236/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο, Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Γεώργιο Πετράκη, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο και Γεωργία Λαλούση, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated236/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Full text
Απόφαση 236 / 2008 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 236/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο, Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Γεώργιο Πετράκη, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο και Γεωργία Λαλούση, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Δεκεμβρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Χ1 και 2) Χ2, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Στέργιο Γιαλάογλου.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ψ1, 2) Ψ2, 3) Ψ3, 4) Ψ4, 5) Ψ5, 6) Ψ6, 7) Ψ7, που ενεργεί για τον εαυτό του και για λογαριασμό από κοινού με την σύζυγό του Ψ14 των ανηλίκων τέκνων του, 8) Ψ8, 9) Ψ9, 10) Ψ10, που ενεργεί για τον εαυτό της και για λογαριασμό των ανηλίκων τέκνων της από κοινού με τον σύζυγό της Ψ15, 11) Ψ11, 12) Ψ12 και 13) Ψ13. Οι 1η, 2η, 3ος, 4ος, 5η, 6ος, 7ος, 10η και 13ος αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Λιαπάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. Οι 8ος, 9ος, 11η και 12ος αναιρεσίβλητοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-7-2002 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και με την από 4-2-2003 ανακοίνωση δίκης μετά προσεπικλήσεως σε αναγκαστική παρέμβαση και παρεμπίπτουσα αγωγή της Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας "ΥΔΡΟΓΕΙΟΣ Α.Α.Α.Ε.", που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ξάνθης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 14/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 707/2005 του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 29-6-2006 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Πολυζωγόπουλος, διάβασε την από 21-11-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτή με τον τρόπο που ο νόμος, ο 'Αρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί η συζήτηση της υποθέσεως παρά την απουσία αυτού. Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσίβλητοι Ψ8, Ψ9, Ψ11 και Ψ12 δεν εμφανίστηκαν κατά την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης αυτής, συνεδρίαση, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο. Από δε τις ...., ...., ....., ...., .... και ...... εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή το Πρωτοδικείο Ξάνθης ....... προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της ενδίκου αίτησης με την κάτω απ' αυτή πράξη ορισμού δικασίμου για την ως άνω συνεδρίαση, καθώς και κλήση προς συζήτηση της αίτησης αυτής επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, για λογαριασμό των ως άνω ανηλίκων αναιρεσιβλήτων, στους γονείς τους που ασκούν τη γονική μέριμνα, ήτοι στη Ψ14 και στο Ψ7, γονείς των δύο πρώτων ως άνω αναιρεσιβλήτων και στη Ψ10 και στον Ψ15, γονείς των δύο τελευταίων. Επομένως, παρά την απουσία τους η συζήτηση της υποθέσεως πρέπει να προχωρήσει.
ΙΙ.- Κατά το άρθρο 556 § 2 Κ.Πολ.Δ ο διάδικος που νίκησε έχει δικαίωμα να ασκήσει αναίρεση μόνο αν έχει έννομο συμφέρον, το οποίο πρέπει να επικαλείται στο αναιρετήριο.
Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, κατά το μέρος που στρέφεται κατά των αναιρεσιβλήτων - εναγόντων Ψ8 (όγδοου), Ψ9 (ένατου) Ψ11 (ενδέκατης) και Ψ12 (δωδέκατου), οι οποίοι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ηττήθηκαν με την απόρριψη ως προς αυτούς της αγωγής, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, αφού οι αναιρεσείοντες-εναγόμενοι που νίκησαν δεν επικαλούνται στο αναιρετήριο έννομο συμφέρον που να δικαιολογεί την άσκηση της αναίρεσης κατά των ηττηθέντων ως άνω εναγόντων.
ΙΙΙ.- Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υποχρέου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υποχρέου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Αντίθετα, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι στη συγκεκριμένη (ένδικη)περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (αρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση του αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ επιτρέπεται αναίρεση για έλλειψη νόμιμης βάσης όταν δεν προκύπτουν από το αιτιολογικό της απόφασης τα περιστατικά εκείνα που είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή για τη συνδρομή τους που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ανεπαρκείς ή αντιφατικές όχι ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος, αλλά στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών, περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.
ΑΠ 26/2004).
