2369/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedX6, 2) X7, η οποία παρείχε ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα στο δικηγόρο Αθηνών, Βασίλειο Δημακόπουλο όπως παραστεί και υποστηρίξει την παραδοχή της αναίρεσης του συγκατηγορουμένου συζύγου της, καθόσον αφορά στην πράξη της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 12 Ιουλίου 2006 του πρώτου, 14 Ιουλίου 2006, δύο (2) τον αριθμό, 25 Οκτωβρίου 2006, ως και στους από 24 Οκτωβρίου 2006 προσθέτους λόγους του δευτέρου, 16 Δεκεμβρίου 2006 του τρίτου, 11 Ιουλίου 2006 της τετάρτης, 16 Δεκεμβρίου 2005 και 14 Ιουλίου 2006 του πέμπτου εκ των αναιρεσειόντων, αιτήσεις τους αναιρέσεως, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 219/2006.
Legislator headnote
AI generated2369/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Β.- Της X4 η οποία ασκήθηκε με δήλωση στον ίδιο εισαγγελέα που κοινοποιήθηκε την 17-7-2004.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2369 / 2007 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 2369/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο, Γρηγόριο Μάμαλη, Θεοδώρα Γκοΐνη, Βασίλειο Κουρκάκη και Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Μαρτίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σαυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1)X1 και ήδη κρατουμένου στις Δικαστικές Φυλακές Χαλκίδας, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Λαμπίρη, 2) X2 και ήδη κρατουμένου στις Δικαστικές Φυλακές Χαλκίδας, που παρέστη με τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Νικόλαο Ανδρουλάκη και Ιπποκράτη Μυλωνά, 3) X3, που δεν παρέστη, 4) X4 που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στυλιανό Παπαλόη και 5) X5 και ήδη κρατουμένου στη Δικαστική Φυλακή Χαλκίδας, που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Καλαϊτζίδη, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 1038/2005, 1051/2005, 1065/2005, 1133α/2005, 1184/2005, 1261/2005, 1272/2005, 1284/2005, 1285/2005, 1355/2005, 1382/2005, 1383/2005, 1384/2005, 1451/2005, 1452/2005, 1466/2005, 1467/2005, 1468/2005, 1942/2005, 2563/2005, 2568/2005, 2585/2005, 534/2005, 542/2005 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Με συγκατηγορούμενους τους:
1) X6, 2) X7, η οποία παρείχε ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα στο δικηγόρο Αθηνών, Βασίλειο Δημακόπουλο όπως παραστεί και υποστηρίξει την παραδοχή της αναίρεσης του συγκατηγορουμένου συζύγου της, καθόσον αφορά στην πράξη της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 12 Ιουλίου 2006 του πρώτου, 14 Ιουλίου 2006, δύο (2) τον αριθμό, 25 Οκτωβρίου 2006, ως και στους από 24 Οκτωβρίου 2006 προσθέτους λόγους του δευτέρου, 16 Δεκεμβρίου 2006 του τρίτου, 11 Ιουλίου 2006 της τετάρτης, 16 Δεκεμβρίου 2005 και 14 Ιουλίου 2006 του πέμπτου εκ των αναιρεσειόντων, αιτήσεις τους αναιρέσεως, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 219/2006.
Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των 1ου, 2ου, 4ης και 5ου των αναιρεσειόντων, καθώς και της 2ας των συγκατηγορουμένων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση αναίρεσης του τρίτου αναιρεσείοντος και να απορριφθούν αυτές (αιτήσεις αναιρέσεως) των υπολοίπων.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- ΕΠΙ ΤΟΥ ΠΑΡΑΔΕΚΤΟΥ ΤΩΝ ΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΝΑΙΡΕΣΕΩΣ. Εισάγονται προς συζήτηση οι παρακάτω αιτήσεις αναιρέσεως των καταδικασθέντων από το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών.
Α.- Του X2. Ο ανωτέρω, με δήλωση απευθυνόμενη στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου άσκησε δύο αιτήσεις, η πρώτη των οποίων κοινοποιήθηκε την 14-7-2006 και η δεύτερη την 17-7-2006. Για κάθε μία των άνω αιτήσεων, άσκησε, αντιστοίχως, τους κατατεθέντες την 25-10-2006 προσθέτους λόγους.
Β.- Της X4 η οποία ασκήθηκε με δήλωση στον ίδιο εισαγγελέα που κοινοποιήθηκε την 17-7-2004.
Γ.- Του X1 η οποία ασκήθηκε με δήλωση στον ίδιο εισαγγελέα που κοινοποιήθηκε την 12-7-2006.
Δ.- Του X5. Ο ανωτέρω άσκησε δύο αιτήσεις. Την από 16-12-2005 με δήλωση στον Γραμματέα του εκδόντος την απόφαση δικαστηρίου και δεύτερη με δήλωση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου η οποία κοινοποιήθηκε την 17-7-2006.
Ε.- Του X3 η οποία ασκήθηκε την 16-12-2005 με δήλωση στον Γραμματέα του εκδόντος την απόφαση δικαστηρίου.
Με τις άνω αιτήσεις αναιρέσεως πλήττεται η κυρία περί ενοχής 2.563/2005 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, η περί ποινής 2.568/2005 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, καθώς και οι παρεμπίπτουσες αποφάσεις τις οποίες καθένας αναιρεσείων με το αναιρετήριό του συμπροσβάλλει και για τις οποίες θα γίνει ειδικότερη μνεία στη συνέχεια, κατά την έρευνα των λόγων κάθε μίας των αιτήσεων.
Οι παραπάνω αιτήσεις έχουν ασκηθεί εμπρόθεσμα και νομότυπα.
Συνεπώς, πρέπει, να γίνουν τυπικά δεκτές, να συνεκδικασθούν και να ερευνηθούν κατά το βάσιμο των λόγων τους.
ΙΙ.- ΕΠΙ ΤΩΝ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΩΝ ΠΑΡΑΔΟΧΩΝ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΕΩΣ [ΓΕΝΙΚΩΣ].
Α.- Με την προαναφερόμενη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, κατά πιστή μεταφορά από το σκεπτικό της, έγιναν δεκτά ως προς όλους τους κατηγορουμένους οι οποίοι κηρύχθηκαν ένοχοι, τα ακόλουθα: ".... Από την εκτίμηση της ένορκης καταθέσεως όλων των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο καθώς επίσης εκείνες που νομίμως χωρίς αντίρρηση των διαδίκων και των συνηγόρων τους αναγνώσθηκαν, από το σύνολο του προανακριτικού και ανακριτικού υλικού, από τα αναγνωστέα έγγραφα της δικογραφίας και τα προσκομιζόμενα από τους κατηγορούμενους (ημεδαπά και αλλοδαπά σε νόμιμη μετάφραση), από τις εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης που αναγνώσθηκαν, τις απολογίες των κατηγορουμένων στο ακρoατήριο, τόσο κατά το τμήμα τους που περιέχουν ομολογίες ή αρνήσεις της κατηγορίας όσο και κατά το μέρος που περιέχουν επιβαρυντικά ή ευνοϊκά στοιχεία για άλλους συγκατηγορουμένους, επιπλέον δε από τις εκθέσεις απολογιών που αναγνώσθηκαν εν όλω ή εν μέρει στο ακροατήριο και περιέχουν παρόμοια στοιχεία, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Α. Ιστορικό ιδρύσεως και δράσεως της οργανωμένης ομάδας για τη διακίνηση κοκαΐνης από Λατινική Αμερική σε Βόρεια Αμερική και Ευρώπη. α. Η αυξανόμενη διεθνοποίηση των οικονομιών και η ελευθερία διακινήσεως των κεφαλαίων διαμόρφωσαν ένα νέο υπερεθνικό (transnatίonal) πλαίσιο, εντός του οποίου δημιουργήθηκε πρόσφορο έδαφος για την ανάπτυξη νέων μορφών εγκληματικών δραστηριοτήτων που ως κύριο χαρακτηριστικό τους έχουν: i) τον ιεραρχικό τύπο, δηλαδή ομάδα δομημένη με ιεραρχικό τρόπο οργανώσεως, βασιζόμενη στην "αρχή της συνωμοσίας" κατά την οποία τα κατώτερα µέλη δρούν µόνον κατόπιν εγκρίσεως ή βάσει σχεδίου που έχουν εκπονήσει είτε ο επικεφαλής της οµάδας είτε τα ανώτερα στελέχη, τα µέλη αυτά δεν γνωρίζουν την κορυφή της ιεραρχίας, ii) την οργανωµένη υποδοµή, µε τη θέσπιση εσωτερικών κανόνων λειτουργίας, iii) τον προσωπικό τύπο, δηλαδή µε συνδετικό στοιχείο της εγκληµατικής οµάδας τις προσωπικές σχέσεις και τις φιλίες-γνωριµίες ανάµεσα στα µέλη της, iν) τον επιχειρησιακό τύπο (enterprίse theory), κατά τον οποίο η οργανωµένη οµάδα προσοµοιάζει µε οικονοµική επιχείρηση, η οποία δραστηριοποιείται στην παράνοµη αγορά και λειτουργεί όπως ακριβώς µια επιχείρηση στη νόµιµη αγορά, καλυπτόµενη από νοµιµοφανή εταιρία, µε καταµερισµό καθηκόντων και αρµοδιοτήτων, ν) τη διάρκεια δράσεως (καίτοι το κριτήριο αυτό δεν υφίσταται πάντοτε όταν η οµάδα σχηµατίζεται για την άµεση διάπραξη ενός εγκλήµατος και ο χρονικός ορίζοντας του βίου της εκτείνεται µέχρι την τέλεση του µελετώµενου εγκλήµατος), νi) την υπερεθνική δράση (βλ.
Ν. Λίβο, Οργανωµένο έγκληµα: Εννοια και δικονοµικοί τρόποι αντιµετώπισής του, εις Πρακτικά Ζ' Πανελλήνιου Συνεδρίου της Ελληνικής Εταιρίας Ποινικού Δικαίου για το οργανωµένο έγκληµα από τη σκοπιά του,Ποινικού Δικαίου,σ.20 επ., 40, Θ. Κριθαρά, Εννοιολόγηση του οργανωµένου εγκλήµατος, ΠοινΔιικ 2005.892 επ.). Ετσι, για παράδειγµα, στην ανωτέρω κατηγορία µπορούν να υπαχθούν οι οµάδες που έχουν συγκροτηθεί για τη διακίνηση µεγάλων ποσοτήτων ναρκωτικών µε τη συνεργασία προσώπων διαφορετικών εθνικοτήτων, µε τη χρήση οχηµάτων διεθνών µεταφορών, µε ποντοπόρα ή ακτοπλοικά σκάφη κλπ.
β. Στην Ελλάδα, πολλοί επιχειρηµατίες, εφοπλιστές ή πλοιοκτήτες κυρίως, βαρυνόµενοι µε χρέη από τις ναυτιλιακές επιχειρήσεις τους ή προσδοκώντας όφελος ασυγκρίτως υψηλότερο από τα νόµιµα κέρδη της εκναυλώσεως των πλοίων τους ή άλλης ναυτιλιακής δραστηριότητάς τους, εκµεταλλευόµενοι το ως άνω διεθνές πλαίσιο, από τις αρχές της δεκαετίας 1990 είχαν οργανωθεί σε εγκληματικές ομάδες και δηµιούργησαν, διεθνές δίκτυο παράνομης διακινήσεως και διαµετακοµίσεως µεγάλων ποσοτήτων ναρκωτικών ουσιών και κυρίως κοκαΐνης από ορισµένες χώρες της Λατινικής Αµερικής (κυρίως Κολοµβία) µε κατεύθυνση είτε στη βόρεια Αµερική (ΗΠΑ, Καναδά) είτε στην Ευρώπη µέσω του Ατλαντικού, λαµβάνοντας αµοιβή ανάλογη της διαµετακοµιζόµενης κάθε φορά ποσότητας ναρκωτικών από τους Λατινοαµερικανούς προµηθευτές, ως εξής: i) Για διακίνηση ποσότητας 1,5 µέχρι 3,250 τόνους η αµοιβή ανερχόταν στο ποσό των 4.100.000 δολαρίων ΗΠΑ ή το ισόποσο του εθνικού νοµίσµατος αναλογικά µε τη χώρα παραδόσεως των χρηµάτων, ii) για διακίνηση ποσότητας 4,5 µέχρι 5 τόνους η αµοιβή ανερχόταν στο ποσό των 5.000.000 δολαρίων ΗΠΑ ή το ισόποσο του εθνικού νοµίσµατος κατά τα ανωτέρω, iii) για διακίνηση ποσότητας 6 µέχρι 7 τόνους η αµοιβή ανερχόταν στο ποσό των 6.600.000 δολαρίων ΗΠΑ ή το ισόποσο του εθνικού νοµίσµατος κατά τα ανωτέρω.
Η είσπραξη της ως άνω αµοιβής για κάθε διαµετακόµιση ναρκωτικών από τις παραπάνω εγκληµατικές οργανώσεις γινόταν σε τρία στάδια, ως ακολούθως µε βάση την πρώτη περίπτωση: i) Ποσό 1.350.000 δολαρίων ΗΠΑ καταβαλλόταν στο πρώτο στάδιο ως προείσπραξη πριν τη φόρτωση της κοκαΐνης και την εκτέλεση της διαµετακοµίσεως για τις οργανωτικές και άλλες ανάγκες της επιχειρήσεως (το ποσό αυτό πολλές φορές καταβαλλόταν σε περιοδικές παροχές και όχι εξ ολοκλήρου), ii) ποσό 1.350.000 δολαρίων ΗΠΑ (καταβαλλόταν) κατά το δεύτερο στάδιο της φορτώσεως της παραπάνω ναρκωτικής ουσίας και συνακόλουθα ενάρξεως της επιχειρήσεως διαµετακοµίσεως κατά τον ίδιο τρόπο, iii) ποσό 1.400.000 δολαρίων ΗΠΑ κατά το τρίτο στάδιο µετά την ολοκλήρωση της επιχειρήσεως και την παράδοση του φορτίου ως αποπληρωµή της αµοιβής, δίκην bonus για την επιτυχή έκβαση της όλης επιχειρήσεως, κατά τον ίδιο τρόπο (σε περιοδικές παροχές).
γ. Οι Κολοµβιανοί έµποροι (αποκαλούµενοι συνήθως και ως "βαρώνοι της κοκαΐνης") που χρησιµοποιούν διαμετακομιστές σε µεγάλο αριθµό για τη διακίνηση και προώθησή της σε χώρες της Αµερικής και της Ευρώπης, αναθέτουν τις διαµετακοµίσεις φορτίων της εν λόγω ναρκωτικής ουσίας σε διαφορετικές οµάδες (οι οποίες χρησιµοποιούν ποντοπόρα πλοία που εκτελούν ναυλώσεις νόµιµου φορτίου ως προκάλυµµα), µε σκοπό να διαφοροποιούν τα δροµολόγια, ώστε να παραπλανήσουν και να ατονήσουν την επαγρύπνηση των κατασταλτικών αρχών.
Μια επιχείρηση διακινήσεως κοκαΐνης από τη Λατινική Aµερική (Κολοµβία) προς τη βόρεια Αµερική ή Ευρώπη περιείχε φορτίο περίπου τριών ή τεσσάρων τόννων κατά κανόνα και είχε τις ακόλουθες φάσεις διαδροµής: i) Το πλοίο έχει ήδη φορτώσει το νόµιµο φορτίο από κάποια χώρα της Λ. Αµερικής (Κολοµβία) ή της Καραϊβικής και αγκυροβολεί ανοικτά των ακτών της Κολοµβίας, ii) προσεγγίζεται και πλευρίζεται από δύο τουλάχιστον ταχύπλοα, τα οποία εκφορτώνουν σε σάκκους ή κιβώτια (150-190 σάκκους που φέρουν σχοινιά και γάντζους για να είναι δυνατή η πρόσδεση µεταξύ τους και ευχερής η περισυλλογή τους στη θάλασσα) που περιέχουν την κοκαΐνη συσκευασµένη σε πακέτα του ενός κιλού περίπου, συνδεδεµένα ανά δύο µε µονωτική ταινία µέσα σε αεροστεγή και υδατοστεγή συσκευασία (ώστε απορριπτόµενοι οι σάκκοι στη θάλασσα να επιπλέουν), τα δε µέλη του πληρώµατος του πλοίου (που ναυτολογείται κυρίως από µη πλούσιες χώρες της πρώην Σοβιετικής Ενώσεως), τα οποία µετέχουν στη φόρτωση φορούν ειδικές φόρµες, γάντια και ελαστικές µπότες, ώστε να µην ανιχνεύεται κοκαίνη στα ενδύµατά τους, iii) µετά την απόπλευση του πλοίου και πριν αυτό φθάσει στον προορισµό του, προβαίνει σε παρέκκλιση της πορείας του, ώστε να παραπλανηθούν οι διωκτικές αρχές των παράκτιων κρατών, iν) κατόπιν το πλοίο επανέρχεται στην κανονική του πορεία και αγκυροβολεί ανοικτά και πάλι των ακτών της χώρας προορισµού του, ν) προσεγγίζεται και πλευρίζεται εκ νέου από δύο τουλάχιστον ταχύπλοα τα οποία φορτώνουν τους σάκκους ή τα κιβώτια µε τη διακοµιζόµενη κοκαΐνη, οπότε η επιχείρηση διαµετακοµίσεως ως προς το πλοίο έχει ολοκληρωθεί.
δ. Πρώτη οµάδα επιχειρηµατιών και πλοιοκτητών ασχολούµενη µε τη διακίνηση και µεταφορά ναρκωτικών ουσιών από Λ. Αµερική σε βόρεια Αµερική ή Ευρώπη, από την αρχή της δεκαετίας 1990, συγκρότησαν ο Γ1 και ο Γ2. Από τα µέσα της δεκαετίας 1990 άλλη οµάδα είχαν συστήσει και οργανώσει ο Β1 µε τον δεύτερο κατηγορούµενο Χ1, χρησιµοποιώντας αµφότερες για τους σκοπούς τους τόσο διάφορα φυσικά πρόσωπα όσο και υπεράκτιες (ή εξωχώριες ή Off-shore) εταιρίες (δηλαδή αλλοδαπά νοµικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, ανεξαρτήτως νοµικού τύπου, που ιδρύονται σε χώρα ή δικαιοδοσία, στην οποία ισχύει ευνοϊκό φορολογικό καθεστώς, διευθύνονται και ελέγχονται από τη χώρα αυτή - ήτοι διατηρούν τυπική ή και ουσιαστική έδρα στη χώρα ιδρύσεως - αλλά είναι προορισµένες να δραστηριοποιούνται και να χρηµατοδοτούνται αποκλειστικώς από πηγές εκτός της χώρας ιδρύσεως και µε δυσχερή εντοπισµό των φυσικών προσώπων που τη διευθύνουν, (σχετ.
Χριστοδούλου, Προλεγόµενα στην προβληµατική των υπεράκτιων εταιριών, ΔΕΕ 2001.568 επ.). Η πρώτη οµάδα συνδεόταν µε τη δεύτερη οµάδα του Χ1 µέσω του γαµβρού του τελευταίου Β1 και του αδελφού του Γ1, Γ3, οι οποίοι ήταν φίλοι και συµµαθητές επί πολλά έτη, εγκαταστάθηκαν αµφότεροι στην Κολοµβία, όπου επί τόπου διευκόλυναν τις ανωτέρω οµάδες για επικοινωνία και τον σύνδεσµο µε τους Κολοµβιανούς µεγαλεµπόρους ναρκωτικών και επιπρόσθετα την οργάνωση, εποπτεία, κατεύθυνση, προώθηση και διαµετακόµιση των ναρκωτικών ουσιών από τη Λατινική Αµερική στην βόρεια Αµερική και Ευρώπη.
Αµφότεροι (Γ3 και Β1) φέρονται ότι δολοφονήθηκαν βιαίως τον Ιούνιο του έτους 1998 υπό άγνωστες συνθήκες (έξω από το αεροδρόµιο στο Μαϊάµι της Φλώριδας των ΗΠΑ). ε. Ο τρίτος κατηγορούµενος, Χ2, την τριετία 1997, 1998 και 1999, όπως ο ίδιος οµολογεί στην προανακριτική του κατάθεση της 29.5.1999 (και του επισηµάνθηκε στο ακροατήριο) "αντιµετώπιζε χρέη και αστικές διώξεις", µε επακόλουθο, όταν το έτος 1997 (καλοκαίρι) γνώρισε τον ναυλοµεσίτη Γ2 (ο οποίος είχε ήδη δραστηριοποιηθεί στην παράνοµη διακίνηση κοκαΐνης από Λ.
Αµερική σε βόρεια Αµερική και Ευρώπη), τόσο για την αντιµετώπιση των οικονοµικών του δυσχερειών όσο και από το δέλεαρ των προαναφερόµενων υψηλών κερδών από την παράνοµη διακίνηση της ναρκωτικής ουσίας κοκαΐνης από τις χώρες της Λατινικής Αµερικής στη βόρεια Αµερική και Ευρώπη, αποφάσισε να ασχοληθεί µε αυτές τις κερδοφόρες και έκνοµες επιχειρήσεις διαµετακομίσεως ναρκωτικών, ιδρύοντας µία νέα περισσότερο αποτελεσµατική τρίτη οµάδα, λαµβάνοντας υπόψη ότι οι µέχρι τότε κύριοι διακινητές υπερπόντιων διαµετακοµίσεων κοκαΐνης ( Γ1 και Γ2) αντιµετώπιζαν προβλήµατα [ο µεν Γ1 ήταν γνωστός στις διωκτικές αρχές για την παράνοµη δράση του, αφού ήδη η ισπανική διωκτική αρχή G.D.F. (Gardia di Finanza) είχε ήδη ενηµερώσει την αντίστοιχη ελληνική αρχή (Ε.Υ.Τ.Ε) ότι το πλοίο "Θ1", πλοιοκτησίας του Γ1, είχε εκφορτώσει στη Μεσόγειο (την 27.12.1993) σε άλλα σκάφη άγνωστη ποσότητα κοκαΐνης, ο δε Γ2 εμφάνιζε παρόμοια προβλήματα αποκαλύψεως της παράνοµης δράσεώς του].
στ. Έτσι, τον Μάρτιο 1998, ο δεύτερος κατηγορούµενος Χ7 επιδεικνύοντας αρχικώς ενδιαφέρον για την αγορά του φορτηγού πλοίου Μ/Y "Θ2" γνώρισε τον τρίτο κατηγορούµενο Χ2, πλοιοκτήτη του εν λόγω πλοίου, ο οποίος είχε ήδη γοητευθεί (από τη συνεργασία µε τον Γ2 από τον Νοέµβριο του έτους 1997) από τα υψηλά κέρδη που απέφερε η παράνοµη διαµετακόµιση κοκαΐνης µε πλοία σε σχέση µε τις νόµιµες ναυτιλιακές επιχειρήσεις που δηµιουργούσαν συνήθως χρέη.
Μετά από συζητήσεις και διαπραγµατεύσεις, ο δεύτερος και ο τρίτος κατηγορούµενος αποφάσισαν, από τον Μάϊο 1998, να συνεργασθούν εφεξής ενώνοντας τις δυνάµεις τους. Γι' αυτό, δηµιούργησαν µια νέα οµάδα παράνοµης διακινήσεως και διαµετακοµίσεως κοκαΐνης (από Λ. Αµερική σε βόρεια Αµερική και Ευρώπη), µε ιεραρχική δοµή, µε επικεφαλής τον τρίτο κατηγορούµενο και δεύτερο στην ιεραρχία τον δεύτερο κατηγορούµενο, οργανωµένη υποδοµή µε την καθιέρωση κανόνων λειτουργίας και µε συνδετικό στοιχείο τις φιλίες-γνωριµίες µεταξύ των µελών της.
Ετσι, ο τρίτος κατηγορούµενος ήταν ο κύριος εµπνευστής, οργανωτής, καθοδηγητής (και χρηµατοδότης) της οµάδας διαθέτοντας όλες τις γνώσεις του και τα πλοία του (και όσα νέα θα αποκτούσαν), χωρίς όµως να καταδεικνύεται ή αποκαλύπτεται η συµµετοχή και η παρουσία του (παρά µόνον σε περιορισµένα πρόσωπα, όπως ο δεύτερος κατηγορούµενος και αργότερα ο τέταρτος Χ3) κινούµενος βάσει της αρχής της συνωµοσίας (π.χ.
ο πρώτος κατηγορούµενος Χ6, πλοίαρχος του φορτηγού πλοίου "Θ3" και ο Β2, Α' υποπλοίαρχος του φορτηγού πλοίου "Θ4" δεν γνώριζαν την ιδιότητα του τρίτου κατηγορουµένου και τη συµµετοχή του στις επίµαxες διακινήσεις κοκαΐνης). Ο δεύτερος συνεισέφερε όλες τις γνώσεις, εµπειρίες, γνωριµίες και ήδη υπάρχουσες εταιρίες του, που είχε ήδη αποκτήσει από άλλες παράνοµες διακινήσεις (όπως αναφέρονται κατωτέρω) εκµεταλλευόµενος την ήδη αναπτυχθείσα συνεργασία του µε τους Κολοµβιανούς μεγαλεµπόρους (είτε προσωπικώς είτε µέσω τρίτων προσώπων) και συναποφασίζοντας µε τον τρίτο κατηγορούµενο για το επιχειρησιακό µέρος κάθε διακινήσεως ναρκωτικών.
Η οµάδα λειτουργούσε ως νόµιµη επιχείρηση (κυρίως µε την ίδρυση της εταιρίας "H.D.Κ. Marine"), ενεργώντας εν τοις πράγµασι παράνοµη δραστηριότητα. ζ. Για τις λειτουργικές ανάγκες της οµάδας και της µη νόµιµης επιχειρήσεως, απαραίτητος ήταν ένας έμπειρος ναυτικός που θα εκτελεί όλες τις ναυτικές εργασίες και θα ενεργεί ως εκπρόσωπός της.
Ετσι, ο δεύτερος κατηγορούµενος, για το έργο αυτό στρατολόγησε τον τέταρτο κατηγορούµενο, παλαιό ναυτικό, που γνώριζε από τα µαθητικά του χρόνια (εφαρµογή του συνδετικού στοιχείου της οµάδας φιλίες-γνωριµίες), αρχιµηχανικό, τον οποίο προηγουµένως (Απρίλιο 1998, πριν τη σύσταση της νέας οµάδας) είχε αποστείλει στην Τζαµάϊκα για να επιληφθεί των επισκευών του πλοίου "Θ5", που είχε προσαράξει στα αβαθή.
Ενόψει της νέας καταστάσεως το έτος 1998 ιδρύθηκε η εταιρία "H.D.Κ Marine" τύποις από τον τέταρτο κατηγορούµενο (εν τοις πράγµασι από τον δεύτερο και τρίτο κατηγορούµενο), µε νόµιµο επιχειρησίακό αντικείµενο διάφορες ναυτιλιακές δραστηριότητες (λ.χ. ανεύρεση πλοίων προς πώληση, επιθεώρηση, επισκευή, τροφοδοσία πλοίων, έκδοση εγγράφων αξιοπλοϊας πλοίων κλπ.), στην πραγµατικότητα, όµως, είχε ως αντικείµενο τη διαµετακόµιση µεγάλων ποσοτήτων κοκαΐνης από τη Λατινική Αµερική στη βόρεια Αµερική και Ευρώπη εν γνώσει του τέταρτου κατηγορουµένου.
Η εταιρία αυτή είχε την ευθύνη για τις δύο επίµαχες διακινήσεις µε τα φορτηγά πλοία "Θ3" και "Θ4". η. Η ανωτέρω εγκληµατική οµάδα συνεργαζόταν και προµηθευόταν την κοκαΐνη κυρίως από τους δύο ακόλουθους Κολοµβιανούς µεγαλεµπόρους της ναρκωτικής αυτής ουσίας (εφαρµογή του κριτηρίου της υπερεθνικής δράσεως): i) Τον Δ1, γνωστό και ως "ΕΙ .....", "......" ή ".......", κάτοικο Barranquίlla της Κολοµβίας, ο οποίος χρησιµοποιούσε τα υπ'αριθµ. ........
και ......... τηλέφωνα και τα υπ'αριθµ. ....... και ........ κινητά, ii) τον Δ2 γνωστό ως ".........", οµοίως κάτοικο Barranquίlla της Κολοµβίας. Κάθε διαµετακόµιση που οργάνωνε η ανωτέρω οµάδα και λάµβανε χώρα κάθε έτος χαρακτηριζόταν µε το όνοµα "......." µε αρίθµηση τη σειρά που επιχειρήθηκε (π.χ. ".....", "......." κλπ.), στο οποίο αναγραφόταν η συµφωνηθείσα συνολική αµοιβή για τη διακίνηση της κοκαΐνης, οι περιοδικές εισπράξεις της αµοιβής των διαµετακοµιστών, µε κωδικό αριθµό οι πόλεις (π.χ.
το Λονδίνο ονοµαζόταν Lord) που παραλήφθηκαν τα χρήµατα και ενδεχοµένως το υπόλοιπο της αµοιβής. θ. Για την εκτέλεση των επιχειρήσεων διακινήσεως η παραπάνω οµάδα αγόρασε και χρησιμοποίησε τα φορτηγά πλοία "Θ3" και "Θ4" των οποίων το ιδοκτησιακό καθεστώς και η διαχείριση έχει ως εξής: αα. Τον Σεπτέµβριο του έτους 1998 η υπεράκτια εταιρία "Nominator Shipping" αγόρασε από την εταιρία "Muka Shipping Ltd." το πλοίο "Θ6", που µετονοµάσθηκε σε "Θ3".
Για την αγορά του πλοίου αυτού απαιτήθηκε ποσό 1.000.000 δολαρίων ΗΠΑ που καταβλήθηκε από τον υπ'αριθµ. ........ λογαριασµό της εταιρίας "H.D.K. Marine" στη "Cίtίbank" (µε εµβάσµατα από την Union Bank of Swίtzerland, την Τράπεζα της Νέας Υόρκης και την American Express, που απέστειλαν ο τρίτος και ο δεύτερος κατηγορούµενος, σύµφωνα µε την πορισµατική αναφορά του ΣΔΟΕ Υπόθεση "........"), η οποία (εταιρία) τύποις φέρεται να ανήκει στον τέταρτο κατηγορούµενο, αλλά στην πραγµατικότητα ανήκει στον δεύτερο και τρίτο κατηγορούµενο, ιδρυθείσα για την εξυπηρέτηση των παράνοµων σκοπών της εγκληµατικής οµάδας τους.
ββ. Τον lούνιο του έτους 1998 η εταιρία "Talbot Shipping" πώλησε στην υπεράκτια εταιρία "Moccha Marine", η οποία φέρεται να ανήκει στον τέταρτο κατηγορούµενο (αλλά στην πραγµατικότητα ανήκει στον δεύτερο και τρίτο κατηγορούµενο), το φορτηγό πλοίο "Θ7" που µετονοµάσθηκε σε "Θ4". Για την αγορά αυτή, την µεν 16.6.1998 µεταφέρθηκε ποσό 78.500 δολαρίων ΗΠΑ στον κοινό λογαριασµό της πωλήτριας και αγοράστριας εταιρίας από τον υπ' αριθµ. .......
λογαριασµό της εταιρίας L.H.L., την δε 29.6.1998 µεταφέρθηκε ποσό 741.238 δολαρίων ΗΠΑ από τον υπ' αριθµ. ........ λογαριασµό του τέταρτου κατηγορουµένου στον λογαριασµό της πωλήτριας εταιρίας "Talbot Shipping". Δηλαδή για την αγορά του εν λόγω πλοίου απαιτήθηκε ποσό 820.000 δολαρίων ΗΠΑ. Διαχειρίστρια εταιρία και των δύο πλοίων ήταν η εταιρία "Baboush Marine" του τέταρτου κατηγορουµένου, που ενεργούσε ως παρένθετο πρόσωπο..."
ΙΙΙ.-ΕΠΙ ΤΩΝ ΚΑΤ' ΙΔΙΑΝ ΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΝΑΙΡΕΣΕΩΝ.
Α.- Αιτήσεις και πρόσθετοι λόγοι Χ2.
Για τον εν λόγω αναιρεσείοντα κατηγορούμενο, πέραν των ως άνω γενικών παραδοχών, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε περαιτέρω και τα επόμενα ειδικώς γι' αυτόν: "...... Ο τρίτος κατηγoρούμενος Χ2:
1.- Ως προς τα εγκλήματα του νόμου περί καταπολεμήσεως της διαδόσεως των ναρκωτικών.
α. Ο τρίτος κατηγορούµενος έκανε σπουδές στην ηµεδαπή και στην αλλοδαπή (Ηνωµένο Βασίλειο, ΗΠΑ στο Πανεπιστήµιο ΜΙΤ) µε εξειδίκευση στο "Shipping management" καθώς και στα οικονοµικά, ενώ εργάσθηκε επαγγελµατικώς από το έτος 1974 ως αρχιµηχανικός και αργότερα ως διευθυντής σε ναυτιλιακές επιχειρήσεις στην Key Lίne και Aqua Marine.
Το έτος 1978 από κοινού µε την οικογένεια Ζ1 αγόρασε δύο πλοία, ενώ µέχρι το έτος 1983 είχαν πέντε πλοία. Το έτος 1985 µε τον επιχειρηµατία Ζ2 δηµιούργησαν την εταιρία ΑΡΑΠΚΟ, µεταφέροντας τα γραφεία τους στην Κηφισιά, εκκινώντας την εταιρική συνεργασία τους µε την αγορά τριών πλοίων τοις µετρητοίς, τα οποία πώλησαν το έτος 1988.
Από την εκµετάλλευση των ως άνω πλοίων και το τίµηµα της πωλήσεώς τους, αποκόµισαν το ποσό των δέκα τριών εκατοµµυρίων δολαρίων περίπου. Στο στάδιο αυτό σύστησε την εταιρία DIMCO ασχολούµενος αποκλειστικώς µε ναυτιλιακές εργασίες, οι οποίες από το έτος 1990 του απέφεραν σηµαντικά έσοδα. Το έτος 1997 αγόρασε τα φορτηγά πλοία "Θ8" και "Θ2", το οποίο ήταν πλοίο πολλαπλών χρήσεων (multipurpose), οι καταθέσεις του δε κατά την κρίσιµη αυτή περίοδο (σύµφωνα µε την απολογία του κατηγορουµένου) ανερχόταν στο ποσό των 7.000.000 δολαρίων ΗΠΑ.
Εκ παραλλήλου, όµως, από τις ναυτιλιακές του δραστηριότητες δηµιουργήθηκαν και δυσβάστακτα χρέη, ιδίως κατά την τριετία 1997, 1998 και 1999, όπως ο ίδιος έχει συνοµολογήσει προανακριτικώς, λαµβάνοντας υπόψη ότι οι εν λόγω επιχειρήσεις στη ναυτιλία έχουν το άχθος των διάφορων δανείων, τα οποία είναι απαραίτητα για την αγορά των πλοίων, συνακόλουθα δε δεν είναι πάντοτε κερδοφόρες επιχειρήσεις.
Μετά τη γνωριµία του µε τον Γ2 "γοητεύθηκε" από το παράδειγµά του (της ασχολίας του µε τη διακίνηση κοκαΐνης µέσω της ανοικτής θάλασσας) και τα υψηλά κέρδη που εµφάνιζε η διαµετακόµιση ναρκωτικών ουσιών από τη Λατινική Αµερική στη βόρεια Αµερική και Ευρώπη και αποφάσισε να δοκιµάσει την εµπειρία και την επιχείρηση της διακινήσεως της παραπάνω ναρκωτικής ουσίας µε πλοία στην ανοικτή θάλασσα αντί υψηλής αµοιβής.
β. Στο πλαίσιο αυτό, ο τρίτος κατηγορούµενος συµφώνησε να εκναυλώσει το φορτηγό πλοίο του Μ/Y "Θ2" στον Γ2 για 45 ηµέρες µε σχετική σύµβαση γυµνής ναυλώσεως (σχετ. για την έννοια της γυµνής ή µη ναυλώσεως, ΕφΠειρ 897/2004 Πειρ.Νοµ 2004.461) µε φερόµενη ναυλώτρια εταιρία την "J.G.K. Chartering Ltd", της οποίας ο Γ2 ήταν γενικός Διευθυντής, για µεταφορές νόµιµων φορτίων στο Μεξικό.
Επειδή το πλοίο είχε τεχνικά προβλήµατα παρέµεινε για επισκευή και επιθεωρήσεις στον λιµένα Christobal του Παναµά κατά τη χρονική περίοδο από 29.9.1997 µέχρι τις αρχές Νοεµβρίου του ίδιου έτους, τα έξοδα δε καταβλήθηκαν από τον Γ3, ο οποίος εκπροσωπούσε Κολοµβιανούς εµπόρους ναρκωτικών (δηλαδή τα έξοδα εν τοις πράγµασι καταβλήθηκαν από τους Κολοµβιανούς εµπόρους ναρκωτικών, πλην όµως τα παραστατικά εξοφλήσεως εκδόθηκαν επ ονόµατι του τρίτου κατηγορουµένου).
Μετά την ολοκλήρωση των επισκευών και των επιθεωρήσεων το εν λόγω πλοίο χρησιµοποιήθηκε τον Νοέµβριο 1997 (κατ' επιτρεπτή µεταβολή του κατηγορητηρίου, εφόσον πρόκειται για την ίδια πράξη ως προς τα πραγµατικά περιστατικά που τη συνιστούν, από τη µεταβολή δε του χρόνου της δεν εξαρτάται οποιαδήποτε παραγραφή, σύµφωνα µε τα προεκτεθέντα στη µείζονα σκέψη) για τη µεταφορά 3 τόννων περίπου κοκαΐνης από τον Παναµά στην Τάµπα της Φλώριδας των ΗΠΑ (σύµφωνα µε την κατάθεση του Γ2 στο πρωτοβάθµιο Δικαστήριο).
Ο τρίτος κατηγορούµενος είχε ως όφελος από τη µεταφορά ναρκωτικών του ανωτέρω πλοίου, αφενός την ωφέλεια από τη µη υποβολή αυτού στα έξοδα της επισκευής και των επιθεωρήσεων στον Παναµά, αφετέρου το ποσό των 500.000 δολαρίων ΗΠΑ ως αµοιβή για τη διάθεση του πλοίου, το οποίο έλαβε από τον Ε1.
γ. Ο τρίτος κατηγορούµενος µετά την επιτυχή διαµετακόµιση κοκαΐνης µε το φορτηγό πλοίο Μ/Y "Θ2" και το επικερδές της εν λόγω επιχειρήσεως, εφεξής αποφάσισε να επιδοθεί αποκλειστικώς στη συστηµατικότερη, αρτιότερη και αποτελεσµατικότερη µεταφορά της ναρκωτικής ουσίας από τη Λ. Αµερική προς τη Β. Αµερική και Ευρώπη οργανώνοντας προς τούτο, όπως έχει προπαρατεθεί, ένα δίκτυο, αα) επιτελών, ββ) εκτελεστών της µεταφοράς, γγ) µεταφορέων χρηµάτων (εισπρακτόρων), µε νέο σχεδιασµό, στελέχωση, ανθεκτικότερα πλοία και δηµιουργία υπεράκτιων εταιριών, οι οποίες ήταν κύριες και διαχειρίστριες των πλοίων, υπερβαίνοντας κατά τον τρόπο αυτόν τους ήδη παρωχηµένους Ελληνες διαµετακοµιστές (Γ1, Γ2).
Στο πλαίσιο αυτό, τον Μάρτιο 1998 µετά από γνωριµία του µε τον δεύτερο κατηγορούµενο (ο οποίος αρχικώς είχε επιδείξει ενδιαφέρον για την αγορά του φορτηγού πλοίου Μ/Y "Θ2" και µέχρι τότε είχε διακριθεί στη λαθρεµπορία και µεταφορά ναρκωτικών ουσιών από την Αµερική σε άλλες ηπείρους), δηµιούργησαν µια νέα οµάδα διαµετακοµιστών µε επικεφαλής τον τρίτο κατηγορούµενο, δεύτερο στην ιεραρχία τον δεύτερο κατηγορούµενο και τρίτο τον τέταρτο κατηγορούµενο, οι οποίοι εκτελούσαν επιτελικό ρόλο.
Ως εισπράκτορα και µεταφορέα χρηµάτων η oµάδα αυτή χρησιµοποιούσε τον όγδοο κατηγορούµενο. Ενόψει της νέας αυτής καταστάσεως, ο τρίτος και ο δεύτερος κατηγορούµενος µετέβησαν στην Κολοµβία (το έτος 1998, όπως συνοµολογείται από τον τρίτο κατηγορούµενο) για να επικοινωνήσουν προσωπικώς και γνωρίσουν τους Κολοµβιανούς εµπόρους, να αποκτήσουν την εµπιστοσύνη τους και να εγγυηθούν ασφαλέστερες διαµετακοµίσεις, αλλά και για να επικυρωθεί η σύσταση, δοµή και λειτουργία της νέας οµάδας διακινήσεως κοκαΐνης.
δ. Εκ παραλλήλου, ο τρίτος κατηγορούµενος τα κέρδη από την εµπορία των ναρκωτικών θα χρησιµοποιούσε για την ίδρυση µιας νέας υγιούς και κερδοφόρας ναυτιλιακής εταιρίας, την οποία θα εισήγαγε σε (αλλοδαπό) χρηµατιστήριο και θα είχε στην κυριότητά της δύο µε τέσσερα πλοία σε πρώτο στάδιο. Προς εκτέλεση του σκοπού .του αυτού, ο τρίτος κατηγορούµενος, ο οποίος συνεργαζόταν πλέον µε τον δεύτερο, συστήνει την εταιρία "Golden Transport" (σχετ.
