Legislator Case Law & Legislation
2365/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on property rights and tax filing procedural grounds.

Case Number 2365/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision regarding a property dispute. The appellant argued that the lower court failed to recognize her property rights and violated tax filing procedures, but the court found the property owner status well-established by documentary evidence. Consequently, the court ruled that the procedural violations cited did not constitute grounds for appeal under the Civil Procedure Code.

Legislator headnote

AI generated

Articles 974, 984, 989 of the Civil Code; Article 559(14) of the Civil Procedure Code; Article 33 of Law 1249/1982; Article 7 of Law 1544/1942; Article 559(6) of the Civil Procedure Code: A disturbance of property rights requires positive acts or omissions by the infringer, and procedural violations in tax filings or court fees do not automatically justify an appeal unless they result in a default judgment.

Keywords

AI generated
property rights disturbance civil procedure appeal tax filing procedure default judgment rule property ownership evidence

Cited Legislation

AI generated
Articles 974, 984, 989 of the Civil Code
Article 559(14) of the Civil Procedure Code
Article 33 of Law 1249/1982
Article 7 of Law 1544/1942
Article 559(6) of the Civil Procedure Code

Cited Case Law

AI generated
AP 219/2005
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2365 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2365/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσεσείουσας: Χ, κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Κωνσταντίνο Βλάχο και Δημήτριο Νταφούλη.

Του αναιρεσίβλητου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στέφανο Ντάλια.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-4-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 30/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 106/2007 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16-5-2007 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιχαήλ Θεοχαρίδης ανέγνωσε την από 12-5-08 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

- ΕΠΕΙΔΗ, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 974, 984 εδάφ. α' και 989 εδάφ. α' του ΑΚ, στοιχεία της αγωγής διατάραξης της νομής είναι η νομή του ενάγοντος στο πράγμα κατά το χρόνο της διατάραξης και της επίδοσης της αγωγής και η προσβολή αυτής από τον εναγόμενο με διατάραξη που έγινε παράνομα και χωρίς τη θέληση του νομέα ενάγοντος.

Διατάραξη της νομής, η οποία υπάρχει όταν δεν αποβάλλεται ο νομέας από το πράγμα, αλλά εξακολουθεί να διατηρεί τη νομή του σ' αυτό, συνιστά κάθε θετική πράξη ή παράλειψη που αποτελεί παρενόχληση του νομέα στην άσκηση της νομής του. Θετικά εκδηλώνεται ή διατάραξη είτε με πράξη του προσβολέα στο πράγμα είτε με παρεμπόδιση πράξης του νομέα, ενώ αρνητικά, με παράλειψη, όταν ο προσβολέας δεν προβαίνει στην επιβαλλόμενη ενέργεια προς αποτροπή ή παύση της διατάραξης, όπως συμβαίνει και όταν αυτός παραλείπει να άρει διαταρακτικό κατασκεύασμα ή αντικείμενο που συνεπάγεται διαρκή και εξακολουθητική παρενόχληση του νομέα στην άσκηση της νομής του.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της ένδικης από 21-10-2004 αγωγής, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με την αναίρεση απόφαση, ο ήδη αναιρεσίβλητος ενάγων ιστορεί με αυτήν, ότι από το έτος 1995, που του το μεταβίβασε με άτυπη δωρεά η μητέρα του, είναι νομέας του περιγραφόμενου σ' αυτήν κατά θέση, όρια και έκταση ακινήτου, ήτοι ενός αγροτεμαχίου, εμβαδού 6.670 τ.μ., που βρίσκεται στην τοποθεσία "..." του Δημοτικού Διαμερίσματος ...

της νήσου ... και συνορεύει βόρεια με ακίνητο ιδιοκτησίας ..., ανατολικά με ακίνητο άγνωστου ιδιοκτήτη, δυτικά με ακίνητο ιδιοκτησίας ... και νότια με ακίνητο άγνωστου ιδιοκτήτη, και το οποίο εικονίζεται στο επισυναπτόμενο στην αγωγή από μηνός Νοεμβρίου 1999 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού ...

