Legislator Case Law & Legislation
2366/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against conviction for violence against a bailiff enforcing a court order.

Case Number 2366/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' appeal against a second-instance judgment convicting them for violence against a bailiff. The court found the lower court's reasoning sufficient regarding the use of weapons to obstruct the execution of a court order. Consequently, the appeal was rejected, and the appellants were ordered to pay the legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Art. 167(1) Penal Code; Art. 510(1)(D), (E), (H) Civil Procedure Code: The Supreme Court rejects an appeal against a conviction for violence against a bailiff when the lower court provides specific and detailed reasoning establishing the objective and subjective elements of the crime without logical gaps.

Keywords

AI generated
violence against bailiff enforcement of court order use of weapons specific reasoning requirement dismissal of appeal legal costs criminal procedure

Cited Legislation

AI generated
Art. 167(1) Penal Code
Art. 13γ Penal Code
Art. 93(3) Constitution
Art. 510(1)(D), (E), (H) Civil Procedure Code
Art. 583(1) Civil Procedure Code
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2366 / 2008 (Β Ποιν. Διακ., ΠΟΙΝΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 2366/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Ιωάννη Σίδερη - Εισηγητή, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Λεοντή και Γεωργία Λαλούση, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αντωνίου Μύτη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειουσών - κατηγορουμένων: Χ1 και Χ2, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Γεωργόπουλο, περί αναιρέσεως της 235/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αιγαίου. Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αιγαίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείουσες - κατηγορούμενες ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Ιουλίου 2008 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1364/2008.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειουσών που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Οι κρινόμενες από 18.7.2008 αιτήσεις αναιρέσεως των κατηγορουμένων που στρέφονται κατά της ίδιας με αριθμό 235/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου, έχουν ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα και επομένως, πρέπει, να συνεκδικασθούν ως συναφείς.

Κατά το άρθρο 167 παρ. 1 ΠΚ "όποιος μεταχειρίζεται βία ή απειλή βίας για να εξαναγκάσει κάποια αρχή ή υπάλληλο να ενεργήσουν πράξη που ανάγεται στα καθήκοντά τους ή να παραλείψει νόμιμη πράξη, καθώς και όποιος βιαιοπραγεί κατά υπαλλήλου ή προσώπου που έχει προσληφθεί ή άλλου υπαλλήλου που έχει προστρέξει για να τον υποστηρίξει, ενώ διαρκεί η νόμιμη ενέργειά του, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους.

Από την διάταξη προκύπτει, ότι ο νομοθέτης, προκειμένου να επιτύχει την ασφαλή υλοποίηση νομίμου ενεργείας νομοθετημένης αρχής ή υπαλλήλου, ενεργούντος εντός του κύκλου της αρμοδιότητάς του και χάριν της προστασίας της δημοσίας εξουσίας, εξατομικεύει την αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος, με περιεχόμενο την εκ προθέσεως εκδήλωση βίας ή απειλής βίας, με σκοπό να εξαναγκασθεί αρχή ή υπάλληλος να ενεργήσει πράξη, αναγομένη στα καθήκοντά του ή να παραλείψει νόμιμη πράξη.

Ως υπάλληλος κατ` άρθρο 13γ ΠΚ θεωρείται και ο δικαστικός επιμελητής, επιφορτισμένος με την αναγκαστική εκτέλεση δικαστικής αποφάσεως, δεδομένου ότι είναι ο κατά νόμο αρμόδιος για την υλοποίηση της αποφάσεως, εφ` όσον έχει τηρήσει την προβλεπομένη διαδικασία από τον ΚΠολΔ. Εξάλλου, έλλειψη, της κατά τα άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος παρ. 3 και 139 ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που ιδρύει λόγο αναίρεσης της καταδικαστικής αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 περ.

Δ` ΚΠΔ υπάρχει στην καταδικαστική απόφαση όταν δεν εκτίθεται σ` αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε.