βεβαίωση του ναυτιλιακού δικηγορικού γραφείου "Γ. Μπαϊρακτάρης και συνεργάτες", αλλά συνοµολόγηση και του δεύτερου κατηγορουµένου), µε έδρα την Κηφισιά Αττικής (οδός Τατοΐου αρ. 71), η οποία θα είχε ως οικονοµική βάση και κεφάλαια τις αµοιβές του από τη διακίνηση ναρκωτικών και θα ήταν η διαχειρίστρια των υπό αγορά νέων πλοίων.
Την 24.2.1999 η εταιρία αγόρασε το πλοίο "Θ17" από την εταιρία "Fomendus Armadora", αντί ποσού 2.000.000 δολαρίων ΗΠΑ, το οποίο µετονοµάσθηκε σε "Θ15". Μετά την αγορά αυτή ιδρύθηκε στη Μάλτα η υπεράκτια εταιρία "Bulk Star Shipping", η οποία κατέστη πλοιοκτήτρια του πλοίου αυτού, τις µετοχές του οποίου (αριθµός 2.000) ανέλαβαν εξ ηµισείας οι προς τούτο συσταθείσες από τον τρίτο κατηγορούµενο υπεράκτιες εταιρίες "Cottus Marine" και "Doris Development", µε έδρα την Μονροβία Λιβερίας.
Αργότερα, την 19.4.1999 η ίδια εταιρία αγόρασε το πλοίο "Rozina Topic" από κροατική εταιρία, αντί ποσού 5.000.000 δολαρίων ΗΠΑ, το οποίο µετονοµάσθηκε σε "Θ16". Μετά την αγορά αυτή ιδρύθηκε στη Μάλτα η υπεράκτια εταιρία "Bulk Princess Shipping", η οποία κατέστη πλοιοκτήτρια του πλοίου αυτού τις µετοχές του οποίου (αριθµός 2.000) ανέλαβαν εξ ηµισείας οι προς τούτο συσταθείσες από τον τρίτο κατηγορούµενο υπεράκτιες εταιρίες "Horizon" και "Steel Development", µε έδρα τη Μονρόβια Λιβερίας.
Στις εταιρίες "Cottus Marine" και "Steel Development" συµµετείχε και η έκτη κατηγορούµενη, σύζυγος του δευτέρου, που καταδεικνύει τη συγκρότηση της οµάδος και τη συνεργασία τους στη διακίνηση ναρκωτικών µέσω της ανοικτής θάλασσας.
ε. Βάσει των προεκτεθέντων, αποδείχθηκε ότι: αα. Στο χρονικό διάστηµα από τον Νοέµβριο 1997 (σε µη επακριβώς προσδιορισθείσα ηµεροµηνία) µέχρι και την 27 Μaioυ 1999 ο τρίτος κατηγορούµενος κατείχε µε σκοπό την εµπορία κατ' εξακολούθηση δέκα τόνους κοκαΐνης σε άµεση συνέργεια ή από κοινού µε άλλους και συγκεκριµένα: i.
Τον Νοέµβριο 1997 το φορτηγό πλοίο Μ/Y "Θ2" από τον Παναµά, ανοικτά της θάλασσας, παρέλαβε µεγάλη ποσότητα κοκαΐνης τουλάχιστον τριών τόννων από Κολοµβιανούς λαθρέµπορους ναρκωτικών µε τους οποίους συνεργαζόταν η εγκληµατική οµάδα του Γ2, στην οποία ο τρίτος κατηγορούµενος είχε ναυλώσει το πιο πάνω πλοίο του, γνωρίζοντας ότι µεταφέρει τόσο νόµιµο όσο και παράνοµο φορτίο, και τη διαµετακόµισε (ανοικτά) στο λιµάνι της Τάµπα Φλόριδας των ΗΠΑ, όπου την παρέδωσε σε εκπρόσωπους των ως άνω λαθρεµπόρων.
Κατά τη χρονική περίοδο από τον χρόνο παραλαβής µέχρι την παράδοση της εν λόγω ναρκωτικής ουσίας ο τρίτος κατηγορούµενος παρείχε άµεση συνέργεια στον Γ2 µε τη διάθεση του παραπάνω πλοίου, ώστε ο τελευταίος να έχει φυσική εξουσίαση στην πιο πάνω ποσότητα των τριών τόννων κοκαΐνης όπως έχει προπαρατεθεί, µπορώντας σε κάθε στιγµή να διαπιστώνει την ύπαρξή της και να τη διαθέτει πραγµατικά κατά τη δική του βούληση (µε την τρίτη σφαίρα εξουσίας - κατοχής, διαµετακοµιζόµενη κοκαίνη και φυλαττόµενη για λογαριασµό του), χωρίς δε τη διάθεση του πλοίου στην οµάδα του Γ2 δεν θα µπορούσε να πραγµατωθεί η πράξη της κατοχής της κοκαΐνης.
Επιπλέον, η ως άνω ποσότητα δεν προοριζόταν για προσωπική χρήση του Γ2 ή του τρίτου κατηγορουµένου, αλλά για εµπορία της, δηλαδή µε την πράξη της κατοχής της επίµαχης ποσότητας κοκαΐνης, συντελείται ή διευκολύνεται η πραγµατοποίηση της κυκλοφορίας της από άτοµο σε άτοµο. ii.- Την 30.3.1999 το φορτηγό πλοίο Μ/Y "Θ3" µετέβη στον κόλπο της Καρθαγένης Κολοµβίας, όπου κατά τις πρωϊνές ώρες παρέλαβε από Κολοµβιανούς λαθρέµπορους ναρκωτικών, της οµάδας του Δ1 (µε τον οποίο κυρίως συνεργαζόταν η ανωτέρω εγκληµατική οµάδα), µεγάλη ποσότητα κοκαΐνης τουλάχιστον τριών τόννων.
Η ναρκωτική αυτή ουσία θα µεταφερόταν στα ανοικτά της Βόρειας Ισπανίας και θα παραδιδόταν σε Ισπανούς λαθρέµπορους ναρκωτικών, συνεργαζόµενους µε τους αντίστοιχους Κολοµβιανούς και το ελληνικό δίκτυο οργανώσεως και µεταφοράς της εν λόγω ναρκωτικής ουσίας που συγκροτείτο από τον δεύτερο, τρίτο και τέταρτο των κατηγορουµένων.
Το ως άνω πλοίο διήλθε τον Ατλαντικό και µετά από παρέκκλιση της κανονικής του πορείας, σύµφωνα µε όσα ειδικότερα έχουν προπεριγραφεί, την 16.4.1999 εκφόρτωσε την ποσότητα της παραπάνω κοκαΐνης ανοικτά των ακτών της δυτικής Αφρικής (Σενεγάλη) σε δύο ταχύπλοα. Κατά τη χρονική αυτήν περίοδο από τον χρόνο φορτώσεως µέχρι την εκφόρτωση της εν λόγω ναρκωτικής ουσίας ο τρίτος κατηγορούµενος, από κοινού µε τους συγκατηγορουµένους του Χ6 και Χ1, είχε φυσική εξουσίαση στην πιο πάνω ποσότητα των τριών τόννων κοκαΐνης, όπως έχει προπαρατεθεί, ώστε να µπορεί σε κάθε στιγµή να διαπιστώνει την ύπαρξή της και να την διαθέτει πραγµατικά κατά τη .δική του βούληση (µε την τρίτη σφαίρα εξουσίας-κατοχής διαµετακοµιζόµενη κοκαΐνη και φυλαττόµενη για λογαριασµό του).
Επιπλέον, η ως άνω ποσότητα δεν προοριζόταν για προσωπική χρήση του τρίτου κατηγορουµένου, αλλά για εµπορία της, δηλαδή µε την πράξη της κατοχής της επίµαχης ποσότητας κοκαΐνης, συντελείται ή διευκολύνεται η πραγµατοποίηση της κυκλοφορίας της από άτοµο σε άτοµο. iii. Την 24/25.5.1999 κατά τις πρωϊνές ώρες, το φορτηγό πλοίο Μ/Y "Θ4" που βρισκόταν στην Καραϊβική ανοικτά της Κολοµβίας παρέλαβε από Κολοµβιανούς λαθρεµπόρους ναρκωτικών µέσω τριών µικρών ταχύπλοων σκαφών µεγάλη ποσότητα κοκαΐνης 3.880 κιλών, σε 194 σάκκους των είκοσι κιλών ο καθένας, συσκευασµένη σε πακέτα του ενός κιλού περίπου, µε προορισµό τη Δ.
Ευρώπη (Ολλανδία). Την 27.5.1999, όµως, κατά τη διενέργεια νηοψίας που διενεργήθηκε από τις διωκτικές αρχές των ΗΠΑ στην Καραϊβική ανοικτά του Πουέρτο Ρίκο στο εν λόγω φορτηγό πλοίο, βρέθηκε η παραπάνω ποσότητα κοκαΐνης και κατασχέθηκε. Κατά τη χρονική αυτήν περίοδο από τον χρόνο φορτώσεως της εν λόγω ναρκωτικής ουσίας µέχρι τον χρόνο διενέργειας της νηοψίας από τις διωκτικές αρχές των ΗΠΑ ο τρίτος κατηγορούµενος από κοινού µε τον συγκατηγορούµενό του Χ1 είχε φυσική εξουσίαση στην πιο πάνω ποσότητα των 3.880 κιλών κοκαΐνης, όπως έχει προπαρατεθεί, ώστε να µπορεί σε κάθε στιγµή να διαπιστώνει την ύπαρξή της και να την διαθέτει πραγµατικά κατά τη δική του βούληση (µε την τρίτη σφαίρα εξουσίας-κατοχής, διαµετακοµιζόµενη κοκαΐνη και φυλαττόµενη για λογαριασµό του).
Επιπλέον, η ως άνω ποσότητα δεν προοριζόταν για προσωπική χρήση του τρίτου κατηγορουµένου, αλλά για εµπορία της, δηλαδή µε την πράξη της κατοχής της επίµαχης ποσότητας κοκαΐνης, συντελείται ή διευκολύνεται η πραγµατοποίηση της κυκλοφορίας της από άτοµο σε άτοµο. ββ. Στη χρονική περίοδο από τον Νοέµβριο 1997 (σε µη επακριβώς προσδιορισθείσα ηµεροµηνία) µέχρι και την 27 Μαϊου 1999 µε περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήµατος διαµετακόµισε, µέσω της ανοικτής θάλασσας και των τυχόν χωρικών υδάτων που παρέπλευσε, ποσότητες της απαγορευµένης ναρκωτικής ουσίας κοκαΐνης, που αντιστοιχούν τουλάχιστον σε 10.000 κιλά, αντί αµοιβής ανάλογης της διαµετακοµιζόµενης κάθε φορά ποσότητας που είχε συµφωνήσει µε τους Κολοµβιανούς προµηθευτές, ειδικότερα:
i) Τον Νοέµβριο 1997 µε το Μ/Y φορτηγό πλοίο "Θ2" ως άµεσος συνεργός του Γ2, στον οποίο είχε ναυλώσει το παραπάνω πλοίο που ανήκε στην πλοιοκτησία του, διαµετακόµισε αντί αµοιβής 500.000 δολαρίων ΗΠΑ και το όφελος από τη δαπάνη επισκευής, ποσότητα τριών τόννων περίπου κοκαΐνης, γνωρίζοντας για την παράνοµη διαµετακόµιση, εκκινώντας το πλοίο αυτό από τον Παναµά με προορισμό την Τάμπα της Φλώριδας των ΗΠΑ, µε σκοπό την παράδοση της ναρκωτικής αυτής ουσίας σε λαθρεµπόρους ναρκωτικών της χώρας αυτής, συνεργαζόµενους µε την προαναφερόµενη ελληνική οµάδα του Γ2, και την περαιτέρω διακίνησή της µε σκοπό το κέρδος σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες, χωρίς να επισυµβεί διέλευση µέσω της ελληνικής επικρατείας.
Όµως, για τη συγκεκριµένη πράξη της διαµετακοµίσεως της ποσότητας των τριών τόννων της ενλόγω ναρκωτικής ουσίας, η οποία δεν προοριζόταν για προσωπική χρήση του τρίτου κατηγορουµένου και του Γ2, αλλά για εµπορία της, ήτοι συντελώντας µε την πράξη αυτήν της διαµετακοµίσεως στην πραγµατοποίηση της κυκλοφορίας της κοκαΐνης από άτοµο σε άτοµο, εφαρµόζονται οι ελληνικοί ποινικοί νόµοι κατά των ηµεδαπών και αλλοδαπών, σύµφωνα µε το άρθρο 8 εδ.
θ' ΠΚ, καθόσον η εµπορία ναρκωτικών φαρµάκων συνιστά διεθνές έγκληµα, χωρίς δε τη διάθεση του πλοίου στην οµάδα του Γ2 δεν θα µπορούσε να πραγµατωθεί η πράξη της διαµετακοµίσεως της κοκαΐνης. ιι) Από την 30.3.1999 µέχρι την 16.4.1999 από κοινού µε τον πρώτο και δεύτερο κατηγορούµενο µε το Μ/Y φορτηγό πλοίο "Θ3" διαµετακόµισε, αντί αµοιβής 4.100.000 δολαρίων ΗΠΑ ή το ισόποσο του εθνικού νοµίσµατος της χώρας παραδόσεως, ποσότητα τριών τόννων τουλάχιστον κοκαΐνης, εκκινώντας από την Καρθαγένη της Κολοµβίας, αφού αρχικώς κατευθυνόταν προς τις ακτές της βόρειας Ισπανίας, µε σκοπό την παράδοσή της σε λαθρεµπόρους ναρκωτικών της χώρας αυτής, συνεργαζόµενους µε την προαναφερόµενη ελληνική οµάδα, και την περαιτέρω διακίνησή της µε σκοπό το κέρδος σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες, πλην όµως προς αποφυγή της νηοψίας από τις διωκτικές ισπανικές αρχές, παρέκκλινε της πορείας του, και κατέληξε ανοικτά της Σενεγάλης, χωρίς να επισυμβεί διέλευση µέσω της ελληνικής επικρατείας.
Όµως, για τη συγκεκριµένη πράξη της διαµετακοµίσεως της ποσότητας των τριών τουλάχιστον τόννων της εν λόγω ναρκωτικής ουσίας, η οποία δεν προοριζόταν για προσωπική χρήση του τρίτου κατηγορουµένου, αλλά για εµπορία της, ήτοι συντελώντας µε την πράξη αυτήν της διαµετακοµίσεως στην πραγµατοποίηση της κυκλοφορίας της κοκαΐνης από άτοµο σε άτοµο, εφαρµόζονται οι ελληνικοί ποινικοί νόµοι κατά των ηµεδαπών και αλλοδαπών,σύµφωνα µε το άρθρο 8 εδ.
θ' ΠΚ, καθόσον η εµπορία ναρκωτικών φαρµάκων συνιστά διεθνές έγκληµα. iii). Από την 24/25.5.1999 µέχρι τη 27.5.1999 από κοινού µε τον δεύτερο κατηγορούµενο µε το Μ/Y φορτηγό πλοίο "Θ4" διαµετακόµισε, αντί αµοιβής 4.100.000 δολαρίων ΗΠΑ ή το ισόποσο του εθνικού νοµίσµατος της χώρας παραδόσεως, ποσότητα 3.880 κιλών κοκαΐνης, εκκινώντας από τα ανοικτά της Κολομβίας στην Καραϊβική, κατευθυνόμενο μέσω Ατλαντικού προς την Ευρώπη, με σκοπό την παράδοσή της σε λαθρεμπόρους ναρκωτικών της χώρας αυτής, συνεργαζόμενους με την προαναφερόμενη ελληνική ομάδα, και την περαιτέρω διακίνησή της με σκοπό το κέρδος σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες, πλην όμως στην Καραϊβική, ανοικτά του Πουέρτο Ρίκο, η επίμαχη ναρκωτική ουσία κατασχέθηκε από τις διωκτικές αρχές των ΗΠΑ, χωρίς να επισυμβεί διέλευση μέσω της ελληνικής επικρατείας.
Όμως, για τη συγκεκριμένη πράξη της διαμετακομίσεως της ποσότητας των τριών τόννων της εν λόγω ναρκωτικής ουσίας, η οποία δεν προοριζόταν για προσωπική χρήση του τρίτου κατηγορουμένου, αλλά για εμπορία της, ήτοι συντελώντας με την πράξη αυτήν της διαμετακομίσεως στην πραγματοποίηση της κυκλοφορίας της κοκαΐνης από άτομο σε άτομο, εφαρμόζονται οι ελληνικοί ποινικοί νόμοι κατά των ημεδαπών και αλλοδαπών, σύμφωνα με το άρθρο 8 εδ.
θ' ΠΚ, καθόσον η εμπορία ναρκωτικών φαρμάκων συνιστά διεθνές έγκλημα.
γγ. Στην Αθήνα, κατά τη χρονική περίοδο από τον Νοέμβριο του 1997 μέχρι την 27.5.1999, με περισσότερες πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος, οργάνωσε και επόπτευε με οποιονδήποτε τρόπο την τέλεση των αξιόποινων πράξεων της κατοχής και διαμετακομίσεως κατ' εξακολούθηση, μέσω της ανοικτής θάλασσας και αντί αμοιβής, της ναρκωτικής ουσίας κοκαΐνης και ειδικότερα: i).
Ως πλοιοκτήτης του φορτηγού πλοίου "Θ2" παρέσχε άμεση συνέργεια στον Γ2, παραχωρώντας εν γνώσει του το ως άνω πλοίο για τη διακίνηση κοκαΐνης τον Νοέμβριο 1997 από τον Παναμά στην Τάμπα της Φλώριδας των ΗΠΑ, συνδράμοντας με τον τρόπο αυτόν τον Γ2 - αντί της προαναφερόμενης αμοιβής - να σχεδιάσει την επιχείρηση της ως άνω διακινήσεως, που περιέχει τις πράξεις της κατοχής και διαμετακομίσεως, ποσότητας τριών τόννων, με την παραλαβή της από τον Παναμά, να προβεί στη στρατολόγηση του πληρώματος, να προσδιορίσει το δρομολόγιο του πλοίου παρέχοντας στο πλήρωμα κάθε υλικοτεχνική υποστήριξη, να συντονίζει και να ελέγχει την πορεία του, με σκοπό να επιτευχθεί η ασφαλής εκφόρτωση της κοκαΐνης ανοικτά της Τάμπα της Φλώριδας των ΗΠΑ στα ταχύπλοα σε άγνωστους παραλήπτες, γεγονός που επισυνέβη, χωρίς δε τη διάθεση του ως άνω πλοίου στον Γ2, ο τελευταίος δεν θα μπορούσε να προβεί σε οργάνωση και εποπτεία με οποιονδήποτε τρόπο της επίμαχης διακινήσεως κοκαΐνης. ii).
Ως εμπνευστής, οργανωτής και επιτελικός της πιο πάνω εγκληματικής ομάδας ήλθε σε επαφή με τους Κολομβιανούς εμπόρους ναρκωτικών και σχεδίασε αντί αμοιβής 4.100.000 δολαρίων ΗΠΑ την επιχείρηση με το Μ/Υ φορτηγό πλοίο "Θ3" της ως άνω διακινήσεως της ναρκωτικής ουσίας κοκαΐνης, που περιέχει την τέλεση των πράξεων της κατοχής και διαμετακομίσεως, ποσότητας τριών τόννων κοκαΐνης, με την παραλαβή της από τον κόλπο της Καρθαγένης της Κολομβίας την 30.3.1999, την εκτροπή της κανονικής πορείας του πλοίου προς το Capο Verde για τους προαναφερθέντες λόγους.
Ακόμη, προέβη στη στρατολόγηση του ουκρανικού και ελληνικού πληρώματος μέσω του τέταρτου κατηγορουμένου, επέλεξε το συγκεκριμένο πλοίο και προσδιόρισε το δρομολόγιό του παρέχοντας στο πλήρωμα κάθε υλικοτεχνική υποστήριξη, συντόνιζε και έλεγχε την πορεία του πλοίου αυτού, με σκοπό να επιτευχθεί η ασφαλής μεταφόρτωση της κοκαΐνης ανοικτά της Σενεγάλης την 16.4.1999 στα ταχύπλοα σε άγνωστους παραλήπτες, γεγονός που επισυνέβη. iii).
Ως εμπνεuστής, οργανωτής και επιτελικός της πιο πάνω εγκληματικής ομάδας ήλθε σε επαφή με τους Κολομβιανούς εμπόρους ναρκωτικών και σχεδίασε αντί αμοιβής 4.100.000 δολαρίων ΗΠΑ την επιχείρηση με το Μ/Y φορτηγό πλοίο "Θ4" της ως άνω διακινήσεως της ναρκωτικής ουσίας. κοκαΐνης, που περιέχει την τέλεση των πράξεων της κατοχής και διαμετακομίσεως, ποσότητας 3.880 κιλών κοκαΐνης, με την παραλαβή της ανοικτά της Κολομβίας στην Καραϊβική την 24/25.5.1999.
Ακόμη, προέβη στη στρατολόγηση του ουκρανικού και ελληνικού πληρώματος μέσω του τέταρτου κατηγορουμένου, επέλεξε το συγκεκριμένο πλοίο και προσδιόρισε το δρομολόγιό του παρέχοντας στο πλήρωμα κάθε υλικοτεχνική υποστήριξη, συντόνιζε και έλεγχε την πορεία του πλοίου αυτού, με σκοπό να επιτευχθεί η ασφαλής μεταφόρτωση της κοκαΐνης ανοικτά στην Ισπανία, μέχρι την κατάσχεσή της την 27.5.1999 ανοικτά του Πουέρτο Ρίκο στην Καραϊβική.
στ. Περαιτέρω, από τα προπεριγραφέντα αποδείχθηκε ότι τις πράξεις του αυτές ο κατηγορούμενος τέλεσε χωρίς να έχει αποκτήσει την έξη της χρήσεως ναρκωτικών ουσιών, ώστε να αδυνατεί να την αποβάλει με τις δικές του δυνάμεις, ενεργώντας, α) κατ' επάγγελμα, δηλαδή με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως των εγκλημάτων προς πορισμό εισοδήματος ή από την υποδομή που είχε διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως των πράξεων αυτών, β) κατά συνήθεια, αφού από την επανειλημμένη τέλεση των εν λόγω πράξεων προκύπτει σταθερή ροπή του προς διάπραξη των ανωτέρω εγκλημάτων ως στοιχείο της προσωπικότητας του και γ) υπό περιστάσεις που μαρτυρούν ότι είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος, καθόσον:
Η σύσταση, η στελέχωση, η οργάνωση, η δομή της ομάδας του δεύτερου και τρίτου κατηγορουμένου καθώς επίσης ο τρόπος (modus operandi) και τα μέσα δράσεώς τους για την επίτευξη του σκοπού της διακινήσεως της ναρκωτικής ουσίας της κοκαΐνης από χώρες της Λ. Αμερικής προς ΗΠΑ και Ευρώπη, υπό την κάλυψη διαμετακομίσεως με φορτηγά πλοία νόμιμων φορτίων, εκμεταλλευόμενοι τις ναυτιλιακές τους δραστηριότητες, η ναυτολόγηση κατά κύριο λόγο ουκρανικών πληρωμάτων, η δημιουργία υπεράκτιων εταιριών για την κυριότητα και τη διαχείριση των επίμαχων πλοίων, ώστε να μην είναι δυνατή η αναγνώριση της ταυτότητας των εν τοις πράγμασι διοικούντων τις εταιρίες αυτές, η συνεργασία τους με Κολομβιανούς μεγαλεμπόρους ("Βαρώνους της κοκαΐνης"), όπως ο Δ1, οι παρεκκλίσεις των προαναφερόμενων εμπλακέντων πλοίων προς αποφυγή του ελέγχου από τις αρμόδιες διωκτικές αρχές ή την παραπλάνησή τους (όπως αυτά έχουν ήδη αναπτυχθεί), καταδεικνύουν, αφενός οργανωμένο σχέδιο πορισμού εσόδων σε σταθερή βάση, αφετέρου ότι ο εν λόγω κατηγορούμενος έχει ριζωμένη ροπή στη συστηματική και επανειλημμένη τέλεση εγκλημάτων διαδόσεως της ως άνω ναρκωτικής ουσίας και τελεί τοιαύτης φύσεως εγκλήματα προς απόληψη σταθερού αθέμιτου εισοδήματος.
Επιπλέον, ο στόχος της διαθέσεως σε τρίτους τόσο μεγάλης ποσότητας κοκαΐνης (7 τόννοι περίπου της εν λόγω ναρκωτικής ουσίας), η μη στάθμιση εκ μέρους του της τεράστιας ζημίας που θα προξενούσε η πλημμύρα των αμερικανικών και ευρωπαϊκών χωρών με την παραπάνω μεγάλη ποσότητα κοκαΐνης και συνακόλουθα οι θάνατοι που θα μπορούσαν να προκληθούν, κυρίως νέων ανθρώπων, από τη χρήση που θα έκαναν, τα αίτια του υψηλότατου κέρδους που προσδοκούσε από τις παραπάνω διαμετακομίσεις ανεξαρτήτως κόστους ακόμη και ανθρώπινων ζωών και η εν γένει συγκρότηση της προσωπικότητάς του, σε συνδυασμό με τις ειδικές περιστάσεις υπό τις οποίες τέλεσε τα ανωτέρω εγκλήματα και δη η βαρύτητα και η σπουδαιότητά τους, ο τρόπος τελέσεως, ο οποίος είναι ιδιαίτερα ευρηματικός και ευφυής, η μεθοδικότητα, συστηματικότητα και η οργανωμένη επαγγελματική δράση για την επιτυχή και ασφαλή (κυρίως) υπερατλαντική διαμετακόμιση, μαρτυρούν ότι είναι άτομο ιδιαιτέρως επικίνδυνο που θα διαπράξει στο μέλλον νέα παρεμφερή εγκλήματα.
ζ. Η συμμετοχή του τρίτου κατηγορουμένου στις ανωτέρω αξιόποινες πράξεις προκύπτει από τα ακόλουθα:
i.- Από τις ρητές, σαφείς, κατατοπιστικές, αντικειμενικές και ανεπιφύλακτες καταθέσεις αφενός του τέταρτου και δεύτερου των κατηγορουμένων, αφετέρου του Γ2. Ο τέταρτος κατηγορούμενος αυθορμήτως και ανεπηρέαστα κατέθεσε στην προανάκριση, τακτική ανάκριση και στην πρωτοβάθμια δίκη τα ακόλουθα σχετικά με τον τρίτο κατηγορούμενο: 1. "...
Από εκεί πήγε άδειο στην Κούβα (το πλοίο "Θ3") όπου φόρτωσε ζάχαρη με προορισμό Γεωργία, Ουκρανία. Ενώ το πλοίο έφευγε από την Κούβα, ο Χ1 με τον Χ2 συμφώνησαν με τον Ξ (πρόκειται για τον Κολομβιανό έμπορο κοκαΐνης Δ1) για την μεταφορά φορτίου κοκαΐνης με προορισμό την Ευρώπη. Έτσι δόθηκε εντολή στον καπετάνιο, με τον γνωστό τρόπο, ο οποίος αφού μετέβη σε σημεία και οδηγίες που του δώσανε στην Καραϊβική παρέλαβε το φορτίο κοκαΐνης και κατευθύνθηκε προς την Ευρώπη...
Ενώ το πλοίο πλησίαζε στο Γιβραλτάρ προκειμένου να εκφορτώσει την κοκαΐνη σε ταχύπλοα τα οποία θα προσέγγιζαν σε προκαθορισμένο σημείο και χρόνο, οι άνθρωποι του ...... ειδοποίησαν ότι οι ισπανικές αρχές περίμεναν να συλλάβουν το "Θ3" και παράλληλα έδωσαν εντολές προς τα πού θα κατευθυνθεί... Ετσι το "Θ3" κατευθύνθηκε προς το ΚΑVO VERDE.
Τα προαναφερόμενα μου τα είπαν Χ1 και ο Χ2 οι οποίοι για να καλύψουν τον χαμένο χρόνο από την απόκλιση δήλωσαν βλάβη. Θέλω να προσθέσω επίσης ότι, τόσο για τις ποσότητες κοκαΐνης που μετέφεραν τα πλοία "Θ3", και "Θ4" όσο και για τις οικονομικές συμφωνίες τα κανόνιζαν οι Χ2-Χ1 με τον Ξ, χωρίς να μου δίνουν λογαριασμό ...
για τους λογαριασμούς που γίνονταν από τα γενικά έξοδα διαχειρίσεως των πλοίων που προερχόντουσαν από, τους ορθόδοξους ναύλους, τυχόν διαφορές τις κάλυπταν υπό μορφήν δανεισμού οι Χ2-Χ1 ..." (απόσπασμα από προανακριτική κατάθεση Β5 της 29.5.1999 που τα στοιχεία αυτά επισημάνθηκαν στον τρίτο και τέταρτο κατηγορούμενο στο ακροατήριο). 2. "Τον lούνιο του '98 γνώρισα τον συγκατ/νό μου Χ2 στο γραφείο του συγκατ/νου μου Χ1 που ήταν στην οδό ... ...
Ο Χ2, λοιπόν, μου είπε ότι είχε έναν φίλο Ουκρανό, τον ......, ο οποίος ενδιαφερόταν να αγοράσει ένα πλοίο, το οποίο είχε ήδη προσυμφωνήσει ο Χ2. Το πλοίο αυτό λεγόταν Θ7.. Εγώ ανέλαβα τη διαδικασία μεταβίβασης του πλοίου από την πωλήτρια εταιρία στην αγοράστρια που ήταν η ΜΟΚΑ MARINE LIBERIAN. Μετά την αγορά του το πλοίο μετονομάσθηκε σε Θ4.
Επιλογή σημαίας και ονόματος έκανε ο Χ2. Η μεταβίβαση έγινε στις 29-6-98. Διαχειρίστρια εταιρία του παραπάνω πλοίου είναι η ΒΑBOUSH MARINE υπό λιβεριανή σημαία, η οποία ρύθμιζε και τις ναυλώσεις του πλοίου θεωρητικά, ουσιαστικά τις εντολές για τις ναυλώσεις έδινε ο Χ2 ... Κάθε φορά που η Η.D.Κ. έκανε δαπάνες για το πλοίο π.χ.
τροφοδοσία, οι τροφοδότες έστελναν το λογαριασμό στην εταιρία μου και εγώ στη συνέχεια ζητούσα τα χρήματα από τον Χ2, ο οποίος είχε επαφές με την πλοιοκτήτρια και διαχειρίστρια εταιρία που στην ουσία ήταν δικές του εταιρίες, δηλαδή, αυτός ήταν ιδιοκτήτης του πλοίου, μάλιστα δε τα χρήματα με τα οποία αγοράστηκε το πλοίο ήταν δικά του.
Εγώ, επειδή δεν έβλεπα συχνά τον Χ2, που ερχόταν στο γραφείο μου για 3-4 ώρες την εβδομάδα περίπου, ερχόμουν σε επαφή μαζί του μέσω του Χ1 ... Η αμοιβή η δική μου και του προσωπικού μου πληρωνόταν από τα χρήματα του Χ2 που έφερνε ο Χ1 και έλεγχε τις πληρωμές, γι' αυτό και στα χέρια του Χ2 ευρέθησαν παραστατικά με αναλήψεις και πληρωμές που αφορούσαν την Η.D.Κ.
Ουσιαστικά τη διοίκηση της εταιρίας μου την είχαν αυτοί οι δύο, όπως επίσης και τις δαπάνες εισιτηρίων που φέρονται ότι έχουν εκδοθεί επ' ονόματι της Η.D.Κ τα κατέβαλον εκείνοι εξ ιδίων. Δηλαδή εγκέφαλοι των επιχειρήσεων ήταν οι Χ2 και Χ1. Επανερχόμενος στα ταξίδια του Θ4 θέλω να πω ότι, όταν το πλοίο πήγαινε προς Κούβα γύρω στις 17-18/5/99 μου τηλεφώνησε ο Χ1 και μου είπε να πάρω τηλέφωνο μια εταιρία πρακτόρευσης με την ονομασία AGANCIA ROSSA και να ζητήσω στο τηλέφωνο .........
κάποιον με το όνομα Ξ κι επειδή δεν με γνώριζε ο Ξ να χρησιμοποιήσω το όνομα ....., που κατά πάσα πιθανότητα ήταν ο Χ1 και να τον ρωτήσω αν είχε φορτίο για το βαπόρι. Σε σχετική μου ερώτηση μου απάντησε επειδή λείπει ο Χ2, δεν μπορεί να επικοινωνήσει με τον Ξ. Την επόμενη ή μεθεπόμενη μέρα ήρθε κι ο Χ2 απ' το εξωτερικό και ρώτησε να μάθει την πορεία του πλοίου ...
στις επικοινωνίες μου με το πλήρωμα μου έλεγαν πολλές φορές "ότι αφού έχουμε ήδη μιλήσει, για το ίδιο πρόβλημα του πλοίου, γιατί μας ξαναπαίρνεις". Αυτό δείχνει ότι ο Χ2 χρησιμοποιούσε το όνομά μου ή το παρατσούκλι μου "μάστορας", όπως είχε συμβεί και στο παρελθόν, μερικές φορές και παρουσία μου, σε άλλες επικοινωνίες μου........
Τέλος Αυγούστου του 1998 ο Χ2 μου είπε ότι είχε βρει ένα άλλο πλοίο για να αγοράσει το Θ6 που τυπικά θα αγόραζε η εταιρία NOMINAΤORE SHIPPING αλλά ουσιαστικά ιδιοκτήτης θα ήταν ο Χ2 που έκανε και τη χρηματοδότηση. Εγώ ατομικά, εκπροσωπώντας τη NOMINATORE, έκανα τις διατυπώσεις για την αγορά του πλοίου αντί του ποσού του 1.000.000 δολαρίων, χρήματα τα οποία έβαλε ο Χ2.
Το πλοίο μετονομάστηκε σε Θ3 και διαχειρίστρια και πλοιοκτήτρια ήταν η NOMINATORE και στη συνέχεια ενοικιάστηκε στην εταιρία BABOYSH, η οποία στην ουσία ήταν κι αυτή του Χ2. Μετά την αγορά του τον Σεπτέμβριο του '98 ο Χ2 επέλεγε τις ναυλώσεις και τα ταξίδια του πλοίου..... Ο Χ2 έδινε εντολές και καρπωνόταν και τους ναύλους.
Το πλοίο αυτό ξεκίνησε αρχές Οκτωβρίου '98 άδειο από τον Παναμά προς Καναδά και μετά από αλλεπάλληλα ταξίδια κατ' εντολή πάντα του Χ2 με νόμιμα φορτία, πήγε άδειο αρχές Απριλίου '99 στην Κούβα για να φορτώσει νόμιμο φορτίο ζάχαρη με προορισμό την Ουκρανία. Εν πλώ, στη μέση του Ωκεανού και πριν φτάσει στις Αζόρες νήσους το πλοίο, ειδοποίησε ο καπετάνιος .........
την H.D.K. ότι παρουσίαζε ζημιά και αυξάνει η καθυστέρηση αφίξεώς του. Πριν δύο μέρες φτάσει το πλοίο στο Γιβραλτάρ ήρθε ο χ2 στο γραφείο μου και είπε ότι το πλοίο θα το σταματούσαν στο Γιβραλτάρ να το επιθεωρήσουν και να το κατασχέσουν, γι' αυτό θα ήταν καλύτερα να πάει νότια στο Κάβο Βέρντε να βρει ναυπηγείο να το επισκευάσει...." (απόσπασμα από ανακριτική κατάθεση Β5 της 2.6.1999 που τα στοιχεία αυτά επισημάνθηκαν στον τρίτο και τέταρτο κατηγορούμενο στο ακροατήριο). 3. "Αρνούμαι τις κατηγορίες και αναφέρομαι στις από 2-6-1999 και 7-7-1999 απολογίες μου ενώπιον σας και συμπληρωματικά αναφέρω ότι ...
εγώ κατ' ουσίαν δεν ήμουν πλοιοκτήτης των πλοίων Θ4 και Θ3 αλλά ήμουν ο άνθρωπος-βιτρίνα των Χ1-Χ2 ..." (απόσπασμα από ανακριτική κατάθεση Β5 της 8.3.2000 που επισημάνθηκε στον τρίτο και τέταρτο κατηγορούμενο στο ακροατήριο). 4. Τα ανωτέρω επιβεβαίωσε ο τέταρτος κατηγορούμενος στην πρωτοβάθμια δίκη, ο δε δεύτερος κατηγορούμενος στην απολογία του στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου συνομολόγησε τη συμμετοχή του τρίτου κατηγορουμένου στην επίμαχη ομάδα διακινήσεως ναρκωτικών με τα πλοία "Θ3" και "Θ4".
Τέλος, ο Γ2 στην πρωτοβάθμια δίκη στην απολογία του κατέθεσε τα σχετικά με την επισκευή του πλοίου "Θ2" από τους Κολομβιανούς και την αμοιβή του τρίτου κατηγορουμένου από τη διακίνηση με το εν λόγω πλοίο τον Νοέμβριο του έτους 1997. Με τις ως άνω καταθέσεις του ο τέταρτος κατηγορούμενος αποκάλυψε αληθή γεγονότα και σημαντικές όψεις της πραγματικότητας εις βάρος τόσο του τρίτου όσο και του δεύτερου κατηγορουμένου, ώστε δεν μπορεί να ευσταθήσει όψιμος ισχυρισμός του ειδικώς στην υπ'αριθμ. ......
ένορκη βεβαίωση (κατάθεση) στις Δικαστικές Φυλακές Κορυδαλλού ενώπιον της Συμβ/φου Αθηνών, Σωτηρίας Κασσαγιάννη (αλλά και στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου) ότι "όσα κατά καιρούς κατέθεσε στην Αστυνομία, στον Ανακριτή και στο Δικαστήριο εναντίον του Χ2 σχετικά με δήθεν εμπλοκή του στις μεταφορές κοκαΐνης των πλοίων "Θ3" και "Θ4" είναι ψευδή και συκοφαντικά ... (ότι) τα κατέθεσε τότε με την καθοδήγηση και τη φορτική πίεση του Χ1 (ότι) το σενάριο της σκευωρίας κατά του Χ2 είχε σχεδιαστεί και οργανωθεί από τον Χ1, τον Γ1 και πιθανώς τον Γ2, και ο Χ1 μου είχε δώσει σαφείς εντολές και οδηγίες του τι έπρεπε να καταθέσω", διότι:
αα. Αν είχε επηρεασθεί, καθοδηγηθεί και ενεργούσε βάσει εντολών και οδηγιών του δεύτερου κατηγορουμένου Χ1, σύμφωνα με τους κανόνες της τυπικής λογικής και τα διδάγματα της κοινής πείρας, αφενός θα κατέθετε ευνοϊκώς ή ευμενέστερα για τον εν λόγω κατηγορούμενο (Χ1), σε σχέση με τον τρίτο κατηγορούμενο (Χ2) σε όλες τις καταθέσεις που έδωσε προανακριτικώς, ανακριτικώς και ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου επί δύο περίπου έτη, αφετέρου και ο ίδιος ο δεύτερος κατηγορούμενος στις ίδιες καταθέσεις επί δύο περίπου έτη θα έπρεπε να καταθέσει και αυτός εις βάρος του τρίτου κατηγορουμένου, γεγονός που δεν συνέβη.
ββ. Αντιθέτως, αποδεικνύεται ότι ο τέταρτος κατηγορούμενος επηρεάσθηκε, 1) την 11.12.2000 στην υπ'αριθμ. ......... ένορκη βεβαίωσή του στις Δικαστικές Φυλακές Κορυδαλλού ενώπιον της Συμβ/φου Αθηνών Μαρίας Τρωγαδά, ώστε να αναιρέσει όσα είχε ήδη καταθέσει εις βάρος του δεύτερου κατηγορουμένου και μη εκ παραλλήλου αναιρώντας τα κατατεθέντα εις βάρος του τρίτου κατηγορουμένου, 2) την 23.9.2004 στην προαναφερθείσα υπ'αριθμ. .......
ένορκη βεβαίωση (κατάθεση) στις Δικαστικές Φυλακές Κορυδαλλού ενώπιον της Συμβ/φου Αθηνών, Σωτηρίας Κασσαγιάννη, ώστε να αναιρέσει όσα είχε ήδη καταθέσει εις βάρος του τρίτου κατηγορουμένου (Κονδυλιού) αποδίδοντας αυτή τη φορά πλεκτάνη στον δεύτερο κατηγορούμενο. ii. Το υψηλό ποσό και τις λοιπές περιστάσεις.
Κατά τον χρόνο της συλλήψεώς του ο τέταρτος κατηγορούμενος καταλήφθηκε στο γκαράζ της οικίας του να κατέχει - περιτυλιγμένα σε εφημερίδες - τα ακόλουθα ποσά: 1) Ποσό 1.670.450.000 λιρετών Ιταλίας, 2) ποσό 324.450 δολαρίων ΗΠΑ, 3) ποσό 150.000 πεσετών Ισπανίας, 4) ποσό 10.680 λιρών Αγγλίας, 5) ποσό 25.000.000 ελληνικών δραχμών (τα ως άνω ποσά αντιστοιχούν συνολικώς στο ποσό των 417.000.000 δραχμών).