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως ότι το πιο κάτω αναφερόμενο τροχαίο ατύχημα έγινε υπό τις ακόλουθες συνθήκες: "Στις 26-11-2001 και ώρα 19.00 περίπου ο πρώτος εναγόμενος-εφεσίβλητος (ήδη πρώτος αναιρεσείων) οδηγώντας την με αριθμό κυκλοφορίας ....... δίκυκλη μοτοσικλέτα, που ανήκε στην ιδιοκτησία του δευτέρου εναγομένου-εφεσιβλήτου (ήδη δεύτερου αναιρεσείοντος) και ήταν ασφαλισμένη, για την κάλυψη της, από τη λειτουργία της, προς τρίτους αστικής ευθύνης, στην τρίτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία, έβαινε επί της οδού .......
Ξάνθης, η οποία είναι μονής κατεύθυνσης, πλησιάζοντας στην οδό ....., η οποία είναι κάθετος προς την οδό ..... και τέμνει αυτήν. Η οδός ........, στο άνω σημείο, έχει πλάτος οδοστρώματος οκτώ [8] περίπου μέτρων και είναι ευθεία άνω των πενήντα [50] μέτρων. Υπήρχε επαρκής φωτισμός, η ορατότητα δεν περιοριζόταν και η κατάσταση της οδού ήταν καλή [το οδόστρωμα ξηρό] και η κυκλοφορία των οχημάτων αραιή.
Την ίδια σχεδόν στιγμή, ο ηλικίας 73 ετών, Ψ6, σύζυγος, πατέρας, πεθερός, παππούς και προπάππος των εναγόντων, κάτοικος εν ζωή ........, φεύγοντας από το καφενείο, όπου συνήθιζε να πηγαίνει κάθε απόγευμα, διαδρομή που έκανε σχεδόν καθημερινά, έφθασε στη διασταύρωση των οδών...... και ....., σε σημείο όπου υπάρχει διάβαση πεζών και ο φωτισμός είναι έντονος.
Δεν επέλεξε, όμως, το σημείο οπού υπήρχε διάβαση πεζών και κατήλθε από το πεζοδρόμιο για να διασχίσει την οδό ......, από αριστερά προς τα δεξιά, και άρχισε να διασχίζει αρχικά το ρεύμα κυκλοφορίας αυτής, που οδηγεί προς .........
Ο ανωτέρω πεζός, αφού διήνυσε κάθετα το οδόστρωμα της οδού ........ από αριστερά προς τα δεξιά, σε μήκος έξι [6] περίπου μέτρων, απέμεναν δε ακόμη δυο περίπου μέτρα απόσταση για να ανεβεί στο απέναντι πεζοδρόμιο, δέχθηκε σφοδρή πρόσκρουση της δίκυκλης μοτοσικλέτας που οδηγούσε ο εναγόμενος-εφεσίβλητος Χ1 στη δεξιά πλευρά του σώματος του και παρότι ήταν βάρους εκατόν δέκα [110] κιλών, εκτινάχθηκε μετά την πρόσκρουση σε απόσταση επτά [7] τουλάχιστον μέτρων από το σημείο της προσκρούσεως, όπου, συμφώνα με το από 26-11-2001 επίσημο σχεδιάγραμμα της Τροχαίας, βρέθηκαν οι κηλίδες αίματος αυτού, η δε μοτοσικλέτα μετά την πρόσκρουση αποτύπωσε ίχνη χαραγής μήκους πέντε [5} μέτρων στο οδόστρωμα σύμφωνα πάντοτε με το παραπάνω σχεδιάγραμμα.
Τα παραπάνω ευρήματα, όπως αποτυπώθηκαν στο εν λόγω σχεδιάγραμμα, το οποίο κανένας εκ των διαδίκων δεν προσέβαλε, σημαίνουν, αναντίρρητα, λαμβανομένων υπόψη και των φυσικών νόμων, ότι, η μοτοσικλέτα εκινείτο με υπερβολική για τις περιστάσεις ταχύτατα [κατοικημένη περιοχή), ήτοι ανώτατο όριο ταχύτητας 50 χιλιομέτρων την ώρα.
