οι δύο τελευταίες ενάγουσες υπέβαλαν, ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, την από 8-10-1998 έγκλησή τους σε βάρος των εναγομένων για τα ως άνω εξυβριστικά και απειλητικά σε βάρος τους επεισόδια, για τα οποία ασκήθηκε ποινική δίωξη και με τη με αρ. 71406/2003 καταδικαστική απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, οι εναγόμενοι καταδικάσθηκαν σε συνολική ποινή φυλάκισης 7 μηνών ο πρώτος και 4 μηνών η δεύτερη.

Κατόπιν άσκησης έφεσης κατά της απόφασης αυτής, εκδόθηκε η με αριθμό 17127/2004 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η ασκηθείσα ποινική δίωξη για τις παραπάνω πράξεις της εξύβρισης και της απειλής κατ' εξακολούθηση, λόγω εκπρόθεσμης υποβολής των εγκλήσεων. Επίσης με τη με αριθμό 53740/2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, οι εναγόμενοι καταδικάσθηκαν σε συνολική ποινή φυλάκισης 35 μηνών έκαστος για τις πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης και της ψευδορκίας μάρτυρα.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενοι άσκησαν ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την από 20-11-2000 αγωγή τους, εναντίον των εναγόντων, για την προσβολή της πατρότητας της τρίτης ενάγουσας, διώκοντας με αυτόν τον τρόπο τη διαλεύκανση της υποθέσεως. Πράγματι το Δικαστήριο τούτο που δίκασε την ως άνω αγωγή με τη με αρ. 383/2002 προδικαστική απόφασή του διέταξε αποδείξεις μεταξύ των οποίων και τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης με τη μέθοδο του DNA.

Η διενέργεια αυτής πραγματοποιήθηκε από το διορισθέντα με την παραπάνω απόφαση, πραγματογνώμονα ιατρό - γενετιστή Γ, ο οποίος εξέτασε τους ενάγοντες, οι οποίοι προσφέρθηκαν προς τούτο, συμμορφούμενοι με την ως άνω απόφαση, σε αντίθεση με τον πρώτο εναγόμενο, ο οποίος δεν προσήλθε για αιμοληψία στο κέντρο Γενετικής ώστε να γίνει η σχετική εξέταση, παρόλο ότι προσκλήθηκε προς τούτο εξωδίκως, στις 29-4-2002, όπως προκύπτει από τη σημείωση του ως άνω ιατρού στο από 10-6-2002 πιστοποιητικό "καθορισμού πατρότητας με ανάλυση DNA".

Από την παραπάνω εξέταση προέκυψε ότι πατέρας της τρίτης ενάγουσας είναι ο πρώτος ενάγων Α με πιθανότητα 99,94%. Ότι από την ανωτέρω υπαίτια και παράνομη συμπεριφορά των εναγομένων, επλήγη η προσωπικότητα των δύο εναγουσών (ως προς τον πρώτο επήλθε βιαία διακοπή της δίκης όπως αναφέρθηκε), ως προς την έκφανση της τιμής και της υπόληψης, της οικογενειακής ζωής ιδίως της οικογενειακής τάξης, του ιδιωτικού βίου και της ψυχικής ηρεμίας τους.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε όμοια ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και είναι αβάσιμος και απορριπτέος ο σχετικός λόγος που περιέχεται στο 2° λόγο έφεσης και υποστηρίζει αντίθετα. Επομένως, δικαιούνται δικαστικής προστασίας συνισταμένης στην άρση της προσβολής και παράλειψη αυτής στο μέλλον, απειλούμενης σε βάρος των εναγομένων χρηματικής ποινής 1000 € στον καθένα, για κάθε τυχόν μελλοντική παράβαση δηλαδή προσβολή της προσωπικότητας εκάστης εξ αυτών ως προς τις ως άνω εκφάνσεις της, που τυχόν αυτοί διαπράξουν.

Η προεκτεθείσα συμπεριφορά των εναγομένων, σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι έγινε από το (δικαιολογημένο ενδιαφέρον τους για την αποκάλυψη της αλήθειας σχετικά με το θέμα της πατρότητας της τρίτης ενάγουσας. Ότι περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η δεύτερη ενάγουσα δεν εργάζεται, ο γάμος της με τον πρώτο ενάγοντα είχε ήδη λυθεί και έχει τελέσει νέο γάμο, η δε τρίτη ενάγουσα είναι απόφοιτη πανεπιστημίου δεν προέκυψε αν εργάζεται και συμβιώνει μαζί με τη δεύτερη ενάγουσα μητέρα της.