Η κατοχή στον χώρο σταθμεύσεως αυτοκινήτων από τον κατηγορούμενο τόσον υψηλού ποσού (σε σχέση και με την ανάληψη από πιστωτικό ίδρυμα εκ μέρους της συζύγου του την επόμενη ποσού 200.000.000 δραχμών) δεν δικαιολογείται από τις ναυτιλιακές του δραστηριότητες λόγω των συνομολογημένων από τον ίδιο οικονομικών δυσχερειών, λαμβάνοντας επιπλέον υπόψη ότι η αμοιβή από τέτοιες δραστηριότητες είναι σε δολάρια ΗΠΑ (και όχι πεσέτες ή ιταλικές λιρέτες ή αγγλικές λίρες), κινούμενη μέσω πιστωτικών ιδρυμάτων και όχι ευρισκόμενη με περιτύλιγμα εφημερίδων σε σάκκους.
Τέλος δε, η ύπαρξη ειδικώς νομισμάτων ιταλικών, ισπανικών και αγγλικών στην κατοχή του τρίτου κατηγορουμένου δικαιολογείται και συνδυάζεται με την καταβολή των αμοιβών της οργανώσεως του τρίτου κατηγορουμένου και τη μεταφορά χρημάτων από τη διακίνηση της κοκαΐνης που γινόταν κυρίως στη Ρώμη ή Μιλάνο, Μαδρίτη και Λονδίνο και στα εθνικά σε σχέση με τις χώρες αυτές νομίσματα.
Ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι,το ως άνω ποσό των χρημάτων προέρχεται από κέρδη του που απέκτησε από τη διενέργεια αρμπιτράζ (arbitrage), αφού το 20% περίπου των εσόδων του (1.000.000 δολάρια ΗΠΑ από συνολικό ποσό 7.000.000 δολαρίων ΗΠΑ) τοποθετούσε στο αρμπιτράζ έχοντας απόδοση ποσού 100-200.000 δολαρίων ΗΠΑ, δηλαδή 25-35% κατά συντηρητικό υπολογισμό.
Το αρμπιτράζ το ασκούσε με μετρητά και όχι μέσω Τραπεζών, επειδή οι τράπεζες το περνούν στο dealing room και αυτό αναζητά πωλητή στη διατραπεζική αγορά, με επακόλουθο να παρεμβαίνουν πολλοί ανταγωνιστές (ενίοτε ισχυροί οικονομικώς) και συνακόλουθα να περιορίζουν τα κέρδη. Το αρμπιτράζ το διενεργούσε στα ανταλλακτήρια συναλλάγματος (Cambio), αφού αυτά ενδιαφέρονται για την ποσότητα των χρημάτων που θα ανταλλάξουν, όσο περισσότερα χρήματα τοποθετούνται προς μετατροπή τόσα περισσότερα κέρδη θα έχει το ανταλλακτήριο, σ' αυτό ξέρεις τη συγκεκριμένη τιμή και ελέγχεις την αντιστοιχία, ενώ στην τράπεζα αυτό δεν ισχύει.
Στις δύο-τρείς πρώτες φορές πήγαινε ο ίδιος στο ανταλλακτήριο, ο οποίος ήταν καλός πελάτης και του πρόσφεραν καλές υπηρεσίες, όπως δυνατότητα παρατηρήσεως των τιμών σε ηλεκτρονικό υπολογιστή, διαθέτουν Van και ομάδα ασφαλείας, παραλαμβάνουν τα χρήματα από την οικία σου και σου προσκομίζουν αποδείξεις (βλ.
απολογία τρίτου κατηγορουμένου σελ. 148-149). Στην επιστήμη της διεθνούς οικονομικής γίνε:rαι δεκτό ότι στην αγορά συναλλάγματος (όπως στην προκείμενη περίπτωση του τρίτου κατηγορουμένου) αρμπιτράζ είναι η ταυτόχρονη αγορά και πώληση διαφόρων νομισμάτων, στην περίπτωση που υπάρχουν διαφορές στις ισοτιμίες των νομισμάτων αυτών σε διάφορα χρηματοπιστωτικά κέντρα.
Αυτός που ασκεί το αρμπιτράζ αποβλέπει στην πραγματοποίηση κέρδους, που τα περιθώριά του καθορίζονται από την έκταση της διαφοράς των ισοτιμιών. Τα περιθώρια αυτά μικραίνουν και τελικά εξαφανίζονται, μετά από αυξομειώσεις στη ζήτηση και την προσφορά των νομισμάτων, που αποτέλεσαν το αντικείμενο συναλλαγής στο αρμπιτράζ.
Πρέπει να τονισθεί ότι αυτός που το ασκεί αγοράζει και πωλεί συνάλλαγμα ταυτόχρονα για να καλυφθεί από πιθανές διακυμάνσεις των ισοτιμιών Το διμερές αρμπιτράζ ασκείται ως εξής: Αν για οποιοδήποτε λόγο η σχέση ανάμεσα στο δολάριο ($) και το γερμανικό μάρκο (DM, όταν ίσχυε αυτό, όπως το έτος 1999) στις αγορές της Ζυρίχης και του Λονδίνου είναι:
αα. Ζυρίχη: $ 1 = 2,2 DΜ ββ. Λονδίνο: $ 1 = 2,0 DΜ Δεδομένου ότι υπάρχουν περιθώρια κέρδους, αυτός που διαθέτει δολάρια θα σπεύσει να αγοράσει μάρκα στη Ζυρίχη και να πωλήσει συγχρόνως το ίδιο νόμισμα στο Λονδίνο, πραγματοποιώντας κέρδος 0,2 DΜ κατά δολάριο. Αν υπολογισθεί και ασκηθεί σε ποσό $ 1 εκατ. το περιθώριο κέρδους είναι σημαντικό (της τάξεως των $ 20.000), ιδιαίτερα αν ληφθεί υπόψη ότι πραγματοποιείται με δύο τηλεφωνήματα μόνο, σε ελάχιστο χρόνο δηλαδή.
Η πιο πάνω ενέργεια θα ασκήσει εξισορροπητικές επιδράσεις στις ισοτιμίες των δύο αγορών; Η αύξηση της τιμής μάρκων στη Ζυρίχη θα ασκήσει ανοδική επίδραση στην τιμή μάρκου, ενώ η προσφορά μάρκων στο Λονδίνο θα έχει πτωτική επίδραση στην ισοτιμία της αγοράς αυτής. Ετσι, θα επικρατήσει τελικά ενιαία τιμή και στις δύο αγορές.
Πέραν του διμερούς, διενεργείται το τριμερές αρμπιτράζ, η δυνατότητα hedgίng, το αρμπιτράζ επιτοκίων (interest arbitrage), ακάλυπτο ή καλυμμένο (σχετ. Ε. Πουρναράκη, Διεθνής Οικονομική, 2000, σ. 91 επ.). Στην προκείμενη περίπτωση, ο ως άνω ισχυρισμός του τρίτου κατηγορουμένου κρίνεται ως μη πειστικός, διότι: αα. Για την κτήση κέρδους από την άσκηση του αρμπιτράζ, 1) ποσού 1.670.450.000 λιρετών lταλίας, 2) ποσού 324.450 δολαρίων ΗΠΑ, 3) ποσού 150.000 πεσετών Ισπανίας, 4) ποσού 10.680 λιρών Αγγλίας, 5) ποσού 25.000.000 ελληνικών δραχμών, ο τρίτος κατηγορούμενος δεν προσδιορίζει τον χρόνο ασκήσεως του αρμπιτράζ, από τον οποίο προήλθαν τα παραπάνω κέρδη του, τα εθνικά νομίσματα που αγόρασε και πώλησε ταυτόχρονα καθώς επίσης τη διαφορά και τη διακύμανση των ισοτιμιών τους στη δεδομένη στιγμή διενεργείας του αρμπιτράζ εκ μέρους του, τις βεβαιώσεις αγοράς ή πωλήσεως συναλλάγματος.
ββ. Για την πραγματοποίηση κέρδους ύψους 100-120.000 δολαρίων ΗΠΑ από την άσκηση αρμπιτράζ (ο κατηγορούμενος δεν προσδιορίζει το είδος του αρμπιτράζ, αλλά από όσα επικαλείται εννοεί το διμερές, σε αντίθετη περίπτωση πάσχει πλήρους αοριστίας ο ισχυρισμός του) θα πρέπει να επενδυθεί υψηλότερο ποσό του 1.000.000 δολαρίων που επικαλείται ο κατηγορούμενος.
Αν πράγματι κάθε άσκηση αρμπιτράζ, του απέδιδε το ως άνω ποσό, δεν αναφέρει το εθνικό νόμισμα που αντιστοιχούσε το δολάριο και τη διαφορά της ισοτιμίας τους, ώστε να προκύψει το επίμαχο ποσό. γγ. Η αντιφατικότητα των ισχυρισμών μεταξύ της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας δίκης, αφού στην μεν πρωτοβάθμια ανέφερε ότι "το αρμπιτράζ γίνεται με ταξίδια" στην αλλοδαπή και προς τούτο "με τον χ1 είχε συνεργασία στο αρμπιτράζ, μου έδινε χρήματα τα πήγαιναν τα παιδιά στο εξωτερικό.
Σας είπα το κέρδος ήταν να αγοραστούν οι λιρέτες στην lταλία. Τα παιδιά ήταν ο Χ5 και ο Ι1" (σελ. 185 και 187 πρωτοβάθμιας δίκης από την απολογία του τρίτου κατηγορουμένου), στη δε δευτεροβάθμια ότι το ασκούσε μέσω των ανταλλακτηρίων συναλλάγματος στην ημεδαπή. δδ. Η μη άσκηση του αρμπιτράζ από άλλα χρηματοπιστωτικά κέντρα σε ελάχιστο χρόνο (με δύο τηλεφωνήματα), αλλά μέσω ανταλλακτηρίων συναλλάγματος που έχουν περιορισμένο ημερήσιο όριο ανοικτής θέσεως (συνακόλουθα και περιορισμένα κέρδη) και δεν παρέχουν εγγυήσεις ασφαλείας. iii.
Από χειρόγραφες σημειώσεις του τρίτου κατηγορουμένου, σε συνδυασμό με τυπωμένες σελίδες που βρέθηκαν στον προσωπικό του χαρτοφύλακα καθώς και από χειρόγραφες σημειώσεις του δεύτερου κατηγορουμένου, προκύπτει ότι οι εν λόγω κατηγορούμενοι από τον lούνιο ή lούλιο του έτους 1998 μέχρι τον χρόνο συλλήψεώς τους (28.5.1999) πραγματοποίησαν τουλάχιστον έξι διακινήσεις κοκαΐνης.
Στις παραπάνω τυπωμένες σελίδες του τρίτου κατηγορουμένου αναφέρονται όλες ως οι διακινήσεις αυτές ως "......", στις οποίες αναγράφονται τα ποσά, οι χώρες από τις οποίεςς παραλήφθηκαν, οι ημερομηνίες με τις αντίστοιχες ισοτιμίες των νομισμάτων και η μετατροπή τους σε δολάρια ΗΠΑ και νομίσματα που εισπράχθηκαν, ομοίως με τα εθνικά νομίσματα που κατείχε στο γκαράζ της οικίας του κατά τον χρόνο της συλλήψεώς του, δηλαδή, ιταλικές λιρέτες, πεσέτες Ισπανίας, λίρες Αγγλίας, πλην ελβετικών φράγκων (σχετ.
Πορισματική Αναφορά του ΣΔΟΕ Υπόθεση "......" σ. 9). Ο τρίτος κατηγορούμενος προανακριτικώς και ανακριτικώς δεν αμφισβήτησε ούτε την ύπαρξη ούτε τη γνησιότητα των εγγράφων αυτών. Περαιτέρω, ο ισχυρισμός του τρίτου κατηγορουμένου ότι το όνομα "......" παραπέμπει στην ενασχόλησή του με το αρμπιτράζ (απολογία του στην πρώτη δίκη σ.187) αφού είναι συντομογραφία του "Cash-Afbitrage-Free Εxchange" (αρχικά όρου που χρησιμοποιούσε ο τρίτος κατηγορούμενος), είναι αλυσιτελής, δοθέντος ότι στις παραπάνω τυπωμένες σελίδες του η λέξη "......" αναγράφεται με δύο "F" ("......") και όχι με ένα, όπως ο χρησιμοποιούμενος από αυτόν όρος του αρμπιτράζ. iν.
Από έγγραφα του δεύτερου και τρίτου κατηγορουμένου (αλλά και από την πιο πάνω ανακριτική κατάθεση του τέταρτου κατηγορουμένου) προκύπτει ότι ο τελευταίος εξοφλούσε τους λογαριασμούς της εταιρίας H.D.K. Επιπλέον, δεν αποδείχθηκε καταβολή εξόδων για οποιαδήποτε νόμιμη υπηρεσία που ενδεχομένως θα προσέφερε η εν λόγω εταιρία στα πλοία του.
v. Από το ταξίδι στην Κολομβία, αρχές καλοκαιριού του έτους 1998 ο τρίτος κατηγορούμενος από κοινού με τον δεύτερο μετέβησαν στην Κολομβία (όπως κατέθεσε στην απολογία του), όπου συνάντησαν τους μεγαλέμπορους ναρκωτικών, ενημερώνοντας τους τελευταίους για τη νέα δημιουργηθείσα ομάδα και τον σχεδιασμό των νέων επιχειρήσεων.
Ο ισχυρισμός του τρίτου κατηγορουμένου ότι μετέβησαν στην Κολομβία για ναυτιλιακές επιχειρήσεις και συγκεκριμένα για την πώληση του φορτηγού πλοίου 'Θ2" στον Β1 και ανθρώπους στην Κολομβία που ενδιαφέρονταν για την αγορά του, τελικώς δε δεν ευδοκίμησε, δεν κρίνεται πειστικός, διότι: i) Για την πώληση ενός πλοίου δεν είναι αναγκαία η επί τόπου μετάβαση, ii) ο Β1 (όπως και ο Γ3) συνεργαζόταν μόνον με εμπόρους κοκαΐνης και οι επιχειρήσεις του στην πραγματικότητα σχετίζονταν με τη διακίνηση ναρκωτικών, γεγονός που όφειλε να γνωρίζει ο τρίτος κατηγορούμενος, διότι η δράση των Β1-Γ3 στην Κολομβία ήταν ήδη γνωστή, iii) δεν αναφέρει την ταυτότητα και την ιδιότητα των ανθρώπων στην Κολομβία.
νi. Από τη συνομολόγηση του τρίτου κατηγορουμένου ότι ο όγδοος κατηγορούμενος και ο Ι1 μετέβαιναν στην Ιταλία για να αγοράσουν λιρέτες προς άσκηση του αρμπιτράζ (απολογία στην πρωτοβάθμια δίκη). Δοθέντος όμως ότι η διενέργεια του αρμπιτράζ δεν είναι απλή και απαιτεί, αν ασκείται στην αλλοδαπή, στοιχειώδεις οικονομικές γνώσεις, αλλά και πρόσθετες γνώσεις της ιταλικής γλώσσας δεν κρίνεται πειστική η εκδοχή του τρίτου κατηγορουμένου, αλλά εκείνη που προκύπτει και από τα άλλα αποδεικτικά μέσα ότι στην πραγματικότητα, δηλαδή, ο όγδοος κατηγορούμενος και ο Ι1 μετέβαιναν προς είσπραξη της αμοιβής της εγκληματικής οργανώσεως από τις θαλάσσιες διαμετακομίσεις κοκαΐνης.
νii. Από την επιλογή και τη συνεργασία του τα έτη 1997 και 1999 με τον Γ2 και τον δεύτερο κατηγορούμενο. Αν ο τρίτος κατηγορούμενος διενεργούσε στοιχειώδη έρευνα, όχι μόνον σε αρμόδιο θεσμικό όργανο (όπως ο Νηογνώμων), αλλά μεταξύ των άλλων πλοιοκτητών και εφοπλιστών (στη λεγόμενη "πιάτσα" του Πειραιά) θα πληροφορείτο το παρελθόν του Γ2 και του δεύτερου κατηγορουμένου που συνδέεται με την ανάμειξή τους σε λαθρεμπόριο ναρκωτικών.
νiii. Στις εταιρίες "Cottus Marine" και "Steel Development", οι οποίες κατείχαν μετοχές των δύο πλοίων "Θ15" και "Θ16", συμμετείχε και η έκτη κατηγορούμενη ως Διευθύντρια, σύζυγος του δευτέρου, προκειμένου να λαμβάνει συμμετοχή στα κέρδη από τη μελλοντική χρησιμοποίηση των δύο πλοίων στη διακίνηση ναρκωτικών μέσω της ανοικτής θάλασσας και καταδεικνύει τη συνεργασία του δεύτερου και τρίτου κατηγορουμένου και ·τη συγκρότηση ομάδας για την τέλεση των ως άνω αξιόποινων πράξεων. ix. Ο τρίτος κατηγορούμενος έχει πτυχίο αρχιτέκτονα-ναυπηγού και γνώσεις οικονομικών από πανεπιστήμια του εσωτερικού και εξωτερικού (όπως το ΜΙΤ), κατά δε τη χρονική περίοδο 1985-1997 ήταν πλοιοκτήτης και ασκούσε ναυτιλιακές δραστηριότητες. Πέραν αυτών, όπως προέκυψε και από την απολογία του τρίτου και δεύτερου κατηγορουμένου, ο τελευταίος υστερεί συντριπτικώς σε προσωπικότητα, γνώσεις και ικανότητες έναντι του πρώτου, ώστε να συνάγεται ότι: Η ιδέα για την ίδρυση τόσων υπεράκτιων εταιριών σε διαφορετικές χώρες, την αλλαγή στο ιδιοκτησιακό καθεστώς και τη διαχείριση των επίδικων πλοίων μέσω των εν λόγω εταιριών, τη μεταφορά χρηματικών ποσών από την αλλοδαπή από υπεράκτιες εταιρίες σε διάφορα πιστωτικά ιδρύματα και τη χρηματοδότηση της εταιρίας H.D.K. μέσω τραπεζικών λογαριασμών και εν γένει η χρήση των πολυδαίδαλων μηχανισμών του τραπεζικού συστήματος, προέρχονται από τον τρίτο κατηγορούμενο.
2. Σχετικά με τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. α. Από την πραγμάτωση των προπεριγραφόμενων αξιόποινων πράξεών του, ο δεύτερος κατηγορούμενος κατά τη χρονική περίοδο από τον Νοέμβριο 1997 μέχρι την 29.5.1999 είχε ως έσοδα (από τις προεισπράξεις, την αμοιβή κατά την εκτέλεση και μετά την εκτέλεση) τα ακόλουθα ποσά είτε ενεργώντας αφ' εαυτού είτε από κοινού με τον δεύτερο κατηγορούμενο, κινούμενος, αφενός με σκοπό την κερδοσκοπία, δηλαδή τον πορισμό κέρδους και την αύξηση των εισοδημάτων του από την προαναφερόμενη παράνομη δραστηριότητά τoυ, αφετέρου με την κατάθεσή τους σε πιστωτικά ιδρύματα, τη διακίνησή τους μέσω λογαριασμών υπεράκτιων εταιριών σε πιστωτικά ιδρύματα για την αγορά των πλοίων "Θ3" και "Θ4" και τη συνακόλουθη κατοχή τους ως περιουσιακών του στοιχείων, με αποτέλεσμα, μετά την κατάθεσή τους και την κατοχή τους από τον τρίτο κατηγορούμενο, να απωλέσουν την αυτοτέλειά τους, να αναμειχθούν με τα χρήματα των εν λόγω τραπεζικών καταστημάτων και - με τον τρόπο αυτόν - να επιτευχθεί η συγκάλυψη της αληθινής προελεύσεώς τους, λαμβάνοντας υπόψη, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη μείζονα σκέψη, ότι ο τρίτος κατηγορούμενος που τέλεσε τις πιο πάνω αξιόποινες πράξεις που προβλέπονται και τιμωρούνται από τον νόμο καταπολεμήσεως της διαδόσεως των ναρκωτικών, μπορεί να τελέσει και την πράξη της νομιμοποιήσεως εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, απορριπτομένων ως αβασίμων των αντιθέτων που υποστηρίζει ο ενλόγω κατηγορούμενος.
Ειδικότερα: i. Την 29.5.1999 κατείχε και απέκρυπτε τα ακόλουθα ποσά (κινούμενος από λόγους κερδοσκοπίας): 1) Ποσό 1.670.450.000 λιρετών lταλίας, 2) ποσό 324.450 δολαρίων ΗΠΑ, 3) ποσό 150.000 πεσετών Ισπανίας, 4) ποσό 10.680 λιρών Αγγλίας, 5) ποσό 25.000.000 ελληνικών δραχμών. ii. Τον lούνιο 1998 (σε μη γνωστή επακριβώς ημερομηνία) από κοινού με τον δεύτερο κατηγορούμενο προέβη στην αγορά του φορτηγού πλοίου "Θ4" από την εταιρία "Talbot Shipping" μέσω της υπεράκτιας εταιρίας τους "Moccha Marine", αντί τιμήματος 820.000 δολαρίων ΗΠA iii.
Τον Σεπτέμβριο 1998 (σε μη γνωστή επακριβώς ημερομηνία) από κοινού με τον δεύτερο κατηγορούμενο προέβη στην αγορά του φορτηγού πλοίου "Θ3" από την εταιρία "Muka Shipping Ltd." μέσω της υπεράκτιας εταιρίας τους "Nominator Shipping", αντί τιμήματος 1.000.000 δολαρίων ΗΠΑ iν. Την 24.2.1999 προέβη στην αγορά του φορτηγού πλοίου "Θ16" από την εταιρία "Fomendus Armadora", με φερόμενη πλοιοκτήτρια την υπεράκτια εταιρία "Bulk Star Shipping" και διαχειρίστρια την εταιρία "Golden Transport", αντί τιμήματος 2.000.000 δολαρίων ΗΠΑ ν.
Την 19.4.1999 προέβη στην αγορά του φορτηγού πλοίου "Θ16" από κροατική εταιρία με έδρα το Μονακό, με φερόμενη πλοιοκτήτρια την υπεράκτια εταιρία "Bulk Princess Shipping" και διαχειρίστρια την εταιρία "Golden Τransport", αντί τιμήματος 3.060.000 δολαρίων ΗΠΑ β. Τις πιο πάνω πράξεις τέλεσε, ενεργώντας κατ' επάγγελμα, εφόσον αποδείχθηκε ότι:
Η σταθερή υποδομή της παράνομης δράσεώς του, με τη σύσταση εγκληματικής ομάδας, η δημιουργία υπεράκτιων εταιριών για την πλοιοκτησία, διαχείριση των πλοίων και τη μεταφορά χρημάτων, η συνεργασία με Κολομβιανούς μεγαλεμπόρους, η χρήση ποντοπόρων πλοίων για τη διακίνηση μεγάλων ποσοτήτων κοκαΐνης από τη Λ.
Αμερική στη βόρεια Αμερική και Ευρώπη,η κατάθεση της αμοιβής από την εμπορία της κοκαΐνης σε τραπεζικά ιδρύματα για τη συγκάλυψη της προελεύσεώς της, η συχνή παρουσία του στο Καζίνο του Λουτρακίου, με σκοπό τη δραχμοποίηση των αλλοδαπών νομισμάτων (αγγλικών λιρών, ισπανικών πεσετών, ιταλικών λιρετών) που προέρχονται από την ως άνω παράνομη δραστηριότητά του και συνακόλουθα τη νομιμοποίησή τους κατά συστηματικό και μεθοδευμένο τρόπο, λαμβάνοντας υπόψη ότι αποτελούν (τα καζίνο) διεθνώς ένα από τα κυρίως χρησιμοποιούμενα "πλυντήρια" ξεπλύματος χρήματος (σχετ.
Γ. Χλούπη, Διασυνοριακό & Υπερεθνικό Οργανωμένο Εγκλημα, 2005, σ. 271-289, Π. Βασιλακόπουλο, Ξέπλυμα βρώμικου χρήματος, Το Ποινικό Δίκαιο στο Νέο Διεθνές Περιβάλλον, Ενωση Ελλήνων Ποινικολόγων, σ. 135), καταδεικνύουν οργανωμένο σχέδιο απολήψεως εισοδήματος.
. 3. Σχετικά με την παράνομη κατοχή όπλου. Την 28.5.1999 χωρίς άδεια της αρμόδιας αρχής, παρά τον νόμο, κατείχε κυνηγετικό όπλο και φυσίγγια, σύμφωνα με την έννοια του άρθρου 1 § 1β', δ' του Ν. 2168/1993. Συγκεκριμένα, κατείχε κυνηγετικό όπλο και φυσίγγια και συγκεκριμένα την υπ' αριθμ. ...... καραμπίνα (κυνηγετικό όπλο), μάρκας Winchester Model1400 καθώς και 45 φυσίγγια των 22 Μ.Μ. ...." Ο αναιρεσείων με τις αιτήσεις του και τους πρόσθετους σ' αυτές λόγους, πλήττει την απόφαση για τους κατωτέρω από το άρθρο 510 παρ.1 του ΚΠοινΔ προβλεπόμενους λόγους, αποδίδοντας στην προσβαλλόμενη απόφαση τις επόμενες πλημμέλειες.
1.-Απόλυτη ακυρότητα (άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α') 1α .- Κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠοινΔ, απόλυτη ακυρότητα, που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη, προκαλείται αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται, στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος.
Κατά το άρθρο 173 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, από τις απόλυτες ακυρότητες που μνημονεύονται στο άρθρο 171 όσες αναφέρονται σε πράξεις της προδικασίας μπορούν να προτείνονται ωσότου γίνεται αμετάκλητη η παραπομπή στο ακροατήριο, κατά το επόμενο άρθρο 174 παρ. 1, ακυρότητα που δεν προτάθηκε σύμφωνα με το προηγούμενο άρθρο καλύπτεται και κατά το άρθρο 176 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, αρμόδιο να κηρύξει την ακυρότητα των πράξεων της προδικασίας είναι το δικαστικό συμβούλιο, ενώ των πράξεων της διαδικασίας στο ακροατήριο και της κύριας και της προπαρασκευαστικής,το δικαστήριο που επιλαμβάνεται της εκδίκασης της κατηγορίας.
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται ότι η πρόταση της απόλυτης ακυρότητα για πράξεις της προδικασίας πρέπει να γίνεται μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, διαφορετικά καλύπτεται, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ληφθεί υπόψη ούτε αυτεπαγγέλτως, αρμόδιο δε για την κήρυξη ή μη της ακυρότητας αυτής είναι το δικαστικό συμβούλιο μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, οπότε αυτό απεκδύεται από κάθε δικαιοδοσία επί της υποθέσεως.
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 9 παρ.1 εδ. γ' και 19 παρ. 3 του Συντάγματος κατά την πρώτη των οποίων ".. καμία έρευνα δεν γίνεται σε κατοικία, παρά μόνο όταν και όπως ορίζει ο νόμος και πάντοτε με την παρουσία εκπροσώπων της δικαστικής αρχής..." και κατά την δεύτερη "... απαγορεύεται η χρήση αποδεικτικών μέσων που έχουν αποκτηθεί κατά παράβαση του άρθρου αυτού και των άρθρων 9 και 9Α...", σαφώς προκύπτει ότι η θεσπιζόμενη απαγόρευση αποδεικτικής αξιοποίησης από το δικαστήριο των παρανόμως κτηθέντων αποδεικτικών μέσων, προϋποθέτει προηγούμενη διάγνωση του παρανόμου της κτήσης αυτών, προκειμένου δε περί πράξεων της προδικασίας, ο κοινός νομοθέτης με τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 173 παρ.2, 174 παρ.1 και 176 παρ.1 ΚΠοινΔ τάσσει, κατά τα προεκτεθέντα, χρονικό όριο προσβολής των πράξεων αυτών και προσδιορίζει το αρμόδιο για την κήρυξη της ακυρότητας δικαστικό όργανο.
Έτσι, και υπό την εκδοχή της αληθείας, ότι, δηλαδή, κατά παράβαση των διατάξεων του νόμου διεξήχθησαν έρευνες και συντάχθηκαν οι σχετικές εκθέσεις ερευνών και κατασχέσεων, εφόσον το παράνομο των ερευνών και η ακυρότητα των πράξεων δεν διεγνώσθη κατά τα προεκτεθέντα, η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και η αποδεικτική αξιοποίηση αυτών μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, δεν επιφέρει ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο.
Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων ζήτησε, κατά την επισκόπηση των πρακτικών της δίκης, να μην αναγνωσθούν και να μην χρησιμοποιηθούν εις βάρος του εκ των αναγνωστέων εγγράφων α) 59 έγγραφα υπό τον τίτλο "Κατασχεθέντα στην κατοχή του Χ2 έγγραφα-πειστήρια" και β) 76 έγγραφα υπό τον τίτλο "κατασχεθέντα έγγραφα-πειστήρια, ανευρεθέντα στο γραφείο Χ1 στην εταιρία H.D.K" διότι τα έγγραφα αυτά αποτελούν, ως επικαλείται, αντικείμενο παρανόμων ερευνών.Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την παρεμπίπτουσα 1.059α/2005 απόφασή του, με τις ίδιες, ως ανωτέρω, νομικές σκέψεις και με την παραδοχή ότι οι τυχόν παραβάσεις κατά τη διεξαγωγή ερευνών και τη σύνταξη των σχετικών εκθέσεων κατασχέσεων για τα παραπάνω έγγραφα ανάγονται σε πράξεις της προδικασίας, η εξ αυτών δε ακυρότητα έπρεπε να προταθεί μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, μη προταθείσα δε καλύφθηκε, απέρριψε ως απαράδεκτη την αίτηση του κατηγορούμενου.
Ο τελευταίος, χωρίς να αμφισβητεί ότι οι ακυρότητες των πράξεων της προδικασίας αναφορικά με τα άνω έγγραφα καλύφθηκαν, αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση, για την ανάγνωση και αποδεικτική αξιοποίηση των παραπάνω εγγράφων κατά παράβαση των ορισμών του άρθρου 19 παρ.3 του Συντάγματος. Η αιτίασή του είναι αβάσιμη.
Θεωρεί δεδομένη την ακυρότητα των άνω πράξεων της προδικασίας. Όμως, ο αποκλεισμός από την άνω συνταγματική διάταξη της λήψης υπόψη και αξιοποίησης παράνομων αποδεικτικών μέσων προϋποθέτει, κατά τα προεκτεθέντα, και σε εναρμόνιση με τους παραπάνω ορισμούς του ΚΠοινΔ, προηγούμενη διάγνωση του παρανόμου και της ακυρότητας των πράξεων της προδικασίας που στη προκείμενη περίπτωση δεν έγινε, ούτε μπορεί, σε κάθε περίπτωση και κατά παρέκκλιση της διαδικασίας στο αρμόδιο συμβούλιο, το ζήτημα του κύρους των πράξεων αυτών να αποτελεί αντικείμενο έρευνας κατά την προφορική διαδικασία στο ακροατήριο και σε κάθε στάδιο της δίκης.
Έτσι, από την ανάγνωση και των παραπάνω εγγράφων, στα οποία, μεταξύ των άλλων αποδεικτικών μέσων, η προσβαλλόμενη απόφαση στήριξε την περί ενοχής κρίση της, ουδεμία ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο επήλθε και το δικαστήριο, με το να συνεκτιμήσει και τα έγγραφα, δεν παρεβίασε τις παραπάνω συνταγματικές διατάξεις και εκείνες των άρθρων 6 παρ.1 και 8 της ΕΣΔΑ κι ούτε υπερέβη την εξουσία του, με σαφή δε και πλήρη αιτιολογία απέρριψε τη σχετική αίτηση - ένσταση του κατηγορουμένου.
Συνεπώς, είναι αβάσιμος ο για απόλυτη ακυρότητα 1ος λόγος της από 14-7-2006 (εφεξής και χάριν συντομίας, πρώτης) αιτήσεως και ο για υπέρβαση εξουσίας 1ος των προσθέτων σ' αυτήν λόγων, καθώς και οι συναφείς, 40ος της από 17-7-2006 αιτήσεως (εφεξής και χάριν συντομίας, δεύτερης) και 60ος, 61ος, 62ος και 63ος πρόσθετοι λόγοι στην δεύτερη.
Συναφώς προς τα ανωτέρω, είναι απαράδεκτος και απορριπτέος και ο 35ος λόγος της δεύτερης αιτήσεως με τον οποίο, υπό την επίφαση της έλλειψης ακροάσεως, πλήττεται η κρίση του δικαστηρίου αναφορικά με την απόρριψη της παραπάνω αιτήσεως-ενστάσεως και οι ο 57ος και 64ος πρόσθετοι λόγοι στην δεύτερη αίτηση με τους οποίους πλήττεται η απόφαση, για την ίδια και πάλι αιτία (έλλειψη ακροάσεως). 1β.- Μεταβολή της κατηγορίας η οποία επάγεται την αναίρεση της αποφάσεως για απόλυτη ακυρότητα κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.
Α' ΚΠοινΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. β' και δ' του ίδιου Κώδικα, υπάρχει όταν η πράξη για την οποία δικάζεται ο κατηγορούμενος, κατά τόπο, χρόνο και λοιπές ιστορικές περιστάσεις, είναι ουσιωδώς διαφορετική από εκείνη για την οποία έχει ασκηθεί η ποινική δίωξη, έχει απαγγελθεί η κατηγορία και επί της οποίας ο κατηγορούμενος κλήθηκε να απολογηθεί και στήριξε την υπεράσπισή του, ώστε να αποτελεί νέο έγκλημα αντικειμενικά διαφορετικό.
Αντιθέτως, δεν υπάρχει τέτοια μεταβολή, όταν με την απόφαση συμπληρώνονται και προσδιορίζονται σαφέστερα τα πραγματικά περιστατικά που απαρτίζουν την πράξη, όπως και όταν καθορίζεται μεν διαφορετικός χρόνος τέλεσης αυτής, αρκεί τούτο να μην επηρεάζει την ταυτότητα της πράξης ή να μην αποκλείει υπάρχουσα περίπτωση παραγραφής.
Εξ άλλου, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, επιλαμβανόμενο έφεσης του κατηγορουμένου, μπορεί στα πλαίσια της λειτουργικής αρμοδιότητάς του να προβεί, με την απόφαση που εκδίδει, σε ορθό χαρακτηρισμό της πράξης και στον διαφορετικό προσδιορισμό του χρόνου τέλεσης αυτής, χωρίς εντεύθεν να χειροτερεύει, κατ' άρθρο 470 ΚΠοινΔ η θέση του κατηγορουμένου, εφόσον, έτσι, από την μεταβολή του χρόνου δεν αποκλείεται υπάρχουσα τυχόν παραγραφή.
Έτσι, ειδικότερα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, που κρίνει έφεση του κατηγορουμένου κατά πρωτόδικης αποφάσεως με την οποία ο κατηγορούμενος καταδικάσθηκε, εκτός των άλλων, για παράβαση του άρθρου 5 του Ν. 1729/1987 περί ναρκωτικών σε βαθμό κακουργήματος, δικαιούται να προβεί σε ορθό χαρακτηρισμό της ίδιας πράξης με χρόνο τέλεσης μεταγενέστερο από εκείνον ο οποίος αναφέρεται στο παραπεμπικό βούλευμα και το επιδοθέν κλητήριο θέσπισμα αρκεί, σύμφωνα με αυτά που ως προς τον χρόνο τέλεσης διαλαμβάνονται σ' αυτά (βούλευμα-κλητήριο θέσπισμα), κατά τον χρόνο εκδίκασης της υποθέσεως και με τον μεταγενέστερο χρόνο που δέχεται η απόφαση να μην είχε συμπληρωθεί ο χρόνος της παραγραφής.
Στην προκείμενη περίπτωση, για τις πράξεις της κατοχής, της διαμετακόμισης ως και της οργάνωσης-εποπτείας της κατοχής και διαμετακόμισης τριών (3) τόννων κοκαΐνης με το πλοίο Θ2, ιδιοκτησίας του κατηγορουμένου, η προσβαλλόμενη απόφαση κήρυξε ένοχο αυτόν σε βαθμό κακουργήματος για άμεση συνέργεια στις άνω πράξεις με χρόνο τέλεσης τον μήνα Νοέμβριο του έτους 1997 ενώ με το 1664/2000 κλητήριο θέσπισμα είχε κατηγορηθεί και παραπεφθεί για τις ίδιες πράξεις και με την ίδια μορφή συμμετοχής αλλά με χρόνο τέλεσης τον μήνα Οκτώβριο του έτους 1997.
Ο διαφορετικός αυτός προσδιορισμός των επίμαχων πράξεων ως προς το χρόνο τέλεσης αυτών, εφόσον ουδεμία επίπτωση έχει ως προς την παραγραφή, δεν συνιστά, ενόψει των προεκτεθέντων, ανεπίτρεπτη μεταβολή της κατηγορίας έτσι ώστε να καθίσταται χειρότερη η θέση του κατηγορουμένου και ως εκ τούτου δεν δημιουργήθηκε, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδ.
β' και δ' ΚΠοινΔ απόλυτη ακυρότητα. Η αιτίαση του κατηγορουμένου που επικαλείται την κατάθεση του μάρτυρα Η1 και έγγραφο της DEA στο οποίο γίνεται λόγος για την εκφόρτωση των ναρκωτικών από το παραπάνω πλοίο στις 17-10-1997, [πράξη την οποία, πάντως, αυτός αρνείται ότι τελέθηκε και κατά τον χρόνο αυτό], είναι απαράδεκτη γιατί πλήττει την περί τα πράγματα ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου κατά το στοιχείο του χρόνου τέλεσης.
Επομένως ο 1ος λόγος της δεύτερης αίτησης με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας λόγω μεταβολής της κατηγορίας είναι αβάσιμος. 1γ.- Κατά την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη προκαλείται, αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται, στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος.
Κατά δε το άρθρο 249 παρ.3 του ΚΠοινΔ ο ανακριτής σε εξαιρετικές περιπτώσεις δύναται να αναθέσει τη διενέργεια ορισμένων πράξεων σε άλλον ανακριτή ή σε οποιονδήποτε προανακριτικό υπάλληλο της έδρας του, ειδοποιώντας συγχρόνως τον εισαγγελέα εφετών. Από την τελευταία διάταξη προκύπτει ότι οι ανακριτικές ή προανακριτικές πράξεις οι οποίες διενεργήθηκαν χωρίς την προηγούμενη σύμφωνη γνώμη του εισαγγελέα εφετών ή διενεργήθηκαν από τον εντεταλμένο ανακριτικό υπάλληλο καθ' υπέρβαση της σχετικής παραγγελίας του ανακριτή, εξακολουθούν να είναι έγκυρες, εφόσον στο νόμο δεν προβλέπεται ρητά η ακυρότητά τους.
Παρέπεται, ότι είναι δυνατή, κατά το άρθρο 364 παρ.1 του ΚΠοινΔ, η λήψη υπόψη αυτών ως εγγράφων, των οποίων δεν αμφισβητήθηκε η γνησιότητα και η αποδεικτική τους αξιοποίηση από το δικαστήριο, χωρίς εντεύθεν να παραβλάπτεται το δικαίωμα υπερασπίσεως του κατηγορουμένου, τοσούτον μάλλον αφού αυτός διατηρεί το από το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα δικαίωμα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με τα αποδεικτικά μέσα που υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και εξετάσθηκαν.
Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος υπέβαλε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο ένσταση-αίτημα να μην αναγνωσθεί η από ....... και υπό τον τίτλο "ΥΠΟΘΕΣΗ ......" πορισματική αναφορά του ΣΔΟΕ, και τα συνημμένα σ' αυτήν 112 έγγραφα που συντάχθηκε μετά από παραγγελία του Ανακριτή για τη διεξαγωγή έρευνας των τραπεζικών λογαριασμών των κατηγορουμένων.
Επικαλέσθηκε ότι συντάχθηκε καθ' υπέρβαση της εντολής του ανακριτή, αφού στην πορισματική αναφορά εμπεριέχονται μαρτυρικές καταθέσεις από τη δικογραφία, αξιολογικές κρίσεις επί μαρτυρικών καταθέσεων και απολογιών της δικογραφίας και ατεκμηρίωτα συμπεράσματα. Το Πενταμελές Εφετείο, με την 1.217/2005 παρεμπίπτουσα απόφασή του, απέρριψε την ένσταση, ανέγνωσε και συνεκτίμησε την παραπάνω αναφορά μαζί με τα άλλα έγγραφα και λοιπά αποδεικτικά στοιχεία, από δε την ανάγνωση αυτής δεν παραβιάσθηκε το δικαίωμα υπερασπίσεως του κατηγορουμένου και δεν επήλθε ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο.
Περαιτέρω η αιτίαση κατά της αυτής αποφάσεως, για έλλειψη αιτιολογίας αναφορικά με την απόρριψη της υποβληθείσας κατά τα παραπάνω ενστάσεως, χωρίς ειδική και συγκεκριμένη αναφορά των πλημμελειών ως προς την αιτιολογία που αποδίδονται στην απόφαση αυτή, είναι αόριστος και απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α' του ΚΠοινΔ για απόλυτη ακυρότητα 49ος πρόσθετος λόγος είναι αβάσιμος και ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' για έλλειψη αιτιολογίας 50ος πρόσθετος λόγος της δεύτερης αίτησης είναι απαράδεκτος και απορριπτέος.
1δ.- Από τη διάταξη του άρθρου 365 παρ. 1 ΚΠΔ προκύπτει ότι δημιουργείται ακυρότητα της διαδικασίας στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο, παρά την αίτηση του κατηγορουμένου ή του Εισαγγελέα, δεν αναγνώσει την ένορκη κατάθεση μάρτυρα που λήφθηκε στην προδικασία, όταν αυτός για τους λόγους που αναφέρονται στη διάταξη αυτή, αδυνατεί να εμφανισθεί στο ακροατήριο.