Η αναφερομένη στην εκκαλουμένη απόφαση ταχύτητα των είκοσι πέντε [25] χιλιομέτρων την ώρα, δεν μπορεί να δικαιολογήσει τα ευρήματα του σχεδιαγράμματος, γιατί αντίκειται στους νόμους της Φυσικής. Το γεγονός μάλιστα που κατέθεσε ο μάρτυρας αποδείξεως, ότι ·δηλαδή η φυσική κατάσταση του πεζού ήταν τουλάχιστον πολύ καλή [αρίστη, καταθέτει], το δε βάρος ήταν περίπου εκατόν δέκα [110] κιλά, αποδεικνύει ότι μόνο με μεγάλη ταχύτητα της μηχανής θα μπορούσε να προκληθεί ένας τόσο σοβαρός τραυματισμός (θανατηφόρος), να υπάρξει τόση εκτίναξη ενός όγκου 110 κιλών και να είχε συρθεί ημοτοσικλέτα σε μήκος πέντε [5] μέτρων.
Βέβαια στηνπροκείμενη περίπτωση είναι ικανή και ηαπορροφηθείσα ταχύτητα μιας μοτοσικλέτας επί ενόςόγκου 110 κιλών και πρέπει να συνυπολογιστεί σταευρήματα για την ανεύρεση της ωριαίας ταχύτητας τηςμοτοσικλέτας. Η οδός ...... επί της οποίαςεκινείτο ο οδηγός της μοτοσικλέτας είναι ευθεία σεμήκος πενήντα [50] μέτρων.
Συνεπώς, ο οδηγός της μοτοσικλέτας όφειλε και έπρεπε να αντιληφθεί, οπωσδήποτε την πορεία του πεζού στο οδόστρωμα, δεδομένου ότι, για να διανύσει ένα σώμα 110 κιλών, ηλικίας 73 ετών, μια απόσταση έξι [6] περίπου μέτρων, απαιτείται κάποιος ικανός για αντίδραση χρόνος και από τα ανωτέρω ευρήματα δεν προκύπτει καμία αντίδραση του οδηγού της μοτοσικλέτας.
Μάλιστα, σύμφωνα με τον ισχυρισμό του ίδιου ότι εκινείτο με 25 χιλιόμετρα την ώρα, θα έπρεπε ακόμη και να ακινητοποιήσει τη μοτοσικλέτα προ του πεζού, ή να επιπέσει επ' αυτού όχι με σφοδρότητα. Επίσης, παρότι δεν προκύπτει από τα παραπάνω ευρήματα, σύμφωνα με την κατάθεση του μάρτυρα ανταποδείξεως ότι, ο οδηγός της μοτοσικλέτας, για ν' αποφύγει την πρόσκρουση επί του πεζού επιχείρησε ελιγμό προς τα δεξιά, όπως αναφέρει και ο ίδιος ο οδηγός της μοτοσικλέτας στο απολογητικό του υπόμνημα, ερμηνεύεται από το Δικαστήριο ότι, η αντίδραση αυτή του οδηγού της μοτοσικλέτας, δεν ήταν η ενδεδειγμένη, αφού πλέον ενδεδειγμένος θα ήταν ο αποφευκτικός ελιγμός προς τα αριστερά, για ν' αποφύγει έναν πεζό που κατευθύνεται με φορά από αριστερά προς τα δεξιά, ώστε να περάσει πίσω από τον πεζό.
Το γεγονός ότι, πριν από το σημείο πρόσκρουσης δεν υπάρχουν ίχνη πεδήσεως της μοτοσικλέτας, σημαίνει, είτε ότι ο οδηγός της μοτοσικλέτας δεν αντιλήφθηκε καθόλου την ύπαρξη του πεζού στο οδόστρωμα, είτε ότι ο πεζός βρέθηκε παντελώς αιφνίδια να έχει διανύσει κάθετα στο οδόστρωμα, μήκος έξι [6] περίπου μέτρων, με ηλικία 73 ετών και βάρος 110 κιλά, πράγμα που είναι εκ των πραγμάτων αδύνατο.
Συνεπώς, απομένει η πρώτη εκδοχή ότι δηλαδή ο οδηγός της μοτοσικλέτας από αμέλεια του και έλλειψη της προσοχής δεν αντιλήφθηκε την ύπαρξη του πεζού στο οδόστρωμα και μάλιστα στο τέλος της κάθετης υπ' αυτού διάσχισης της οδού. Ό φερόμενος ως μοναδικός αυτόπτης μάρτυρας, Ζ1, καταθέτοντας ότι, είδε το μηχανάκι στα εβδομήντα [70] μέτρα απόσταση περίπου και τον πεζό να σταματάει στο κράσπεδο και μετά να διασχίζει το δρόμο, δείχνει αναξιοπιστία αυτού, γιατί, αν, όπως καταθέτει, η μοτοσικλέτα έτρεχε με 25 χιλιόμετρα την ώρα, δεν θα προλάβαινε τον πεζό στο οδόστρωμα.
