Supreme Court dismisses appeal where lower court considered all evidence despite alleged omission of a specific document.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of First Instance's decision regarding a property dispute. The appellant argued the lower court failed to consider a specific prosecutor's ruling, but the court found the lower court explicitly acknowledged reviewing all submitted documents. Consequently, the appeal was rejected because the lower court's general reference to considering all evidence satisfied the legal requirement for a complete review.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(11)(c), 335, 338-340, 561(1) of the Code of Civil Procedure; An appeal based on the failure to consider specific evidence is inadmissible if the lower court explicitly states it reviewed all submitted documents and the appeal does not challenge the weight assigned to the evidence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2367 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2367/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος:Χ. Στο σημείο αυτό η πληρεξούσια δικηγόρος Κρίστα Κιοσόγλου δήλωσε ότι ο ανωτέρω αναιρεσείων απεβίωσε στις 24-1-2004 και κληρονομήθηκε από τον εγγονό του ..., ο οποίος συνεχίζει την βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπήθηκε από την ίδια ως άνω πληρεξούσια δικηγόρο.
Των αναιρεσίβλητων: . Χ1,Χ2 και Χ3 κατοίκων ..., οι οποίες δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-1-1989 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κω. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 97/1989 μη οριστική, 219/1995 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8/1997 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο Χ (αναιρεσείων) με την από 13-10-1997 αίτησή του και ο ...(κληρονόμος) με τους από 5-3-2007 πρόσθετους λόγους του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 11-9-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων.
Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286 εδ. α', 287 παρ. 1 και 290 Κ.Πολ.Δ., τα οποία εφαρμόζονται και στην κατ' αναίρεση δίκη (αρθρ. 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), προκύπτει ότι η βίαιη διακοπή της δίκης που επέρχεται από το θάνατο του διαδίκου, καθώς και η εκούσια επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του, μπορούν να γνωστοποιηθούν διαδοχικά με ενιαία δήλωση στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως προς συζήτηση, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητάς τους ως κληρονόμων, οπότε ακολουθεί αμέσως συζήτηση της υποθέσεως (Ολ.
ΑΠ 22/2000). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως αποδεικνύεται από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη με αριθμό ... ληξιαρχική πράξη θανάτου της Ληξιάρχου Δήμου ..., στις 21-1-2004 απεβίωσε ο αρχικώς αναιρεσείων Χ ο οποίος, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη και νομίμως δημοσιευθείσα από ... ιδιόγραφη διαθήκη του, εγκατέστησε ως μοναδικό κληρονόμο του τον εγγονό του Χ.
Επομένως, ο τελευταίος ως εκ διαθήκης κληρονόμος του αποβιώσαντος, εκπροσωπούμενος από τη δικηγόρο του Κρίστα Κιοσόγλου, δυνάμει του προσκομιζομένου ... πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Κώ ..., νομίμως εμφανίστηκε και δήλωσε στο ακροατήριο, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, τον θάνατο του πιο πάνω αρχικώς αναιρεσείοντος και την εκούσια στο όνομά του επανάληψη της δίκης που διακόπηκε βίαια λόγω του θανάτου αυτού.
Εξάλλου, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 576 ΚΠολΔ, εάν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι ή αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπόμενου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν ο τελευταίος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση ως προς όλους τους διαδίκους. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 135 ΚΠολΔ, αν είναι άγνωστος ο τόπος ή η ακριβής διεύθυνση διαμονής εκείνου προς τον οποίο πρέπει να γίνει η επίδοση, εφαρμόζονται οι διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 134 και συγχρόνως δημοσιεύεται σε δύο εφημερίδες από τις οποίες η μία πρέπει να εκδίδεται στην ...