Δεν δημιουργείται ακυρότητα όταν το δικαστήριο αναγνώσει τέτοια κατάθεση μάρτυρα είτε κατόπιν αιτήσεως ή και αυτεπαγγέλτως και αν ακόμη δεν βεβαίωσε ότι η εμφάνισή του ήταν αδύνατη, εφόσον ο κατηγορούμενος δεν αντιλέγει στην ανάγνωση. Αντίθετα, η ανάγνωση και η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ένορκης κατάθεσης μάρτυρα που έχει ληφθεί στην προδικασία, αν έγινε παρά την εναντίωση του κατηγορουμένου, παραβιάζει δικαίωμα που παρέχεται σε κάθε κατηγορούμενο από το άρθρο 6 παρ. 3 στοιχ.
δ' της ΕΣΔΑ για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ν.δ. 53/74) και το άρθρο 14 παρ. 3 στοιχ. ε' του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (ν. 2462/97) να εξετάσει τους μάρτυρες κατηγορίας και δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα, σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠοινΔ, εντεύθεν δε ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Α' του ιδίου κώδικα λόγο αναιρέσεως, εφόσον όμως δεν βεβαιώνεται στην απόφαση ότι για οποιονδήποτε λόγο είναι ανέφικτη η εμφάνιση του μάρτυρα στο ακροατήριο. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπιση των πρακτικών της δίκης, το δικαστήριο προέβη στην ανάγνωση της από 28-5-1999 καταθέσεως του Γ1 και με την 1382/2005 παρεμπίπτουσα απόφασή του απέρριψε την σχετικώς υποβληθείσα ένσταση-αντιρρήσεις του κατηγορουμένου για τη μη ανάγνωση αυτής, με την παραδοχή ότι η εμφάνιση στο ακροατήριο του παραπάνω μάρτυρα είναι ανέφικτη λόγω του θανάτου του (το γεγονός αυτό το συνομολογεί και ο αναιρεσείων).
Ενόψει αυτών, από την ανάγνωση της καταθέσεως του προαναφερομένου μάρτυρα, δεν παρήχθη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο και, επομένως, ο συναφής 42ος πρόσθετος λόγος στη δεύτερη αίτηση είναι αβάσιμος και απορριπτέος. 2.- Σχετική ακυρότητα (άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Β'ΚΠοινΔ) Κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.Β' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η σχετική ακυρότητα που έλαβε χώρα κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο (άρθρο 170 παρ. 1) και δεν καλύφθηκε, σύμφωνα με τα άρθρα 173 και 174.
Τέτοια σχετική ακυρότητα δημιουργείται, κατά το άρθρο 211α ΚΠοινΔ και στην περίπτωση κατά την οποία στη διαδικασία στο ακροατήριο εξετάστηκε μάρτυρας, ο οποίος είχε ασκήσει ανακριτικά (εις τα οποία περιλαμβάνονται και τα προανακριτικά) καθήκοντα. Ο λόγος της μη εξετάσεως των προσώπων που αναφέρθηκαν στηρίζεται στην προκατάληψη, την οποία ο νομοθέτης θεωρεί ότι δυνατόν να έχουν υπέρ ή κατά του κατηγορουμένου, εκ της ασκήσεως των καθηκόντων τους και έτσι σκοπείται η εξασφάλιση της αξιοπιστίας και, κατ' επέκταση, της αμεροληψίας τους.
Κατά την αληθή έννοια της τελευταίας διατάξεως, ο απ' αυτήν αποκλεισμός εξετάσεώς τους ως μαρτύρων, αναφέρεται σε πρόσωπα τα οποία με την δικονομική ιδιότητα του ανακριτικού ή προανακριτικού υπαλλήλου συνέταξαν εκθέσεις εξετάσεως μαρτύρων, εκθέσεις κατασχέσεως και ενήργησαν εν γένει ανακριτικά καθήκοντα και όχι εκείνων των προσώπων και ιδιαίτερα των αστυνομικών οργάνων τα οποία με την ιδιότητά τους αυτή ασχολήθηκαν ουσιαστικώς και καθ' οιονδήποτε τρόπο, με τη συλλογή των στοιχείων για την εξιχνίαση και την βεβαίωση ορισμένου εγκλήματος και εκ του λόγου τούτου έχουν γνώση των συνθηκών τέλεσης αξιοποίνου πράξεως, γνώση την οποία ως μάρτυρες καλούνται να εισφέρουν και καταθέτουν κατά την έρευνα της υποθέσεως από το δικαστήριο.
Υιοθέτηση της αντίθετης εκδοχής οδηγεί στο ακαταδίωκτο, ιδιαίτερα σε εγκλήματα που σχετίζονται με την παράβαση του νόμου περί ναρκωτικών, στα οποία συνήθως ελλείπουν μαρτυρίες τρίτων προσώπων. Στην προκείμενη περίπτωση, ως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της δίκης, ο κατηγορούμενος αντέλεξε στην εξέταση ως μάρτυρα του Αστυνομικού Η1 ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου διότι, κατ' αυτόν, στην υπόθεση για την οποία κλήθηκε να εξετασθεί ως μάρτυρας, είχε εκτελέσει προανακριτικά καθήκοντα και ειδικότερα επικαλείται ότι:
α) σε τέσσερες (4) αναφορές της Υποδιεύθυνσης Δίωξης Ναρκωτικών, αναφορικά με την άρση του απορρήτου και την παρακολούθηση τηλεφωνικών συνδιαλέξεων προσώπων τα οποία στη συνέχεια έλαβαν την ιδιότητα κατηγορουμένου, ο Η1 αναφέρεται ως υπηρεσιακά αρμόδιος, β) ο εν λόγω αξιωματικός ήταν και ουσιαστικά υπεύθυνος της διενέργειας των τηλεφωνικών παρακολουθήσεων, γ) επέλεξε από τις απομαγνητοφωνήσεις τα ενδιαφέροντα τμήματα τα οποία και κατέγραψε σε πέντε (5) πρακτικά απομαγνητοφώνησης, δ) ήταν υπεύθυνος της φύλαξης των εγγράφων που αναφέρονται στον Χ2, ε) στις αρχές Ιουνίου 1999 μαζί με άλλους αξιωματικούς της υπηρεσίας του, ανέκρινε τον .........
ο οποίος ήταν κρατούμενος των Αμερικανικών διωκτικών αρχών στο Χιούστον των ΗΠΑ και στ) τέλος, από το περιεχόμενο της από 28-5-1999 μαρτυρικής του κατάθεσης, με όσα διέλαβε σ' αυτήν, αναφερόμενος στον, επίσης, κατηγορούμενο Β5, προκύπτει ότι είχε εξετάσει τον κατηγορούμενο αυτόν. Όμως, όλες οι παραπάνω ενέργειες δεν συνιστούν ανακριτικές πράξεις κατά την άνω έννοια του άρθρου 211α του ΚΠοινΔ, αλλά ατομική δράση του άνω προσώπου και συλλογική δράση των αστυνομικών οργάνων της αρμόδιας υπηρεσίας για τη συλλογή στοιχείων προς βεβαίωση των πράξεων που αποδόθηκαν και για τις οποίες κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος.
Συνεπώς, από την απόρριψη της σχετικής ενστάσεως του κατηγορουμένου και την εξέταση ως μάρτυρα του Η1 ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου, δεν προέκυψε ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο και κατά τούτο είναι αβάσιμος και απορριπτέος, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Β' του ΚΠοινΔ 2ος λόγος της πρώτης αιτήσεως και 4ος των προσθέτων σ' αυτήν λόγων, καθώς και ο 53ος πρόσθετος λόγος της δεύτερης αιτήσεως.
3.- Εσφαλμένη ερμηνεία-εφαρμογή του νόμου (άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε').
Κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, συνιστά λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης που εφαρμόσθηκε. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή αυτού, όταν το δικαστήριο χωρίς να παρερμηνεύει το νόμο, δεν υπάγει στην αληθινή έννοιά του τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται ότι προέκυψαν, καθώς και όταν η σχετική διάταξη παραβιάστηκε εκ πλαγίου, διότι δεν αναφέρονται στην απόφαση κατά τρόπο σαφή, πλήρη και ορισμένο και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε, ώστε να καθίσταται εφικτός ο έλεγχος του Αρείου Πάγου για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου. 3α.- Κατά το άρθρο 5 παρ. 1 εδ.
α', ζ' και ιγ' του Ν. 1729/1987, όπως αντικ. με το άρθρο 10 του Ν. 2161/1993, με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα (10) ετών και με χρηματική ποινή ενός εκατομμυρίου (1.000.000) μέχρι εκατό εκατομμυρίων (100.000.000) δραχμών τιμωρείται όποιος: α) εισάγει στην επικράτεια ή εξάγει από αυτή ή διαμετακομίζει ναρκωτικά, β) κατέχει ή μεταφέρει ναρκωτικά με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο είτε στο έδαφος της επικράτειας, είτε παραπλέοντας ή διασχίζοντας την αιγιαλίτιδα ζώνη, είτε ιπτάμενος στον Ελληνικό εναέριο χώρο και γ) οργανώνει, χρηματοδοτεί, κατευθύνει ή εποπτεύει με οποιονδήποτε τρόπο την τέλεση κάποιας από τις ανωτέρω αναφερόμενες πράξεις ή δίνει σχετικές οδηγίες ή εντολές.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 8 εδ. α' του Ν. 1729/1987, όπως αντικ. από το άρθρο 2 παρ. 15β' του Ν. 2479/1997, με ισόβια κάθειρξη και με χρηματική ποινή δέκα εκατομμυρίων (10.000.000) δραχμών μέχρι διακοσίων εκατομμυρίων (200.000.000) δραχμών τιμωρείται ο παραβάτης των άρθρων 5, 6 και 7 του παρόντος νόμου, αν είναι υπότροπος ή ενεργεί κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια....
ή οι περιστάσεις μαρτυρούν ότι είναι ιδιαίτερα επικύνδυνος. Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ' του ΠΚ, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος.
Κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς την διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Για το χαρακτηρισμό της αξιόποινης πράξης ως κατ' επάγγελμα τελούμενης, απαιτείται αντικειμενικά μεν η επανειλημμένη τέλεση και δεν είναι αναγκαία η προηγούμενη καταδίκη, υποκειμενικά δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισοδήματα από την επανειλημμένη τέλεσή του.
Αν δεν υπάρχει επανειλημμένη τέλεση, αρκεί για το κατ' επάγγελμα να διαπιστώνεται ότι η αξιόποινη πράξη τελείται μεν για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακώς, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή, όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του, με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης προκύπτει σκοπός αυτού για πορισμό εισοδήματος.
Κατά την παράγραφο 2 του άρθρου 5 του Ν. 1729/1987, αν η πράξη έχει τελεστεί με περισσότερους τρόπους από τους προβλεπόμενους στην προηγουμένη παράγραφο, αφορά όμως την ίδια ποσότητα ναρκωτικών, στον υπαίτιο επιβάλλεται μία μόνο ποινή, κατά την επιμέτρηση της οποίας λαμβάνεται υπόψη η συνολική εγκληματική δράση του. 3αα.- Για την παράνομη εμπορία ναρκωτικών φαρμάκων, η οποία είναι διεθνές έγκλημα, εφαρμόζονται οι Ελληνικοί ποινικοί νόμοι κατά των ημεδαπών και αλλοδαπών, σύμφωνα με το άρθρο 8 εδαφ.
θ' του ΠΚ, ανεξάρτητα με το τι προβλέπουν γι' αυτήν οι τόποι τελέσεώς της στην αλλοδαπή. 'Ετσι, η παράνομη εμπορία ναρκωτικών φαρμάκων από ημεδαπούς στην αλλοδαδή, κολάζεται από τους ελληνικούς ποινικούς νόμους και αν ακόμη η πράξη αυτή δεν τιμωρείται στη χώρα που τελέσθηκε, κατ' εξαίρεση των περιορισμών που ορίζουν τα άρθρα 6 και 9 του ίδιου Κώδικα.
Κατά την έννοια δε της διατάξεως του άρθρου 8 εδαφ. θ'του ΠΚ παράνομη εμπορία ναρκωτικών φαρμάκων αποτελεί κάθε πράξη με την οποία συντελείται ή διευκολύνεται η πραγματοποίηση της κυκλοφορίας για οποιαδήποτε αιτία, απαγορευμένων ναρκωτικών ουσιών από άτομο σε άτομο. Τέτοιες πράξεις είναι και αυτές που προβλέπονται στο άρθρο 5 του Ν. 1729/1987, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται, κατά τα προαναφερθέντα α) η διαμετακόμιση β) η κατοχή και γ) η οργάνωση, χρηματοδότηση,κατεύθυνση ή εποπτεία με οποιονδήποτε τρόπο της τέλεσης των προηγουμένων πράξεων, σχετικών με ναρκωτικές ουσίες, όπως είναι και η κοκαΐνη (άρθρο 4 παρ. 1 ΠΙΝΑΚΑΣ Β'αρ. 3 του Ν. 1729/1987), εφόσον οι πράξεις αυτές σχετίζονται με ποσότητες οι οποίες προορίζονται για μεταπώληση με κέρδος ή για διάθεση με οποιοδήποτε τρόπο σε τρίτους.
Ως κατοχή νοείται η φυσική εξουσίαση του δράστη επί των ναρκωτικών ουσιών. Στοιχείο κρίσιμο για τη συγκρότηση του εγκλήματος της κατοχής, αποτελεί η διαπίστωση και εξακρίβωση της πραγματικής πρακτικής κυριαρχίας του δράστη στην ναρκωτική ουσία, η οποία ενυπάρχει και όταν αυτή διαμετακομίζεται σε χώρες της αλλοδαπής με αλλότριο μεταφορικό μέσο, πολύ περισσότερο δε με μέσο της κυριότητας του δράστη, όταν και στις δύο περιπτώσεις ο υπαίτιος επιδιώκει την φύλαξη, ασφαλή διατήρηση και προώθηση του παρανόμου εμπορεύματος για λογαριασμό του τρίτου κυρίου, υλικές ενέργειες προς τις οποίες συνδέει και από τις οποίες εξαρτά το επιδιωκόμενο από την ανάληψη της μεταφοράς ίδιο περιουσιακό όφελος και είναι αδιάφορο για την ύπαρξη κατοχής, με την εκτεθείσα έννοια, ότι η ναρκωτική ουσία μεταφέρεται για λογαριασμό του τρίτου κυρίου, η κυριότητα του οποίου επί της ναρκωτικής ουσίας δεν αποκλείει στον μεταφορέα τη δυνατότητα της πραγματικής διάθεσης αυτής σε κάθε στάδιο της μεταφοράς.
Ως διαμετακόμιση ναρκωτικών ουσιών νοείται η μέσω της Ελλάδος διέλευση των ναρκωτικών που εκκινούν από μία άλλη χώρα και προορίζονται να καταλήξουν μέσω της Ελλάδος σε άλλη τρίτη χώρα, χωρίς όμως, κατά την αληθή έννοια της διατάξεως του άνω άρθρου 5 παρ.1α, να αποκλείεται,σε κάθε περίπτωση, η πραγματοποίηση διαμετακόμισης στην αλλοδαπή, από την έλλειψη του τοπικού συνδέσμου προς την ελληνική επικράτεια.
Έτσι, η διαμετακόμιση πραγματώνονται και στην αλλοδαπή κατ' αντίστοιχο τρόπο, χωρίς όμως την παρεμβολή του στοιχείου της ελληνικής επικράτειας και ως έγκλημα διεθνές, με την προεκτεθείσα έννοια της διευκόλυνσης κυκλοφορίας των ναρκωτικών ουσιών, εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 8 εδ.θ'του ΠΚ. Τέλος, στην έννοια της οργάνωσης, χρηματοδότησης, εποπτείας κλπ.
για την τέλεση των παραπάνω πράξεων, περιλαμβάνεται ο συνολικός σχεδιασμός, η προετοιμασία με την ανεύρεση κατάλληλων προσώπων και μεταφορικού μέσου, η διάθεση οικονομικών πόρων, η δημιουργία υποδομής, ο συντονισμός, η συνεχής παρακολούθηση και παροχή οδηγιών ώστε να αποβεί επιτυχής η αναληφθείσα επιχείρηση.
Με την τελευταία διάταξη ο νόμος ανάγει σε πλήρες και αυτοτελές έγκλημα προπαρασκευαστικές πράξεις, χωρίς γι' αυτές και την αναγωγή τους σε αξιόποινη πράξη, να αξιώνει την υλοποίηση του κυρίως εγκλήματος στο οποίο απέβλεψαν, απαιτείται όμως να γίνει τουλάχιστον αρχή εκτελέσεως σε μια από τις πράξεις του άρθρου 5 του Ν. 1729/1987.
Η προσβαλλόμενη απόφαση με όσα, στο σκεπτικό της γενικά και ειδικά, κατά τα ανωτέρω, δέχθηκε για τον κατηγορούμενο ως προς τις πράξεις της κατοχής, διαμετακόμισης της ναρκωτικής ουσίας κοκαΐνης στην αλλοδαπή και οργάνωσης, εποπτείας κλπ για τις πράξεις αυτές και σε συνέπεια των παραδοχών αυτών τον κήρυξε στο διατακτικό της ένοχο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προπαρατεθείσες διατάξεις, τις οποίες ούτε εκ πλαγίου παρεβίασε (ως την συνέχεια θα εκτεθεί).
Επομένως, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν ο 3ος,4ος και 5ος λόγοι της πρώτης αιτήσεως, ως και ο 48ος των προσθέτων λόγων της δεύτερης. 3β.- Κατά το άρθρο 46 παρ.1 περ. β'του ΠΚ, με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται και ο άμεσος συνεργός του, δηλαδή εκείνος που με πρόθεση παρέσχε στο δράστη άμεση συνδρομή κατ' αυτήν και κατά τη διάρκεια εκτέλεσης της κυρίας πράξης.
Για τη στοιχειοθέτηση της άμεσης συνέργειας, κατά την προαναφερθείσα διάταξη, απαιτείται α) δόλος του άμεσου συνεργού, δηλαδή ηθελημένη παροχή συνδρομής στον δράστη, εν γνώσει του ότι αυτή παρέχεται κατά την εκτέλεση της άδικης πράξης και β) παροχή αμέσου συνδρομής κατά την τέλεση και κατά την διάρκεια εκτελέσεως της κυρίας πράξεως, χωρίς την οποία δεν θα ήταν δυνατή η πραγμάτωση αυτής.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τις παραπάνω παραδοχές της αποφάσεως και ειδικότερα την από τον κατηγορούμενο εκναύλωση του αναφερομένου πλοίου του στον Γ2 για την από τον τελευταίο τέλεση των πράξεων κατοχής, διαμετακόμισης ναρκωτικών ουσιών και οργάνωση εποπτεία κλπ. εν γνώσει του επιδιωκόμενου σκοπού από τον ναυλωτή και, τέλος, με την παραδοχή ότι χωρίς την παροχή της συνδρομής του δεν θα καθίστατο δυνατή η τέλεση των προαναφερομένων αξιοποίνων πράξεων, το δικαστήριο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την παραπάνω ουσιαστική διάταξη του άρθρου 46 παρ.1 του ΠΚ την οποία ούτε εκ πλαγίου παραβίασε.
Συνεπώς, είναι αβάσιμος ο σχετικός 6ος λόγος της πρώτης αιτήσεως αναιρέσεως. 3γ.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του Ν. 2331/1995 "Πρόληψη και καταστολή της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες κ.λ.π.", με ποινή κάθειρξης μέχρι δέκα ετών τιμωρείται όποιος από κερδοσκοπία ή με σκοπό να συγκαλύψει την αληθή προέλευση ή να παράσχει συνδρομή σε πρόσωπο που ενέχεται σε εγκληματική δραστηριότητα, αγοράζει, αποκρύπτει, λαμβάνει ως εμπράγματη ασφάλεια, δέχεται στην κατοχή του, καθίσταται οπωσδήποτε δικαιούχος, μετατρέπει ή μεταβιβάζει οποιαδήποτε περιουσία που προέρχεται από την προαναφερόμενη δραστηριότητα.
Αν ο δράστης ασκεί τέτοιου είδους δραστηριότητες κατ' επάγγελμα ή είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος, τιμωρείται με ποινή κάθειρξης τουλάχιστον δέκα ετών, εφόσον δεν συντρέχει περίπτωση βαρύτερης πονής. Ως περιουσία νοούνται, κατά το άρθρο 1 εδάφιο γ' του ανωτέρω νόμου, πλην άλλων, τα περιουσιακά στοιχεία κάθε είδους, ενσώματα ή ασώματα, κινητά ή ακίνητα και υλικά ή άϋλα καθώς και τα νομικά έγγραφα ή στοιχεία που αποδεικνύουν τίτλο ιδιοκτησίας ή δικαιώματα προς απόκτηση τέτοιων περιουσιακών στοιχείων.
Ακόμη, κατά το άρθρο 1 εδάφιο α' περ. αα) του Ν. 2331/1995, στην από την άνω διάταξη, περί πρόληψης και καταστολής της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, υπάγονται, μεταξύ των άλλων, τα εγκλήματα, τα οποία προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις του Ν. 1729/1987. Εξάλλου, από την γραμματική διατύπωση της παραπάνω διάταξης του άρθρου 2 παρ. 1 Ν. 2331/1995 συνάγεται, ότι αποκλείεται η ταύτιση του ενεργητικού υποκειμένου του βασικού εγκλήματος, από το οποίο προήλθαν τα παράνομα έσοδα, με τον δράστη της νομιμοποίησης των παράνομων εσόδων, μόνον στην περίπτωση της παροχής συνδρομής σε πρόσωπο, που ενέχεται σε εγκληματική δραστηριότητα, διότι, αναφερόμενος ο νόμος σε παροχή συνδρομής σε πρόσωπο ενεχόμενο σε εγκληματική δραστηριότητα, αναφέρεται προδήλως σε τρίτο πρόσωπο, το οποίο είναι και αυτό ενεργητικό υποκείμενο μιας εκ των πράξεων του άρθρου 1 του Ν. 2331/1995 και στην περίπτωση αυτή και μόνο αποκλείεται η ταύτιση του ενεργητικού υποκειμένου του βασικού εγκλήματος, από το οποίο προήλθαν τα παράνομα έσοδα, με τον υπαίτιο του αδικήματος της νομιμοποίησης.
Στις υπόλοιπες περιπτώσεις, εφόσον ο νόμος δεν διακρίνει και δεδομένου ότι χρησιμοποιεί την έκφραση "όποιος", ακολουθεί, ότι ενεργητικό υποκείμενο του εγκλήματος του άρθρου 2 παρ. 1 του Ν. 2331/1995 μπορεί να είναι οποιοσδήποτε, πρωτίστως δε ο υπαίτιος του βασικού εγκλήματος. Το αδίκημα του άρθρου 2 παρ.1 συρρέει με το βασικό έγκλημα αφού πρόκειται για δύο εντελώς διαφορετικά κατά τα στοιχεία τους εγκλήματα, με διακεκριμένη και διαφορετική καθένα απαξία.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει περαιτέρω, ότι το έγκλημα της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες προϋποθέτει, αντικειμενικά μεν (εναλλακτικά), την αγορά, απόκρυψη, λήψη με την μορφή εμπράγματης ασφάλειας, αποδοχή της κατοχής, απόκτηση οπωσδήποτε δικαιώματος, μετατροπή ή μεταβίβαση, οποιαδήποτε περιουσίας, που αποκτήθηκε με εγκληματική δραστηριότητα, υποκειμενικά δε δόλο και περαιτέρω σκοπό κερδοσκοπίας ή συγκάλυψης της αληθούς προέλευσης της περιουσίας αυτής.
Εννοιολογικό στοιχείο της αγοράς, είναι η διάθεση του χρηματικού προϊόντος από την παράνομη δραστηριότητα για την απόκτηση πράγματος, η οποία συνεπάγεται αναγκαίως την αποξένωση του αποκτώντος από επιλήψιμη περιουσία και προς τον σκοπό απόκρυψης της αληθούς προέλευσης αυτής. Πρόκειται δηλαδή για έγκλημα υπαλλακτικώς μικτό και με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση, έγκλημα δηλαδή σκοπού, ο οποίος συνίσταται στην επιδίωξη κερδοσκοπίας ή συγκάλυψης της προέλευσης περιουσίας ή παροχής σε άλλον συνδρομής για κερδοσκοπία ή συγκάλυψη.
Κατ' εξοχήν δε ο νόμος τιμωρεί τις πράξεις συγκάλυψης της αληθούς προέλευσης, εκείνου που απόκτησε ο ίδιος περιουσία από εγκληματικές δραστηριότητες, ενώ τον άλλον (εκτός από τον αποκτήσαντα) τον θεωρεί συνεργό και τον τιμωρεί ως αυτουργό της πράξεως. Η τέλεση του βασικού εγκλήματος, αποτελεί στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της νομιμοποίησης εσόδων.
Περαιτέρω, με τον νόμο 3424/2005 "τροποποίηση, συμπλήρωση και αντικατάσταση διατάξεων του Ν.2331/1995" (ΦΕΚ τεύχος Α'305/13-12-2005) που εκδόθηκε για την εναρμόνιση και προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας προς την Οδηγία 2001/97/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, τροποποιήθηκαν, αντικαταστάθηκαν και συμπληρώθηκαν διατάξεις του νόμου 2331/1995 και μεταξύ των άλλων με το άρθρο 3 παρ.1 αφενός αντικαταστάθηκε στο σύνολό της η παρ.1 του άρθρου 2 Ν.2331/1995 και περαιτέρω με το εδαφ.δ' του ίδιου άρθρου 3 παρ.1 Ν.3424/2005 ορίσθηκε ότι "η ποινική ευθύνη για το βασικό έγκλημα δεν αποκλείει την τιμωρία του υπαιτίου και για τις πράξεις των ανωτέρω στοιχείων α, β, και γ της παραγράφου αυτής".
Με τη νέα διάταξη αυτή, δεν θεσμοθετείται για πρώτη φορά το αξιόποινο της πράξης της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα και στην περίπτωση κατά την οποία το πρόσωπο του δράστη αυτής ταυτίζεται με εκείνο του δράστη του βασικού εγκλήματος. Το αξιόποινο της συμπεριφοράς του υπαιτίου της νομιμοποίησης εσόδων και δράστη ταυτόχρονα του βασικού εγκλήματος προκύπτει, κατά τα προλεχθέντα, από τους σαφείς ορισμούς του άρθρου 2 παρ.1 του Ν.2331/1995, με τη νέα δε διάταξη, επαναβεβαιώνεται η προϊσχύσασα και σκοπείται η άρση αντίθετων ερμηνευτικών εκδοχών που υποστηρίχθηκαν αναφορικά με το ενεργητικό υποκείμενο του εγκλήματος.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο που με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, κατά τα ανωτέρω, ότι ο κατηγορούμενος ως δράστης των εγκλημάτων της κατοχής, διαμετακόμισης ναρκωτικών ουσιών κ.λ.π μπορεί να είναι και είναι στην προκείμενη υπόθεση και υπαίτιος τέλεσης του εγκλήματος της νομιμοποίησης εσόδων από τις παραπάνω εγκληματικές ενέργειες,για το οποίο και τον κήρυξε ένοχο, αφού δέχθηκε ότι κατείχε και απέκρυπτε χρήματα, προερχόμενα από την παράνομη διακίνηση ναρκωτικών ουσιών ως και ότι, με χρήματα προερχόμενα από την ίδια πηγή, αγόρασε τα αναφερόμενα πλοία, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 2 παρ.1 του Ν. 2331/1995.
Οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις που προβάλλονται με τον 8ο λόγο της πρώτης αιτήσεως και τον 5ο των προσθέτων σ' αυτή λόγων καθώς και οι 14ος,18ος, 22ος, 26ος, 29ος 30ος και 41ος πρόσθετοι λόγοι της δεύτερης αιτήσεως είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Συναφώς, αβάσιμοι και απορριπτέοι είναι και οι για έλλειψη αιτιολογίας 15ος, 31ος και 32ος λόγοι της τελευταίας αιτήσεως αναφορικά με την, προς τον σκοπό της συγκάλυψης της αληθούς προέλευσης και της κερδοσκοπίας, κατοχή και απόκρυψη σημαντικών χρηματικών ποσών, προερχομένων από την κατά τα παραπάνω διακίνηση ναρκωτικών.
Η απόφαση και κατά τούτο έχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, διότι διαλαμβάνει ότι η κατοχή, απόκρυψη και ανεύρεση στο γκαράζ της κατοικίας του κατηγορουμένου διαφόρων ειδών νομισμάτων, περιτυλιγμένων, μάλιστα, σε εφημερίδες και δη λιρετών Ιταλίας, λιρών Αγγλίας, πεσετών Ισπανίας, δολαρίων ΗΠΑ και δραχμών, τα οποία συμποσούμενα και εκφραζόμενα σε δραχμές ανέρχονται στο ποσό των 417.000.000 κατέτεινε στους άνω σκοπούς, αφού, ως δέχεται, η ανεύρεση του παραπάνω χρηματικού ποσού δεν δικαιολογείται ούτε από το είδος των νομισμάτων που κατασχέθηκαν ούτε μπορεί να είχαν προέλευση τις νόμιμες ναυτιλιακές δραστηριότητες, οι οποίες κατά το χρόνο της συλλήψεώς του, ήσαν μη προσοδοφόρες. 3δ.- Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 364 παρ. 1 και 369 ΚΠΔ προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο επάγεται απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Α' του Κώδικα λόγο αναιρέσεως, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 ΚΠΔ δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στα πρακτικά της δημόσιας συζήτησης που συντάσσονται, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται σε ποιό αποδεικτικό θέμα αφορά το έγγραφο, ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε.
Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητά του, σε τρόπο που να μπορεί να διαγνωσθεί ότι αναγνώσθηκε το συγκεκριμένο έγγραφο και ο κατηγορούμενος, γνωρίζοντας πλήρως την ταυτότητά του, να έχει την ευχέρεια να ασκήσει τα από το άρθρο 358 ΚΠΔ ως άνω δικαιώματά του, ως προς το περιεχόμενό του.
Αν η ταυτότητα του εγγράφου δεν προσδιορίζεται με επάρκεια και τούτο ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο, δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την περί ενοχής του αναιρεσείοντος κρίση του και στα αναγνωσθέντα έγγραφα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και το κατατεθέν από τον κατηγορούμενο Χ1 έγγραφο με τον τίτλο "επεξηγήσεις" το οποίο υπογράφει ο Ζαχ.
Χαμαλάκης και τα συνημμένα σ' αυτό έγγραφα ήτοι πέντε ντοσιέ με τίτλους ΕΝΤΥΠΟ Νο1, ΕΝΤΥΠΟ Νο2, ΕΝΤΥΠΟ Νο3, ΕΝΤΥΠΟ Νο4, ΕΝΤΥΠΟ Νο5 και τον τίτλο "ΕΠΕΞΗΓΗΣΕΙΣ". Με την αναφορά αυτή των εν λόγω εγγράφων, επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητά τους και δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη αναφορά πρόσθετων στοιχείων προσδιορισμού τους, αφού με την ανάγνωσή τους στην επ' ακροατηρίου διαδικασία κατέστη γνωστό το περιεχόμενό τους στον αναιρεσείοντα, και είχε αυτός τη δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το περιεχόμενό τους, γεγονός που δεν εξαρτήθηκε πάντως από τον τρόπο προσδιορισμού τους στα πρακτικά της δίκης, ενόψει και του ότι δεν δημιουργήθηκε αμφιβολία για το αναλλοίωτο της ταυτότητάς του.
Επομένως, ορθώς έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας το ως άνω έγγραφο, ο δε σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ 73ος λόγος του δικογράφου προσθέτων λόγων στη δεύτερη αίτηση, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια της κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα απόλυτης ακυρότητας κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, με την αιτίαση ότι το Δικαστήριο εκείνο προς στήριξη της περί ενοχής του αναιρεσείοντος κρίσης του έλαβε υπόψη του έγγραφο, που αναγνώσθηκε, χωρίς να προσδιορίζεται η ταυτότητά του, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
4.-Παραβίαση του δεδικασμένου (άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. ΣΤ'ΚΠοινΔ) Από τις διατάξεις του άρθρου 57 παρ. 1 και 3 Κ.Π.Δ., προκύπτει, ότι για την ύπαρξη δεδικασμένου, η παραβίαση του οποίου ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. ΣΤ'λόγο αναιρέσεως, απαιτείται κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, α) ταυτότητα προσώπου, β) ταυτότητα πράξης, γ) αμετάκλητη καταδίκη ή αθώωση ή παύση της ποινικής δίωξης.
Ως ταυτότητα προσώπου νοείται η του κατηγορούμενου, δηλαδή, του κατηγορηθέντος ως δράστη, έστω και αν μηνύθηκε υπό ψευδές ή λανθασμένο όνομα ή μεταβλήθηκαν τα χαρακτηριστικά αυτού στοιχεία ή ιδιότητες. Ως πράξη νοείται το ιστορικό γεγονός, το οποίο σε συγκεκριμένο τόπο και χρόνο έλαβε χώρα, δηλαδή η υλική πράξη και πνευματική κίνηση, με όλα τα αποτελέσματα στον εξωτερικό κόσμο, καθόλη τη διαδρομή και καθόλες τις πραγματικές και νομικές όψεις της, τις οποίες ο δικαστής έχει δικαίωμα να ερευνήσει και να αξιολογήσει αυτεπάγγελτα.
Με άλλα λόγια, ταυτότητα της πράξης υπάρχει όταν η νέα κατηγορία συγκροτείται εξ αντικειμένου από τα ίδια πραγματικά περιστατικά, από τα οποία απαρτίζεται κατά τα ουσιώδη αντικειμενικά στοιχεία της και η προηγούμενη κατηγορία. Ενόψει των ανωτέρω, το δεδικασμένο εξαντλείται, όχι στην ταυτότητα του εγκλήματος, αλλά στην ταυτότητα της αξιόποινης πράξης για την οποία ασκήθηκε ποινική δίωξη και δεν εμποδίζει νέα δίωξη για άλλη αξιόποινη πράξη, που δεν κρίθηκε.
Δεν υφίσταται ταυτότητα πράξης και ως εκ τούτου δεδικασμένο, οσάκις τα περισσότερα αποτελέσματα μιας φυσικής πράξης έχουν αυτοτελή υλική υπόσταση και αποτελούν εξωτερικά καθένα ίδιο έγκλημα, το οποίο δεν τέθηκε υπό την κρίση του δικαστηρίου. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό και το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, μεταξύ των άλλων περιπτώσεων της παράβασης του άρθρου 2 παρ.1 του Ν. 2331/1995, ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε και για το ότι την 19-4-1999 αγόρασε αντί τιμήματος 3.060.000 δολαρίων ΗΠΑ, προερχόμενο από τη διακίνηση ναρκωτικών ουσιών, το φορτηγό πλοίο "θ16" από Κροατική εταιρία με έδρα το Μονακό, με φερόμενη πλοιοκτήτρια την παράκτια εταιρία "Bulk Princess Shipping".
Για την μερικότερη αυτή πράξη παραβάσεως της προμνησθείσας διατάξεως, ο αναιρεσείων επικαλείται δεδικασμένο που, κατ' αυτόν, απορρέει από το 4864/2004 αμετάκλητο απαλλακτικό βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών. Με το τελευταίο αυτό βούλευμα, κατά την επισκόπιση του περιεχομένου του, παραπέμφθηκε σε δίκη ο Ν2 για την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος του άρθρου 2 παρ.1 του Ν. 2331/1995.
Δέχθηκε, ειδικότερα το βούλευμα ότι ο παραπεμπόμενος αποδέχθηκε στην κατοχή του και μετέτρεψε τμήμα των χρημάτων της περιουσίας την οποία ο Χ2 ο Χ1 και ο Β5 απέκτησαν από την παράνομη εμπορία ναρκωτικών ουσιών, σε απλό λογιστικό μέγεθος και συγκεκριμένα μέσω προσωπικών λογαριασμών τους οποίους τηρούσε σε Ελβετικές Τράπεζες δέχθηκε από τα παραπάνω πρόσωπα διάφορα χρηματικά ποσά τα οποία στη συνέχεια, μέσω του διατραπεζικού συστήματος μετέφερε σε εταιρίες ελεγχόμενες από τους ανωτέρω.
Ειδικότερα, και καθόσον αφορά τον Χ2, δέχθηκε ότι την 13-4-1999, με την προαναφερόμενη μέθοδο, ο Ν2 μετέτρεψε σε λογιστικό μέγεθος και μετέφερε στον λογαριασμό που τηρούσε στην Τράπεζα Hanburgische Landesbank London η εταιρία με την επωνυμία Bulk Princess Co LTD, η οποία ήταν ιδιοκτησίας του Χ1 και Χ2, το ποσό των 2.720.000 δολαρίων ΗΠΑ.
Την απαλλακτική για τον Χ2 κρίση του, το συμβούλιο στήριξε στην υιοθετηθείσα από αυτό άποψη της μη ταύτισης του ενεργητικού υποκειμένου της πράξης του άρθρου 2 παρ.1 Ν. 2331/1995 προς εκείνο του δράστη του βασικού εγκλήματος. Η πράξη, δηλαδή, για την οποία το συμβούλιο αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία συνίσταται στο ότι ο Χ2 και Χ1 την 13-4-1999 παρέδωσαν στον Ν2 το ως άνω χρηματικό ποσό και εκείνος το μετέφερε στην ελεγχόμενη από αυτούς εταιρία Bulk Princess Co LTD.
Η πράξη όμως αυτή, κατά τον χρόνο, τόπο τέλεσης και λοιπά αντικειμενικά στοιχεία είναι τελείως διαφορετική από την προαναφερόμενη (ανωτέρω υπό στοιχεία 3γ), για την οποία με την προσβαλλόμενη απόφαση κρίθηκε ένοχος και καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος Χ2.
Συνεπώς, ελλείποντος του στοιχείου της ταυτότητας της πράξης, δεν συντρέχει στην προκείμενη περίπτωση αρνητικό δεδικασμένο που να απκλείει νέα δίωξη και είναι αβάσιμος και απορριπτέος ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. ΣΤ' αναιρετικός λόγος, προβαλλόμενος με τον 59ο πρόσθετο λόγο στην δεύτερη αίτηση αναιρέσεως. 5.- Έλλειψη ακροάσεως (άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.
Β'ΚΠοιν.Δ) Έλλειψη ακροάσεως, η οποία δημιουργεί σχετική ακυρότητα της διαικασίας στο ακροατήριο και θεμελιώνει, εφόσον δεν καλυφθεί, τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Β'ΚΠοινΔ αναιρετικό λόγο, υπάρχει όταν, κατά παράβαση των ορισμών του άρθρου 170 παρ.2 ΚΠοινΔ, το δικαστήριο της ουσίας παραλείπει να αποφανθεί σε υποβληθείσα αίτηση του κατηγορουμένου ή του συνηγόρου η οποία αναφέρεται στην άσκηση δικαιωμάτων παρεχόμενων σ' αυτόν από τον νόμο.
Δεν υπάρχει έλλειψη ακροάσεως και δεν δημιουργείται ο από το άνω άρθρο αναιρετικός λόγος, όταν το δικαστήριο, χωρίς να αρνηθεί στον κατηγορούμενο ή στον πληρεξούσιο δικηγόρο του το δικαίωμα υποβολής ενστάσεων και αιτημάτων ή το δικαίωμα να αναπτύξει πλήρως τους ισχυρισμούς του, δεν υιοθετεί το περιεχόμενο των ισχυρισμών και της απολογίας του, ούτε και όταν αξιολογεί τις αποδείξεις κατά διαφορετικό τρόπο από εκείνον που τις αξιολογεί αυτός ή ο συνήγορός του. 5α.- Με τον 12ο λόγο της δεύτερης αιτήσεως ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, με την επίκληση της έλλειψης ακροάσεως, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι αγνόησε αυτή τα δεδομένα που προέκυψαν από τη δίκη των μελών του πληρώματος του Θ4 που έγινε στην Αμερική και ιδίως την τριήμερη κατάθεση του υποπλοίαρχου του πλοίου και πράκτορα της DEA Β2, δεδομένα τα οποία και ο ίδιος διεξοδικά ανέπτυξε στην απολογία του αλλά και οι συνήγοροί του υποστήριξαν.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος και απορριπτέος διότι με την επίφαση έλλειψης ακροάσεως πλήττει την διάφορη επί της ουσίας ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου την οποία αυτό σχημάτισε, συνεκτιμώντας μεταξύ των άλλων εγγράφων που έλαβε υπόψη και την απόφαση του δικαστηρίου στην Αμερική. Συναφώς προς τα ανωτέρω, είναι απαράδεκτος και απορριπτέος και ο 37ος λόγος της δεύτερης αιτήσεως, με τον οποίο, υπό την επίφαση, τώρα, της απόλυτης ακυρότητας διαδικασίας στο ακροατήριο, πλήττεται η απόφαση για την ίδια ως παραπάνω αιτία.
Επίσης, απαράδεκτος και απορριπτέος είναι και ο 58ος πρόσθετος λόγος στη δεύτερη αίτιση. Και με το λόγο αυτό ο αναιρεσείων αιτιάται την απόφαση ότι αγνόησε παντελώς την λεπτομερή ανάπτυξη στην απολογία του αναφορικά με την αγορά του πλοίου Θ3. Ουσιαστικώς και πάλι, με την επίφαση της έλλειψης ακροάσεως πλήττει την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου που δεν υιοθέτησε τους απολογητικούς ισχυρισμούς του. 5β.- Με τον 34ο λόγο της δεύτερης αιτήσεως πλήττεται η απόφαση για έλλειψη ακροάσεως.