Η οικονομική κατάσταση των εναγουσών είναι αρκετά καλή όπως κατέθεσε η επιμέλεια τους εξετασθείσα μάρτυρας. Ο πρώτος εναγόμενος είναι συνταξιούχος (πρώην επιπλοποιός) και διαμένει μαζί με τη σύζυγό του δεύτερη εναγομένη, η οποία δεν εργάζεται, σε ιδιόκτητη οικία στον Πειραιά. Ενόψει των συνθηκών τέλεσης της αδικοπραξίας της έντασης του δόλου των εναγομένων και της προσβολής που οι ενάγουσες υπέστησαν, καθώς και της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων το Εφετείο έκρινε ότι πρέπει να αναγνωρισθεί ότι οφείλεται στην δεύτερη ενάγουσα το ποσό των 15.000 € και το ποσό των 20.000 € στην τρίτη ενάγουσα, ως χρηματική ικανοποίηση, το οποίο κρίνεται εύλογο και δίκαιο για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστησαν λόγω της αδικοπραξίας (932 ΑΚ).

Επομένως η αγωγή έπρεπε να γίνει δεκτή κατά τα παραπάνω ποσά. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε διαφορετικά και δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, ως ουσία βάσιμη, αναγνωρίζοντας την υποχρέωση των εναγομένων να καταβάλουν στη δεύτερη ενάγουσα το ποσό των 20.000 € και στην τρίτη ενάγουσα το ποσό των 40.000 €, έσφαλε, κατά παραδοχή του σχετικού δευτέρου λόγου της εφέσεως των εναγομένων, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, καθόσον αφορά τις ενάγουσες και τη διάταξη περί δικαστικής δαπάνης, αφού διακράτησε την υπόθεση, ερεύνησε την αγωγή, ως προς τις ενάγουσες αυτές, την οποία έκρινε νόμιμη, ως ερειδόμενη στις διατάξεις των άρθρων 914 επόμ., 932, 297, 298, 57, 59, 345, 346 ΑΚ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 362 και 363 ΠΚ και ακολούθως δέχθηκε αυτή εν μέρει ως βάσιμη και κατ' ουσίαν, διέταξε την άρση της προσβολής της προσωπικότητας των εναγουσών και την παράλειψη αυτής στο μέλλον, με απειλή χρηματικής ποινής, εις βάρος των εναγομένων και υπέρ των εναγουσών, για κάθε μελλοντική προσβολή της προσωπικότητας αυτών και αναγνώρισε ότι οι εναγόμενοι υποχρεούνται να καταβάλουν στις ενάγουσες, ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης, τα καθορισθέντα με αυτή ποσά.

Το Εφετείο ορθώς έκρινε νόμιμη την αγωγή, ερειδόμενη στις ως άνω διατάξεις των άρθρων 914 επόμ., 932, 297, 298, 57, 59, 345 και 346 ΑΚ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 362 και 363 ΠΚ, τις οποίες δεν παραβίασε και ορθώς υπήγαγε σε αυτές τα ως άνω δεκτά γενόμενα, ως αποδειχθέντα πραγματικά γεγονότα. Δεν στέρησε δε την απόφασή του νόμιμης βάσεως, αφού περιέχει σαφείς, πλήρεις και μη αντιφάσκουσες αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Επομένως ο πρώτος και ο δεύτερος, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, αντίθετοι λόγοι της αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλομένη για εσφαλμένη ερμηνεία των ως άνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου και για έλλειψη νόμιμης βάσεως, είναι αβάσιμοι.-

Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 11 ΚΠολΔ λόγοι αναιρέσεως, ιδρυόμενος αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, τα οποία οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος αν προκύπτει, από την προσβαλλομένη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα αυτά τα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1137/2001, ΑΠ 416/1999). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφαση, βεβαιώνει ότι, για να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμά του, έλαβε υπόψη τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν ενώπιον του Εισηγητή Δικαστή, και τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι. Από τη βεβαίωση αυτή σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι το Εφετείο για να σχηματίσει το αποδεικτικό πόρισμά του, έλαβε υπόψη και εκτίμησε ελεύθερα (άρθρο 340 ΚΠολΔ) μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και όλα τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι. Ειδικώτερα μάλιστα την 17.127/2004 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών αναφέρει και στο αιτιολογικό της (σελ. 9 της προσβαλλομένης). Επομένως ο τρίτος, εκ του άρθρου 559 αρ. 11 ΚΠολΔ, αντίθετος, λόγος της αναιρέσεως, είναι αβάσιμος.-

Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται αν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει από ποιά αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι' αυτά (ΑΠ 701/2008, ΑΠ 2081/2007, ΑΠ 259/2007). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο της αναιρέσεως, πλήττεται η προσβαλλομένη διότι δέχθηκε ότι αποδείχθηκε η μητρότητα της πρώτης αναιρεσίβλητης χωρίς να έχει ταχθεί απόδειξη. Όπως όμως προκύπτει από την υπ' αριθμό 4121/2000 απόφαση (σελ. 8 αυτής) για το θέμα αυτό τάχθηκε απόδειξη. Επομένως ο πέμπτος, εκ του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, αντίθετος, λόγος της αναιρέσεως, είναι αβάσιμος. Επομένως πρέπει να απορριφθεί η αναίρεση.-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 2-10-2007 αίτηση των : 1) Χ1 και 2) Χ2.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Ιανουαρίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Φεβρουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