Έλλειψη τέτοιας αιτιολογίας υπάρχει και στην περίπτωση που αυτή είναι τυπική, όπως είναι και εκείνη που δεν περιέχει τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία, αλλά το δικαστήριο, περιορίζεται να αναφερθεί με τυπικές φράσεις στο διατακτικό της απόφασης που περιέχει τα στοιχεία του κατηγορητηρίου.

Η απλή επανάληψη στην αιτιολογία της απόφασης (σκεπτικό) του διατακτικού, καθ` εαυτή, δεν συνιστά ελλιπή αιτιολογία, ειδικότερα όταν το διατακτικό είναι λεπτομερές και εκτίθεται στο περιεχόμενό του με σαφήνεια και πληρότητα, τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση.

Και μόνο όταν στο διατακτικό δεν διαλαμβάνονται τέτοια περιστατικά, η αιτιολογία, στην οποία επαναλαμβάνεται το διατακτικό είναι ελλιπής. Η αιτιολογία των αποφάσεων πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιόποινου της πράξης ή τη μείωση της ποινής.

Όμως το δικαστήριο της ουσίας δεν υποχρεούται να απαντήσει και, επιπλέον, να διαλάβει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία προς απόκρουση προτεινομένων κατά τα ανωτέρω άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ αυτοτελών ισχυρισμών, αν αυτοί δεν είναι σαφείς και ορισμένοι και δεν συνοδεύονται από αναφορά των πραγματικών περιστατικών που τους θεμελιώνουν.

Περαιτέρω κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε` του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της απόφασης συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ` αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στην εφαρμοσθείσα διάταξη.

Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός λόγος περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο Αιγαίου (Τριμελές Πλημμελημάτων), που την εξέδωσε, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερόμενων στην εν λόγω απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: " Η Α, σύζυγος του Β, υιού της πρώτης και αδελφού της δεύτερης κατηγορουμένης, με την από 26-7-2000 αίτηση της κατά των κατηγορουμένων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Νάξου (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων) ζήτησε τη μεταρρύθμιση της 250/2000 απόφασης.

Επί της αίτησης αυτής εκδόθηκε η 276/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Νάξου κατά την πιο πάνω διαδικασία, με την οποία μεταρρυθμίστηκε η πιο πάνω απόφαση και διορίστηκε μεσεγγυούχος ενός ισογείου καταστήματος στην παραλία της Χώρας Νάξου η αιτούσα, διατάσσοντας την παράδοση των υπό μεσεγγύηση πραγμάτων από τους έως τότε μεσεγγυούχους (κατηγορούμενες) σε αυτή.

Με την από 1-9-2000 παραγγελία εκτέλεσης της αιτούσας ο δικαστικός επιμελητής στο Πρωτοδικείου Σύρου ....., προέβη στην εκτέλεση της απόφασης πηγαίνοντας στις 8-9-2000 στο πιο πάνω κατάστημα. Κατά την άφιξη του διαπίστωσε ότι η πόρτα του καταστήματος ήταν κλειδωμένη και μέσα σε αυτό βρισκόταν ο δικηγόρος Αθηνών .....

και οι κατηγορούμενες που κρατούσαν αμφότερες στα χέρια τους μαχαίρια του καταστήματος καθώς, και μία σούβλα η πρώτη και έναν μπαλτά η δεύτερη. Όταν ο πιο πάνω δικαστικός επιμελητής επιχείρησε να εισέλθει στο κατάστημα οι κατηγορούμενες έχοντας στραμμένα τα πιο πάνω όπλα εναντίον του, τον απειλούσαν ότι θα τον πλήξουν αν εισέλθει στο κατάστημα.

Μετά από αυτά ο δικαστικός επιμελητής και παρά τη συνδρομή αστυνομικών οργάνων αναγκάστηκε να αποχωρήσει παραλείποντας έτσι την εκτέλεση της πιο πάνω απόφασης. Για το λόγο αυτό συνέταξε την 1000/8-9-20ΟΟ έκθεση παράδοσης ακινήτου και κινητών στην οποία ανέφερε λεπτομερώς τα όσα διαδραματίστηκαν και περιγράφονται πιο πάνω.