Ειδικότερα, ο αναιρεσείων επικαλείται ότι το δικαστήριο δεν απάντησε σε υποβληθέντα αιτήματα και συγκεκριμένα σε αιτήματά του 1) να κληθούν και εξετασθούν ως μάρτυρες ο μηχανικός του πλοίου Θ4 Ν1 και ο Ν2 καθώς και όλο το ελληνικό πλήρωμα του άνω πλοίου 2) να προσκομισθεί από τον μάρτυρα Η1 κασέτα και η απομαγνητοφώνηση αυτής που περιείχε, κατά τον άνω μάρτυρα, επιβαρυντικά γι' αυτόν στοιχεία, καθώς και το πλήρες κείμενο της κατάθεσης της μάρτυρα Η2 (γραμματέα του Χ1 και Χ3) να προσκομισθεί ένορκη κατάθεση του ιδίου (Χ2), περί της οποίας αναφέρεται στην απολογία του ο Χ1.
Επί των αιτημάτων αυτών το δικαστήριο της ουσίας δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και από την παράλειψή του αυτή δεν δημιουργήθηκε ο αναιρετικός λόγος της έλλειψης ακροάσεως διότι, από την παρεδεκτή για τον έλεγχο της βασιμότητας του προκείμενου λόγου επισκόπηση των πρακτικών της δίκης, προκύπτει ότι το αίτημα εμφανίσεως των παραπάνω μαρτύρων και του πληρώματος του προαναφερομένου πλοίου καθώς και εκείνο της προσκόμισης της καταθέσεως της γραμματέα του Χ1, αορίστως υποβλήθηκε αφού δεν προσδιορίζεται παντάπασι για όλα τα ως άνω πρόσωπα επί ποίων θεμάτων θα κληθούν να καταθέσουν ώστε το δικαστήριο να κρίνει εάν η μαρτυρία τους είναι ουσιώδης για τη διερεύνηση της υποθέσεως.
Αναφορικά με την κασέτα και την απομαγνωτοφώνησή της, η έρευνα και η ικανοποίηση του αιτήματος κατέστη άνευ αντικειμένου, αφού κατά την πρόοδο της δίκης η απομαγνητοφώνηση της κασέτας κατατέθηκε στο δικαστήριο από τον μάρτυρα Η1.(βλ. σελ. 150 πρακτικών της αποφάσεως). Τέλος, το αίτημα της προσκομίσεως της δικής του κατάθεσης, δεν ήταν δεκτικό απαντήσεως, ως ερειδόμενο επί αναληθούς προϋποθέσεως, αφού από την επισκόπιση των πρακτικών της δίκης (βλ.σελ.664) προκύπτει ότι ο συγκατηγορούμενος Χ1 δεν αναφέρεται σε γενόμενη και υπαρκτή κατάθεση του αναιρεσείοντα Χ2 αλλά σε έγγραφο του Τμήματος Δίωξης Ναρκωτικών του ΣΔΟΕ περί "εκδηλωθείσας διάθεσης για παροχή πληροφοριών από τον κρατούμενο στις φυλακές Χ2 για δύο υποθέσεις διακίνησης μεγάλων ποσοτήτων ναρκωτικών...".
Σε κάθε περίπτωση, εάν ο κατηγορούμενος είχε δώσει τέτοια κατάθεση, πρόδηλο είναι ότι γνώριζε το περιεχόμενό της. Κατά συνέπεια και ο παραπάνω λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Συναφώς προς τα ανωτέρω, είναι απαράδεκτος και απορριπτέος και ο 36ος λόγος της δεύτερης αιτήσεως με τον οποίο, υπό την επίφαση της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο, πλήττεται η απόφαση διότι σιώπησε επί του αιτήματος να κληθεί και καταθέσει ως μάρτυρας ο προαναφερθείς ........
6.- Υπέρβαση εξουσίας (άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Η'ΚΠοινΔ).
Κατά το άρθρο 470 εδ. α' του ΚΠοινΔ, επί ενδίκου μέσου που ασκήθηκε εναντίον καταδικαστικής αποφάσεως από εκείνον που καταδικάστηκε, ή υπέρ αυτού, δεν επιτρέπεται να γίνει χειρότερη η θέση του, ούτε να ανακληθούν τα ευεργετήματα που δόθηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση. Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται η αρχή της μη χειροτέρευσης της θέσης του κατηγορουμένου, με οποιονδήποτε τρόπο, αμέσως ή εμμέσως, και δη είτε με την επαύξηση των ποινικών κυρώσεων σε βάρος του καταδικασθέντος (πραγματική χειροτέρευση), είτε με την επιβάρυνση της νομικής μεταχειρίσεως αυτού, δηλαδή, κυρίως εάν αναγνωρίζεται βαρύτερη ενοχή του από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο (νομική χειροτέρευση), διαπιστούμενη με τη σύγκριση του περιεχομένου των διατακτικών, αφενός της αποφάσεως που προσβάλλεται με το ένδικο μέσο και αφετέρου αυτής που εκδίδεται από το δικαστήριο του ένδικου μέσου.
Η παράβαση της ανωτέρω απαγορεύσεως αποτελεί υπέρβαση εξουσίας που ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠοινΔ. Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι με τις παραδοχές τις αποφάσεως στο σκεπτικό, οι οποίες επαναλαμβάνονται και στο διατακτικό της, ότι δηλαδή τις πράξεις για τις οποίες καταδικάσθηκε τις τέλεσε μαζί με άλλους "οι οποίοι είχαν ενωθεί σε ομάδα για τη διάπραξη εγκλημάτων" και ότι αυτός ήταν "εμπνευστής, οργανωτής και επιτελικός της πιο πάνω επιτελικής ομάδας" ουσιαστικά χειροτέρευσε τη θέση του, αφού, στο διατακτικό της, η απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου προσθέτει στοιχεία και φέρεται να τον καταδικάζει για την τέλεση του εγκλήματος του άρθρου 187 ΠΚ για το οποίο ούτε κατηγορήθηκε, ούτε πρωτοδίκως καταδικάσθηκε.
Η αιτίαση για υπέρβαση εξουσίας κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Η'του ΚΠοινΔ κατά της αποφάσεως, προβαλλόμενη με τον 46ο πρόσθετο λόγο στη δεύτερη αίτηση, είναι αβάσιμη και απορριπτέα. Ενόψει των διατάξεων των άρθρων 5 παρ.1 εδ. α', ζ'και ιδιαίτερα ιγ', του άρθρου 8 του Ν.1729/1987, του άρθρου 2 παρ.1 του Ν.2331/1995 και των ορισμών του άρθρου 13 του Π.Κ τις οποίες εφάρμοσε το δικαστήριο, σε συνδυασμό με την βαρύτητα των πράξεων για τις οποίες διώκεται ο κατηγορούμενος, η χρήση των παραπάνω φράσεων έγινε από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο για την πληρότητα της αιτιολογίας της αποφάσεώς του, ενώ, εξάλλου, στο διατακτικό του, δεν διέλαβε διάταξη περί καταδίκης του κατηγορουμένου για την προβλεπόμενη από το άρθρο 187 του ΠΚ πράξη, ούτε διάταξη για την επιβολή ποινής, ώστε να ανακύπτει ζήτημα χειροτέρευσης της θέσης του. 7.- Ελλειψη αιτιολογίας (άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.
Δ' ΚΠοινΔ). Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε.
Η αιτιολογία αυτή πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή τη μείωση της ποινής, καθώς επίσης και στις επιβαρυντικές περιστάσεις που συντρέχουν, θεμελιώνουν τον κακουργηματικό χαρακτήρα της πράξης και επιβάλλουν την αυστηρότερη ποινική του μεταχείριση.
Δεν συνιστούν,όμως, αυτοτελείς ισχυρισμούς η άρνηση της κατηγορίας και η προς τούτο αναπτυσσόμενη σχετική επιχειρηματολογία του κατηγορουμένου ή του συνηγόρου του, από δε την μη ειδική απάντηση του δικαστηρίου στην άρνηση και τα επιχειρήματα του κατηγορουμένου, δεν παραβιάζεται το από το άρθρο 20 του Συντάγματος παρεχόμενο σ' αυτόν δικαίωμα της έννομης προστασίας.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς, κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά, να συνάγεται όμως από την απόφαση ότι όλα τα αποδεικτικά μέσα έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί.
Δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως της αποφάσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχέτισης, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 211 Α' του ΚΠοινΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 2 παρ. 8 του Ν. 2408/1996, κατά την οποία, "μόνη η μαρτυρική κατάθεση ή η απολογία προσώπου συγκατηγορουμένου για την ίδια πράξη, δεν είναι αρκετή για την καταδίκη του κατηγορουμένου", προκύπτει, ότι ο νομοθέτης, εκφράζοντας τη δυσπιστία του προς την κατάθεση ως μάρτυρα ή την απολογία συγκατηγορουμένου για την ίδια πράξη, θεσπίζει κανόνα με τον οποίο περιορίζει την αποδεικτική τους αξιοποίηση, αν δεν ενισχύονται και με άλλα αποδεικτικά μέσα για τη θεμελίωση της δικαστικής κρίσης που άγει στην καταδίκη του κατηγορουμένου, έτσι ώστε, όταν η καταδικαστική απόφαση στηρίζεται αποκλειστικά σε μία τέτοια μαρτυρική κατάθεση ή απολογία συγκατηγορουμένου, να ελέγχεται αναιρετικά για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Δ' ΚΠοινΔ. Στην προκείμενη περίπτωση, με όσα γενικώς και ειδικώς, κατά τα προαναφερθέντα, δέχθηκε το δικαστήριο για τον κατηγορούμενο Χ2, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την κατά άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αξιόποινων πράξεων, για τις οποίες κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, τις αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά, καθώς και τις σκέψεις, με βάση τις οποίες έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 8 περ.θ', 13 εδ.στ'και ζ'του ΠΚ, άρθρ. 4 παρ.1,3 Πιν.
Β'3, άρθρ. 5 παρ.1 εδ. α', ζ', ιγ', 2, άρθρ. 8 του Ν.1729/1987 και άρθρ. 1 περ.α στοιχ. αα'και άρθρ. 2 παρ.1 Ν. 2331/1995 τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου. Ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας και για τους παρακάτω ειδικότερα λόγους:
1.- Αναφορικά με τη μεταφορά κοκαΐνης με το πλοίο Θ2 ισχυρίζεται ότι: α) δεν παρατίθενται στην απόφαση στοιχεία αποδεικτικά των παραδοχών της ότι με το εν λόγω πλοίο έγινε διακίνηση κοκαΐνης ως και ότι η εκναύλωση του πλοίου του έγινε εν γνώσει του ότι επρόκειτο να γίνει με αυτό διακίνηση β) το δικαστήριο στήριξε την περί ενοχής κρίση του σε μόνη την απολογία του συγκατηγορούμενου στην πρωτόδικη δίκη Γ2 γ) με την αξιοποίηση της απολογίας του ανωτέρω παραβιάσθηκε το από το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ απορρέον τεκμήριο αθωότητάς του και δ) η απόφαση παραμόρφωσε το περιεχόμενο της πρωτόδικης απολογίας του προαναφερομένου ο οποίος, απολογούμενος, κατέθεσε ότι αυτός (νοείται ο αναιρεσείων) δεν γνώριζε εκ των προτέρων ότι με την εκναύλωση του πλοίου επρόκειτο να γίνει διακίνηση κοκαΐνης.
ε) χωρίς αιτιολογία η απόφαση απέρριψε σιωπηρά τον περί πραγματικής πλάνης, παραδεκτώς υποβληθέντα, αυτοτελή σχυρισμό του αναφορικά με την άγνοια αυτού ότι με το προαναφερόμενο πλοίο ο Γ2 θα πραγματοποιούσε διακίνηση ναρκωτικών ουσιών.Η αιτίαση αυτή ως προς όλα τα σκέλη της, [πλην του υπό στοιχείο δ'] προβαλλόμενη με τον 7ο λόγο της πρώτης αιτήσεως και με τους 2ο, 3ο 4ο και 6ο λόγους της δεύτερης αιτήσεως είναι αβάσιμη.
Τούτο δε διότι, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το δικαστήριο, για την ως άνω καταδικαστική κρίση του, δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά και μόνο στην απολογία του συγκατηγορουμένου στην πρωτόδικη δίκη Γ2 αλλά και σε όλα τα άλλα αποδεικτικά στοιχεία, που μνημονεύονται στο προοίμιο του σκεπτικού της αποφάσεως.
Το ότι η απόφαση αναφέρεται στο σκεπτικό της στη πρωτόδικη απολογία του Γ2, [δεν εξεκάλεσε την απόφαση] και ακόμη περιέχει αποσπάσματα από τις καταθέσεις (προανακριτική και ανακριτική) και την απολογία στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο του εκκαλούντος - κατηγορούμενου Β5, τούτο γίνεται εκ της ανάγκης πληρέστερης αιτιολόγησης των παραδοχών της, χωρίς να συνάγεται ότι μόνον των προσώπων αυτών αξιολογήθηκαν οι απολογίες και ότι αντιθέτως αγνοήθηκαν τα άλλα στο προοίμιο του σκεπτικού αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα.
Εντεύθεν, από τη συνεκτίμηση και της απολογίας του ανωτέρω συγκατηγορούμενου στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, δεν παραβιάσθηκε το από το άρθρο 6 παρ.2 της ΕΣΔΑ τεκμήριο αθωότητας αυτού και η απόφαση δεν πάσχει κατά την αιτιολογία της. Περαιτέρω, επαρκώς αιτιολογείται η κρίση για διαμετακόμιση ναρκωτικών ουσιών με το ως άνω πλοίο εν γνώσει του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, με τις εκ του πράγματος παραδοχές της αποφάσεως και δή ότι ο κατηγορούμενος:
α) δέχθηκε, ανεξόδως για τον ίδιο, την επισκευή του πλοίου του στο λιμάνι Cristobal του Παναμά, για την οποία τη σχετική δαπάνη κατέβαλαν Κολομβιανοί έμποροι ναρκωτικών μέσω του Γ3 β) πέραν του ποσού που οφελήθηκε από την μη καταβολή των δαπανών επισκευής του πλοίου, συνομολόγησε και έλαβε την υπερβολική αμοιβή των 500.000 δολλαρίων για την εκναύλωση του πλοίου, την οποία μάλιστα εισέπραξε όχι απ' ευθείας από τον Γ2, αλλά μέσω παρένθετου προσώπου, του Ε1 και γ) γνώριζε το παρελθόν του Γ2 που συστηματικά ησχολείτο με τη διακίνηση ναρκωτικών.Τέλος, η αιτίαση κατά το υπό στοιχείο δ' σκέλος, προβαλλόμενη με τον 7ο λόγο της πρώτης και τον 5ο λόγο της δεύτερης αιτήσεως, πλήττει την απόφαση στις ουσιαστικές παραδοχές της και εκ του λόγου αυτού είναι απαράδεκτη και απορριπτέα.
Συναφώς προς τα ανωτέρω, είναι αβάσιμος και ο 51ος πρόσθετος λόγος στη δεύτερη αίτηση με τον οποίο ο αναιρεσείων και υπό την επίφαση της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας, επανέρχεται στο θέμα της από το δικαστήριο αξιολόγησης της απολογίας του Γ2.
2.- Αναφορικά, εξάλλου, με την μεταφορά κοκαΐνης με το πλοίο Θ3 ισχυρίζεται ότι: α) δεν παρατίθενται στην απόφαση στοιχεία θεμελιωτικά των παραδοχών της ότι και με το εν λόγω πλοίο έγινε διακίνηση κοκαΐνης, αφού δεν κατασχέθηκαν ναρκωτικά από το πλοίο αυτό β) δεν ήταν αυτός που έδωσε την εντολή αλλαγής πλεύσης του πλοίου προς τις ακτές της Σενεγάλης, αφού το υποτιθέμενο κρίσιμο χρονικό διάστημα εκείνος βρισκόταν για διακοπές στην Κέρκυρα.
γ) στην περί της ενοχής κρίση του το δικαστήριο στηρίχθηκε στην προανακριτική κατάθεση και την απολογία των συγκατηγορουμένων του Β5 και Χ1. Η υπό το στοιχείο β'αιτίαση προβαλλόμενη με 8ο λόγο της δεύτερης αιτήσεως είναι απαράδεκτη γιατί βάλλει κατά της περί πραγμάτων ανέλεγκτης κρίσης του δικαστηρίου.
Οι υπό στοιχείο α' και γ' αιτιάσεις για έλλειψη αιτιολογίας προβαλλόμενες με τους 7ο και 9ο λόγους της ίδιας αιτήσεως είναι αβάσιμες. Για τη διαμετακόμιση κακαϊνης και με το άνω πλοίο η απόφαση διέλαβε στο σκεπτικό της πλήρη αιτιολογία. Ειδικότερα, δέχεται η απόφαση για να επιστηρίξει την κρίση της για μεταφορά ναρκωτικών και με το εν λόγω πλοίο, ότι ο κατηγορούμενος μαζί με τον Χ1 το έτος 1998 είχε πραγματοποιήσει ταξείδι στην Κολομβία και είχε συνάντηση με τους εκεί εμπόρους ναρκωτικών, ότι για την μεταφορά κοκαΐνης με το εν λόγω πλοίο είχαν επικοινωνία και συμφώνησαν με τον Κολομβιανό έμπορο Δ1 και τέλος ότι το πλοίο παρεξίκλινε αδιακαιολόγητα από την πορεία του και αντί να κατευθυνθεί με το νόμιμο φορτίο της ζάχαρης στην Ουκρανία που ήταν το τελικό λιμάνι προορισμού κατευθύνθηκε νότια προς τις ακτές της Σενεγάλης (Kavo Verde).
Για την συνεκτίμηση και αξιολόγηση της καταθέσεως και απολογιών των Β5 και Χ1, ισχύουν τα αμέσως ανωτέρω εκτεθέντα και στην περίπτωση του πλοίου Θ2. Τέλος και σε συνάφεια με τα προεκτεθέντα, είναι αβάσιμος και ο 52ος λόγος της δεύτερης αιτήσεως με τον οποίο ο αναιρεσείων, υπό την επίφαση της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας, επανέρχεται στο θέμα της από το δικαστήριο αξιολόγησης της απολογίας των Β5 και Χ1. 3.- Είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι οι συναφείς 10ος και 11ος λόγοι της δεύτερης αιτήσεως και 71ος στο δικόγραφο των προσθέτων σ' αυτή λόγων με τους οποίους και αναφορικά με το πλοίο Θ4 και το φορτίο κοκαΐνης που κατασχέθηκε στο Πουέρτο Ρίκο, αποδίδεται στην απόφαση η πλημμέλεια της ελλειπούς αιτιολογίας διότι:
α) δεν λήφθηκε υπόψη και δεν αξιολογήθηκε η απόφαση του Αμερικανικού δικαστηρίου και η κατά τη δίκη εκείνη κατάθεση του υποπλοίαρχου του πλοίου Β2 και β) αξιολογήθηκε, αντίθετα, και κατά παραβίαση των ορισμών του άρθρου 211Α ΚΠοινΔ η ανακριτική κατάθεση του Β5 και η απολογία του Χ1. Από την επισκόπηση των πρακτικών της αποφάσεως προκύπτει ότι αναγνώσθηκαν τα πρακτικά της δίκης στις ΗΠΑ και συνεκτιμήθηκαν μαζί με τα λοιπά έγγραφα και τα άλλα αποδεικτικά μέσα.
Για την εκτίμηση των καταθέσεων και απολογίας των ανωτέρω κατηγορουμένων, ισχύουν τα προαναφερθέντα. 4.- Ο αναιρεσείων επικαλείται αντιφατικές παραδοχές στο σκεπτικό της αποφάσεως. Ειδικότερα α) ενώ η απόφαση δέχεται ότι αυτός ήταν εμπνευστής, οργανωτής και επιτελικός νούς στην όλη επιχείρηση διακίνησης ναρκωτικών, δέχεται ταυτόχρονα ότι στη δίκη του πληρώματος του πλοίου Θ4 που έγινε σις ΗΠΑ δεν αναφέρεται καθόλου το όνομά του β) ενώ δέχεται ότι την τριετία 1997-1999 είχε δυσβάσταχτα χρέη, στη συνέχεια τον εμφανίζει κύριο χρηματοδότη της ομάδας που είχε αναλάβει τη σχεδίαση και εκτέλεση της επιχείρησης διακίνησης ναρκωτικών γ) δέχεται η απόφαση ότι ήταν οργανωτής επιτελικός νούς κλπ, ενώ αυτός στην πραγματικότητα ήταν τελείως ανίδεος περί τα ναρκωτικά, εκείνος δε που είχε τη σχετική εμπειρία ήταν ο Χ1, ως στέλεχος της ομάδας Γ1-Β1.
Με τις υπό στοιχεία α'και β' παραδοχές της αποφάσεως, ουδεμία αντίφαση δημιουργείται. Το ότι το όνομα του κατηγορουμένου δεν αναφέρεται στην δίκη που έγινε στην Αμερική, η απόφαση το αξιολογεί ως στοιχείο της μεθοδικότητας με την οποία έδρασε, του προγραμματισμού και της οργάνωσης των κινήσεων του, ώστε να μην είναι ευχερής η αποκάλυψη της ταυτότητάς του και ο εντοπισμός του,κατά τούτο δε είναι συνεπής με τη θέση της περί της ιδιότηtας αυτού ως οργανωτή, επιτελικού νού κλπ.
Εξάλλου το κατάχρεο των επιχειρήσεων του κατηγορουμένου, δεν αποκλείει τη δυνατότητα πορισμού οικονομικών μέσων για την υποστήριξη της επικερδούς επιχείρησης διακινήσεως ναρκωτικών ουσιών,δέχεται δε η προσβαλλόμενη απόφαση ότι παρά τα χρέη των επιχειρήσεών του, ο κατηγορούμενος είχε αγοράσει τα αναφερόμενα πλοία και είχε κατά την κρίσιμη περίοδο καταθέσεις ύψους 7.000.000 δολαρίων.
Συνεπώς, οι παραπάνω υπό στοιχεία α'και β' αιτιάσεις που προβάλλονται με τον 2ο πρόσθετο λόγο στην πρώτη αίτηση, είναι αβάσιμες και απορριπτέες. Η υπό στοιχείο γ'αιτίαση στον ίδιο λόγο, είναι αρνητικός της κατηγορίας ισχυρισμός, πλήττει την περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου και είναι απαράδεκτη. 5.- Για την πράξη της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και την με αυτά αγορά των πλοίων 1)Θ3 το μήνα Σεπτέμβριο 1998, 2) Θ4 το μήνα Ιούνιο 1998, 3) Θ15 το μήνα Φεβρουάριο 1999 και 4) Θ16τον μήνα Απρίλιο 1999, η απόφαση με σαφή και πλήρη αιτιολογία δέχεται ότι όλα τα παραπάνω πλοία αγοράσθηκαν με χρήματα τα οποία ο κατηγορούμενος πορίσθηκε από την προεκτεθείσα παράνομη δραστηριότητά του.
Ειδικότερα, τα δύο πρώτα των παραπάνω πλοίων, δέχεται το δικαστήριο από το σύνολο των παραδοχών του, ότι αγοράσθηκαν το έτος 1998 αντί ποσού 1.820.000 δολαρίων από κοινού με τον Χ1 και την βαρύνουσα αυτόν (1/2) σχετική δαπάνη των 910.000 δολλαρίων κατέβαλε, και αν ακόμη αφαιρεθεί το ποσό των 83.242.771 δραχμών το οποίο παρέδωσε στη συζυγό του για τραπεζική κατάθεση (ως τη συνέχεια θα εκτεθεί), από το υπόλοιπο ποσό των 500.000 δολλαρίων που εισέπραξε για την εκναύλωση του πλοίου Θ2.
Είχε, επομένως, ο κατηγορούμενος από την προηγούμενη εγκληματική του δραστηριότητα χρήματα να διαπραγματευθεί και να προβεί στην αγορά των εν λόγω πλοίων και για την πληρότητα της αιτιολογίας δεν ήταν αναγκαίο να διαλαμβάνεται στην απόφαση ότι κατέβαλε αμέσως το συνολικό τίμημα της αγοράς που του αναλογούσε.
Περαιτέρω, για τα δύο άλλα πλοία (Θ15 και Θ16) που αγοράσθηκαν αποκλειστικά στο όνομά του, αντί συνολικού τιμήματος 5.060.000 δολλαρίων, δέχεται η απόφαση ότι είχε χρονικώς προηγηθεί ή αμέσως επακολούθησε η διαμετακόμιση των ναρκωτικών με το πλοίο Θ3 την 30-3-1999 και με το πλοίο Θ4 την 24-5-1999, είχε δε ο κατηγορούμενος με βάση τις ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλομένης αναφορικά για τις αμοιβές τις οποίες οι Κολομβιανοί λαθρέμποροι ναρκωτικών κατέβαλαν κατά στάδια (προκαταβολή κατά την κατάρτιση συμφωνίας, φόρτωση και παράδοση) τα οικονομικά μέσα για να προβεί στις αγορές και των πλοίων αυτών.
Συνεπώς, ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου για έλλειψη αιτιολογίας και νομίμου βάσεως επί των άνω ζητημάτων, προβαλλόμενος με τον 3ο και 7ο προσθέτους λόγους στην πρώτη αίτηση, είναι αβάσιμος. Αβάσιμοι είναι για την ίδια αιτία ο 13ος λόγος της δεύτερης αιτήσεως κατά το σκέλος που πλήττει την απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας, ενώ κατά το σκέλος που ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το πλοίο Θ4 αγοράσθηκε από τον Β5 είναι απαράδεκτος γιατί βάλλει κατά των αντίθετων ουσιαστικών της αναιρεσειβαλλομένης, καθώς αβάσιμοι, επίσης είναι και οι 16ος, 17ος, 19ος, 20ος, 21ος, 23ος, 24ος, 25ος, 27ος και 28ος της αυτής δεύτερης αιτήσεως οι οποίοι αναφέρονται στην αγορά των λοιπών πλοίων. 6.- Η κατά το άρθρο 183 του ΚΠοινΔ πραγματογνωμοσύνη η οποία, με την συνδρομή ορισμένων προϋποθέσων, διατάσσεται από το δικαστήριο ή από ανακριτικό υπάλληλο, αποτελεί ιδιαίτερο και αυτοτελές είδος αποδεικτικού μέσου, σύμφωνα με το άρθρο 178 του ίδιου Κώδικα, διακρινόμενο των απλών εγγράφων και για την πληρότητα της αιτιολογίας της δικαστικής αποφάσεως πρέπει να μνημονεύεται ειδικώς αυτή μεταξύ των αποδεικτικών μέσων τα οποία το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του ή και χωρίς ειδική αναφορά στο προοίμιο του σκεπτικού, να προκύπτει με βεβαιότητα από τις παραδοχές του σκεπτικού ότι εκτιμήθηκε και λήφθηκε υπόψη.
Προκειμένου, όμως, για πραγματογνωμοσύνη ή για γνωμοδοτήσεις ιδιωτών που συντάσσονται χωρίς τη συνδρομή των όρων του άρθρου 183 ΚΠοινΔ, το σχετικό πόρισμα αυτών εκτιμάται ως απλό έγγραφο και για την ύπαρξη αιτιολογίας της αποφάσεως δεν είναι αναγκαίο το δικαστήριο ειδικώς να αναφέρεται και σ' αυτές. Η αιτίαση, επομένως, που προβάλλεται με τον 6ο πρόσθετο λόγο στην πρώτη αίτηση με τον 55ο και με τον 70ο των προσθέτων λόγων στη δεύτερη αίτηση για έλλειψη αιτιολογίας της αποφάσεως εκ του λόγου ότι δεν μνημονεύονται ειδικά στο σκεπτικό της, οι εκθέσεις απομαγνητοφώνησης τηλεφωνικών συνομιλιών καθώς και η έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης του.........
η οποία συντάχθηκε κατ'αίτηση του αναιρεσείοντος, είναι αβάσιμη και απορριπτέα.
7.- Ο 43ος πρόσθετος λόγος της δεύτερης αιτήσεως με τον οποίο ο αναιρεσείων αιτιάται την απόφαση ότι, αναφορικά με το πλοίο Θ2 και τη διακίνηση κοκαΐνης που έγινε με αυτό, υποβαθμίζει τον κυριαρχικό λόγο του Ι. Κατελούζου και αναβαθμίζει εκείνον του Γ2 και οι 44ος και 45ος πρόσθετοι λόγοι της ίδιας αιτήσεως με τους οποίους αποδίδεται η αιτίαση ότι απόφαση δέχεται ότι αυτός ήταν εμπνευστής, οργανωτής και επιτελικός νούς της μεταφοράς που έγινε με τα πλοία Θ3 και Θ4, χωρίς κάτι τέτοιο να προκύπτει από τις αποδείξεις, είναι απαράδεκτοι διότι πλήττουν την περί τα πράγματα ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
8.- Ο 54ος πρόσθετος λόγος με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της επιλεκτικής αξιολόγησης των αποδεικτικών μέσων είναι αβάσιμος. Στο προοίμιο του σκεπτικού της, η απόφαση μνημονεύει όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία έλαβε υπόψη της και στα οποία στήριξε την περί ενοχής ουσιαστική κρίση της. Η ειδικότερη στο σκεπτικό αναφορά στις καταθέσεις και απολογίες των Γ2, Χ3 και Χ1, έγινε για τους λόγους που εκτέθηκαν ανωτέρω, χωρίς εντεύθεν να συνάγεται ότι αγνοήθηκαν τα λοιπά αποδεικτικά μέσα. 9.- Με τον 56ο πρόσθετο λόγο της δεύτερης αιτήσεως και την επίφαση λόγου αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Β'ΚΠοινΔ (έλλειψη ακροάσεως), προβάλλεται η αιτίαση ότι η απόφαση δεν απάντησε σε αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου. Ειδικότερα, εν σχέσει με την απόκρυψη χρηματικού ποσού για τη θεμελίωση της πράξης του άρθρου 2 παρ.1 του Ν.2331/1005, ότι δεν είχε κρυμμένο το χρηματικό ποσό το οποίο βρέθηκε στο γκαράζ της κατοικίας του, η απόφαση ουδέν διαλαμβάνει. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, αφού ο παραπάνω ισχυρισμός δεν είναι αυτοτελής αλλά αρνητικός της κατηγορίας, σε κάθε περίπτωση δε εάν ήθελε εκτιμηθεί ότι με αυτόν πλήττεται η αιτιολογία της αποφάσεως είναι αβάσιμος, διότι από τις παραπάνω παραδοχές του δικαστηρίου, αιτιολογείται επαρκώς η απόκρυψη του ως άνω χρηματικού ποσού.
10.- Σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην αρχική νομική σκέψη περί της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της αποφάσεως, για την πληρότητα της αιτιολογίας στην προκείμενη περίπτωση, δεν ήταν επιβεβλημένη η ειδική αναφορά και αξιολόγηση της καταθέσεως του μάρτυρα Η1.
Συνεπώς, και ο 72ος πρόσθετός λόγος στη δεύτερη αίτηση είναι αβάσιμος. 11.- Κατά το άρθρο 142Α παρ.1 του ΚΠοινΔ ενώπιον των δικαστηρίων που εκδικάζουν κακουργήματα, μπορεί να εφαρμοσθεί και το σύστημα τήρησης πρακτικών των συζητήσεων με φωνοληψία. Ο αναιρεσείων ζήτησε, ως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών, κατά το στάδιο των απολογιών των κατηγορουμένων, η τήρηση των πρακτικών της δίκης να γίνει με φωνοληψία.
Το δικαστήριο με την 1468/2005 παρεμπίπτουσα απόφασή του απέρριψε την αίτηση. Δέχθηκε ότι, από την άνω διάταξη, είχε δυνητική προς τούτο ευχέρεια και περαιτέρω ότι για την τήρηση πρακτικών κατά τον παραπάνω τρόπο δεν υπήχε η προς τούτο αναγκαία τεχνική υποδομή και το κατάλληλα εκπαιδευμένο προσωπικό. Με τις παραδοχές αυτές, η απόφαση έχει πληρότητα αιτιολογίας και ο 69ος πρόσθετος λόγος στη δεύτερη αίτηση με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος και απορριπτέος. 12.- Για την κατ' επάγγελμα τέλεση της πράξης του άρθρου 2 παρ. 1 του Ν. 2331/1995, η προσβαλλόμενη απόφαση έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία.
Εικότερα, διαλαμβάνεται στο σκεπτικό της ότι ο κατηγορούμενος είχε διαμορφώσει υποδομή για την παράνομη δράση του και εκτίθενται πραγματικά περιστατικά από τα οποία καταλήγει στο αποδεικτκό συμπέρασμα της δημιουργίας υποδομής και του σκοπού πορισμού εισοδήματος. Επομένως, είναι αβάσιμος και απορριπτέος και ο 33ος πρόσθετος λόγος στη δεύτερη αίτηση.
13.- Για τη συνδρομή των επιβαρυντικών περιστάσεων του άρθρου 8 του Ν. 1729/1987 στο πρόσωπο του κατηγορουμένου, η προσβαλλόμενη απόφαση, με τις άνω παραδοχές της, διαλαμβάνει την κατά το Σύνταγμα και το νόμο ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού το δικαστήριο, αναλυτικά και διεξοδικά, με την παράθεση συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών, δέχεται την κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια από τον κατηγορούμενο τέλεση των πράξεων της κατοχής, διαμετακόμισης, οργάνωσης και εποπτείας κλπ ναρκωτικών ουσιών και περαιτέρω εξηγείται γιατί ο κατηγορούμενος κρίνεται ότι είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος.
Συνεπώς, η περί του αντιθέτου αιτίαση που προβάλλεται με τον 47ο πρόσθετο λόγο στη δεύτερη αίτηση είναι αβάσιμος και απορριπτέος. 14.- Ο κατηγορούμενος, με την παράθεση πραγματικών περιστατικών θεμελιωτικών του αιτήματός του, ζήτησε να του αναγνωρισθούν οι παρακάτω ελαφρυντικές περιστάσεις 1) του προτέρου εντίμου βίου 2) της καλής συμπεριφοράς επί μακρό χρόνο μετά την τέλεση των πράξεων που του αποδίδονται και 3) ελαφρυντικής περίστασης λόγω υπερβολικής διάρκειας της ποινικής δίκης. Το δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε τα επόμενα:
"........Από τα προπαρατεθέντα αποδεικτικά μέσα, όμως, δεν προέκυψαν, κατά πλειοψηφία, περιστατικά που να δικαιολογούν την αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων στο πρόσωπο του εν λόγω κατηγορουμένου.Ειδικότερα: α.- Ως προς τον πρότερο έντιμο βίο. Είναι αληθές ότι ο κατηγορούμενος μέχρι της τελέσεως των ως άνω πράξεών του δεν είχε καταδικασθεί για οποιαδήποτε αξιόποινη πράξη και από το αποδεικτικό υλικό προκύπτει ότι αυτός είχε, 1) δημιουργήσει οικογένεια από τον νόμιμο γάμο του με την πέμπτη κατηγορούμενη αποκτώντας δύο ανήλικα τέκνα, 2) λαμπρές σπουδές σε οικονομικά και ναυτιλιακά ζητήματα, πολυετή δραστηριότητα στη ναυτιλία με εκμετάλλευση πλοίων, των οποίων είχε την πλοιοκτησία, ιδρύοντας για τις επιχειρηματικές του δραστηριότητες τις δύο προαναφερθείσες εταιρίες, πλην όμως η σύσταση και η λειτουργία εγκληματικής ομάδας, ο σχεδιασμός και η οργάνωση διαμετακομίσεως μεγάλων φορτίων (3 περίπου τόννοι ανά φορτίο) της ναρκωτικής ουσίας κοκαΐνης με τη χρήση σύγχρονων πλοίων, η μεθόδευση της συστάσεως υπεράκτιων εταιριών, οι οποίες είχαν την πλοιοκτησία και τη διαχείριση των εμπλεκόμενων πλοίων, η συνεργασία με Κολομβιανούς μεγαλεμπόρους κοκαΐνης, οι μέθοδοι για την αποφυγή των ελέγχων από τις διωκτικές αρχές, τα μέτρα προφυλάξεως που λάμβανε και η συνεργασία του με ελάχιστα άτομα για τη μη αποκάλυψη της εμπλοκής του, συνιστούν γεγονότα μη ικανά να χαρακτηρίσουν έντιμη την ατομική, οικογενειακή, επαγγελματlκή και γενικά κοινωνική ζωή του έως το χρόνο που έγιναν οι πράξεις, έτσι ώστε η τέλεσή τους από αυτόν να εμφανίζεται ως περιστατικό μή αναμενόμενο (χωρίς να αρκεί προς τούτο το λευκό ποινικό μητρώο), συνακόλουθα δε τα ίδια γεγονότα χρωματίζουν αρνητικά την προσωπικότητα του τρίτου κατηγορουμένου, αφαιρώντας από αυτήν την ιδιότητα της εντιμότητας (πρβλ.
ΑΠ 916/2002 ΠοινΛογ 2002.1035, ΑΠ 1549/2000 ΠοινΔlκ 2001.806). Γι' αυτό ο ισχυρισμός του περί αναγνωρίσεως της συνδρομής της άνω ελαφρυντικής περιστάσεως.είvαι αβάσιμοςκαι απορρπτέος. β. Ως προς την καλή συμπεριφορά. αα. Από τα ρηθέντα αποδεικτικά μέσα αποδεικνύεται ότι ο τρίτος κατηγορούμενος από της τελέσεως των πράξεών του έως τώρα τελεί υπό καθεστώς στερήσεως της προσωπικής του ελευθερίας, κρατούμενος σε διάφορα σωφρονιστικά καταστήματα, όπου κατά το διάστημα τούτο επέδειξε την επιβαλλόμενη εκ του κανονισμού των φυλακών καλή πειθαρχική διαγωγή.
Ενόψει αυτών, δηλαδή του ότι ο εν λόγω κατηγορούμενος επέδειξε μόνο την επιβεβλημένη εκ του κανονισμού των φυλακών συμπεριφορά και όχι καλή συμπεριφορά στην κοινωνlα και από ελεύθερη αυτού επιλογή, κρίνεται ότι τούτο δεν αρκεί (πρβλ. ΑΠ 1549/2000 ΠοινΔικ 2001.806). ββ. Η προσκόμιση εκ μέρους του των τραπεζικών λογαριασμών δεν αποδίδει την πραγματική οικονομική του εικόνα, αφού ο δεύτερος κατηγορούμενος δεν αναφέρει και πίνακα των χρεών και δανείων του για τις ανάγκες των ναυτιλιακών του επιχειρήσεων.
Η διοίκηση δε και διαχείριση του πλοίου "Θ15" (λόγω μη κατασχέσεώς του μέχρι την έκδοση της παρούσης αποφάσεως) γίνεται υποχρεωτικώς για βιοποριστικούς λόγους και εξ ανάγκης από εξωτερικούς συνεργάτες του κατηγορουμένου (και δεν συνδέεται με την εννοούμενη καλή συμπεριφορά της περιπτώσεως ε' του άρθρου 84 ΠΚ), τον οποίο τακτικώς ενημερώνουν και ενδεχομένως ο κατηγορούμενος να έχει καθοδηγήσει με ορισμένες γενικές κατευθυντήριες γραμμές, λαμβάνοντας υπόψη από τα συναλλακτικά ήθη και τη ναυτιλιακή πρακτική ότι η διοίκηση μιας επιχειρήσεως καθώς και η διαχείριση ενός πλοίου απαιτούν ελευθερία κινήσεων, την οποία στερείται ο τρίτος κατηγορούμενος.
γγ. Επιπρόσθετα, η σταθερή εμμονή του τρίτου κατηγορουμένου σε αρνητική για τις πράξεις του θέση, καταδεικνύει μη καλή, συμπεριφορά του μετά τις πράξεις του (πρβλ. ΑΠ 1195/2002 ΠοlνΛογ 2002.1689). δδ. Ακόμη, η αναζήτηση εκ μέρους του τρίτου κατηγορουμένου μονομερώς (και όχι και άλλων αποδεικτικών μέσων) στοιχείων από τη δίκη του πληρώματος του πλοίου "Θ4" στις ΗΠΑ, ερμηνεύεται από το ότι γνώριζε (ήδη από την πρώτη δίκη) ότι το όνομά του δεν είχε αναφερθεί στην αμερικανική δίκη, καθόσον ήταν άγνωστος στο πλήρωμα και στον Β2, αφού - όπως έχει προπαρατεθεί - ελάχιστα πρόσωπα γνώριζαν την ταυτότητα και εμπλοκή του στις επίδικες διαμετακομίσεις (σύμφωνα με την αρχή της συνωμοσlας που διέτρεχε την ως άνω ομάδα που είχε συστήσει με τον δεύτερο κατηγορούμενο), τα πρακτικά δε και άλλα σχετικά έγγραφα της εν λόγω δίκης θα συνέβαλαν στην ενίσχυση της επικαλούμενης μη εμπλοκής του.
Επομένως, σκοπός του δεν ήταν η αποκάλυψη της αληθείας, αλλά η ενδεχόμενη απαλλαγή του, συνεπώς, δε είναι απορριπτέος ο ανωτέρω ισχυρισμός του ως αβάσιμος. εε. Τέλος, η ελαφρυντική περίσταση της καλής συμπεριφοράς του υπαίτιου για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του, σύμφωνα με την αληθή και το σκοπό της έννοια, συντρέχει στο πρόσωπο εκείνου του δράστη ο οποίος πραγματικά μεταστράφηκε ηθικά και ψυχικά, έχοντας αντιληφθεί τις συνέπειες της αξιόποινης πράξεώς του και απέχοντας, μετά ταύτα, για σχετικά μεγάλο διάστημα, από οποιασδήποτε φύσεως επιλήψιμη ενέργεια και συμπεριφορά (πρβλ.