και η άλλη στην έδρα του δικαστηρίου, διαφορετικά και η άλλη πρέπει να εκδίδεται στην ..., ύστερα από υπόδειξη του Εισαγγελέα στον οποίο γίνεται η επίδοση, περίληψη του δικογράφου που κοινοποιήθηκε. Κατά δε το άρθρο 134 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, η επίδοση γίνεται στον εισαγγελέα του δικαστηρίου, στο οποίο εκκρεμεί ή πρόκειται να εισαχθεί η δίκη ή σ' αυτό που εξέδωσε την επιδιδόμενη απόφαση και για δίκες στο ειρηνοδικείο, στον εισαγγελέα του πρωτοδικείου, στην περιφέρεια του οποίου υπάγεται το ειρηνοδικείο.
Όπως προκύπτει από τις άνω διατάξεις, η επίδοση της αιτήσεως αναιρέσεως και της κλήσεως για συζήτηση, για άγνωστης διαμονής αναιρεσίβλητο, γίνεται στον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου (ΑΠ 393/2009). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως του δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου στη νομίμως ορισθείσα δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, παραστάθηκε ο ανωτέρω Χ, εγγονός και μοναδικός κληρονόμος του αρχικώς αναιρεσείοντος που αποβίωσε στις 21-1-2004, ο οποίος κατά τα προαναφερθέντα συνεχίζει νόμιμα τη δίκη, ενώ οι αναιρεσίβλητες δεν εμφανίστηκαν.
Εξάλλου, ο τελευταίος, που επισπεύδει τη συζήτηση της ενδίκου αναιρέσεως και των πρόσθετων λόγων αναίρεσης κατά της 8/1997 απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου, προσκομίζει τις ... εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο πρωτοδικείο Αθηνών ..., από τις οποίες προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 13-10-1997 αιτήσεως αναιρέσεως, καθώς και των από 5-3-2007 πρόσθετων λόγων, με πράξη κατάθεσης και ορισμού ως δικασίμου την 16-4-2008, καθώς και κλήση να παραστούν κατά την πιο πάνω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως για τις αγνώστου διαμονής αναιρεσίβλητες στον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιο Γκρόζο, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 134, 135 του Κ.Πολ.Δ., ενώ συγχρόνως δημοσιεύθηκε περίληψη των κοινοποιηθέντων δικογράφων, καθώς και ο ορισμός της δικασίμου στις εκδιδόμενες στην ...
ημερήσιες εφημερίδες "ΓΕΝΙΚΗ ΔΗΜΟΠΡΑΣΙΩΝ" και "ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ" (αριθ. φύλλων 9259 και 5947). Επομένως, νομίμως συνεχίζεται η βιαίως διακοπείσα δίκη και αφού οι αναιρεσίβλητες δεν εμφανίσθηκαν κατά την παρούσα δικάσιμο και κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου, ούτε κατέθεσαν δήλωση του άρθρου 262 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους, σαν να ήταν αυτές παρούσες (άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ).
Επειδή, κατά το άρθρο 63 του Κτηματολογικού Κανονισμού Δωδεκανήσου, που κυρώθηκε με το 132/1929 διάταγμα του Ιταλού Κυβερνήτη Δωδεκανήσου και διατηρήθηκε σε ισχύ, ως τοπικό δίκαιο, και μετά την προσάρτηση της Δωδεκανήσου και την εισαγωγή σ` αυτή της Ελληνικής νομοθεσίας, με το άρθρο 8 παρ. 2 ν. 510/1947, κατά των εγγραφών του κτηματικού βιβλίου, που αφορούν ακίνητα ελεύθερης ιδιοκτησίας (μουλκ) συγχωρείται η παραγραφή κατά τις αρχές της Ιταλικής νομοθεσίας, μετά από δεκαπενταετία από την εγγραφή που έγινε, ο δε νομέας που χρησιδέσποσε μπορεί να επιτύχει την εγγραφή του δικαιώματος είτε με πράξη, με την οποία συνομολογείται η συνεχής 15ετής νομή του από μέρους του τιτλούχου που είναι εγγεγραμμένος, είτε με δικαστική απόφαση που αναγνωρίζει έναντι του τελευταίου τιτλούχου ή των κληρονόμων του ή, αν αυτοί δεν υπάρχουν, του διευθυντή του κτηματολογικού γραφείου, ότι η παραγραφή συμπληρώθηκε.
Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται έκτακτη χρησικτησία (κτητική παραγραφή) με 15ετή νομή, ως προς τα άλλα δε στοιχεία αυτής, ήτοι τις προϋποθέσεις έναρξης, διαδρομής και συμπλήρωσης της δεκαπενταετούς αυτής κτητικής παραγραφής, παραπέμπει στις διατάξεις της Ιταλικής νομοθεσίας. Η παραπομπή όμως αυτή, που είναι γνησία, έχει την έννοια ότι η συμπλήρωση των παραπάνω διατάξεων γίνεται όχι με εκείνες της αστικής νομοθεσίας που ίσχυε κατά τη θέσπισή τους, αλλά με αυτές που ισχύουν κάθε φορά.
Συνεπώς, ενόψει και του ερμηνευτικού κανόνα του άρθρου 3 Εισ.Ν.ΑΚ, κατά τον οποίο "στις περιπτώσεις που στην ισχύουσα νομοθεσία γίνεται παραπομπή σε διατάξεις που καταργούνται με το νόμο αυτό εφαρμόζονται στη θέση τους οι αντίστοιχες διατάξεις του Αστικού Κώδικα", είναι σαφές ότι από 30-12-1947, που έχει εισαχθεί στη Δωδεκάνησο, με το άρθρο 2 παρ. 1 στοιχ.
α' του πιο πάνω ν. 510/1947, ο ΑΚ, ο Εισ.Ν.ΑΚ και το ν.δ. 7/10-5-1946 "περί αποκαταστάσεως του ΑΚ και του Εισαγωγικού αυτού Νόμου", η παραπομπή της παραπάνω διάταξης του άρθρου 63 παρ. 1 του Κτηματολογικού Κανονισμού Δωδεκανήσου στις αρχές της Ιταλικής νομοθεσίας έχει πλέον την έννοια της παραπομπής στις αντίστοιχες διατάξεις του ελληνικού ΑΚ, που ισχύει πλέον στη Δωδεκάνησο, από τις οποίες τώρα διέπεται η δεκαπενταετής κτητική παραγραφή που προβλέπει ο κανονισμός αυτός, ως προς τις προϋποθέσεις έναρξης διαδρομής και συμπλήρωσης αυτής (Ολ.ΑΠ 188/1980, ΑΠ 1266/2008).
Επομένως, μετά την εισαγωγή της Ελληνικής νομοθεσίας στη Δωδεκάνησο, αρκεί, κατά τα άρθρα 974 - 979, 1045 και 1051 ΑΚ προς κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία η επί πλήρη δεκαπενταετία άσκηση νομής με διάνοια κυρίου με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του (άρθρο 1051 ΑΚ).
Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ' αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης τα περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με τον χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται σαφώς (Ολ.ΑΠ 1/1999, Ολ.ΑΠ 24/1992).
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αναφορικά με την ένδικη αγωγή με την οποία ο ενάγων ζητούσε να αναγνωριστεί ότι συμπληρώθηκε στο πρόσωπό του και σε βάρος των εναγομένων ο χρόνος κτητικής παραγραφής του άρθρου 63 του Κτηματολογικού Κανονισμού, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Το επίδικο, είναι αγρός, εκτάσεως 75.580 τ.μ. και βρίσκεται στην περιφέρεια ..., φέρεται δε καταχωρημένος στα κτηματολογικά βιβλία του άνω Δήμου, από του έτους 1930, στο όνομα του ... (πατέρα της πρώτης και παππού της δεύτερης και τρίτης των εναγομένων-εφεσιβλήτων) με τα στοιχεία, κτηματολογική μερίδα 2245 γαιών ...-εξοχής, τόμος XXI, σελ. 100.