Ως πράξεις φυσικής εξουσίασης του ακινήτου αυτού, με διάνοια κυρίου, αναφέρει, ότι από το έτος 1995, που του το παραχώρησε ατύπως η μητέρα του, επισκέπτεται αυτό τακτικά και τον Απρίλιο του έτους 2000 ανέθεσε σε μηχανικό τον ακριβή καθορισμό των ορίων του και στη συνέχεια το περιέφραξε με σιδερένιους πασσάλους και με σύρμα.

Εκθέτει, επίσης, ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα, η οποία έχει αγοράσει όμορο προς αυτό ακίνητο, στις 28-8-2000 κατέστρεψε την περίφραξη του ακινήτου του και έτσι τον διαταράσσει στην άσκηση της νομής του, αφού με την εν λόγω ενέργειά της, για την οποία υπάρχει άμεσος κίνδυνος επανάληψής της, επιδίωκε την κατάληψη του ακινήτου του και την ενσωμάτωσή του στο δικό της ακίνητο.

Με βάση το ιστορικό αυτό ο αναιρεσίβλητος ζήτησε με την αγωγή να αναγνωρισθεί νομέας του ανωτέρω ακινήτου και να απαγορευθεί στην αναιρεσείουσα εναγομένη κάθε πράξη προσβολής της νομής του σ' αυτό στο μέλλον. Με το περιεχόμενο αυτό η εν λόγω αγωγή περιέχει, κατά τρόπο σαφή και πλήρη, όλα τα απαιτούμενα από τον νόμο πραγματικά στοιχεία της αγωγής από τη διατάραξη της νομής.

Ειδικότερα σ' αυτήν περιέχεται ακριβής περιγραφή του επιδίκου ακινήτου, ώστε να μη γεννιέται καμιά αμφιβολία για την ταυτότητά του, και εκτίθεται ότι ο ενάγων είναι νομέας του επίδικου ακινήτου και ότι η εναγομένη με την αναφερόμενη ενέργειά της προσβάλλει με διατάραξη τη νομή του. Χωρίς αμφιβολία προκύπτει ότι με την αγωγή εκτίθεται ότι η νομή του ενάγοντος υπήρχε και κατά το χρόνο της προσβολής της εκ μέρους της εναγομένης και εξακολουθούσε να υπάρχει και κατά το χρόνο έγερσης της αγωγής.

Εξάλλου η παράλειψη αναφοράς στην αγωγή της ετησίας προσόδου του επιδίκου ακινήτου, βάσει του εικοσαπλασίου της οποίας υπολογίζεται το καταβλητέο δικαστικό ένσημο, δεν επιφέρει ακυρότητα ή απαράδεκτο του δικογράφου της αγωγής. Επομένως το Εφετείο, το οποίο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή αυτή, δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει απαράδεκτο, ο δε τρίτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο, με το να μην απορρίψει την αγωγή ως αόριστη, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.

- ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 992 Α.Κ. οι αξιώσεις από την αποβολή και τη διατάραξη της νομής παραγράφονται μετά ένα έτος από την αποβολή ή τη διατάραξη. Η ενιαύσια αυτή παραγραφή των αξιώσεων του νομέα από την αποβολή ή τη διατάραξη υπόκειται σε διακοπή για τους λόγους που αναφέρονται στα άρθρα 261 - 263, 264, 270 του Α.Κ.

Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 261 ΑΚ "την παραγραφή διακόπτει η έγερση της αγωγής. Η παραγραφή που διακόπηκε με τον τρόπο αυτό αρχίζει από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 270 παρ.1 ΑΚ, η παραγραφή διακόπτεται με την επίδοση της σχετικής αγωγής, μετά δε την με τον τρόπο αυτό επέλευση της διακοπής, σε περίπτωση αδράνειας των διαδίκων και για να μην επέλθει διαιώνιση της απαίτησης, είναι δυνατόν αυτή να παραγραφεί κατά τη διάρκεια της δίκης (εν επιδικία).