ΑΠ 1083/2002 ΠοινΛογ 2002.1276), τέτοια μεταστροφή όμως δεν έχει επιδειχθεί από τον τρίτο κατηγορούμενο. γ. Ως προς την υπερβολική διάρκεια της ποινικής δίκης. αα. Το άρθρο 6 § 1 της Συμβάσεως της Ρώμης της 4.11.1950 για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (Ε.Σ.Δ.Α.), που κυρώθηκε με τον Ν. 2329/1953 και το ΝΔ 53/1974 ορίζει, μεταξύ των άλλων, ότι κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα η ποινικής φύσεως υπόθεσή του να εκδικασθεί εντός εύλογης προθεσμίας, ενώ το άρθρο 20 §1 του Συντάγματος αναγνωρίζει το δικαίωμα σε κάθε πρόσωπο παροχής έννομης προστασίας από τα δικαστήρια, όπως ο νόμος ορίζει.
Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων, σε συνδυασμό με τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ), συνάγεται ότι, α) ο συνταγματικός νομοθέτης εξουσιοδότησε τον κοινό νομοθέτη, να καθορίσει τους ειδικότερους όρους και περιορισμούς υπό τους οποίους ο πολίτης θα προσφεύγει στα δικαστήρια προς προστασία των δικαιωμάτων και συμφερόντων του, με γνώμονα το γενικότερο συμφέρον (και τις ειδικές συνθήκες απονομής της δικαιοσύνης), αλλά χωρίς να φαλκιδεύεται ή να αποβαίνει ανενεργός η παρεχόμενη από το Σύνταγμα και την Ε.Σ.Δ.Α.
προστασία του πολίτη, β) η άμβλυνση των συνεπειών της παραβιάσεως του δικαιώματος του κατηγορουμένου να εκδικασθεί η ποινική του υπόθεση εντός εύλογης προθεσμίας μπορεί να επιτευχθεί με την αναγνώριση υπέρ του κατηγορουμένου ελαφρυντικής περιστάσεως, πέραν των ενδεικτικώς αναφερομένων στο άρθρο 84 § 2 ΠΚ και τη νέα επιμέτρηση της ποινής εντός του μειωμένου - κατ' άρθρο 83 ΠΚ πλαισίου ποινής (βλ.
Η. Αναγνωστόπουλο, Η παραβίαση του δικαιώματος δίκαιης δίκης, ΠοινΧρ 2004.5, 7, ΑΠ 1454/1997 ΝοΒ 1998.669, ΠοινΧρ 1998.483), γ) η καθυστέρηση στη δίκη πρέπει να αποδίδεται στις δικαστικές αρχές (the entire delays in these proceedings ... were imputable to the judicial authorities) (απόφαση ΕΔΔΑ της 10 Νοεμβρίου 2005, υπόθεση DΖelili/ Γερμανίας, σκέψεις 90, 98), δ) το εύλογο της διάρκειας της δίκης πρέπει να εκτιμάται σε σχέση με τις ειδικές περιστάσεις και σύμφωνα με τα κριτήρια που θέτει η νομολογία, κυρίως με την πολυπλοκότητα της υποθέσεως, τη συμπεριφορά του προσφεύγοντος και των αρμόδιων αρχών (απόφαση ΕΔΔΑ της 15 lουλίου 1982, υπόθεση Εckle/Γερμανίας, σκέψη 80, απόφαση ΕΔΔΑ της 5 Νοεμβρίου 2002, υπόθεση Pietilainen/Φινλανδίας, σκέψη 41).
ββ.
Εν προκειμένω, ο ισχυρισμός του τρίτου κατηγορουμένου περί υπερβολικής διάρκειας της δίκης πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος, διότι 1. Ο προσδιορισμός κάθε δίκης συναρτάται με τις ειδικές συνθήκες απονομής της δικαιοσύνης και λειτουργίας των δικαστηρίων σε σχέση με τον αριθμό των εκκρεμών υποθέσεων στα πινάκια, τον χρόνο παραγραφής ορισμένων αξιόποινων πράξεων, τον βαθμό εκδικάσεως κλπ.
Εν προκειμένω, η δευτεροβάθμια δίκη προσδιορίσθηκε την 29.10.2003 λόγω σωρεύσεως πολλών υποθέσεων στο πινάκιο του παρόντος Δικαστηρίου στον δεύτερο βαθμό, αφού προηγούντο άλλες υποθέσεις που ενδεχομένως θα υπέπιπταν σε παραγραφή, δηλαδή υπήρξε αντικειμενική αδυναμία συντομότερου προσδιορισμού. 2. Την 29.10.2003 η αναβολή της υποθέσεως ζητήθηκε και από τον τρίτο κατηγορούμενο, διότι οι προηγούμενοι πληρεξούσιοι δικηγόροι του (Γ.
και Σ Αλφαντάκης) είχαν προβάλει αξίωση δικηγορικής τους αμοιβής με την από 20-10-2003 εξώδικη δήλωσή τους (για παροχή νομικών υπηρεσιών σε προγενέστερο χρονικό διάστημα και ζητούσαν να μην επιτραπεί στους δύο συνηγόρους του να τον υπερασπίσουν, οι δε συνήγοροί του που παρίσταντο είχαν υποβάλει αίτηση στον Πρόεδρο του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών (ΔΣΑ), ώστε να επιληφθούν τα αρμόδια όργανά του συντόμως, απέχοντες μέχρι την έκδοση σχετικής αποφάσεως εκ μέρους του Συλλόγου τους.
Το αίτημα έγινε δεκτό με την υπ' αριθμ. 1688/29.10.2003 απόφαση του Δικαστηρίου. Μετά την παραπάνω αναβολή, κατά τη συνεδρίαση της 14-1-2004, οι ίδιοι συνήγοροι του τρίτου κατηγορουμένου ζήτησαν την αναβολή της υποθέσεως, αφού δεν είχε περατωθεί η προανακριτική διαδικασία στον ΔΣΑ και δεν μπορούσαν να παραστούν, το δε Δικαστήριο ανέβαλε για την 27.1.2004, οπότε οι ίδιοι συνήγοροι του τρίτου κατηγορουμένου προσκόμισαν το από 15.1.2004 σημείωμα του Εισηγητή του Πειθαρχικού Συμβουλίου του ΔΣΑ και με την από 20.1.2004 σημείωση του Προέδρου του ίδιου Συλλόγου που επέτρεπε στους εν λόγω συνηγόρους να παραστούν, πλην όμως ο εκ των δύο συνηγόρων του τρίτου κατηγορουμένου (Ν.
Ανδρουλάκης) για τους λόγους που εξέθεσε ζήτησε νέα αναβολή για καλύτερη προετοιμασία του στην υπεράσπιση του κατηγορουμένου, αίτημα το οποίο έγινε δεκτό με την υπ' αριθμ. 156/14, 27.1.2004 απόφαση. Στη νέα συζήτηση της υποθέσεως κατά τις συνεδριάσεις της 26 και 30.4.2004 ο συνήγορος του δεύτερου κατηγορουμένου ζήτησε να προσκομισθούν στο Δικαστήριο το σύνολο των απομαγνητοφωνημένων κασσετών μεταξύ του εν λόγω κατηγορουμένου και του τέταρτου που βρίσκονταν στο αρχείο της αρμόδιας διωκτικής υπηρεσίας, διότι αμφισβητούσε τη φωνή του, ζητώντας εκ παραλλήλου τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης.
Ο συνήγορος του τρίτου κατηγορουμένου (Ι. Μαντζουράνης), αφού έλαβε τον λόγο ζήτησε να διαταχθεί πραγματογνωμοσύνη συναινώντας στην αναβολή της υποθέσεως, που αναβλήθηκε με την υπ' αριθμ. 757/26, 30.4.2004 απόφαση. Στη νέα του συνεδρίαση την 28.7.2004 το Δικαστήριο με την υπ' αριθμ. 1378/28.7.2004 απόφασή του ανέβαλε για την 1.9.2004 προκειμένου η Διεύθυνση Εγκληματολογικών Ερευνών να γνωρίσει με έγγραφό της τα ονόματα των αστυνομικών που υπηρετούν σ' αυτήν και έχουν τις ειδικές γνώσεις να γνωμοδοτήσουν για τα ζητήματα που έθεσε η υπ' αριθμ. 757/2004 απόφαση, με τη συναίνεση του συνηγόρου και του τρίτου κατηγορουμένου, ο οποίος ζήτησε τη συμπλήρωση της αποφάσεως, ώστε να προσκομισθούν όλες οι μαγνητοταινίες που δεν υπάρχουν στη δικογραφία.
Την 1.9.2004 αναβλήθηκε εκ νέου η υπόθεση με την υπ' αριθμ. 1394/1.9.2004 απόφαση, συναινούντων των κατηγορουμένων (αφού δεν αναγράφεται στα πρακτικά ουδεμία σχετική αντίρρηση). Στη νέα του συνεδρίαση με την υπ' αριθμ. 1645/29.9 και 5.10.2004 απόφασή του το παρόν Δικαστήριο ανέβαλε για την 7.3.2004 για διεξαγωγή της διαταχθείσης ήδη πραγματογνωμοσύνης, με τη συναίνεση των κατηγορουμένων που δεν εξέθεσαν προς τούτο σχετικό παράπονο στα πρακτικά.
Επομένως, η καθυστέρηση εκδικάσεως της υποθέσεως δεν μπορεί να αποδοθεί στις αρμόδιες δικαστικές αρχές, αλλά στη συμπεριφορά των ίδιων κατηγορουμένων, συμπεριλαμβανομένου του τρίτου, οι οποίοι πρόβαλαν (εύλογα) αιτήματα αναβολής. Η δε συμπεριφορά του τρίτου κατηγορουμένου είναι αντιφατική, αφού αφενός παραπονείται για τη μακρά διάρκεια εκδικάσεως της υποθέσεώς του, αφετέρου από τον Οκτώβριο του έτους 2003 μέχρι την εκδίκαση της υποθέσεως δεν είχε διατυπώσει αντιρρήσεις για την καθυστέρηση της δίκης, επιπλέον δε στη διάρκεια της διαδικασίας της παρούσης δίκης συνέβαλε στην πρόσθετη διάρκειά της με την εξέταση από το Δικαστήριο κάθε ισχυρισμού του και κάθε αποδεικτικού του στοιχείου (ακόμη και εκ των προτέρων αβάσιμων), χωρίς ουδέποτε να παραπονεθεί για την έκτασή της. 3.
Η πολυπλοκότητα της υποθέσεως (με δέκα πέντε κατηγορούμενους στην πρώτη δίκη και οκτώ στην παρούσα) με σοβαρές πράξεις προβλεπόμενες και τιμωρούμενες από τον νόμο καταπολεμήσεως της διαδόσεως των ναρκωτικών και του νόμου περί νομιμοποιήσεως εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, που έλαβαν χώρα όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και σε τρίτες χώρες, η δίκη δε του πληρώματος του πλοίου "Θ4" έγινε στο Χιούστον του Τέξας στις ΗΠΑ. 4.
Η βαρύτητα της υποθέσεως και το είδος των αξιόποινων πράξεων που ο τρίτος κατηγορούμενος τέλεσε, δηλαδή, η οργάνωση των κατηγορουμένων για συστηματική και σύγχρονη μεταφορά μεγάλης ποσότητας ναρκωτικών, με τις σχεδιασμένες επιχειρήσεις παραπλανήσεως των αρχών, σε συνδυασμό με τη νομιμοποίηση των προϊόντων της παράνομης δραστηριότητάς του, δεν επιτρέπει την αναγνώριση σχετικού ελαφρυντικού...." Με τις παραπάνω ουσιαστικές παραδοχές το δικαστήριο διέλαβε στην απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την απόρριψη των ελαφρυντικών περιστάσεων την αναγνώριση των οποίων ζήτησε ο κατηγορούμενος και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 84 παρ.2 του ΠΚ.
Ειδικά, για την ανυπαρξία προτέρου εντίμου βίου, διαλαμβάνει η απόφαση αρνητικά προς τούτο κριτήρια, χρονικώς προγενέστερα που δεν συνδέονται κατ' ανάγκη ευθέως και αμέσως με τις πράξεις τις οποίες στη συνέχεια τέλεσε ο κατηγορούμενος, αφού δέχεται το δικαστήριο ότι η μεθόδευση της σύστασης υπεράκτιων εταιριών που είχαν την πλοιοκτησία και τη διαχείριση των πλοίων του, η σύσταση εγκληματικής ομάδας με σκοπό τη διακίνηση ναρκωτικών ουσιών γενικώς και χωρίς τον εξυπαρχής προσδιορισμό των διαμετακομίσεων τις οποίες τελικά πραγματοποίησε, υποδηλώνουν συμπεριφορά που δεν προσδίδει στον κατηγορούμενο το χαρακτήρα έντιμης ατομικής, οικογενειακής, επαγγελματικής και εν γένει κοινωνικής ζωής.
Συνεπώς, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι ο πρόσθετος λόγος στην πρώτη αίτηση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 84 παρ.2α και ε' του ΠΚ 8ος και οι 38ος, 39ος λόγοι της δεύτερης αιτήσεως, καθώς και οι 65ος, 66ος, 67ος και 68ος πρόσθετοι λόγοι στη δεύτερη αίτηση για έλλειψη αιτιολογίας. Μετά από όλα αυτά, πρέπει να απορριφθούν οι ένδικες αιτήσεις και οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως του Χ2 και καταδικασθεί αυτός στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ).
Β.- Αίτηση Χ1.
Για τον εν λόγω αναιρεσείοντα κατηγορούμενο, πέραν των ως άνω στην αρχή της παρούσης γενικών παραδοχών, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε περαιτέρω και τα επόμενα ειδικώς γι' αυτόν: "....1. Σχετικά µε τις πράξεις τις προβλεπόµενες και τιµωρούµενες από τον νόµο για την καταπολέµηση της διαδόσεως των ναρκωτικών.
α. Ο δεύτερος κατηγορούµενος Χ1 είχε εργασθεί επί 23 περίπου έτη ως αρχιµηχανικός στη ναυτιλιακή εταιρία Β4. Από τα µέσα της δεκαετίας 1980 επιδόθηκε στις ναυτιλιακές επιχειρήσεις από κοινού µε τον γαµβρό του Β1 (σύζυγος της αδελφής του) συστήνοντας προς τούτο την εταιρία µε την επωνυµία "L.H.L. Shipping Co Ltd ", ειδικότερα:
Το έτος 1985 αγόρασαν το φορτηγό πλοίο Μ/V "Θ14" (2.500 DW), το οποίο µεταπώλησαν µετά από µία διετία περίπου. Το έτος 1986 αγόρασαν το φορτηγό πλοίο Μ/V "Θ12" (4.800 DW), µετονόµασαν αργότερα σε "Θ13" και το έτος 1991 το µεταπώλησαν. Το έτος 1987 αγόρασαν το φορτηγό πλοίο Μ/V "θ18" (6.000 DW), το οποίο το έτος 1992 µεταπώλησαν. Το έτος 1992 αγόρασαν το φορτηγό πλοίο Μ/V "θ11" (2.500 DW), το οποίο το έτος 1994 µεταπώλησαν.
Το έτος 1994 αγόρασαν το φορτηγό πλοίο Μ/V "θ19" (15:000 DW), το οποίο το έτος 1996 µεταπώλησαν. Τo έτος 1995 αγόρασαν το φορτηγό πλοίο Μ/V "Θ11" (12.000 DW), µετονόµασαν αργότερα σε "θ10" το οποίο παραλήφθηκε από την Τράπεζα "Credit Lyonnais". Το έτος 1996 αγόρασαν το φορτηγό πλοίο Μ/V "Θ9" (24.000 DW), µετονόµασαν αργότερα σε "Θ5", υποθηκεύοντας στη δανείστρια Τράπεζα "Bank of Scotland" το φορτηγό πλοίο Μ/V "Θ11".
Τη διαχείριση όλων των ως άνω πλοίων ενεργούσε η προαναφερόµενη εταιρία "L.H.L. Shipping Co Ltd". β. Από τα µέσα της δεκαετίας 1990 (µέχρι το έτος 1998), όπως έχει προαναφερθεί, ο δεύτερος κατηγορούµενος Χ1 από κοινού µε τον Β1 είχαν συστήσει και οργανώσει εγκληµατική οµάδα (συνεπικουρούµενη και από τους ναυτικούς ......., .........), δραστηριοποιούµενος αποκλειστικώς στην παράνοµη διακίνηση κοκαΐνης από τη Λατινική Αµερική στη βόρεια Αµερική και Ευρώπη, υπό το κάλυµµα των προαναφερόµενων νόµιµων εταιριών.
Ετσι, η οµάδα του δεύτερου κατηγορουµένου κατά την ίδια χρονική περίοδο είχε προβεί κατ' ελάχιστον στις ακόλουθες διαµετακοµίσεις: i. Την 25.2.1998 το φορτηγό πλοίο Μ/V "Θ9" απέπλευσε από το λιµάνι Κριστόµπαλ του Παναµά στον Ατλαντικό και µετά από ένα διήµερο ανοικτά της Κολοµβίας από δύο ταχύπλοα φόρτωσε περίπου 3,5 τόνους κοκαΐνης (150 δέµατα), η οποία είχε αποκρυβεί στο νόµιµο φορτίο του πλοίου.
Το πλοίο κατευθύνθηκε προς τη Φλόριδα των ΗΠΑ και την 3-5 Μαρτίου 1998 µεταξύ των λιµανιών Τάµπα και Ντράϊ Τορτούγκας εκφόρτωσε το φορτίο της παραπάνω ναρκωτικής ουσίας σε αµερικανικό αλιευτικό σκάφος. Κατόπιν, κατευθύνθηκε στο Πορτ Αρθουρ, όπου εκφόρτωσε το νόµιµο φορτίο. ii. Το φορτηγό πλοίο Μ/V "Θ5" την 7.4.1998, όπως είχε ήδη µετονοµασθεί το πλοίο "Θ9'', απέπλευσε από την Κούβα, όπου είχε φορτώσει ήδη 22.500 τόνους ακατέργαστης ζαχάρεως (νόµιµο φορτίο) µε προορισµό τη Μαύρη Θάλασσα.
Όµως, παρέκκλινε της πορείας του - κατά την πάγια πρακτική διαµετακοµίσεως ναρκωτικών µε πλοία - για πετρέλευση στο Kingston της Τζαµάϊκα, την επόµενη δε ηµέρα (8.4.1998) στον κολπίσκο του ίδιου νησιού Holland Bay προσάραξε σε αβαθές σηµείο. Με τη συνδροµή ρυµουλκού αποκολλήθηκε και την 19.4.1998 µεταφέρθηκε στο Kingston, κεντρικό λιµάνι της Τζαµάϊκα (περιοχή Morgan's Harbour).
Είχε υποστεί ρήγµα στις εξωτερικές λαµαρίνες (κέλυφος-γάστρα) από την προσάραξη και εξαιτίας της ελαττωµατικότητας των εσωτερικών στεγανών του είχε εισχωρήσει θαλασσινό νερό, σε ορισµένα αµπάρια, µε επακόλουθο µέρος του φορτίου της ζαχάρεως να υγροποιηθεί και να καταστραφεί. Μετά από σχετικές επιθεωρήσεις (από επιθεωρητή του Νηογνώµονα του πλοίου, τον πραγµατογνώµονα των ασφαλιστών κλπ.
για το αξιόπλοο του εν λόγω πλοίου την ......) δεν επιτράπηκε στο πλοίο αυτό η συνέχιση του ταξιδιού του και διατάχθηκε η εκφόρτωση του φορτίου του. Σύµφωνα µε την από ........ σχετική έκθεση της "Αρχής Προστασίας Φυσικών Πόρων ("Natural Resources ConservationAuthority") από 25.4.1998 είχε αναφερθεί η ύπαρξη νεκρών ψαριών στην περιοχή Morgan's Harbour εξ αιτίας της ζαχάρεως που είχε ριφθεί στη θάλασσα από το πιο πάνω πλοίο.
Από σχετικό πιστοποιητικό (.......) του Δικαστικού Εργαστηρίου του Kίngston της Τζαµάϊκα, µετά από έλεγχο των αµπαριών και του καταστρώµατος του πλοίου "Θ5" προέκυψε ότι αιτία θανάτου των ψαριών ήταν η ναρκωτική ουσία αµφεταµίνη, για τη µεταφορά της οποίας είχαν χρησιµοποιηθεί τα αµπάρια 1-3 του ως άνω πλοίου.
γ. Μετά τη γνωριµία του µε τον τρίτο κατηγορούµενο δημιούργησε με αυτόν νέα εγκληματική ομάδα, όπως έχει προπαρατεθεί, διακινήσεως κοκαΐνης από την Λατινική Αµερική στη βόρεια Αµερική και Ευρώπη. Με την ανωτέρω νέα οµάδα πραγµατοποίησε τουλάχιστον τις ακόλουθες δύο διακινήσεις κοκαΐνης Ειδικότερα: ί.
Με το φορτηγό πλοίο Μ/V "Θ3". Το εν λόγω φορτηγό πλοίο, όπως έχει προαναφερθεί, αφού φόρτωσε ως νόµιµο φορτίο ζάχαρη την 28.3.1999 στην Κούβα, την 30.3.1999 µετέβη στον κόλπο της Καρθαγένης της Κολοµβίας, όπου παρέλαβε ποσότητα τριών τόννων κοκαΐνης από Κολοµβιανούς εµπόρους ναρκωτικών (της οµάδας του Δ1) αποπλέοντας µέσω του Ατλαντικού προς την Ευρώπη.
Ενώ το ως άνω φορτηγό πλοίο έπλεε (τέλος πρώτου δεκαηµέρου Απριλίου 1999) µεταξύ των νήσων Αζορών και Μαδέρας, ο τέταρτος κατηγορούµενος µε συµφωνία του δεύτερου κατηγορουµένου από δορυφορικό τηλέφωνο έδωσε εντολή στον πρώτο κατηγορούµενο (αφού είχαν ειδοποιηθεί προηγουµένως προς τούτο από τον τρίτο κατηγορούµενο), να εκτραπεί της κανονικής του πορείας και να πλεύσει νότια προς τις Κανάριες νήσους και το Cape Verde, προκειµένου να αποφύγει τη διενέργεια νηοψίας που θα γινόταν στο εν λόγω πλοίο.
Ο πρώτος κατηγορούµενος, πλοίαρχος του πλοίου αυτού, συµµορφώθηκε προς την εντολή του δεύτερου και του τρίτου κατηγορουµένου κατευθύνθηκε προς Cape Verde, όπου την 16.4.1999 ανοιχτά της Σενεγάλης εκφορτώθηκε το επίµαχο φορτίο της κοκαΐνης και παραλήφθηκε από δύο ταχύπλοα αλιευτικά πλοιάρια, που το προσέγγισαν, επιτυγχανοµένης µε τον τρόπο αυτόν της επιχειρήσεως της µεταφοράς κοκαΐνης από την Κολοµβία στην Ευρώπη µε τη χρήση πλοίου µέσω του Ατλαντικού, που είχε οργανωθεί από την οµάδα που είχε συστήσει µε τον τρίτο και τέταρτο κατηγορούµενο. ii.
Με το φορτηγό πλοίο Μ/V "Θ4". Την 27.5.1999 οι διωκτικές αρχές των ΗΠΑ πραγµατοποίησαν νηοψία στην περιοχή της Καραϊβικής ανοικτά του Πουέρτο Ρίκο στο υπό Παναµαϊκή σηµαία φορτηγό πλοίο ΜV "Θ4", πλοιοκτήτρια του οποίου ήταν η εταιρία "Moccha Marine Ltd-Liberia" και διαχειρίστρια η εταιρία "Babush Marine". Κατά τη διενέργεια της νηοψίας βρέθηκε και κατασχέθηκε στο εν λόγω πλοίο ποσότητα της ναρκωτικής ουσίας κοκαΐνης 3.880 κιλών, η οποία προοριζόταν για τη Δ.
Ευρώπη (Ολλανδία). Όταν την 2.4.1999 είχε αποπλεύσει από το λιµάνι του Πειραιά µε προορισµό την πόλη Claymont της Πολιτείας Delaware των ΗΠΑ για την εκφόρτωση 20 τόννων περίπου ελαφρόπετρας (pumice), το πλήρωµα του πλοίου αυτού απαρτιζόταν από είκοσι τέσσερις Ουκρανούς ναυτικούς, µε τον πλοίαρχο Β3, και τρεις Έλληνες ναυτικούς, ήτοι τον υποπλοίαρχο Β2 [ο οποίος από αρχές Απριλίου, από τη ναυτολόγησή του στο φορτηγό πλοίο "Θ4", ενεργούσε και εργαζόταν ως πράκτορας της Αµερικανικής Υπηρεσίας Διώξεως ναρκωτικών (DEA), εφοδιασµένος από την εν λόγω υπηρεσία µε δορυφορικό κινητό τηλέφωνο και δορυφορική συσκευή εντοπισµού], τον Α' µηχανικό Λ1 και τον αρχιµάγειρα Λ2.
Την 24/25.5.1999 τις πρώτες πρωϊνές ώρες, ενώ το πλοίο βρισκόταν στην Καραϊβική ανοικτά της Κολοµβίας, ήδη δε είχε ως νόµιµο φορτίο ποσότητα ζαχάρεως 16.500 κιλών (που είχε φορτώσει στο Matanzas της Κούβας. για να την εκφορτώσει στην Πορτογαλία), πραγµατοποιήθηκε η φόρτωση της ανωτέρω ποσότητας κοκαΐνης από Κολοµβιανούς λαθρεµπόρους ναρκωτικών από τρία µικρά ταχύπλοα σκάφη µε τη χρησιµοποίηση των γερανών του πλοίου.
Ο καπετάνιος του σκάφους δήλωσε αρχικά για να δικαιολογήσει τη θέση του σκάφους ανοικτά του Πουέρτο Ρίκο, ενώ έπρεπε να πλέει προς Πορτογαλία, ότι τούτο είχε µηχανικά προβλήµατα. Το φορτίο αποτελείτο από 194 σάκκους των είκοσι κιλών ο καθένας, η δε κοκαίνη ήταν συσκευασµένη σε πακέτα του ενός κιλού περίπου, συσκευασµένα ανά δύο µε µονωτική ταινία µέσα σε αεροστεγή και υδατοστεγή συσκευασία, επιπλέον οι σάκκοι αυτοί είχαν σχοινιά και γάντζους.
Ως συνοδοί του φορτίου είχαν επιβιβασθεί ο Κ1 και ο Κ2 εκ µέρους των Κολοµβιανών λαθρεµπόρων. Ο σχεδιασµός για τη φόρτωση της ανωτέρω ποσότητας της ναρκωτικής ουσίας κοκαΐνης, της διαµετακοµίσεώς της µέσω Ατλαντικού στην Ευρώπη, η ναυτολόγηση του πληρώµατος, το ακολουθούµενο δροµολόγιο του φορτηγού πλοίου, ο συντονισµός και ο έλεγχος της πορείας του, µε την εκτροπή της πορείας του που θα γινόταν, καθώς επίσης η συνεχής παρακολούθηση και η καθοδήγηση του πληρώµατος του πλοίου, ιδίως του πλοιάρχου, γινόταν από τη συγκροτηµένη οµάδα για τέτοιες διαµετακοµίσεις ναρκωτικών µε πυρήνα τον δεύτερο, τρίτο και τέταρτο κατηγορούµενο.
δ. Βάσει των προεκτεθέντων, αποδείχθηκε ότι: αα. Στο χρονικό διάστηµα από την 30.3.1999 µέχρι και την 27.5.1999 κατείχε µε σκοπό την εµπορία κατ' εξακολούθηση επτά τόνους κοκαΐνης από κοινού µε τον πρώτο και τον τρίτο κατηγορούµενο, συγκεκριµένα: i. Την 30.3.1999 το φορτηγό πλοίο ΜV "Θ3" µετέβη στον κόλπο της Καρθαγένης Κολοµβίας, όπου κατά τις πρωϊνές ώρες παρέλαβε από Κολοµβιανούς λαθρέµπορους ναρκωτικών, της οµάδας του Δ1 (µε τον οποίο κυρίως συνεργαζόταν η ανωτέρω εγκληµατική οµάδα), µεγάλη ποσότητα κοκαΐνης τουλάχιστον τριών τόννων.
Η ναρκωτική αυτή ουσία θα µεταφερόταν στα ανοικτά της Βόρειας Ισπανίας και θα παραδιδόταν σε Ισπανούς λαθρέµπορους ναρκωτικών, συνεργαζόµενους µε τους αντίστοιχους Κολοµβιανούς και το ελληνικό δίκτυο οργανώσεως και διακινήσεως της εν λόγω ναρκωτικής ουσίας που συγκροτείτο από τον δεύτερο και τρίτο των κατηγορουµένων.
Το ως άνω πλοίο διήλθε τον Ατλαντικό και µετά από παρέκκλιση της κανονικής του πορείας, σύµφωνα µε όσα ειδικότερα έχουν προπεριγραφεί, την 16.4.1999 εκφόρτωσε την ποσότητα της παραπάνω κοκαΐνης των ακτών της δυτικής Αφρικής (Σενεγάλη) σε δύο ταχύπλοα. Κατά τη χρονική αυτήν περίοδο από τον χρόνο φορτώσεως µέχρι την εκφόρτωση της εν λόγω ναρκωτικής ουσίας ο δεύτερος κατηγορούµενος Χ1, από κοινού µε τους συγκατηγορουµένους του Χ6 και Χ2, είχε φυσική εξουσίαση στην πιο πάνω ποσότητα των τριών τόννων κοκαΐνης, όπως έχει προπαρατεθεί, ώστε να µπορεί σε κάθε στιγµή να διαπιστώνει την ύπαρξή της και να τη διαθέτει πραγµατικά κατά τη δική του βούληση (µε την τρίτη σφαίρα του).
Επιπλέον, η ως άνω ποσότητα δεν προοριζόταν για προσωπική χρήση του δεύτερου κατηγορουµένου, αλλά για εµπορία της, δηλαδή µε την πράξη της κατοχής της επίµαχης ποσότητας κοκαΐνης συντελείται ή διευκολύνεται η πραγµατοποίηση της κυκλοφορίας της από άτοµο σε άτοµο. ii. Την 2//25.5.1999 κατά τις πρωϊνές ώρες, το φορτηγό πλοίο ΜV "Θ4" που βρισκόταν στην Καραϊβική ανοικτά της Κολοµβίας παρέλαβε από Κολοµβιανούς λαθρεµπόρους ναρκωτικών της ίδιας οµάδας την εξουσίας-κατοχής διαµετακοµιζόµενη κοκαΐνη και φυλαττόµενη για λογαριασµό του Δ1 µέσω τριών µικρών ταχύπλοων σκαφών µεγάλη ποσότητα κοκαΐνης 3.880 κιλών, σε 194 σάκκους των είκοσι κιλών ο καθένας, συσκευασµένη σε πακέτα του ενός κιλού περίπου, µε προορισµό τη Δ.
Ευρώπη (Ολλανδία). Την 27.5.1999, όµως, κατά τη διενέργεια νηοψίας που διενεργήθηκε από τις διωκτικές αρχές των ΗΠΑ στην Καραϊβική ανοικτά του Πουέρτο Ρίκο στο εν λόγω φορτηγό πλοίο, βρέθηκε η παραπάνω ποσότητα κοκαΐνης και κατασχέθηκε. Κατά τη χρονική αυτή περίοδο από τον χρόνο φορτώσεως της εν λόγω ναρκωτικής ουσίας διενέργειας της νηοψίας από τις διωκτικές αρχές των ΗΠΑ, ο δεύτερος κατηγορούµενος από, κοινού µε τον συγκατηγορούµενό του Χ2 είχε φυσική εξουσίαση στην πιο πάνω ποσότητα των 3.880 κιλών κοκαΐνης, όπως έχει προπαρατεθεί, ώστε να µπορεί σε κάθε στιγµή να διαπιστώνει την ύπαρξή της και να τη διαθέτει πραγµατικά κατά τη δική του βούληση (µε την τρίτη σφαίρα εξουσίας-κατοχής διαµετακοµιζόµενη κοκαΐνη και φυλαττόµενη για λογαριασµό του).
Επιπλέον, η ως άνω ποσότητα δεν προοριζόταν για προσωπική χρήση του δεύτερου κατηγορουµένου, αλλά για εµπορία της, δηλαδή, µε την πράξη της κατοχής της επίµαχης ποσότητας κοκαΐνης, συντελείται ή διευκολύνεται η πραγµατοποίηση της κυκλοφορίας της από άτοµο σε άτοµο.
ββ. Στη χρονική περίοδο από 30.3.1999 µέxρι και την 27.5.1999 µε περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήµατος, από κοινού µε τον πρώτο και δεύτερο κατηγορούµενο, διαµετακόµισε, µέσω της ανοικτής θάλασσας και των τυχόν χωρικών υδάτων που παρέπλευσε, ποσότητες της απαγορευµένης ναρκωτικής ουσίας κοκαΐνης, που αντιστοιχούν τουλάχιστον σε επτά τόνους, αντί αµοιβής ανάλογης της διαµετακοµιζόµενης κάθε φορά ποσότητας που είχε συµφωνήσει µε τους Κολοµβιανούς προµηθευτές, ειδικότερα: i.
Από την 30.3.1999 µέχρι την 16.4.1999 ο δεύτερος κατηγορούµενος από κοινού µε τους συγκατηγορουµένους του Χ6 και Χ2, µε το ΜV φορτηγό πλοίο "Θ3" διαµετακόµισε, αντί αµοιβής 4.100.000 δολαρίων ΗΠΑ ή το ισόποσο του εθνικού νοµίσµατος της χώρας παραδόσεως, ποσότητα τριών τόννων περίπου κοκαΐνης, εκκινώντας από την Καρθαγένη της Κολοµβίας, αφού αρχικώς κατευθυνόταν προς τις ακτές της βόρειας Ισπανίας, µε σκοπό την παράδοσή της σε λαθρεµπόρους ναρκωτικών της χώρας αυτής, συνεργαζόµενους µε την προαναφερόµενη ελληνική οµάδα, και την περαιτέρω διακίνησή της µε σκοπό το κέρδος σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες, πλην όµως προς αποφυγή της νηοψίας από τις διωκτικές ισπανικές αρχές, παρέκκλινε της πορείας του, και κατέληξε ανοικτά της Σενεγάλης, χωρίς να επισυµβεί διέλευση µέσω της ελληνικής επικρατείας.
Όµως, για τη συγκεκριµένη πράξη της διαµετακοµίσεως της ποσότητας των τριών τόννων της ενλόγω ναρκωτικής ουσίας, η οποία δεν προοριζόταν για προσωπική χρήση του δεύτερου κατηγορουµένου, αλλά για εµπορία της, ήτοι συντελώντας µε την πράξη αυτήν της διαµετακοµίσεως στην πραγµατοποίηση της κυκλοφορίας της κοκαΐνης από άτοµο σε άτοµο, εφαρµόζονται οι ελληνικοί ποινικοί νόµοι κατά των ηµεδαπών και αλλοδαπών, σύµφωνα µε το άρθρο 8 εδ.
θ' ΠΚ, καθόσον η εµπορία ναρκωτικών φαρµάκων συνιστά διεθνές έγκλημα ii. Από την 24/25.5.1999 µέχρι την 27.5.1999 ο δεύτερος κατηγορούµενος από κοινού µε τον τρίτο κατηγορούµενο µε το ΜV φορτηγό πλοίο "Θ4" διαµετακόµισε, αντί αµοιβής 4.100.000 δολαρίων ΗΠΑ ή το ισόποσο του εθνικού νοµίσµατος της χώρας παραδόσεως, ποσότητα 3.880 κιλών κοκαΐνης, εκκινώντας από τα ανοικτά της Κολοµβίας στην Καραϊβική, κατευθυνόµενο µέσω Ατλαντικού προς την Ευρώπη, µε σκοπό,την παράδοσή της σε λαθρεµπόρους ναρκωτικών της χώρας αυτής, συνεργαζόµενους µε την προαναφερόµενη ελληνική οµάδα, και την περαιτέρω διακίνησή της µε σκοπό το κέρδος σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες, πλην όµως στην Καραϊβική ανοικτά του Πουέρτο Ρίκο η επίµαχη ναρκωτική ουσία κατασχέθηκε από τις διωκτικές αρχές των ΗΠΑ, χωρίς να επισυµβεί διέλευση µέσω της ελληνικής επικρατείας.
Όµως, για τη συγκεκριµένη πράξη της διαµετακοµίσεως της ποσότητας των 3.880 κιλών της εν λόγω ναρκωτικής ουσίας, η οποία δεν προοριζόταν για προσωπική χρήση του δεύτερου κατηγορουµένου, αλλά για εµπορία της, ήτοι συντελώντας µε την πράξη αυτήν της διαµετακοµίσεως στην πραγµατοποίηση της κυκλοφορίας της κοκαΐνης από άτοµο σε άτοµο, εφαρµόζονται οι ελληνικοί ποινικοί νόµοι κατά των ηµεδαπών και αλλοδαπών, σύµφωνα µε το άρθρο 8 εδ.
θ' ΠΚ, καθόσον η εµπορία ναρκωτικών φαρµάκων συνιστά διεθνές έγκλημα. γγ. Στην Αθήνα, κατά τη χρονική περίοδο από 30.3.1999 µέχρι την 27.5.1999, µε περισσότερες πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήµατος, ο δεύτερος κατηγορούµενος οργάνωσε και επόπτευε µε οποιονδήποτε τρόπο την τέλεση των αξιόποινων πράξεων της κατοχής και διαµετακοµίσεως κατ' εξακολούθηση, µέσω της ανοικτής θάλασσας και αντί αµοιβής, της ναρκωτικής ουσίας κοκαΐνης και ειδικότερα: i.
Ως επιτελικό στέλεχος της πιο πάνω εγκληµατικής οµάδας ήλθε σε επαφή µε τους Κολοµβιανούς εµπόρους ναρκωτικών της οµάδας Δ1 και σχεδίασε αντί αµοιβής 4.100.000 δολαρίων ΗΠΑ την επιχείρηση µε το ΜV φορτηγό πλοίο "Θ3", της ως άνω διακινήσεως της ναρκωτικής ουσίας κοκαΐνης, που περιέχει τις πράξεις της κατοχής και διαµετακοµίσεως, ποσότητας τριών τόννων, µε την παραλαβή της από τον κόλπο της Καρθαγένης της Κολοµβίας την 30.3.1999, την εκτροπή της κανονικής πορείας του πλοίου προς το Cape Verde για τους προαναφερθέντες λόγους, προέβη στη στρατολόγηση του ουκρανικού και ελληνικού πληρώµατος µέσω του τέταρτου κατηγορουµένου, επέλεξε το συγκεκριµένο πλοίο και προσδιόρισε το δροµολόγιό του παρέχοντας στο πλήρωµα κάθε υλικοτεχνική υποστήριξη, συντόνιζε και έλεγχε την πορεία του πλοίου αυτού, παρείχε συνεχείς οδηγίες και καθοδήγηση, µε σκοπό να επιτευχθεί η ασφαλής µεταφόρτωση της κοκαΐνης ανοικτά της Σενεγάλης την 16.4.1999 στα ταχύπλοα σε άγνωστους παραλήπτες, γεγονός που επισυνέβη. ii.
Ως επιτελικό στέλεχος της πιο πάνω εγκληµατικής οµάδας ήλθε σε επαφή µε τους Κολοµβιανούς εµπόρους ναρκωτικών και σχεδίασε αντί αµοιβής 4.100.000 δολαρίων ΗΠΑ την επιχείρηση µε το ΜV φορτηγό πλοίο "Θ4", της ως άνω διακινήσεως της ναρκωτικής ουσίας κοκαΐνης, που περιέχει τις πράξεις της κατοχής και διαµετακοµίσεως, ποσότητας 3.880 κιλών, µε την παραλαβή της ανοικτά της Κολοµβίας στην Καραϊβική την 24/25.5.1999, προέβη στη στρατολόγηση του ουκρανικού και ελληνικού πληρώµατος µέσω του τέταρτου κατηγορουµένου, επέλεξε το συγκεκριµένο πλοίο και προσδιόρισε το δροµολόγιό του παρέχοντας στο πλήρωµα κάθε υλικοτεχνική υποστήριξη, συντόνιζε και έλεγχε την πορεία του πλοίου αυτού, παρείχε συνεχείς οδηγίες και καθοδήγηση, µε σκοπό να επιτευχθεί η ασφαλής µεταφόρτωση της κοκαΐνης ανοικτά στην Ισπανία, µέχρι την κατάσχεσή της την 27.5.1999 ανοικτά του Πουέρτο Ρίκο στην Καραϊβική.