Ακόμη, ο ισχυρισμός των εναγομένων-εφεσιβλήτων ότι, ο πεζός επέπεσε επί της μοτοσικλέτας και όχι η μοτοσικλέτα επί του πεζού, έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τα προεκτεθέντα στοιχεία. Άλλωστε, και η από ......... έκθεση αυτοψίας της Τροχαίας Ξάνθης, καταλογίζει κάποιο ποσοστό συνυπαιτιότητας στον οδηγό της μοτοσικλέτας, αναφέροντας ότι, αυτός, παρεβίασε τις διατάξεις του άρθρου 12 του Κ.Ο.Κ., καθώς και κάποιο ποσοστό συνυπαιτιότητας στον πεζό, αναφέροντας την παραβίαση των διατάξεων του άρθρου 38 παρ.4 εδαφ.α' και ε' του Κ.Ο.Κ.
Από τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, σε συνδυασμό με τα προεκτεθέντα ευρήματα και τις καταθέσεις των μαρτύρων, το Δικαστήριο, άγεται στην κρίση, ότι, στην πρόκληση του επίδικου ατυχήματος, συνετέλεσαν, αφενός μεν ο θανών πεζός, αφετέρου δε ο οδηγός της μοτοσικλέτας. Περαιτέρω, το Δικαστήριο, καταλογίζοντας το ποσοστό συνυπαιτιότητας στους ανωτέρω, προσδιορίζει το ποσοστό συνυπαιτιότητας του πεζού, στο 70%, συνισταμένης στο γεγονός ότι αυτός, ανέλεγκτα και χωρίς προσοχή, κατήλθε στο οδόστρωμα από το πεζοδρόμιο, σε σημείο όπου δεν υπήρχε διάβαση πεζών και ενώ σε ελαχίστη απόσταση από το σημείο καθόδου αυτού στο οδόστρωμα υπήρχε διάβαση πεζών, την οποία δεν επέλεξε και δίχως να ελέγξει εάν τα δύο ρεύματα κυκλοφορίας ήταν ελεύθερα από κυκλοφορία αυτοκινήτων, διασχίζοντας σχεδόν καθέτως το οδόστρωμα της οδού ........., από αριστερά προς τα δεξιά, σε σχέση με την πορεία της μοτοσικλέτας, που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος-εφεσίβλητος, παραβιάζοντας έτσι τις διατάξεις των άρθρων 12 παρ 1, 2, 3 και 38 παρ. 4 εδαφ.
α' και ε' του Κ.Ο.Κ. και του οδηγού της μοτοσικλέτας, σε 30%, συνισταμένης στο γεγονός ότι εκινείτο με υπερβολική για τις περιστάσεις [κατοικημένη περιοχή] ταχύτητα και παρότι εκινείτο σε ευθεία μήκους πενήντα [50] μέτρων, δεν αντιλήφθηκε εγκαίρως, όπως όφειλε την ύπαρξη του πεζού στο οδόστρωμα, με συνέπεια να μην τροχοπεδήσει το όχημα του και να μην επιχειρήσει τον ενδεδειγμένο ελιγμό για ν' αποφύγει την πρόσκρουση επ' αυτού, παραβιάζοντας έτσι τις διατάξεις των άρθρων 12 παρ.1, 2, 3, 19 παρ.1, 2 και 20 παρ.1 του Κ.Ο.Κ.
Κατ' ακολουθίαν όλων των προεκτεθέντων, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο κατ' εσφαλμένη εκτίμηση δέχθηκε ότι αποκλειστικά υπαίτιος του επιδίκου ατυχήματος είναι ο θανών πεζός και απέρριψε την αγωγή κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη, ως ουσία αβάσιμη, ενώ έπρεπε να δεχθεί ότι, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, στην πρόκληση του επιδίκου ατυχήματος, συντέλεσαν, αφενός μεν ο θανών πεζός, κατά ποσοστό 70%, αφετέρου δε, ο οδηγός της μοτοσικλέτας κατά ποσοστό 30% και συνεπώς είναι δεκτός εν μέρει ο σχετικός λόγος της εφέσεως των εναγόντων-εκκαλούντων".