Κάθε, όμως, νέα διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου επιφέρει και πάλι διακοπή της παραγραφής, οπότε αρχίζει νέα παραγραφή, ίσης διάρκειας με εκείνη που έχει διακοπεί, από την επιχείρηση της νέας διαδικαστικής πράξης, η οποία συμπληρώνεται αν μεταξύ δύο διαδικαστικών πράξεων παρέλθει ολόκληρος ο χρόνος που ορίζει ο νόμος για την παραγραφή της αξίωσης.

Ως διαδικαστική πράξη, που συνεπάγεται την εκ νέου διακοπή της παραγραφής, νοείται, κατά την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 261 εδ. β' του ΑΚ, κάθε πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου, η οποία, οριζόμενη από δικονομικούς κανόνες, αποτελεί μέσο προς κίνηση, διεξαγωγή και περάτωση της δίκης, όπως είναι και η κλήση προς συζήτηση της αγωγής, ανεξάρτητα με ποιου διαδίκου επιμέλεια προκλήθηκε ή επιχειρήθηκε η πράξη.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 263 του ίδιου Κώδικα "κάθε παραγραφή που διακόπηκε με την έγερση της αγωγής θεωρείται σαν να μη διακόπηκε, αν ο ενάγων παραιτηθεί από την αγωγή ή η αγωγή απορριφθεί τελεσίδικα για λόγους μη ουσιαστικούς. Αν ο δικαιούχος εγείρει και πάλι την αγωγή μέσα σε έξι μήνες, η παραγραφή θεωρείται ότι έχει διακοπεί με την προηγούμενη αγωγή".

Από τις τελευταίες αυτές διατάξεις συνάγεται ότι, το διακοπτικό αποτέλεσμα της παραγραφής που επέφεραν, κατ' άρθρο 261 ΑΚ, η έγερση της αγωγής και οι μετέπειτα της εγέρσεως αυτής διαδικαστικές πράξεις, αίρεται με την παραίτηση του ενάγοντος από το δικόγραφο της αγωγής ή με την έκδοση της τελεσίδικης απόφασης, που απορρίπτει την αγωγή για λόγους μη ουσιαστικούς, εκτός εάν εγερθεί νέα αγωγή μέσα σε έξι μήνες από την παραίτηση ή από την τελεσιδικία της απορριπτικής απόφασης, οπότε η διακοπή της παραγραφής αναβιώνει.

Ειδικότερα, σε περίπτωση παραίτησης του ενάγοντος από το δικόγραφο της αγωγής, αφετηρία της εξάμηνης προθεσμίας προς άσκηση της νέας αγωγής, ώστε να διατηρηθεί το αποτέλεσμα της διακοπής της παραγραφής που επήλθε με την άσκηση της πρώτης αγωγής, είναι ο χρόνος κατά τον οποίο έγινε η παραίτηση. Τέλος, ως απόρριψη της αγωγής για λόγους μη ουσιαστικούς νοείται, κατά την άνω διάταξη, η απόρριψη για λόγους που δεν αναφέρονται στο υποστατό της αξίωσης, τουτέστι δικονομικούς, όπως είναι και η αοριστία της αγωγής, ενώ ως επανέγερση της αγωγής θεωρείται η άσκηση νέας αγωγής με τους ίδιους διαδίκους, που στηρίζεται στην ίδια ιστορική και νομική αιτία.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, αναφορικά με την ένσταση παραγραφής της ένδικης αξίωσης του αναιρεσιβλήτου ενάγοντος, την οποία πρόβαλε η αναιρεσείουσα εναγομένη, δέχθηκε τα εξής: Ο αναιρεσίβλητος, για την ένδικη αξίωσή του από τη διατάραξη της νομής του στο επίδικο ακίνητο, η οποία κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή του επήλθε με πράξη της αναιρεσείουσας που έγινε στις 28-8-2000, άσκησε αρχικά κατ' αυτής, ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου), την από 9-7-2001 αγωγή, που επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα στις 27-7-2001, στη συνέχεια δε άσκησε την από 12-4-2002, με αριθμό εκθ.