ε. Περαιτέρω, από τα προπεριγραφέντα αποδείχθηκε ότι τις πράξεις του αυτές ο κατηγορούµενος τέλεσε χωρίς να έχει αποκτήσει την έξη της χρήσεως ναρκωτικών ουσιών, ώστε να αδυνατεί να την αποβάλει µε τις δικές του δυνάµεις, ενεργώντας, α) κατ' επάγγελµα, δηλαδή µε πρόθεση επανειληµµένης τελέσεως των εγκληµάτων προς πορισµό εισοδήµατος ή από την υποδοµή που είχε διαµορφώσει µε πρόθεση επανειληµµένης τελέσεως τών πράξεων αυτών, β) κατά συνήθεια, αφού από την επανειληµµένη τέλεση των ενλόγω πράξεων προκύπτει σταθερή ροπή του προς διάπραξη των ανωτέρω εγκληµάτων ως στοιχείο της προσωπικότητας του και γ) υπό περιστάσεις που µαρτυρούν ότι είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος, καθόσον:
Η σύσταση, η στελέχωση, η οργάνωση, η δοµή της οµάδας του δεύτερου και τρίτου κατηγορουµένου καθώς επίσης ο τρόπος (modus operandi) και τα µέσα δράσεως τους για την επίτευξη του σκοπού της διακινήσεως της ναρκωτικής ουσίας της κοκαΐνης από χώρες της Λ. Αµερικής προς ΗΠΑ και Ευρώπη, υπό την κάλυψη διαµετακοµίσεως µε φορτηγά πλοία νόµιµων φορτίων εκµεταλλευόµενοι τις ναυτιλιακές τους δραστηριότητες, η ναυτολόγηση κατά κύριο λόγο ουκρανικών πληρωµάτων, η δηµιουργία υπεράκτιων εταιριών για την κυριότητα και τη διαχείριση των επίµαχων πλοίων, ώστε να µην είναι δυνατή η αναγνώριση της ταυτότητας των εν τοις πράγµασι διοικούντων τις εταιρίες αυτές, η συνεργασία τους µε Κολοµβιανούς µεγαλεµπόρους ("Βαρώνους της κοκαΐνης") όπως ο Δ1, oι παρεκκλίσεις των προαναφερόµενων εμπλακέντων πλοίων προς αποφυγή του ελέγχου από τις αρµόδιες διωκτικές αρχές ή την παραπλάνησή τούς (όπως αυτά έχουν ήδη αναπτυχθεί), καταδεικνύουν, αφενός οργανωµένο σχέδιο πορισµού εσόδων σε σταθερή βάση, αφετέρου ότι ο εν λόγω κατηγορούµενος έχει ριζωµένη ροπή στη συστηµατική και επανειληµµένη τέλεση εγκληµάτων διαδόσεως της ως άνω ναρκωτικής ουσίας και τελεί τοιαύτης φύσεως εγκλήµατα προς απόληψη σταθερού αθέµιτου εισοδήµατος.
Επιπλέον, ο στόχος της διαθέσεως σε τρίτους τόσο µεγάλης ποσότητας κοκαΐνης (7 τόννοι περίπου της εν λόγω ναρκωτικής ουσίας), η µη στάθµιση εκ µέρους του της τεράστιας ζηµίας που θα προξενούσε η πληµµύρα των αµερικανικών και ευρωπαϊκών χωρών µε την παραπάνω µεγάλη ποσότητα κοκαΐνης και συνακόλουθα οι θάνατοι που θα µπορούσαν να προκληθούν, κυρίως νέων ανθρώπων, από τη χρήση που θα έκαναν, τα αίτια του υψηλότατου κέρδους που προσδοκούσε από τις παραπάνω διαµετακοµίσεις ανεξαρτήτως κόστους ακόµη και ανθρώπινων ζωών και η εν γένει συγκρότηση της προσωπικότητάς του, σε συνδυασµό µε τις ειδικές περιστάσεις υπό τις οποίες τέλεσε τα ανωτέρω εγκλήµατα και δη η βαρύτητα και η σπουδαιότητά τους, ο τρόπος τελέσεως, ο οποίος είναι ιδιαίτερα ευρηµατικός και ευφυής, η µεθοδικότητα, συστηµατικότητα και η οργανωµένη επαγγελµατική δράση για την επιτυχή και ασφαλή (κυρίως) υπερατλαντική διαµετακόµιση, µαρτυρούν ότι είναι άτοµο ιδιαιτέρως επικίνδυνο που θα διαπράξει στο µέλλον νέα παρεµφερή εγκλήµατα. 2.
Σχετικά µε τη νοµιµοποίηση εσόδων από παράνοµες δραστηριότητες. α. Από την πραγµάτωση των προπεριγραφόµενων αξιόποινων πράξεών του, ο δεύτερος κατηγορούµενος Χ1 κατά τη χρονική περίοδο από 30.3.1999 µέχρι 29.5.1999 είχε ως έσοδα (οπό τις προεισπράξεις, την αµοιβή κατά την εκτέλεση και µετά την εκτέλεση) τα ακόλουθα ποσά που, είτε ενεργώντας από κοινού είτε µε την έκτη κατηγορούµενη (σύζυγό του) είτε µε τον τρίτο κατηγορούµενο, κατέθεσε στα κατωτέρω πιστωτικά ιδρύµατα και κατείχε ως περιουσιακά του στοιχεία, µε αποτέλεσµα µετά την κατάθεσή τους και την κατοχή τους από τον δεύτερο κατηγορούµενο, να απωλέσουν την αυτοτέλειά τους, να αναµειχθούν µε τα χρήµατα των εν λόγω τραπεζικών καταστηµάτων και µε τον τρόπο αυτόν να επιτευχθεί η συγκάλυψη της αληθινής προελεύσεώς τους, επιπλέον δε κινήθηκε µε σκοπό την κερδοσκοπία, δηλαδή, τον προσπορισμό κέρδους και.
την αύξηση των εισοδημάτων του από την προαναφερόµενη παράνοµη δραστηριότητά του, λαµβάνοντας υπόψη, σύµφωνα µε όσα εκτίθενται στη µείζονα σκέψη, ότι ο δεύτερος κατηγορούµενος που τέλεσε τις πιο πάνω αξιόποινες πράξεις που προβλέπονται και τιµωρούνται από τον νόµο καταπολεµήσεως της διαδόσεως των ναρκωτικών µπορεί να τελέσει και την πράξη της νοµιµοποιήσεως εσόδων από παράνοµες δραστηριότητες, απορριπτοµένων ως αβασίµων των αντιθέτων που υποστηρίζει ο εν λόγω κατηγορούµενος.
Ειδικότερα:
i. Την 28.5.199 κατείχε το ποσό των 5.787.019 δολαρίων ΗΠΑ, που είχε καταθέσει στον υπ' αριθµ. ........ λογαριασµό της Τράπεζας American Express. ίί. Την 19.5.1999, από κοινού µε τη συγκατηγορούµενη σύζυγό του, Χ7, κατείχε το ποσό των 2.850.686 δολαρίων ΗΠΑ, που είχαν καταθέσει στον υπ' αριθµ. ........ κοινό λογαριασμό.
iii. Την 18.6.1999, από κοινού µε την ανωτέρω συγκατηγορούµενή του, κατείχε το ποσό των 3.356,57 δολαρίων ΗΠΑ, που είχαν καταθέσει στον υπ' αριθµ. .......... κοινό τραπεζικό λογαριασµό της Εµπορικής Τράπεζας, κατάστηµα Αγίας Ελεούσας. iν. Την 30.6.1999, από κοινού µε την ανωτέρω συγκατηγορούµενή του, κατείχε το ποσό των 81.654.868 δραχµών, που είχαν καταθέσει στον υπ' αριθµ. ....... κοινό τραπεζικό λογαριασµό της παραπάνω Τράπεζας. ν. Την 13.5.1999, από κοινού µε την ως άνω συγκατηγορούµενή του κατείχε το ποσό των 3.334.950,45 δολαρίων ΗΠΑ, που είχαν καταθέσει στον υπ' αριθµ. ...... τραπεζικό λογαριασµό της Ευρωπαϊκής Λαϊκής Τράπεζας. νi. Την 14.6.1999, από κοινού µε την παραπάνω συγκατηγορούµενή του κατείχε το ποσό των 2.343.459,17 δολαρίων ΗΠΑ, που είχαν καταθέσει στον υπ' αριθµ. ......... τραπεζικό λογαριασµό της Ευρωπαϊκής Λαϊκής Τράπεζας. Περαιτέρω και σε σχέσει με τους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου για την αναγνώριση σ' αυτόν των ελαφρυντικών περιστάσεων του προτέρου εντίμου βίου και της ειλικρινούς μεταμέλειας, το δικαστήριο απέρριψε το αίτημά του, ως αβάσιμο κατ' ουσίαν, με την παρακάτω αιτιολογία.
"... Από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, όμως δεν προέκυψαν, κατά πλειοψηφία, περιστατικά που να δικαιολογούν την αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων στο πρόσωπο του εν λόγω κατηγορουμένου. Ειδικότερα: α. Ως προς τον έντιμο βίο. αα. Είναι αληθές ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος μέχρι της τελέσεως των ως άνω πράξεών του δεν είχε καταδικασθεί για οποιαδήποτε αξιόποινη πράξη και από το αποδεικτικό υλικό προκύπτει ότι αυτός έχει δημιουργήσει οικογένεια από τον νόμιμο γάμο του με την έκτη κατηγορούμενη αποκτώντας τρία τέκνα. 'Ομως η σύσταση και η λειτουργία εγκληματικής ομάδας, ο σχεδιασμός και η οργάνωση διαμετακομίσεως μεγάλων φορτίων (3 περίπου τόννοι ανά φορτίο) της ναρκωτικής ουσίας κοκαΐνη με τη χρήση σύγχρονων πλοίων, η μεθόδευση της συστάσεως υπεράκτιων εταιριών, οι οποίες είχαν την πλοιοκτησία και διαχείριση των εμπλεκόμενων πλοίων, η συνεργασία με Κολαμβιανούς μεγαλεμπόρους κοκαΐνης, οι μέθοδοι για την αποφυγή των ελέγχων από τις διωκτικές αρχές, τα μέτρα προφυλάξεως που λάμβανε η ομάδα, συνιστούν γεγονότα μη ικανά να χαρακτηρίσουν έντιμη την ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή του έως το χρόνο που έγιναν οι πράξεις, έτσι ώστε η τέλεσή τους από αυτόν να εμφανίζεται ως περιστατικό μη αναμενόμενο (χωρίς να αρκεί προς τούτο το λευκό ποινικό μητρώο), συνακόλουθα δε τα ίδια γεγονότα χρωματίζουν αρνητικά την προσωπικότητα του δεύτερου κατηγορουμένου, αφαιρώντας από αυτήν την ιδιότητα της εντιμότητας (πρβλ.
ΑΠ 916/2002 ΠοινΛογ 2002.1035, ΑΠ 1549/2000 ΠοινΔικ 2001.806). ββ. Πέραν αυτών, ο δεύτερος κατηγορούμενος κατά τη χρονική περίοδο πριν από τη σύλληψή του την 25.2.1998 και την 7.4.1998 είχε πραγματοποιήσει διακίνηση κοκαΐνης με τα φορτηγα πλοία "Θ9" και "Θ5", όπως έχει προπαρατεθεί, πράξεις αυξημένης ηθικής απαξίας που δεν προσήκουν στον έντιμο βίο.
Γι' αυτό ο ισχυρισμός του περί αναγνωρίσεως της συνδρομής της άνω ελαφρυντικής περιστάσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος. β. Ως προς την ειλικρινή μεταμέλεια. Δεν αποδείχθηκε ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος επέδειξε ειλικρινή μεταμέλεια, όπως αβάσιμα διατείνεται, διότι ο εν λόγω κατηγορούμενος, αν και ομολόγησε αρκετά εις βάρος του περιστατικά, ωστόσο δεν αποκάλυψε ολόκληρη την πραγματική αλήθεια σχετικά με την υπόθεση αυτή (βλ.
ΑΠ 1258/2002 ΠοινΛογ 2002.1365) σχετικά με προγενέστερες αξιόποινες πράξεις του (για τη διακίνηση κοκαΐνης με τα πλοία "Θ9" και "Θ10") ή με τη συμμετοχή και άλλων εμπλεκόμενων προσώπων σ' αυτές (....., ...... κλπ.) ούτε αποδείχθηκε ότι επεδίωξε να άρει τις δυσμενείς συνέπειες των πράξεών του...." Ο αναιρεσείων με την αίτησή του, πλήττει την απόφαση για τους κατωτέρω από το άρθρο 510 παρ.1 του ΚΠοινΔ προβλεπόμενους λόγους, αποδίδοντας στην προσβαλλόμενη απόφαση τις επόμενες πλημμέλειες.
1.- Απόλυτη ακυρότητα (άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α') 1α.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠοινΔ, απόλυτη ακυρότητα, που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη, προκαλείται αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται, στις περιπτώσεις και με τις προϋποθέσεις που ο νόμος ορίζει.
Δεν παραβλάπτονται τα δικαιώματα του κατηγορουμένου και δεν δημιουργείται ακυρότητα της διαδικασίας, όταν το δικαστήριο προβαίνει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 364 παρ.1 του ΚΠοινΔ, στην ανάγνωση εγγράφων των οποίων δεν αμφισβητείται η γνησιότητα, που υποβάλλονται από κάποιον διάδικο κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας και αξιολογούνται στη συνέχεια από το δικαστήριο, αφού ο κατηγορούμενος διατηρεί το από το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα δικαίωμα να προβεί σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις αναφορικά με τα περιεχόμενο των εγγράφων που υποβλήθηκαν και αναγνώσθηκαν.
Περαιτέρω,δεν προκαλείται ακυρότητα, και στην περίπτωση εκείνη κατά την οποία, σε ενάσκηση του υπερασπιστικού του δικαιώματος, ο συγκατηγορούμενος στην ίδια δίκη ή κάποιος από τους λοιπούς διαδίκους, παρά την εναντίωση του κατηγορουμένου, κάνει χρήση και αξιοποιεί το περιεχόμενο γνωστού σ' αυτόν εγγράφου, που δεν υπάρχει στη δικογραφία, για να υποβάλλει ερωτήσεις σε εξεταζόμενο μάρτυρα, εφόσον στη συνέχεια και σε οποιοδήποτε στάδιο της αποδεικτικής διαδικασίας κατατίθεται τούτο από τον χρήστη, αναγιγνώσκεται από το δικαστήριο και έτσι ο κατηγορούμενος λαμβάνει γνώση του περιεχομένου του, διότι και στην περίπτωση αυτή διατηρούνται ακέραια τα από την άνω διάταξη του άρθρου 358 ΠοινΔ δικαιώματά του.
Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση των πρακτικών της δίκης, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος Χ1, κατά την εξέταση του μάρτυρα κατηγορίας Η1 από τους συνηγόρους του συγκατηγορουμένου του Χ2, εναντιώθηκε στην υποβολή ερωτήσεων με αποσπασματική χρήση των πρακτικών της αποφάσεως του Αμερικανικού δικαστηρίου που εκδόθηκε για την υπόθεση του πλοίου Θ4, γιατί η απόφαση αυτή δεν περιλαμβανόταν μεταξύ των εγγράφων του κατηγορητηρίου που ήσαν αναγνωστέα, δεν είχε δε κατατεθεί και δεν είχε ζητηθεί η ανάγνωση της αποφάσεως αυτής κατά το χρόνο εξετάσεως του μάρτυρα.
Εφόσον, όμως, στη συνέχεια, το δικαστήριο, αποδεχόμενο αίτημα και του ιδίου κατηγορουμένου προέβη στην ανάγνωση της εν λόγω αποφάσεως και ο κατηγορούμενος έλαβε γνώση του περιεχομένου της και είχε τη δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το περιεχόμενο του παραπάνω εγγράφου, δεν παρήχθη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο.
Συνεπώς, ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ 3ος είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
2.-Σχετική ακυρότητα - Έλλειψη ακροάσεως (άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Β') Κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.Β' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η σχετική ακυρότητα που έλαβε χώρα κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο (άρθρο 170 παρ. 1) και δεν καλύφθηκε, σύμφωνα με τα άρθρα 173 και 174. Τέτοια σχετική ακυρότητα δημιουργείται όταν, κατά τα προεκτεθέντα, το δικαστήριο της ουσίας παραλείπει να αποφανθεί σε υποβληθείσα αίτηση του κατηγορουμένου ή του συνηγόρου η οποία αναφέρεται στην άσκηση δικαιωμάτων παρεχόμενων σ' αυτόν από τον νόμο, ως και στην περίπτωση κατά την οποία, σύμφωνα με το άρθρο 211 εδ.α του ΚΠοινΔ, στη διαδικασία στο ακροατήριο εξετάστηκε μάρτυρας, ο οποίος είχε ασκήσει στην ίδια υπόθεση ανακριτικά καθήκοντα.
Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος προσάπτει στην προασβαλλόμενη απόφαση τις παρακάτω από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Β'του ΚΠοινΔ πλημμέλειες και ειδικότερα: α) ενώ ζήτησε να μην αναγνωσθεί η απόφαση του δικαστηρίου στις ΗΠΑ για την υπόθεση του πλοίου Θ4, στην περίπτωση δε που το δικαστήριο ήθελε προβεί στην ανάγνωση της αποφάσεως αυτής, να κληθεί να καταθέσει ο εξετασθείς ως μάρτυρας στη δίκη εκείνη υποπλοίαρχος Β2, το δικαστήριο ανέγνωσε τα πρακτικά της δίκης εκείνης, αλλά επί του αιτήματος της κλητεύσεως του Β2 σιώπησε και β) ενώ ζήτησε σε περίπτωση αναγνώσεως της παραπάνω αποφάσεως, να μην αναγνωσθεί και η περιεχόμενη στα πρακτικά της αποφάσεως αυτής κατάθεση του μάρτυρα αστυνομικού Η2 ο οποίος είχε ασκήσει προανακριτικά καθήκοντα, το δικαστήριο προχώρησε στην ανάγνωση του όλου περιεχομένου της αποφάσεως.
Όμως, και οι δύο παραπάνω αιτιάσεις είναι αβάσιμες. Αναφορικά με την κλήτευση του υποπλοίαρχου Β2, από την επισκόπηση των πρακτικών της δίκης, προκύπτει ότι η αίτηση του κατηγορουμένου τελικώς αφέθηκε στην κρίση του δικαστηρίου αφού αυτός, παρά το αρχικώς υποβληθέν αίτημα, στη συνέχεια δήλωσε και ζήτησε "ε π ι κ ο υ ρ ι κ ά", σε περίπτωση που το δικαστήριο κρίνει αναγκαία την ανάγνωση της αποφάσεως, να μην αναγνωσθεί η κατάθεση του Η2 (βλ.
σελ. 439 και 440 της αποφάσεως). Παρεκτός όμως των ανωτέρω, ως διατυπώθηκε και προβλήθηκε το αίτημα του κατηγορουμένου ήταν τελείως αόριστο, αφού, χωρίς τον οποιοδήποτε προσδιορισμό των συγκεκριμένων σημείων, κρίσιμων για τη διάγνωση της υποθέσεως, επί των οποίων έπρεπε κληθεί και να δώσει διευκρινίσεις για την κατάθεσή του ο μάρτυρας και χωρίς να τεθούν υπόψη του δικαστηρίου τα στοιχεία εκείνα που θα καθιστούσαν δυνατή την κλήτευση και εμφάνισή του, το δικαστήριο αδυνατούσε να κρίνει για την αναγκαιότητα και η δυνατότητα κλήτευσης του άνω μάρτυρα.
Συνεπώς, το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και από την παράλειψή του ουδεμία παρήχθη ακυρότητα. Περαιτέρω και αναφορικά με τη μη ανάγνωση της καταθέσεως του μάρτυρα Η2 και το αίτημα αυτό, όπως υποβλήθηκε, ήταν αόριστο και κατά τούτο το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει, διότι δεν προσδιορίζονται παντάπασι από τον κατηγορούμενο οι πράξεις τις οποίες φέρεται ότι ενήργησε ο μάρτυρας αυτός για να κριθεί αν πράγματι συνιστούν ανακριτικές πράξεις και εμπίπτουν στην από το άρθρο 211 εδαφ. α'του ΚΠοινΔ απαγόρευση, ή εάν αναφέρονται στην άσκηση των εν γένει αστυνομικών του καθηκόντων.
Συνεπώς, οι συναφείς 5ος και 6ος λόγοι της αιτήσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην απόφαση οι άνω πλημμέλειες είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
3.- Έλλειψη αιτιολογίας (άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ') Με όσα γενικώς και ειδικώς, κατά τα προαναφερθέντα, δέχθηκε το δικαστήριο και για τον κατηγορούμενο Χ1, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την κατά άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αξιόποινων πράξεων, για τις οποίες κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, τις αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά, καθώς και τις σκέψεις, με βάση τις οποίες έκανε την υπαγωγή τους στις προαναφερθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου. Ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας επί των παρακάτω ζητημάτων.
α.- Σε σχέση με τη νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα επικαλείται ότι: 1) η προασβαλλόμενη απόφαση δεν διαλαμβάνει πραγματικά περιστατικά και σκέψεις με τις οποίες καταλήγει στο αποδεικτικό πόρισμα για την πηγή προέλευσης των χρημάτων που βρέθηκαν και κατασχέθηκαν και ειδικότερα περί του ότι τα χρήματα αυτά είναι στο σύνολό τους, αποκλειστικά και μόνον, προϊόν των διαμετακομίσεων κοκαΐνης με τα πλοία Θ3 και Θ4 για τις οποίες κρίθηκε ένοχος 2) ενώ δέχεται ότι τα παράνομα έσοδα προέρχονται από προεισπράξεις, την αμοιβή του κατά την εκτέλεση και μετά την εκτέλεση των δύο διαμετακομίσεων κοκαΐνης, παραγνωρίζει το γεγονός και ουδέν διαλαμβάνει σχετικώς για το ότι η διαμετακόμιση με το πλοίο Θ4 δεν ολοκληρώθηκε αφού το πλοίο αυτό και το φορτίο του κατασχέθηκαν 3) ενώ η απόφαση δέχεται ότι επί 23 έτη εργάσθηκε ως Αρχιμηχανικός και στη συνέχεια δραστηριοποιήθηκε στις ναυτιλιακές επιχειρήσεις, δεν εξηγεί γιατί η αγορά των δύο παραπάνω πλοίων αποκλείεται να έγινε από τα έσοδα της νόμιμης δραστηριότητάς του και 4) ενώ δέχεται ότι για κάθε διαμετακόμιση κοκαΐνης το ποσό της προείσπραξης αμοιβής την οποία ελάμβανε από του Κολομβιανούς εμπόρους ναρκωτικών ανερχόταν σε 1.350.000 δολάρια, δεν εξηγεί κατά ποίον τρόπο αυτός παρείχε εξασφάλιση στους άνω εμπόρους ότι θα πραγματοποιούσε την μεταφορά και την παράδοση του παράνομου φορτίου στον συμφωνηθέντα τόπο.
Οι αιτιάσεις αυτές που προβάλλονται με τον 1ο λόγο αναιρέσεως, είναι αβάσιμες. Η απόφαση με πληρότητα και σαφήνεια διαλαμβάνει στο σκεπτικό της ότι το σύνολο των χρημάτων που βρέθηκαν σε τραπεζικούς λογαριασμούς του κατηγορουμένου καθώς και εκείνα τα χρήματα τα οποία διατέθηκαν για την, από κοινού με τον Χ2, αγορά των παραπάνω πλοίων, προέρχονταν από την αμοιβή του κατηγορουμένου για τις δύο διαμετακομίσεις τις οποίες πραγματοποίησε με τα άνω πλοία και δεν δημιουργείται αντίφαση ούτε υπάρχει λογικό κενό στην εξισωτική σχέση μεταξύ χρημάτων κατασχεθέντων και διατεθέντων για την αγορά των πλοίων, σε σχέση με το ποσό της παράνομης αμοιβής από τις διακινήσεις της κοκαΐνης, αφού το ποσό των 4.100.000 δολαρίων για κάθε διαμετακόμιση πρόδηλο είναι, από τις έμμεσες παραδοχές της αποφάσεως, ότι λαμβάνεται ως το ελάχιστον κατώτατο ποσό για κάθε διαμετακόμιση.
Ούτε εξάλλου η κατάσχεση του πλοίου Θ4 και του φορτίου του αποκλείει, κατ' ανάγκη, την είσπραξη από τον κατηγορούμενο του συνόλου της αμοιβής του, τοσούτο μάλλον αφού η νηοψία και κατάσχεση του πλοίου δεν ήταν αποτέλεσμα δικών του παραλείψεων. Περαιτέρω, η απόφαση, με τις εκ του πράγματος παραδοχές της, δεν δέχεται ότι τα κατασχεθέντα χρήματα στο σύνολό τους ή μέρος αυτών προέρχονταν από τη νόμιμη δραστηριότητα του κατηγορουμένου, και δεν δημιουργείται αντίφαση από τις παραδοχές της για την επί 23 έτη εργασία του ως Αρχιμηχανικού και τη δραστηριότητά του σε ναυτιλιακές εργασίες, αφού οι σχετικές αναφορές στην απόφαση γίνονται όλως διηγηματικά για να καταδειχθεί το επαγγελματικό παρελθόν του, μέχρι του χρονικού σημείου κατά το οποίο αυτός απεφάσισε να ασχοληθεί με την προσοδοφόρο επιχείρηση της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών.
Τέλος, η αιτιολογία της αποφάσεως δεν εκτείνεται σε γεγονότα νομικώς αδιάφορα για την θεμελίωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος και συνεπώς, το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να διαλάβει σκέψεις, ως αβασίμως επικαλείται ο αναιρεσείων, και περί της εξασφάλισης των Κολομβιανών εμπόρων κοκαΐνης από την καταβολή σ' αυτόν προείσπραξης αμοιβής για τη διαμετακόμιση της άνω ναρκωτικής ουσίας.
β. Η κατά το Σύνταγμα και το νόμο ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων επιβάλλεται χωρίς εξαίρεση για όλες τις δικαστικές αποφάσεις, ανεξάρτητα εάν είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες. Η απόφαση, όμως, με την οποία το δικαστήριο επιφυλάσσεται να κρίνει επί αιτήματος που υποβάλλεται από τους διαδίκους, δεν περιέχει οριστικές διατάξεις ώστε να αιτιολογείται με οποιονδήποτε τρόπο η διατυπωθείσα επιφύλαξη.
Ανάγκη ειδικής αιτιολογίας έχει η μετά ταύτα εκδιδόμενη παρεμπίπτουσα απόφαση. Στην προκείμενη περίπτωση το δικαστήριο στην 924/2005 παρεμπίπτουσα απόφασή του, επί αιτήματος του κατηγορουμένου για την προσκομιδή εγγράφων, διέλαβε ".. το δικαστήριο κρίνει ότι στο στάδιο της αναγνώσεως των εγγράφων θα κριθεί αν πρέπει να προσκομισθούν τα αιτηθέντα από τους κατηγορουμένους έγγραφα...".
Την αποφασή του αυτή, το δικαστήριο δεν όφειλε να αιτιολογήσει και η σχετική αιτίαση, προβαλλόμενη με τον 4ο λόγο αναιρέσεως είναι αβάσιμη. γ.- Με αυτά που, κατά τα προεκτεθέντα, δέχθηκε το δικαστήριο και απέρριψε τους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου για την αναγνώριση των ελαφρυντικών περιστάσεων του προτέρου εντίμου βίου και της ειλικρινούς μεταμέλειας, διέλαβε στην απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία.
Ειδικά, για την ανυπαρξία προτέρου εντίμου βίου, διαλαμβάνει η απόφαση αρνητικά προς τούτο κριτήρια, χρονικώς προγενέστερα, που δεν συνδέονται κατ' ανάγκη ευθέως και αμέσως με τις πράξεις τις οποίες στη συνέχεια τέλεσε ο κατηγορούμενος, αφού δέχεται το δικαστήριο ότι η μεθόδευση της σύστασης υπεράκτιων εταιριών που είχαν την πλοιοκτησία και τη διαχείριση των πλοίων του, η σύσταση εγκληματικής ομάδας με σκοπό τη διακίνηση ναρκωτικών ουσιών γενικώς και χωρίς τον εξυπαρχής προσδιορισμό των διαμετακομίσεων τις οποίες τελικά πραγματοποίησε, υποδηλώνουν συμπεριφορά που δεν προσδίδει στον κατηγορούμενο τον χαρακτήρα έντιμης ατομικής, οικογενειακής, επαγγελματικής και εν γένει κοινωνικής ζωής, ως εκ περισσού δε και πλεοναστικώς η προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρεται επι πλέον σε διακινήσεις κοκαΐνης κατά τη χρονική περίοδο πριν από τη σύλληψη του κατηγορουμένου με τα φορτηγά πλοία "Θ9" και "Θ5", πράξεις για τις οποίες δεν του έχει απαγγελθεί κατηγορία.
Περαιτέρω, διαλαμβάνονται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης περιστάσεως πραγματικά περιστατικά και σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα της μη συνδρομής στο πρόσωπο του κατηγορουμένου του ελαφρυντικού της ειλικρινούς μεταμέλειας, αφού, ειδικότερα, δέχεται ότι αυτός αρνήθηκε να αποκαλύψει την αλήθεια για προηγούμενες πράξεις διακίνησης κοκαΐνης με τα προαναφερθέντα πλοία "Θ9" και "Θ5", και για άλλα πρόσωπα που εμπλέκονται στις πράξεις αυτές.
Συνεπώς, κατά τούτο, ο για έλλειψη αιτιολογίας 2ος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος. δ.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 449 του ΚΠολΔ, προς τα πρότυπα έγγραφα εξομοιώνονται και τα αντίγραφα αυτών, εφ' όσον η ακρίβειά τους βεβαιώνεται από αρμόδιο υπάλληλο. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 52 του Κώδικα περί δικηγόρων, στους δικηγόρους αναγνωρίζεται επίσης η αρμοδιότητα να μεταφράζουν έγγραφα συντεταγμένα σε ξένη γλώσσα.
Όπως δε ορίζεται ειδικότερα στο άρθρο 53 του ίδιου Κώδικα, μεταφράσεις εγγράφων, συντεταγμένων σε ξένη γλώσσα, που γίνονται από δικηγόρους λαμβάνονται υποχρεωτικά υπόψη, εφ' όσον συνοδεύονται από το μεταφρασθέν έγγραφο που φέρει επ' αυτού χρονολογούμενη και ενυπόγραφη του μεταφράσαντος δικηγόρου βεβαίωση ότι η μετάφραση αφορά αυτό τούτο το έγγραφο.
Ο αναιρεσείων επικαλείται ότι χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία με την 1942/2005 παρεµπίπτουσα απόφαση του δικαστηρίου, απορρίφθηκε η από 13-7-2005 δήλωσή του - εναντίωση, µε την οποία ζητούσε να µην ληφθεί υπόψη το αναγνωσθέν ξενόγλωσσο έγγραφο (......... απόφαση του Αµερικανικού Δικαστηρίου για τη δίκη του πλοίου του Θ4), γιατί δεν τηρήθηκαν οι νόµιµες προϋποθέσεις µετάφρασής του από τη δικηγόρο Χαρίκλεια Μάµαλη.
Και τούτο διότι η μετάφραση αυτή λαµβάνεται υποχρεωτικά υπόψη, εφόσον συνοδεύεται από το µεταφρασθέν έγγραφο επί του οποίου τίθεται χρονολογούµενη και ενυπόγραφη βεβαίωση της δικηγόρου, που έκανε τη µετάφραση, ότι η µετάφραση αφορά αυτό τούτο το έγγραφο, το έγγραφο δε αυτό σε πρωτότυπο µε την ως άνω βεβαίωση της µεταφράστριας δεν προσκομίσθηκε.
Όπως προκύπτει, όµως, από το σκεπτικό της ιδίας ως άνω παρεµπίπτουσας αποφάσεως, απορρίφθηκε η προαναφερόµενη δήλωση του αναιρεσείοντος µε την αιτιολογία "...Είναι αυτονόητο ότι το πρωτότυπο της απόφασης βρίσκεται στη γραµµατεία του Αµερικανικού Δικαστηρίου και ότι η δικηγόρος που µετέφρασε το αγγλικό κείµενο εργάσθηκε στο αντίγραφο αυτής που θεωρήθηκε από την Ελληνική Προξενική Αρχή του Χιούστον και ότι εκ παραδροµής βεβαιώθηκε εκ µέρους της επί της µεταφράσεως "Ακριβές αντίγραφο εκ του πρωτοτύπου, Αθήνα 8.10.03.
Η βεβαιούσα δικηγόρος Χαρίκλεια Μάµαλη (σφραγίδα και υπογραφή ", ενώ η σχετική χρονολογία µε την ενυπόγραφη βεβαίωση έπρεπε να τεθεί στο ξενόγλωσσο έγγραφο. Δεδοµένου ότι ουδεµία καταλείπεται αµφιβολία, ότι η αναγνωσθείσα µετάφραση από τα Αγγλικά στα Ελληνικά αποτελεί πιστή µετάφραση της ΝΟ. ........ Αµερικανικής απόφασης, χωρίς να εµπεριέχονται σ'αυτήν ψευδείς βεβαιώσεις της µεταφράστριας δικηγόρου πρέπει να ληφθεί υπόψη το επίµαχο έγγραφο και να απορριφθεί το περιεχόµενο στην παραπάνω δήλωση αίτηµα, µε το οποίο ζητείται το αντίθετο....".
Έγινε, δηλαδή, δεκτό στην προκείμενη περίπτωση, µε την προαναφερόµενη παρεµπίπτουσα απόφαση, ότι για τη µετάφραση της ........ αποφάσεως του Αµερικανικού Δικαστηρίου χρησιµοποιήθηκε από τη δικηγόρο Χαρίκλεια Μάµαλη όχι το πρωτότυπο, αλλά αντίγραφο της αποφάσεως αυτής, το οποίο είχε θεωρηθεί από την Ελληνική Προξενική Αρχή του Χιούστον και είχε εξοµοιωθεί, σύµφωνα µε το άρθρο 449 του ΚΠολΔ, προς το πρωτότυπο.
Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο διέλαβε στην άνω παρεμπίπτουσα απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την απόρριψη της ενστάσεως του κατηγορουμένου και συνεπώς είναι αβάσιμος ο 7ος και τελευταίος λόγος αναιρέσεως. Σε κάθε περίπτωση, δεν δημιουργείται ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο από την, σύμφωνα με το άρθρο 364 του ΚΠοινΔ, ανάγνωση της τυχόν παράτυπης µεταφράσεως του ως άνω εγγράφου, αφού ο κατηγορούμενος λαμβάνει γνώση του περιεχομένου του μεταφρασμένου εγγράφου και διατηρεί το από το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα δικαίωμά του να επιφέρει παρατηρήσεις.
Μετά από όλα αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως του Χ1 και καταδικασθεί αυτός στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ).
Γ.- Αιτήσεις Χ5 Για τον εν λόγω αναιρεσείοντα κατηγορούμενο, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε τα επόμενα: "....Ο όγδοος κατηγορούμενος Χ5. Ως προς τις πράξεις τις προβλεπόμενες και τιμωρούμενες από τον νόμο για την καταπολέμηση της διαδόσεως των ναρκωτικών. α. Ο όγδοος κατηγορούμενος μέχρι το έτος 1998 εργαζόταν σε οικογενειακή επιχείρηση θερμοκηπίου με λουλούδια.
Αργότερα, απασχολήθηκε στην εταιρία "EΔΕΣΜΑΤΑ ΕΠΕ" αλλά και ένα τρίμηνο σε εταιρία του τρίτου κατηγορουμένου, ο οποίος τον κατέστησε μέλος της ομάδας του, επιφορτισμένο με το έργο της εισπράξεως και μεταφοράς χρημάτων (έναντι αμοιβής 3.000.000 δραχμών για κάθε μεταφορά χρημάτων), δηλαδή να μεταβαίνει σε καθορισμένες πόλεις της αλλοδαπής, όπου από εκπροσώπους των Κολομβιανών μεγαλεμπόρων κοκαΐνης εισέπραττε την αμοιβή της διακινήσεως της ναρκωτικής ουσίας (είτε την προείσπραξη είτε την τμηματική αμοιβή κατά τη φόρτωση είτε την υπόλοιπη αμοιβή από την εκτέλεση της διακινήσεως με τα πλοία της οργανώσεως), τη μετέφερε από την αλλοδαπή στην ημεδαπή και την παρέδιδε στον τρίτο κατηγορούμενο.
Στο πλαίσιο αυτό, κατά τη χρονική περίοδο από 17.7.1998 μέχρι 24.5.1999 παρέσχε άμεση συνδρομή κατ' εξακολούθηση στους συγκατηγορουμένους του, Χ2 και Χ1, κατά την τέλεση από αυτούς του εγκλήματος της οργανώσεως, κατευθύνσεως και εποπτείας, με οποιονδήποτε τρόπο, των προπεριγραφένων αξιόποινων πράξεων της κατοχής και της διαμετακομίσεως κατ' εξακολούθηση των προειρημμένων ποσοτήτων της ναρκωτικής ουσίας κοκαΐνης, το οποίο γνώριζε.
Ειδικότερα, ο όγδοος κατηγορούμενος, ως ενεργό μέλος της οργανώσεως του δεύτερου και τρίτου κατηγορουμένου, που ανήκε στο τμήμα των εισπρακτόρων και μεταφορέων χρημάτων, κατόπιν εντολής τους και συμφωνίας του με αυτούς πραγματοποίησε τουλάχιστον τέσσερα ταξίδια σε χώρες της Δυτικής Ευρώπης προς παραλαβή χρημάτων αντί της προαναφερόμενης αμοιβής για κάθε μεταφορά.
Τα χρήματα αυτά συνιστούσαν τις αμοιβές της ομάδος των συγκατηγορουμένων του για την εκτέλεση της διαμετακομίσεως κοκαΐνης με τα φορτηγά πλοία "Θ3" και "Θ4". Συγκεκριμένα, ο όγδοος κατηγορούμενος πραγματοποίησε τα ακόλουθα ταξίδια: Την 17.7.1998 μετέβη στη Μαδρίτη Ισπανίας παραλαμβάνοντας το ποσό των 200.000.000 πεσετών Ισπανίας, ενώ την 4.5.1999, 12.5.1999 και 24.5.1999 μετέβη στην lταλία παραλαμβάνοντας 652.000.000 λιρέτες lταλίας, 638.000 δολάρια ΗΠΑ και 416.000 λιρέτες lταλίας αντίστοιχα, που συνιστούσαν αμοιβές για προείσπραξη, το υπόλοιπο αποπληρωμής αμοιβής για το στάδιο μετά την εκτέλεση της διαμετακομίσεως με το φορτηγό πλοίο "Θ3" και προείσπραξη αμοιβής για το στάδιο πριν από την εκτέλεση της διαμετακομίσεως με το φορτηγό πλοίο "Θ4".
β. Τις πιο πάνω πράξεις τέλεσε χωρίς να έχει αποκτήσει την έξη της χρήσης ναρκωτικών ουσιών, ενεργώντας κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και υπό περιστάσεις που μαρτυρούν ότι είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος. γ. Η συμμετοχή του στην ως άνω εγκληματική οργάνωση προκύπτει από τα ακόλουθα: αα. Από την απολογία του δεύτερου κατηγορουμένου στην πρωτοβάθμια δίκη (σελ. 179) σε σχέση με τα έγγραφα που βρέθηκαν στην κατοχή του, όπου αναφέρεται το όνομα "Χ5" ως μέλος της ως άνω ομάδας.
ββ. Από την απολογία του τρίτου κατηγορουμένου στην ίδια δίκη, στην οποία μνημονεύεται ότι ο όγδοος κατηγορούμενος μετέβαινε με τον Ι1 στην lταλία για να αγοράσει λιρέτες προς άσκηση του αρμπιτράζ, όπως έχει προπαρατεθεί, ενώ στην πραγματικότητα μετέβαινε προς είσπραξη της αμοιβής της πιο πάνω οργαvώσεως από τη διακίνηση της κοκαΐνης.
γγ. Από τα ενδεικτικά στοιχεία του αεροδρομίου Αθηνών (σχετ. το από ....... έγγραφο της Ελληνικής Αστυνομίας) εμφανίζεται ότι ο κατηγορούμενος ταξίδευε συχνά στην αλλοδαπή, ενώ ισχυρίζεται ότι τέτοια ταξίδια δεν πραγματοποιούσε, λαμβάνοντας υπόψη ότι από την 25.3.1997 είναι αδύνατη η καταγραφή αναχωρήσεως από τις αρχές ασφαλείας, αφού στις χώρες Schengen δεν απαιτείτο η επίδειξη οποιουδήποτε ταξιδιωτικού εγγράφου και η άσκηση ελέγχου για τη μετάβαση στις χώρες αυτές.
ε. Βάσει των προεκτεθέντων, αποδείχθηκε ότι: αα. Κατά τη χρονική περίοδο από 17.7.1998 μέχρι 29.5.1999 στην Αθήνα παρέσχε κατ' εξακολούθηση άμεση συνδρομή στους δεύτερο και τρίτο κατηγορούμενο κατά την τέλεση από αυτούς της αξιόποινης πράξεως της οργανώσεως, κατευθύνσεως και εποπτείας, με οποιονδήποτε τρόπο, των εγκλημάτων της κατοχής και διαμετακομίσεως κατ' εξακολούθηση, της ναρκωτικής ουσίας κοκαΐνης, που αυτός γνώριζε 'και η οποία συνίστατο στο ότι αυτοί οργάνωναν, κατηύθυναν και επόπτευαν, με οποιονδήποτε τρόπο, τη διάπραξη της κατοχής και διαμετακομίσεως κατ' εξακολούθηση με την εγκληματική ομάδα που είχαν συστήσει από Λατινική Αμερική προς βόρεια Αμερική και Ευρώπη μεγάλων ποσοτήτων κοκαΐνης που αντιστοιχούν σε διακίνηση 7 τόννων της ναρκωτικής αυτής ουσίας ως προς τον δεύτερο κατηγορούμενο και σε διακίνηση 10 τόννων της ίδιας ναρκωτικής ουσίας ως προς τον τρίτο κατηγορούμενο και ειδικότερα σύμφωνα με τις πράξεις που τέλεσαν ο δεύτερος και ο τρίτος κατηγορούμενος και αναφέρονται στα στοιχεία Γ1 δ' και Δ 1 ε' αντίστοιχα της παρούσης αποφάσεως.