Ο πιο πάνω, από αρχική εγγραφή, τιτλούχος, αναχώρησε από την Ελλάδα στις αρχές της δεκαετίας 1930-1940 και μετέβη στην ..., για μόνιμη εγκατάσταση, όπου και πέθανε το έτος 1943. Πριν αναχωρήσει για την ... είχε ορίσει, ως διαχειριστή του επιδίκου και γενικά όλης της περιουσίας του, που βρισκόταν στη Κω, τον διορισμένο στην ...
δικηγόρο Ω, που εξακολούθησε να διαχειρίζεται την περιουσία του ως άνω αρχικού τιτλούχου και μετά το θάνατο του τελευταίου, με εντολή πλέον των ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του, ήδη εναγομένων και εφεσιβλήτων, που υπεισήλθαν στη θέση του δικαιοπαρόχου τους, και οι οποίες με τον ως άνω διαχειριστή το εκμίσθωναν σε διάφορους τρίτους μεταξύ των οποίων και στον ..., αδελφό του ενάγοντος.
Συγκεκριμένα μετά τον θάνατο του αρχικού τίτλούχου το επίδικο ακίνητο, περιήλθε στην πρώτη των εναγομένων, θυγατέρα του, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου του, την οποία κληρονομία αποδέχθηκε με την ... πράξη δήλωσης αποδοχής κληρονομίας του συμβολαιογραφούντος στη Λέρο Ειρηνοδίκη ..., που καταχωρήθηκε με αριθμό 537 στα βιβλία του κτηματολογίου ...
την 6-7-1964. Στη δεύτερη δε και τρίτη των εναγομένων, θυγατέρες της ..., που ήταν κόρη επίσης του αρχικού τιτλούχου, μετά το θάνατον της μητέρας τους την 25-7-1945, το επίδικο περιήλθε σ' αυτές κατά το άλλο 1/2 εξ αδιαιρέτου, ήτοι κατά ποσοστόν 1/4 εξ αδιαιρέτου στην κάθεμία απ' αυτές (δεύτερη και τρίτη των εναγομένων) από κλήρονομία της, χωρίς διαθήκη, αποβιώσασας μητέρας τους, την οποία κληρονομία και αυτές αποδέχθηκαν με την ...πράξη αποδοχής κληρονομίας του τότε συμβολαιογράφου Λέρου ....
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι, οι εναγόμενες και εφεσίβλητες από του έτους 1971, όρισαν, ως διαχειριστή του επιδίκου αγρού, τον ..., ο οποίος εξετασθείς με πρόταση των εναγομένων, στην πρωτόδικη δίκη, μεταξύ άλλων καταθέτει και τα εξής: "Τον Ω τον είδα τον Φλεβάρη του 1971, και μου είπε ότι σαν αντιπρόσωπος του αρχικού τιτλούχου, το εκμίσθωνε-στον Χ, περνούσα από εκεί μια φορά το μήνα, δεν είδα ποτέ στο επίδικο κανένα Χ.
Από το 1971 μέχρι σήμερα, δεν είδα κανένα". Η κατάθεση αυτή, ενισχύεται και από τα μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενα έγγραφα, μεταξύ των οποίων και οι από ... επιστολές του προαναφερθέντος διαχειριστού του ακινήτου, Ω, από τις οποίες καταφαίνεται, ότι τόσον οι εναγόμενες-εφεσίβλητες, όσο και οι δικαιοπάροχοί τους με τον πιο πάνω αντιπρόσωπό τους, ασκούσαν συνεχώς διακατοχικές πράξεις νομής στο επίδικο ακίνητο, εκμισθώνοντας αυτό σε διάφορους τρίτους και εισέπρατταν τα μισθώματα.