Όπως αποδείχθηκε η πιο πάνω εκτέλεση γινόταν νόμιμα με βάση την 276/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Νάξου και ύστερα από την ανάκληση προσωρινής διαταγής που είχε εκδοθεί περί απαγόρευσης εκτέλεσης της παραπάνω απόφασης (βλέπε την αναγνωσθείσα υπ' αριθ. 1000/8-9-2000 έκθεση παράδοσης ακινήτου και κινητών).

Οι ισχυρισμοί των κατηγορουμένων (κατ' εκτίμηση τους) ότι το κατάστημα ανήκει κατ' επικαρπία στην πρώτη και η επιχείρηση στη δεύτερη και ότι ως εκ τούτου πίστευαν ότι δεν ήταν νόμιμη η ενέργεια του δικαστικού επιμελητή και ότι δεν είχε αρχίσει η εκτέλεση της πιο πάνω απόφασης πρέπει ν' απορριφθούν. Τούτο δε διότι οι κατηγορούμενες γνώριζαν ότι κατόπιν της πιο πάνω αίτησης της Α, κατά τη συζήτηση της οποίας παραστάθηκαν μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους, εκδόθηκε η πιο πάνω απόφαση, που τους κοινοποιήθηκε με επιταγή προς εκτέλεση, και επομένως έπρεπε να συμμορφωθούν με το διατακτικό της, χωρίς να δικαιολογείται η παραπάνω επικαλούμενη από αυτές πεπλανημένη πεποίθηση.

Δοθέντος μάλιστα ότι η εν λόγω απόφαση ίσχυε κατά το χρόνο της εκτέλεσης αφού αυτή μεταρρυθμίστηκε μεταγενέστερα με την έκδοση της 19/2001 απόφασης του πιο πάνω δικαστηρίου κατόπιν της από 10-12-2000 αίτησης τους. Ούτε, εξάλλου, αποδεικνύεται από κάποιο αποδεικτικό στοιχείο ότι οι κατηγορούμενες βρισκόταν σε συγγνωστή νομική πλάνη".

Με βάση τις σκέψεις αυτές το Τριμελές Εφετείο Αιγαίου κήρυξε, μετ' απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών τους, ένοχες τις κατηγορούμενες της πράξεως της αντιστάσεως από κοινού, για το ότι " στη ....., την 8-9-2000 από κοινού μεταχειρίσθηκαν απειλή βίας για να εξαναγκάσουν κάποιον υπάλληλο να παραλείψει νόμιμη πράξη, κατά την τέλεση δε της προαναφερόμενης πράξεως έφεραν όπλα με την έννοια του νόμου και αντικείμενο με το οποίο μπορεί να προκληθεί σωματική βλάβη.

Ειδικότερα δε, κατόπιν συναποφάσεως, για να εξαναγκάσουν το δικαστικό επιμελητή του Πρωτοδικείου Σύρου ..... να παραλείψει την εκτέλεση της υπ' αριθ. 276/2000 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Νάξου που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, να θέσει υπό τη δικαστική μεσεγγύηση της Α, ένα ισόγειο κατάστημα στη θέση .....