Με τις παραδοχές αυτές η προσβαλλόμενη δέχτηκε τυπικά και κατά ένα μέρος στην ουσία την έφεση των αναιρεσιβλήτων-εναγόντων (πλην του ογδόου, ενάτου ενδεκάτης και δωδεκάτου), εξαφάνισε την πρωτόδικη 14/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης, κράτησε και δίκασε στην ουσία την υπόθεση και δέχτηκε κατά ένα μέρος των από 8-7-2002 αγωγή, υποχρεώνοντας τους εναγομένους αναιρεσείοντες να καταβάλουν εις ολόκληρον τα αναφερόμενα σ' αυτή χρηματικά ποσά.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, με αναλυτική μάλιστα αξιολόγηση των κατ' ιδίαν αποδεικτικών μέσων, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, για την ορθή ή όχι εφαρμογή των διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκαν. Δεν στέρησε, επομένως, το Δικαστήριο εκείνο την απόφαση του από νόμιμη βάση και δεν υπέπεσε στις αποδιδόμενες πλημμέλειες από το εδάφιο 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
Συνακόλουθα, οι πρώτος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Οι ίδιοι λόγοι κατά το μέρος τους που πλήττουν την αναιρσιβαλλομένη για, κατά τους αναιρεσείοντες, ελλείψεις όσον αφορά την εκτίμηση των αποδείξεων και περαιτέρω ανάλυση του αποδεικτικού υλικού, καθώς και για εσφαλμένη αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων, είναι απαράδεκτοι (ΚΠολΔ 561 παρ. 1).
ΙV.- Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 335 και 338 Κ.Πολ.Δ, προκύπτει ότι "πράγματα" κατά την έννοια της πρώτης από αυτές (άρθρο 559 αριθ. 8) που προτάθηκαν ή δεν προτάθηκαν, των οποίων η λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτή λόγο αναιρέσεως, αποτελούν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που θεμελιώνουν ή καταλύουν τη βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι δε και ο ισχυρισμός που συνέχεται με την ιστορική αιτία της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης, ο οποίος και αποκρούεται ή γίνεται δεκτός με την παραδοχή ή την απόρριψη, αντίστοιχα, ως αβασίμων ή βασίμων των θεμελιωτικών της αγωγής ένστασης ή αντένστασης πραγματικών γεγονότων.
Εξάλλου, δεν αποτελούν "πράγματα" τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα, οι ισχυρισμοί για την αξιοπιστία των μαρτύρων ούτε τα περιστατικά που προκύπτουν από τις αποδείξεις. Περαιτέρω, ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ ιδρύεται, και αν από την προσβαλλόμενη απόφαση δεν προκύπτει αδιστάκτως ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν.
Έτσι, ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως ουσιαστικά αβάσιμος αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι για την απόδειξη των ισχυρισμών τους. Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους των αποδεικτικών μέσων (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως του καθενός και χωρίς διάκριση από ποια μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη.
Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, προσάπτουν στο Εφετείο την αιτίαση, ότι, θεωρώντας αναξιόπιστη την κατάθεση του μάρτυρά τους Ζ1 και μη λαμβάνοντας υπόψη τα όσα αυτός κατέθεσε αναφορικά με τις συνθήκες του ατυχήματος, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ.
Ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι, όπως προαναφέρθηκε, οι ισχυρισμοί για την αξιοπιστία των μαρτύρων και τα περιστατικά που προκύπτουν από τις αποδείξεις δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την έννοια του νόμου. Περαιτέρω, ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο προβάλλεται πλημμέλεια κατά τον αριθμό 11 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, για μη λήψει υπόψη από το εφετείο της ως άνω μαρτυρικής κατάθεσης.
Είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει αναμφίβολα ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και την εν λόγω μαρτυρική κατάθεση. Οι λόγοι αυτοί κατά το μέρος τους που πλήττουν την αναιρεσιβαλλομένη για κακή εκτίμηση των αποδείξεων είναι απαράδεκτοι (ΚΠολΔ 561 παρ. 1). Τέλος, οι αιτιάσεις που αποδίδονται με τον ίδιο (δεύτερο) λόγο αναιρέσεως με απλή παραπομπή στους αριθμούς 12 και 13 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, δεν μπορούν να θεμελιώσουν λόγους αναιρέσεως, αφού δεν γίνεται επίκληση συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29-6-2006 αίτηση των Χ1 και Χ2 για αναίρεση της 707/2005 αποφάσεως του Εφετείου Θράκης.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων που παραστάθηκαν, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Ιανουαρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Φεβρουαρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