ββ. Ο όγδοος κατηγορούμενος συνέδραμε άμεσα την οργάνωση των ως άνω δύο συγκατηγορουμένων του πραγματοποιώντας τουλάχιστον τέσσερα ταξείδια προς καθορισμένες πόλεις της αλλοδαπής προς είσπραξη χρημάτων που αφορούσαν την αμοιβή των δύο συγκατηγορουμένων του από τη διακίνηση της ναρκωτικής ουσίας κοκαΐνης, με σκοπό να τα μεταφέρει στην ημεδαπή και να τα παραδώσει στους εν λόγω συγκατηγορουμένους του, λαμβάνοντας ως αμοιβή για τις υπηρεσίες του αυτές στην ομάδα το ποσό των 3.000.000 δραχμών για κάθε ταξείδι.
Ειδικότερα: i. Στις 17.7.1998 μετέβη στη Μαδρίτη Ισπανίας παραλαμβάνοντας το ποσό των 200.000.000 πεσετών Ισπανίας από ανθρώπους των Κολομβιανών μεγαλεμπόρων κοκαΐνης. ii. Στις 4.5.1999, 12.5.1999 και 24.5.1999 μετέβη στην lταλία παραλαμβάνοντας 652.000.000 λιρέτες lταλίας, 638.000 δολάρια ΗΠΑ και 416.000 λιρέτες Ιταλίας αντίστοιχα από τα ως άνω πρόσωπα, που συνιστούσαν αμοιβές για το υπόλοιπο αποπληρωμής αμοιβής για προείσπραξη, το στάδιο κατά και μετά την εκτέλεση της διαμετακομίσεως με το φορτηγό πλοίο "Θ3" και προείσπραξη αμοιβής για το στάδιο πριν από την εκτέλεση της διαμετακομίσεως με το φορτηγό πλοίο "Θ4''.
γγ. Τις πιο πάνω πράξεις διέπραξε χωρίς να έχει αποκτήσει την έξη της χρήσης ναρκωτικών ουσιών. Περαιτέρω, από τα προπεριγραφέντα αποδείχθηκε ότι τις πράξεις του αυτές ο όγδοος κατηγορούμενος τέλεσε, α) κατ' επάγγελμα, δηλαδή, με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως των εγκλημάτων προς πορισμό εισοδήματος ή από την υποδομή που είχε διαμορφώσει, β) κατά συνήθεια, αφού από την επανειλημμένη τέλεση των πράξεων αυτών προκύπτει σταθερή ροπή του προς διάπραξη των ανωτέρω εγκλημάτων ως στοιχείο της προσωπικότητας του και γ) υπό περιστάσεις που μαρτυρούν ότι είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος, καθόσον:
Η συμμετοχή του στην ως άνω εγκληματική ομάδα του δεύτερου και τρίτου κατηγορουμένου που προέβαινε σε συστηματική οργάνωση διαμετακομίσεως της ναρκωτικής ουσίας της κοκαΐνης από χώρες της Λ. Αμερικής προς ΗΠΑ και Ευρώπη, υπό την κάλυψη μεταφοράς με φορτηγά πλοία νόμιμων φορτίων εκμεταλλευόμενοι (οι δύο αυτοί κατηγορούμενοι) τις ναuτιλιακές τους δραστηριότητες, η μεθόδευση της πραγματοποιήσεως ταξειδίων σε αλλοδαπές πόλεις προς είσπραξη της αμοιβής από τις ανωτέρω διακινήσεις της κοκαΐνης, η συμβολή του στον στόχο της παραπάνω ομάδας για τη διάθεση σε τρίτους τόσο μεγάλων ποσοτήτων κοκαΐνης, η μη στάθμιση εκ μέρους του της τεράστιας ζημίας που θα προξενούσε η πλημμύρα των αμερικανικών και ευρωπαϊκών χωρών με την παραπάνω μεγάλη ποσότητα κοκαΐνης και συνακόλουθα οι θάνατοι που θα μπορούσαν να προκληθούν, κυρίως, νέων ανθρώπων, από τη χρήση που θα έκαναν, τα αίτια του υψηλότατου κέρδους που προσδοκούσε από τα πιο πάνω ταξείδια του και η εν γένει συγκρότηση της προσωπικότητάς του, καταδεικνύουν ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος, αφενός έχει ριζωμένη ροπή στη συστηματική και επανειλημμένη τέλεση εγκλημάτων διαδόσεως της ως άνω ναρκωτικής ουσίας και τελεί τοιαύτης φύσεως εγκλήματα προς απόληψη σταθερού αθέμιτου εισοδήματος, αφετέρου οι ειδικές περιστάσεις υπό τις οποίες τέλεσε τα ανωτέρω εγκλήματα και δη η βαρύτητα και η σπουδαιότητά τους, ο τρόπος τελέσεως, ο οποίος είναι ιδιαίτερα ευρηματικός και ευφυής, η μεθοδικότητα, συστηματικότητα και η οργανωμένη επαγγελματική δράση για την είσπραξη της αμοιβής της εν λόγω εγκληματικής ομάδας, τα κίνητρα για τα υψηλά κέρδη, ανεξαρτήτως κόστους ακόμη και ανθρώπινων ζωών, μαρτυρούν ότι είναι άτομο που θα διαπράξει στο μέλλον νέα παρεμφερή εγκλήματα....
Ο αναιρεσείων με τις αναφερόμενες στην αρχή της παρούσας αιτήσεις του, πλήττει την απόφαση για τους κατωτέρω από το άρθρο 510 παρ.1 του ΚΠοινΔ προβλεπόμενους λόγους, αποδίδοντας στην προσβαλλόμενη απόφαση τις επόμενες πλημμέλειες.
1.- Παραβίαση του δεδικασμένου (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. ΣΤ'ΚΠοινΔ) Με τον 2ο λόγο της από 16-12-2005 αιτήσεως αναιρέσεως (εφεξής πρώτης αιτήσεως), ο αναιρεσείων επικαλείται την ύπαρξη δεδικασμένου που καθιδρύει τον από το άρθρο 510 στοιχ. ΣΤ' του ΚΠοινΔ αναιρετικό λόγο. Ειδικότερα, προβάλλει ότι με την καταδίκη του από την προσβαλλόμενη απόφαση, παραβιάσθηκε το δεδικασμένο που απορρέει από την αμετάκλητη 2285/2725/2000 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών.
Με την τελευταία απόφαση, οι αυτουργοί για τις πράξεις των οποίων αυτός καταδικάσθηκε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ως συνεργός, έχουν αθωωθεί και συγκεκριμένα αθωώθηκαν για αγορά, μεταφορά, πώληση, διαμετακόμιση, χρηματοδότηση, κατεύθυνση στην αγορά, μεταφορά, πώληση και διαμετακόμιση κατ' εξακολούθηση κοκαΐνης με τα πλοία Θ4, Θ3 και Θ2.
Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι αόριστος και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι δεν παρατίθενται περιστατικά προσδιοριστικά της ταυτότητας των πράξεων για τις οποίες χώρησε αμετάκλητη αθώωση των αυτουργών τέλεσης των παραπάνω πράξεων και ειδικότερα ο χρόνος, τόπος και λοιπές περιστάσεις τέλεσης αυτών ώστε να κριθεί αν οι πράξεις αυτές, κατά τα αντικειμενικά τους στοιχεία είναι διαφορετικές από εκείνες για τις οποίες οι αυτουργοί αυτών καταδικάσθηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. 2.- Έλλειψη αιτιολογίας (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.Δ') Με όσα ειδικώς, κατά τα προαναφερθέντα, δέχθηκε το δικαστήριο και για τον κατηγορούμενο Χ5, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την κατά άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αξιόποινων πράξεων, για τις οποίες κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, τις αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά, καθώς και τις σκέψεις, με βάση τις οποίες έκανε την υπαγωγή τους στις προαναφερθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου.
Ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας και την αιτιάται για τους παρακάτω ειδικότερα λόγους:
α.- Η απόφαση δέχθηκε ως αληθή την κατάθεση του μάρτυρα Η1 περί συμμετοχής του στην οργάνωση-κατεύθυνση-εποπτεία της κατοχής και διαμετακόμισης ναρκωτικών διότι, απλώς το όνομά του αναφερόταν σε χειρόγραφα σημειώματα των συγκατηγορουμένων αυτουργών. β.- Δέχθηκε, επίσης, ότι αυτός γνώριζε πως τα μεταφερόμενα χρήματα προέρχονταν από εμπορία ναρκωτικών και με τη συνδρομή του αυτή ήθελε να βοηθήσει τους αυτουργούς στην τελείωση της πράξης τους.
γ.- Δεν διαλαμβάνει η απόφαση στοιχεία από τα οποία προκύπτει η πραγματοποίηση των τεσσάρων ταξειδίων στις ευρωπαϊκές χώρες ως και από ποια συγκεκριμένη μεταφορά κοκαΐνη προέρχονταν τα μεταφερόμενα χρήματα δ.- Δεν παρατίθενται στοιχεία που να θεμελιώνουν την άμεση συνέργειά του στις πράξεις των αυτουργών.
ε.- Τέλος, και αναφορικά με τις επιβαρυντικές περιστάσεις, η απόφαση δεν διαλαμβάνει πραγματικά περιστατικά θεμελιωτικά της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεσης των πράξεων αλλά και για τον αποδοθέντα σ' αυτόν χαρακτηρισμό ως ιδιαίτερα επικίνδυνου. Οι υπό στοιχεία α'και β'αιτιάσεις, προβαλλόμενες με τον 1ο λόγο της πρώτης αιτήσεως, είναι απαράδεκτες διότι βάλλουν κατά της περί τα πράγματα ανέλεγκτης ουσιαστικής κρίσης του δικαστηρίου.
Η υπό στοιχείο γ' αιτίαση που προβάλλεται με τον 1ο λόγο της πρώτης αιτήσεως και με τον 5ο λόγο της από 17-7-2006 δεύτερης αιτήσεως είναι αβάσιμη και απορριπτέα. Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ήχθη στην κρίση για πραγματοποίηση από τον κατηγορούμενο ταξειδίων στην αλλοδαπή προς είσπραξη χρημάτων, από τα αναφερόμενα στο προοίμιο του σκεπτικού της αποδεικτικά μέσα και ειδικώς αναφέρεται για το ζήτημα αυτό στις ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου απολογίες του Χ1 και Χ2, τις οποίες παραδεκτώς συνεκτίμησε σε συνδυασμό με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα.
Και, περαιτέρω, αρκεί η μνεία ότι τα ταξείδια πραγματοποιήθηκαν για την μεταφορά της αμοιβής των συνεργών του από τη διακίνηση ναρκωτικών, χωρίς να είναι αναγκαίο να προσδιορίζεται για την αιτιολόγηση της συμμετοχικής του δράσης από ποια συγκεκριμένη διακίνηση ναρκωτικών προέρχονταν τα χρήματα τα οποία μετέφερε σε κάθε ταξείδι του.
Εξάλλου, με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία η απόφαση κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα της παροχής άμεσης συνδρομής από τον κατηγορούμενο στους αυτουργούς Χ1 και Χ2 κατά την τέλεση και κατά τη διάρκεια εκτέλεσης από αυτούς, κατ' εξακολούθηση, της προαναφερομένης πράξης της οργάνωσης-κατεύθυνσης-εποπτείας των εγκλημάτων της κατοχής και διαμετακόμισης της ναρκωτικής ουσίας κοκαΐνη.
Διαλαμβάνεται, ειδικότερα, στην απόφαση ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε τις παράνομες δραστηριότητες των συγκατηγορουμένων του, γι' αυτό, και με το δέλεαρ της πολύ υψηλής αμοιβής των 3.000.000 δραχμών την οποία θα εισέπραττε για κάθε ταξείδι στην αλλοδαπή, δέχθηκε να συνδράμει αυτούς στην είσπραξη από τους Κολομβιανούς εμπόρους κοκαΐνης και στη συνέχεια στην μεταφορά, από διάφορες χώρες του εξωτερικού, των χρημάτων της αμοιβής των τελευταίων και μετέφερε πράγματι στην Ελλάδα για λογαριασμό τους, τις αναφερόμενες ποσότητες των αλλοδαπών νομισμάτων.
Περαιτέρω, με τις εκ του πράγματος παραδοχές της, δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση ότι τα αναφερόμενα τέσσερα ταξείδια στην αλλοδαπή, που συνιστούν υλοποίηση της άμεσης συνέργειας του κατηγορουμένου στην τέλεση και κατά τη διάρκεια εκτέλεσης της παραπάνω άδικης πράξης των αυτουργών, πραγματοποιήθηκαν για την είσπραξη χρημάτων που αναλογούσαν στους Χ1 και Χ2 από προεισπράξεις αμοιβής, για την φόρτωση της κοκαΐνης στα προαναφερόμενα πλοία και αμοιβής για την παράδοση του φορτίου, χωρίς δε τη συμμετοχή του, υπό την εκτεθείσα έννοια της μεταφοράς των χρημάτων, στην εγκληματική ομάδα των ανωτέρω προσώπων δεν θα ήταν δυνατή η πραγμάτωση της οργάνωσης- κατεύθυνσης και εποπτείας στην κατοχή και διαμετακόμιση κοκαΐνης.
Συνεπώς, η ανωτέρω υπό στοιχείο δ' αιτίαση που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση με τον 1ο λόγο της πρώτης αιτήσεως και τους συναφείς 2ο, 3ο, και 4ο λόγους της δεύτερης αιτήσεως, είναι αβάσιμη και απορριπτέα. Τέλος, με όσα ανωτέρω δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, έχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για τη συνδρομή στο πρόσωπο του κατηγορουμένου των επιβαρυντικών περιστάσεων του άρθρου 8 του Ν.1729/1987, αφού διαλαμβάνονται σ' αυτήν τα πραγματικά περιστατικά και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο κατέληξε στο αποδεικτικό συμπέρασμα για την κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεση της πράξης από τον κατηγορούμενο και στην κρίση για το ιδιαίτερα επικίνδυνο του χαρακτήρα του. Επομένως, και υπό στοιχείο ε' αιτίαση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση με τον 1ο λόγο της πρώτης αιτήσεως και τον συναφή 6ο λόγο της δεύτερης αιτήσεως, είναι αβάσιμη.
3.- Σχετική ακυρότητα-Έλλειψη ακροάσεως (άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Β'ΚΠοινΔ) Όπως ήδη προαναφέρθηκε, έλλειψη ακροάσεως, η οποία δημιουργεί σχετική ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο και θεμελιώνει, εφόσον δεν καλυφθεί, τον αναιρετικό λόγο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Β' ΚΠοινΔ, υπάρχει όταν, κατά παράβαση των ορισμών του άρθρου 170 παρ.2 ΚΠοινΔ, το δικαστήριο της ουσίας παραλείπει να αποφανθεί σε υποβληθείσα αίτηση του κατηγορουμένου ή του συνηγόρου η οποία αναφέρεται στην άσκηση δικαιωμάτων παρεχόμενων σ' αυτόν από τον νόμο.
Δεν υπάρχει έλλειψη ακροάσεως και δεν δημιουργείται ο αναιρετικός λόγος από το άνω άρθρο, όταν το δικαστήριο, χωρίς να αρνηθεί στον κατηγορούμενο ή στον πληρεξούσιο δικηγόρο του το δικαίωμα υποβολής ενστάσεων και αιτημάτων ή το δικαίωμα να αναπτύξει πλήρως τους ισχυρισμούς του, δεν υιοθετεί το περιεχόμενο των ισχυρισμών και της απολογίας του, ούτε και όταν δεν απαντά ειδικώς σε αρνητικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον 1ο λόγο της δεύτερης αιτήσεως, ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλόμενη αποφαση για το ότι δεν απάντησε επι αυτοτελών ισχυρισμών του και δη: α) ότι η πράξη η οποία του αποδίδεται δεν συνιστά άμεση αλλά απλή συνέργεια και β) ότι δεν συνέτρεχαν στο πρόσωπό του οι επιβαρυντικές περιστάσεις του άρθρου 8 του Ν. 1729.1987.
Οι αιτιάσεις αυτές είναι αβάσιμες και απορριπτέες. Για μεν την πρώτη το δικαστήριο απήντησε και διέλαβε στην απόφασή του ειδική και πλήρη αιτιολογία, ομοίως δε και για την δεύτερη, με πληρότητα αιτιολογίας έκρινε το δικαστήριο ότι συντρέχουν στο πρόσωπο του κατηγορουμένου οι παραπάνω επιβαρυντικές περιστάσεις.
Μετά από όλα αυτά, πρέπει να απορριφθούν οι ένδικες αιτήσεις αναιρέσεως του Χ5 και καταδικασθεί αυτός στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ).
Δ.- Αίτηση Χ4.
Για την παραπάνω αναιρεσείουσα κατηγορούμενη, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε τα επόμενα: ".... Η πέμπτη κατηγορούμενη Χ4. 1.- Ως προς τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. α. Από την πραγμάτωση των προπεριγραφόμενων αξιόποινων πράξεων του τρίτου κατηγορουμένου συζύγου της, η πέμπτη κατηγορούμενη κατά τη χρονική περίοδο από τον Νοέμβριο 1997 μέχρι την 29.5.1999 είχε ως έσοδα το ακόλουθο ποσό που κατέθεσε στο κατωτέρω πιστωτικό ίδρυμα και κατείχε ως περιουσιακό της στοιχείο, με αποτέλεσμα μετά την κατάθεσή του και την κατοχή του από την πέμπτη κατηγορούμενη να απωλέσει την αυτοτέλειά του, να αναμειχθεί με τα χρήματα του εν λόγω τραπεζικού καταστήματος και με τον τρόπο αυτόν - να επιτευχθεί η συγκάλυψη της αληθινής προελεύσεώς του, επιπλέον δε κινήθηκε με σκοπό την κερδοσκοπία, δηλαδή, τον προσπορισμό κέρδους και την αύξηση των εισοδημάτων της από την προαναφερόμενη παράνομη δραστηριότητα του τρίτου κατηγορουμένου.
Επιπρόσθετα, η παρουσία της σε τακτικά διαστήματα στο Καζίνο Λουτρακίου (από κοινού με τον τρίτο κατηγορούμενο) αποσκοπούσε στη δραχμοποίηση των αλλοδαπών νομισμάτων (αγγλικών λιρών, ισπανικών πεσετών, ιταλικών λιρετών) του συζύγου της από την παράνομη δραστηριότητα του (βλ. Πορισματική. αναφορά του ΣΔΟΕ υπόθεση ".......", σ. 9), μέρος των οποίων αποτελεί και το πιο κάτω ποσό των 83.242.771 δραχμών, και υποδηλώνει γνώση της για την έκνομη πηγή προελεύσεώς τους, λαμβάνοντας υπόψη ότι κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συνηθίζεται άτομα με την κοινωνική επιφάνεια και τις οικονομικές δυνατότητες του τρίτου κατηγορουμένου, όπως αυτός επικαλείται, να συχνάζουν στο καζίνο επιδιώκοντας κέρδη στην τύχη ούτε ο χώρος του καζίνο προσιδιάζει σε τόπο ψυχαγωγίας, αλλά πρέπει να επιδιώκεται άλλος σκοπός, όπως το ξέπλυμα χρήματος.
Ειδικότερα: Την 13.1.1998 κατείχε το ποσό των 83.242.771 δραχμών στον υπ'αριθμ. ....... τραπεζικό λογαριασμό της Ιονικής και Λαϊκής Τράπεζας, Υποκ/μα Ν. Ερυθραίας, που είχε καταθέσει την 28.11.1997, προερχόμενο από την αμοιβή του τρίτου κατηγορουμένου από τη διακίνηση ναρκωτικών τον Νοέμβριο 1997 με το φορτηγό πλοίο 'Θ2", το οποίο είχε δραχμοποιήσει σταδιακώς από τη συμμετοχή της στα παιγνίδια του Καζίνο Λουτρακίου.
β. Την πιο πάνω πράξη τέλεσε, ενεργώντας κατ' επάγγελμα,εφόσον ενήργησε βάσει οργανωμένου σχεδίου, δηλαδή, από την υποδομή που είχε διαμορφώσει με τη συνεχή παρουσία της στο Καζίνο του Λουτρακίου, με σκοπό τη δραχμοποίηση των πιο πάνω αλλοδαπών νομισμάτων του συζύγου της τρίτου κατηγορουμένου που προέρχονται από την παραπάνω παράνομη δραστηριότητά του και συνακόλουθα τη νομιμοποίησή τους κατά συστηματικό και μεθοδευμένο τρόπο, μέρος των οποίων αποτελεί το πιο πάνω ποσό των 83.242.771 δραχμών, λαμβάνοντας υπόψη ότι αποτελούν (τα καζίνο) διεθνώς ένα από τα κυρίως χρησιμοποιούμενα "πλυντήρια" ξεπλύματος χρήματος (σχετ.
Χλούπη, ο.π., σ. 271-289, Βασιλακόπουλο, ο.π, σ. 135), προκύπτει σαφής πρόθεση για επανειλημμένη τέλεση της πράξεως και σκοπός πορισμού εισοδήματος.....". Η αναιρεσείουσα πλήττει την απόφαση για τους κατωτέρω από το άρθρο 510 παρ.1 του ΚΠοινΔ προβλεπόμενους λόγους, αποδίδοντας στην προσβαλλόμενη απόφαση τις επόμενες πλημμέλειες.
1.-Απόλυτη ακυρότητα (άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α') 1α.- Μεταβολή της κατηγορίας, η οποία επάγεται την αναίρεση της αποφάσεως για απόλυτη ακυρότητα κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. β' και δ' του ίδιου Κώδικα, υπάρχει όταν η πράξη για την οποία δικάζεται ο κατηγορούμενος, κατά τόπο, χρόνο και λοιπές ιστορικές περιστάσεις, είναι ουσιωδώς διαφορετική από εκείνη για την οποία έχει ασκηθεί η ποινική δίωξη, έχει απαγγελθεί η κατηγορία και επί της οποίας ο κατηγορούμενος κλήθηκε να απολογηθεί και στήριξε την υπεράσπισή του, ώστε να αποτελεί νέο έγκλημα αντικειμενικά διαφορετικό.
Αντίθετα, δεν υπάρχει τέτοια μεταβολή, όταν με την απόφαση συμπληρώνονται και προσδιορίζονται σαφέστερα τα πραγματικά περιστατικά που απαρτίζουν την πράξη, όπως και όταν καθορίζεται μεν διαφορετικός χρόνος τέλεσης αυτής, αρκεί τούτο να μην επηρεάζει την ταυτότητά της ή να μην αποκλείει υπάρχουσα περίπτωση παραγραφής.
Εξ άλλου, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, επιλαμβανόμενο έφεσης του κατηγορουμένου, μπορεί, στα πλαίσια της λειτουργικής αρμοδιότητάς του, να προβεί, με την απόφαση που εκδίδει, σε ορθό χαρακτηρισμό της πράξης και στον διαφορετικό προσδιορισμό του χρόνου τέλεσης αυτής, χωρίς εντεύθεν να χειροτερεύει, κατ' άρθρο 470 ΚΠοινΔ η θέση του κατηγορουμένου, εφόσον, από την μεταβολή του χρόνου, δεν αποκλείει τη συμπλήρωση του χρόνου της παραγραφής.
Έτσι, ειδικότερα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο που κρίνει έφεση του κατηγορουμένου κατά πρωτόδικης αποφάσεως με την οποία ο κατηγορούμενος αυτός καταδικάσθηκε για παράβαση του άρθρου 2 παρ.1 του Ν. 2331/1995, για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες σε βαθμό κακουργήματος, δικαιούται να προβεί σε ορθό χαρακτηρισμό της ίδιας πράξης, με χρόνο τέλεσης μεταγενέστερο από εκείνον ο οποίος αναφέρεται στο παραπεμπικό βούλευμα και τον οποίο δέχθηκε η πρωτόδικη απόφαση αρκεί, σύμφωνα με αυτά που ως προς τον χρόνο τέλεσης διαλαμβάνονται σ' αυτά (βούλευμα-πρωτόδικη απόφαση), κατά τον χρόνο εκδίκασης της υποθέσεως ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου και με τον μεταγενέστερο χρόνο που δέχεται η απόφαση του τελευταίου να μην συμπληρώνεται από τη μεταβολή ο χρόνος της παραγραφής.
Περαιτέρω, επί εγκλήματος υπαλλακτικώς μικτού, ως είναι, κατά τα αναφερόμενα στην αρχή της παρούσης, το προβλεπόμενο από την άνω διάταξη του άρθρου 2 παρ.1 του Ν. 2331/1995, δεν επέρχεται ανεπίτρεπτη μεταβολή της κατηγορίας, συνεπαγόμενη απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, όταν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, διαφοροποιούμενο από την πρωτόδικη απόφαση, δέχεται άλλον τρόπο τέλεσης του εγκλήματος από τους προβλεπόμενους στην άνω διάταξη.
Στην προκείμενη περίπτωση, για την πράξη της νομιμοποίησης εσόδων από τις παράνομες δραστηριότητες του συζύγου της Χ2, η προσβαλλόμενη απόφαση κήρυξε ένοχη την αναιρεσείουσα σε βαθμό κακουργήματος για κατοχή χρηματικού ποσού 83.242.771 δραχμών, με χρόνο τέλεσης την 13-1-1998, ενώ η κατηγορουμένη είχε παραπεμφθεί και καταδικασθεί πρωτοδίκως για κατ'εξακολούθηση απόκτηση δικαιωμάτων σε περιουσία προερχόμενη από εγκληματική δραστηριότητα, με χρόνο τέλεσης την 28-11-1997 και για χρηματικό ποσό 75.891.200 δραχμών.
Ο διαφορετικός αυτός προσδιορισμός της πράξης ως προς το χρόνο και την μορφή τέλεσης αυτής, εφόσον, αφενός μεν ουδεμία επίπτωση έχει ως προς την παραγραφή και αφετέρου δεν μεταβάλλει κατά τα αντικειμενικά στοιχεία την πράξη, δεν συνιστά, ενόψει των προεκτεθέντων, ανεπίτρεπτη μεταβολή της κατηγορίας έτσι ώστε να καθίσταται χειρότερη η θέση της κατηγορουμένης και να δημιουργείται, εντεύθεν, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδ.
β' και δ' ΚΠοινΔ απόλυτη ακυρότητα. Αναφορικά, τέλος, με το μεγαλύτερο ποσό των 83.242.771 δραχμών, το οποίο, κατά διαφοροποίηση από την πρωτόδικη απόφαση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι κατείχε η κατηγορουμένη, πρέπει να επισημανθούν τα ακόλουθα: Ανεπίτρεπτη μεταβολή της κατηγορίας επέρχεται όταν αυτή αναφέρεται σε στοιχείο αναγκαίο κατά το νόμο για τη θεμελίωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος.
Συντρέχει τέτοια περίπτωση, όταν το ποσοτικό αντικείμενο της πράξης ο νόμος το ανάγει σε στοιχείο της αντικειμενικής υποστάσεως, όπως, ενδεικτικά, στις περιπτώσεις της κακουργηματικής πλαστογραφίας και της απάτης. Επί εγκλημάτων, όμως, όπως αυτό του άρθρου 2 παρ.1 του Ν. 2331/1995, στο οποίο για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης δεν τίθεται για τη θεμελίωσή της οποιοσδήποτε ποσοτικός προσδιορισμός, η παραδοχή από την προσβαλλόμενη απόφαση ποσού το οποίο κατά το ύψος του είναι μεγαλύτερο εκείνου που δέχθηκε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δεν επάγεται ανεπίτρεπτη μεταβολή της κατηγορίας.
Ο ποσοτικός προσδιορισμός του αντικειμένου του εγκλήματος συνεκτιμάται από το δικαστήριο για την κατά το άρθρο 79 του ΠΚ επιμέτρηση της ποινής. Στην προκείμενη περίπτωση, θα μπορούσε η αναιρεσείουσα να ζητήσει την αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως κατά τη διάταξη περί ποινής, αλλά προς τούτο ελλείπει το έννομο συμφέρον αυτής.
Και τούτο διότι: α) ως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, καταδικάσθηκε με την επιβαρυντική περίπτωση της κατ' επάγγελμα τέλεσης της πράξης, αναγνωρίσθηκαν, όμως, σ' αυτήν οι ελαφρυντικές περιστάσεις του προτέρου εντίμου βίου και της μετά την πράξη καλής συμπεριφοράς. Έτσι,για την απειλούμενη από το άρθρο 2 παρ.1 εδαφ.
β' του Ν.2331/1995 ποινή καθείρξεως ανώτερη των δέκα ετών για την άνω πράξη, το δικαστήριο, στο μέτρο μειώσεως της ποινής εντός του πλαισίου των δύο ετών φυλάκισης έως δέκα ετών κάθειρξης, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 83 περ. β'του ΠΚ, επέβαλε σ' αυτήν το ελάχιστον όριο της ποινής φυλάκισης των δύο ετών, έτσι ώστε δεν απομένει έδαφος περαιτέρω μειώσεως της ποινής και β) η παραδοχή από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ότι το χρηματικό αντικείμενο της πράξης είναι ποσοτικά μεγαλύτερο από εκείνο που δέχθηκε το πρωτοβαθμιο δικαστήριο δεν δικαιολογεί την επιβολή μικρότερης ποινής.
Συνεπώς, ο 1ος λόγος αναιρέσεως, ως προς όλα τα σκέλη του, με τον οποίο προσβάλλεται η απόφαση για τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ λόγο, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. 2.-Εσφαλμένη ερμηνεία-εφαρμογή του νόμου (άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε').
Κατά την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του Ν. 2331/1995 "Πρόληψη και καταστολή της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες κ.λ.π.", με ποινή κάθειρξης μέχρι δέκα ετών τιμωρείται όποιος από κερδοσκοπία ή με σκοπό να συγκαλύψει την αληθή προέλευση ή να παράσχει συνδρομή σε πρόσωπο που ενέχεται σε εγκληματική δραστηριότητα, αγοράζει, αποκρύπτει, λαμβάνει ως εμπράγματη ασφάλεια, δέχεται στην κατοχή του, καθίσταται οπωσδήποτε δικαιούχος, μετατρέπει ή μεταβιβάζει οποιαδήποτε περιουσία που προέρχεται από την προαναφερόμενη δραστηριότητα.
Αν ο δράστης ασκεί τέτοιου είδους δραστηριότητες κατ' επάγγελμα ή είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος, τιμωρείται με ποινή κάθειρξης τουλάχιστον δέκα ετών, εφόσον δεν συντρέχει περίπτωση βαρύτερης πονής. Κατά τη σαφή έννοια της διατάξεως, το έγκλημα της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες προϋποθέτει, αντικειμενικά μεν (εναλλακτικά), την αγορά, απόκρυψη, λήψη με την μορφή εμπράγματης ασφάλειας, αποδοχή της κατοχής, απόκτηση οπωσδήποτε δικαιώματος, μετατροπή ή μεταβίβαση, οποιαδήποτε περιουσίας, που αποκτήθηκε με εγκληματική δραστηριότητα, υποκειμενικά δε δόλο και περαιτέρω σκοπό κερδοσκοπίας ή συγκάλυψης της αληθούς προέλευσης της περιουσίας αυτής.
Ειδικά δε για την αποδοχή της κατοχής περιουσίας, σ' αυτήν εμπεριέχεται ως έλασσον και εννοιολογικό της στοιχείο και η κατοχή στην οποία, έστω επί μικρόν, κατατείνει η αποδοχή. Περαιτέρω, προκειμένου περί χτημάτων προερχομένων από νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, η κατοχή με την έννοια της φυσικής εξουσίασης του δράστη επί της χρηματικής ποσότητας, δεν εκλείπει από την κατάθεση αυτών σε προσωπικό τραπεζικό λογαριασμό του δράστη και ο τελευταίος δεν παύει να είναι ενεργητικό υποκείμενο του εγκλήματος από το γεγονός ότι έχει ενοχική αξίωση έναντι της Τράπεζας να ζητήσει την απόδοση ίσης χρηματικής ποσότητας.
Στην προκείμενη περίπτωση, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα από την εγκληματική δραστηριότητα του συζύγου της κατείχε την 13-1-1998 και είχε κατατεθειμένο στην Ιονική και Λαϊκή Τράπεζα της Ελλάδος το χρηματικό ποσό των 83.242.771 δραχμών. Με τις παραδοχές αυτές, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη ου άρθρου 2 παρ.1 του Ν. 2331/1995, την οποία ούτε εκ πλαγίου παραβίασε με ασαφή και ελλειπή αιτιολογία.
Συνεπώς, ο 2ος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε'του ΚΠοινΔ είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
3.- Έλλειψη αιτιολογίας (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ') 3α.- Με όσα ειδικώς, κατά τα προαναφερθέντα, δέχθηκε το δικαστήριο για την κατηγορούμενη Χ4, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την κατά άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης για την οποία την κήρυξε ένοχη, τις αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά, καθώς και τις σκέψεις, με βάση τις οποίες έκανε την υπαγωγή τους στις προαναφερθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου.
Ειδικότερα, στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, σε συνδυασμό με το διατακτικό της που αποτελούν ενιαίο σύνολο, με σαφήνεια και πληρότητα γίνεται δεκτό ότι η αναιρεσείουσα κατηγορουμένη από κερδοσκοπία και με σκοπό τη συγκάλυψη της παράνομης προέλευσης των χρημάτων, την οποία γνώριζε, την 13-1-1998 κατείχε το χρηματικό ποσό των 83.242.771 δραχμών που το είχε ήδη κατατεθειμένο από την 28-11-1997 σε προσωπικό της λογαριασμό στην Ιονική και Λαϊκή Τράπεζα της Ελλάδος.
Προστίθεται, ότι το ποσό αυτό αποτελεί προϊόν παράνομης αμοιβής την οποία είχε εισπράξει ο σύζυγός της Χ2 το ίδιο μήνα Νοέμβριο του έτους 1997 από τη διακίνηση κοκαΐνης με το πλοίο του Θ2. Η αιτίαση ότι η απόφαση είναι ασαφής κατά την αιτιολογία της αναφορικά με τον χρόνο τέλεσης της εγκληματικής πράξεως από την οποία απέρρευσε η αμοιβή, η οποία (εγκληματική πράξη) χρονικά πρέπει να προηγείται, για τη θεμελίωση της αξιοποίνου πράξεως του άρθρου 2 παρ.1 του Ν. 2331/1995, είναι αβάσιμη.
Αναφέρεται μεν γενικώς ότι η διακίνηση της κοκαΐνης με το ως άνω πλοίο του Χ2 πραγματοποιήθηκε τον μήνα Νοέμβριο του έτους 1997, χωρίς ειδικότερο συγκεκριμένο προσδιορισμό της ακριβούς ημέρας, όμως, από τις περαιτέρω παραδοχές ότι η κατηγορουμένη μαζί με το σύγυγό της κατά τακτικά χρονικά διαστήματα μετέβαινε στο καζίνο Λουτρακίου με σκοπό τη δραχμοποίηση των αλλοδαπών νομισμάτων της αμοιβής από τη διακίνηση κοκαΐνης, αυτονόητο είναι ότι η απόφαση δέχεται πως η τέλεση του βασικού εγκλήματος χρονικώς προηγείται της κατάθεσης του άνω χρηματικού ποσού την 28-11-1997.
Ακόμη, δεν δημιουργείται ασάφεια, ως αβασίμως επικαλείται η αναιρεσείουσα, από την αναφορά στο σκεπτικό της αποφάσεως ότι αυτή τέλεσε την πράξη για την οποία κηρύχθηκε ένοχη "κατά τη χρονική περίοδο από τον Νοέμβριο 1997 μέχρι την 29-5-1999" αφού περαιτέρω σαφώς και ειδικώς τόσο στο σκεπτικό όσο και στο διατακτικό η απόφαση δέχεται ως χρόνο τελέσεως την 13-1-1998.
Εξάλλου, επαρκώς αιτιολογείται η επιβαρυντική περίσταση της κατ' επάγγελμα τέλεσης της πράξεις, αφού με τις εκ του πράγματος παραδοχές της και δη την συχνή μετάβαση της κατηγορουμένης στο καζίνο Λουτρακίου για τη δραχμοποίηση των αλλοδαπών νομισμάτων της αμοιβής του συγύγου της, δέχεται η απόφαση ως στοιχείο της κατ' επάγγελμα τέλεσης, την από την κατηγορουμένη δημιουργία υποδομής.
Συνεπώς, κατά τούτο, οι παραπάνω αιτιάσεις για έλλειψη αιτιολογίας της αποφάσεως, προβαλλόμενες με τον 3ο λόγο αναιρέσεως, είναι αβάσιμες και απορριπτέες. Συναφώς προς τα ανωτέρω, είναι απορριπτέος και ο 4ος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο, υπό την επίφαση της υπέρβασης εξουσίας, πλήττεται η απόφαση για χειροτέρευση της θέσεως της κατηγορουμένης αφού δέχθηκε ως στοιχείο της κατ' επάγγελμα τέλεσης της πράξης τη δημιουργία υποδομής, ενώ πρωτοδίκως η καταδίκη, με την ίδια επιβαρυντική περίσταση, έγινε λόγω της επανειλημμένης τέλεσης της πράξης. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν υπερβαίνει την εξουσία του και δεν καθιστά χειρότερη τη θέση του κατηγορουμένου, όταν εν σχέσει με ορισμένο έγκλημα, για την κατ' επάγγελμα τέλεση αυτού, διαφοροποιούμενο από την πρωτόδικη απόφαση, από τα διαζευκτικά διατυπούμενα στο άρθρο 13 του ΠΚ στοιχεία για την κατ' επάγγελμα τέλεση "... από την επανειλημμένη τέλεση ή την υποδομή..." δέχεται το τελευταίο.
3β.- Κατά την παρ.6 του άρθρου 2 του Ν.2331/1995, "η περιουσία που αποτελεί προϊόν εγκληματικής δραστηριότητας ή που αποκτήθηκε με οποιονδήποτε τρόπο από προϊόν τέτοιας εγκληματικής δραστηριότητας ή περιουσία που χρησιμοποιήθηκε, εν όλω ή εν μέρει, για εγκληματική δραστηριότητα κατάσχεται και, εφόσον δεν συντρέχει περίπτωση απόδοσής της στον ιδιοκτήτη κατά τα άρθρα 310 παρ.2 και 373 ΚΠοινΔ δημεύεται υποχρεωτικά με την καταδικαστική απόφαση".
Κατά δε την παρ. 10 του ίδιου άρθρου "αν η αναφερόμενη στην παρ.6 του άρθρου αυτού περιουσία δεν υπάρχει πλέον ή δεν έχει βρεθεί, επιβάλλεται χρηματική ποινή ίση με την κατά το χρόνο της καταδικαστικής απόφασης αξία της περιουσίας αυτής, την οποία προσδιορίζει το δικαστήριο". Στην προκείμενη περίπτωση, η προσβαλλόμενη απόφαση στο διατακτικό της κήρυξε ένοχη την αναιρεσείουσα κατηγορουμένη και εκτός της ποινής φυλάκισης των δύο ετών, την καταδίκασε και σε χρηματική ποινή 216.203,15 ευρώ.
Όμως, ενώ δέχεται ότι η κατηγορουμένη είχε στην κατοχή της, κατατεθειμένο σε τραπεζικό λογαριασμό, το προαναφερθέν ποσό των 83.242.771 δραχμών,δεν διαλαμβάνει στο σκεπτικό της οποιαδήποτε αιτιολογία αναφορικά με την ανυπαρξία ή την αδυναμία ανεύρεσης του άνω χρηματικού ποσού, ως όρων για την επιβολή της χρηματικής ποινής.
Έτσι, όμως, με ανύπαρκτη αιτιολογία εκ πλαγίου παραβίασε την ποαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 2 παρ.10 του Ν. 2331/1995 και κατέστησε ανέφικτο τον έλεγχος του Αρείου Πάγου για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου.
Συνεπώς, κατά τούτο, είναι βάσιμη η αίτηση αναιρέσεως. Μετά από αυτά, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τη διάταξη αυτής περί επιβολής χρηματικής ποινής και κατά τούτο και μόνον παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο που την εξέδωσε, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ).
Ε.- Αίτηση Χ3.
Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' Κ.Ποιν.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Κατά το άρθρο 514 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτησή του απορρίπτεται. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα με ημερομηνία ....... και ......... αποδεικτικά επιδόσεως των δικαστικών επιμελητών ....... και .........., αντίστοιχα, η από 11-1-2007 κλήση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για εμφάνιση του κατηγορουμένου ενώπιον του δικαστηρίου αυτού κατά τη δικάσιμο της 14-3-2007, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα τόσο στον ίδιο τον κατηγορούμενο Χ3, όσο και στον αντίκλητο δικηγόρο του. Ωστόσο, αυτός δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν και κατά την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει α) τις από 14-7-2006 και 17-7-2006 αιτήσεις και τους από 25-10-2006 προσθέτους λόγους αναιρέσεως του Χ2 β) την από 12-7-2006 αίτηση του Χ1 γ) τις από 16-12-2005 και 17-7-2006 αιτήσεις του Χ5 και δ) την από 16-12-2005 αίτηση του Χ3, για αναίρεση των 2563/2005 και 2568/2005 και των συμπροσβαλλομένων παρεμπιπτουσών αποφάσεων του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και.
Καταδικάζει, τους παραπάνω αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ορίζει σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ για τον κάθε ένα από αυτούς.
ΙΙ.- Δέχεται εν μέρει την από 17-7-2006 αίτηση της Χ4 και απορρίπτει αυτήν κατά τα λοιπά.
Αναιρεί εν μέρει, ως προς αυτήν, την 2563/2005 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, και μόνοα κατά τη διάταξη αυτής περί επιβολής χρηματικής ποινής.
Παραπέμπει κατά τούτο και μόνο την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Αυγούστου 2007, 9 Οκτωβρίου 2007 και 3 Νοεμβρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 27 Δεκεμβρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