της παραλίας ..... και την επιχείρηση καφέ-σνακ-μπαρ-ψητοπωλείου που λειτουργεί εντός αυτού, αφαιρώντας το από τη μεσεγγύηση των ιδίων (κατηγορουμένων) στην οποία μέχρι τότε ευρίσκετο, όπως διετάσσετο με την προαναφερόμενη απόφαση, όταν ο εν λόγω δικαστικός επιμελητής ..... επιχείρησε να εισέλθει στο προαναφερόμενο κατάστημα για να ενεργήσει τα νόμιμα προς εκτέλεση των κατά τα ανωτέρω διατασσομένων με την υπ' αριθ. 276/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Νάξου, οι κατηγορούμενες που βρίσκονταν ήδη μέσα στο κατάστημα με κλειδωμένη τη θύρα εισόδου αυτού, κρατώντας μαχαίρια, καθώς και έναν μπαλτά η Χ1 και μία σούβλα η Χ2, έστρεψαν τα εν λόγω αντικείμενα εναντίον του και τον απείλησαν ότι θα τον πλήξουν με αυτά εφόσον εισέλθει στο κατάστημα προκειμένου να εκτελέσει την ανωτέρω δικαστική απόφαση, εξαναγκάζοντας τον με την κατά τα ανωτέρω απειλή βίας εναντίον του που χρησιμοποίησαν, να παραλείψει τη νόμιμη πράξη εισόδου του στο κατάστημα προς εκτέλεση της υπ' αριθ. 276/2000 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Νάξου, κατά την τέλεση δε της ανωτέρω πράξεως τους έφεραν όπλα με την έννοια του νόμου, ήτοι μαχαίρια αμφότερες και επιπλέον μία σούβλα η Χ2 και έναν μπαλτά η Χ1".

Επέβαλε δε σε κάθε μία από αυτές ποινή φυλακίσεως 4 μηνών, την οποία ανέστειλε για τρία χρόνια. Με αυτά που δέχθηκε το εν λόγω Δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την από τις παραπάνω διατάξεις επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή, με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 331 εδ.

α' του ΠΚ, την οποία εφάρμοσε ορθά, χωρίς να την παραβιάσει ευθέως ή εκ πλαγίου και να στερήσει την απόφασή του από νόμιμη βάση, ουδόλως δε ήταν αναγκαίο για την πληρότητα της αιτιολογίας της αποφάσεως η παράθεση των διατάξεων του Κ.Πολ.Δ. που καθορίζουν τον τρόπο εκτελέσεως των εκδιδομένων κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων αποφάσεων.

Περαιτέρω οι κατηγορούμενες ζήτησαν δια του συνηγόρου τους, να αναγνωρισθεί ότι κατά τη διάπραξη της ως άνω πράξεως ευρίσκοντο σε νομική πλάνη, άλλως ότι αποκλείεται ο καταλογισμός αυτής λόγω καταστάσεως ανάγκης, σε κάθε δε περίπτωση ότι την πράξη τους αυτή τέλεσαν σε ενάσκηση δικαιώματος, χωρίς, κατά τα προκύπτοντα από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης, να επικαλούνται παντάπασι πραγματικά περιστατικά που να θεμελιώνουν τους ως άνω ισχυρισμούς, μολονότι δε οι ισχυρισμοί αυτοί ήταν αόριστοι και το δικαστήριο δεν είχε, για τον λόγο αυτό, υποχρέωση να απαντήσει, σε κάθε περίπτωση, απορρίφθηκαν ρητώς με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία.

Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Ε' και Η' του ΚΠΔ, δεύτερος και τρίτος λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Εξάλλου με την προσβαλλομένη απόφαση, απορρίφθηκε ρητώς, όπως προαναφέρθηκε, ο αυτοτελής ισχυρισμός των κατηγορουμένων για τον μη καταλογισμό της πράξεως της αντιστάσεως, που τους αποδίδεται, λόγω καταστάσεως ανάγκης και επομένως ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως της ελλείψεως ακροάσεως (άρθρο 510 παρ.

στοιχ. Β, εδ. Β), είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθούν οι υπό κρίση αιτήσεις και να καταδικαστούν οι αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει τις από 18.7.2008 αιτήσεις των κατηγορουμένων για αναίρεση της υπ' αριθμ. 235/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου (πλημμελημάτων). και

Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα, τα οποία προσδιορίζει σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ για την

καθεμία.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Σεπτεμβρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 7 Νοεμβρίου 2008.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