Μάλιστα δε σε μια από τις επιστολές αυτές, με ημερομηνία 28-7-1955, που συντάχθηκε από τον διαχειριστή Ω και την απηύθυνε στον ... (σύζυγο της τρίτης των εναγομένων) αναφέρεται ως μισθωτής ο ..., αδελφός του ενάγοντος, όπως αυτό προκύπτει από την κατά λέξη παράθεση των περιεχομένων στην επιστολή φράσεων "... έχω γράψει στον ενοικιαστή ...
προς καταβολήν του νέου ενοικίου εκ δρχ. 1.700 και αν μοι τα στείλει γράψατέ μοι αν θα μένητε εις ... δια να σας το στείλω", γεγονός το οποίο εκμηδενίζει την κατάθεση του μάρτυρα του ενάγοντος ..., ανηψιού του (ενάγοντος), η κατάθεση του οποίου δεν αναιρεί κατ' ελάχιστο, όσα κατέθεσαν οι μάρτυρες, που εξετάστηκαν με πρόταση των εναγομένων και οι οποίες οπωσδήποτε κρίνονται πειστικές και κατηγορηματικές σε σχέση με όσα ισχυρίζονται οι μάρτυρες αποδείξεως, ότι ο ενάγων άσκησε στο επίδικο διακατοχικές πράξεις.
Αντίθετα αποδείχθηκε, ότι τέτοιες πράξεις νομής, και, διακατοχής, δεν ασκήθηκαν από τον δικαιοπάροχό του και από τον ίδιο τον ενάγοντα-εκκαλούντα και επομένως δεν συνέτρεξε στο πρόσωπό του ο επικαλούμενος νόμιμος χρόνος για τη συμπλήρωση της δεκαπενταετούς κτητικής παραγραφής στο επίδικο ακίνητο. Με βάση τις πιο πάνω πραγματικές παραδοχές το Εφετείο έκρινε ότι πράξεις νομής και διακατοχής ουδέποτε ασκήθηκαν από τον δικαιοπάροχο του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος ούτε και από το ίδιο και επομένως δεν συνέτρεξε στο πρόσωπο του τελευταίου ο επικαλούμενος νόμιμος χρόνος για τη συμπλήρωση της δεκαπενταετούς κτητικής παραγραφής στο επίδικο ακίνητο, και κατόπιν τούτου απέρριψε την ασκηθείσα έφεσή του κατά της πρωτόδικης απόφασης που είχε απορρίψει ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την ένδικη αναγνωριστική του αγωγή.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο ως προς την απόρριψη της αγωγής ως προς την πιο πάνω βάση της, που συνιστά ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση εξ αιτίας αντιφατικών ή ανεπαρκών αιτιολογιών, αφού εξέθεσε σ' αυτήν χωρίς αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά γεγονότα που δέχτηκε ως αποδεικνυόμενα ή μη και που ήταν αναγκαία για την εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικών διατάξεων του άρθρου 63 του Κτηματολογικού Κανονισμού Δωδεκανήσου, καθώς και των άρθρων 974-979, 1045 και 1051 του ΑΚ, τις οποίες εφάρμοσε και γι' αυτό ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ πρώτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. β' Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και όχι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Επομένως, πράγματα κατά την έννοια αυτήν, αποτελούν και οι λόγοι έφεσης (ΑΠ 1765/2005, ΑΠ 50/1992). Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ουσιώδη ισχυρισμό του που νόμιμα υπέβαλε, ότι οι επικαλεσθείσες και προσκομισθείσες από τις εναγόμενες από ...
επιστολές του διαχειριστή του ακινήτου Ω δεν αφορούσαν το επίδικο ακίνητο, αλλά το ακίνητο με αριθμό .... Σύμφωνα όμως με τα εκτεθέντα ανωτέρω, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος, διότι ο ανωτέρω ισχυρισμός δεν συνιστά πράγμα με την προαναφερθείσα έννοια, αλλά πραγματικό επιχείρημα που αντλείται από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Επειδή, κατά το άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των αναιρετικών λόγων του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως είχε προταθεί στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και αν ο εν λόγω ισχυρισμός ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο.
Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος προτάσεώς του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (ΑΠ 495/2009, ΑΠ 111/2009). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον μοναδικό λόγο της κύριας αναίρεσης, από το άρθρο 559 περ.11α ΚΠολΔ, αποδίδεται ως σφάλμα στο Εφετείο, ότι έλαβε υπόψη τις αναφερόμενες στο λόγο αυτό από ...
επιστολές του αντιπροσώπου των αναιρεσιβλήτων που απευθύνονταν προς αυτούς, τις οποίες με επίκληση προσκόμισαν οι αναιρεσίβλητοι με τις προτάσεις τους ενώπιον του πρωτόδικου δικαστηρίου, καθώς και ενώπιον του Εφετείου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και οι οποίες ήταν αποδεικτικά μέσα τα οποία ο νόμος δεν επιτρέπει, διότι τα έγγραφα αυτά ήταν μεν γνήσια κατά το περιεχόμενο, πλην όμως ήταν ψευδή αποδεικτικά μέσα, καθόσον δεν αφορούσαν ούτε τον αναιρεσείοντα ως μισθωτή ούτε τον επίδικο αγρό ως μίσθιο και έτσι οι αναιρεσίβλητοι "διέπραξαν το αδίκημα της απόπειρας απάτης κατ' αρχήν και της τετελεσμένης απάτης στη συνέχεια ενώπιον του δικαστηρίου".
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο, αν προτάθηκε στο Εφετείο ο ισχυρισμός, που στηρίζει το λόγο αυτό, ο οποίος δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ, διότι δεν πρόκειται για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, ούτε για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη, ούτε για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, αφού ο αναιρεσείων έλαβε γνώση των προτάσεων των αναιρεσιβλήτων ενώπιον του Εφετείου, με τις οποίες έγινε επίκληση των ως άνω αποδεικτικών μέσων, και, επομένως, μπορούσε ακόμη και με την προσθήκη και αντίκρουση των προτάσεών του (άρθρα 237 παρ.3, 524 παρ.1 ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν την αντικατάστασή τους με το ν. 2915/2001) να προβάλει τον ισχυρισμό του ότι ο νόμος δεν επιτρέπει τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα.
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίστηκαν από τους διαδίκους, ήτοι αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.) που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο (Ολ.
ΑΠ 42/2002). Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται, όταν η παράλειψη του δικαστηρίου αφορά στη μη αξιολόγηση συγκεκριμένων αποδεικτικών μέσων, που έλαβε υπόψη, σε συνδυασμό με τα άλλα ληφθέντα υπόψη αποδεικτικά μέσα ή αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον τρίτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και το 226/13-5-1994 κλητήριο θέσπισμα του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Κω, βάσει του οποίου οι εναγόμενες παραπέμπονται ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κω για να δικαστούν με την κατηγορία της απάτης ενώπιον του δικαστηρίου και το οποίο νόμιμα είχε προσκομίσει και επικαλεστεί προς απόδειξη του ισχυρισμού του ότι οι αναφερόμενες επιστολές δεν αφορούσαν το επίδικο ακίνητο.
Από την περιεχόμενη όμως στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή διαβεβαίωση του Εφετείου ότι έλαβε υπόψη <τα από τους διαδίκους επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα έγγραφα>, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη του και το ανωτέρω έγγραφο, το οποίο μάλιστα ρητώς μνημόνευσε στο σκεπτικό του.
Επομένως, ο εξεταζόμενος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 13-10-1997 αίτηση του Χ και τους από 5-3-2007 πρόσθετους λόγους του Χ, για αναίρεση της 8/1997 αποφάσεως του Εφετείου Δωδεκανήσου.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Νοεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Δεκεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