καταθέσεως 238/28-5-2002, δεύτερη αγωγή, βασιζόμενη στην ίδια ιστορική και νομική αιτία, που επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα στις 18-6-2002, με την οποία και παραιτήθηκε από το δικόγραφο της πιο πάνω πρώτης αγωγής του. Δικάσιμος της δεύτερης αγωγής ορίσθηκε η 13-3-2003, κατά την οποία ματαιώθηκε η συζήτηση αυτής. Ακολούθως, με την από 19-2-2003 κλήση της αναιρεσείουσας, που επιδόθηκε στον αναιρεσίβλητο στις 27-3-2003, η δεύτερη αγωγή επαναφέρθηκε για συζήτηση κατά τη δικάσιμο της 9-10-2003 και εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 50/30-4-2004 απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή αυτή ως αόριστη, λόγω του ότι δεν αναφερόταν στο δικόγραφό της η αξία του επιδίκου ακινήτου.

Η εν λόγω απορριπτική απόφαση επιδόθηκε με επιμέλεια της αναιρεσείουσας στον αναιρεσίβλητο στις 9-7-2004 και ακολούθως αυτός άσκησε κατ' αυτής, ενώπιον του ίδιου πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, την ένδικη από 21-10-2004 τρίτη αγωγή (με αριθμό εκθ. καταθ. 384/22-10/2004), που επιδόθηκε στην αντίδικό του τη 1-11-2004, η οποία στηρίζεται στην ίδια ιστορική και νομική αιτία με τις δύο προηγούμενες.

Δικάσιμος αυτής ορίσθηκε η 13-10-2005, κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση και εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 30/28-2-2006 απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η ένδικη αγωγή, κατά παραδοχή της ένστασης παραγραφής της αξίωσης του αναιρεσιβλήτου, την οποία είχε προβάλλει η αναιρεσείουσα εναγομένη.

Κατά της τελευταίας απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, η οποία επιδόθηκε στον αναιρεσίβλητο στις 16-3-2006, αυτός άσκησε την από 15-3-2006 έφεση, που κατατέθηκε στο Εφετείο στις 21-3-2006 και αντίγραφο της οποίας, με σχετική κλήση προς συζήτηση για την ορισθείσα δικάσιμο της 12-1-2007, επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα στις 27-3-2006.

Ενόψει των περιστατικών αυτών, δέχθηκε περαιτέρω το Εφετείο ότι η ένδικη αξίωση του αναιρεσιβλήτου ενάγοντος από τη διατάραξη της νομής του δεν έχει παραγραφεί, αφού η πρώτη, από 9-7-2001 αγωγή, που επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα στις 27-7-2001, διέκοψε την ετήσια παραγραφή της αξίωσης που είχε αρχίσει στις 28-8-2000, έκτοτε δε και μέχρι τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο του Εφετείου ( 12-1-2007) δεν παρήλθε χρονικό διάστημα ενός έτους μεταξύ των προαναφερομένων διαδοχικών διαδικαστικών πράξεων των διαδίκων και του δικαστηρίου, ακολούθως δε, κρίνοντας αβάσιμη και απορριπτέα την ένσταση της παραγραφής που είχε προβάλει η αναιρεσείουσα, κατά παραδοχή της αντένστασης διακοπής της παραγραφής, δέχθηκε την έφεση του αναιρεσιβλήτου και εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που, κρίνοντας αντιθέτως, είχε δεχθεί ως βάσιμη την ένσταση αυτή παραγραφής και είχε απορρίψει για το λόγο αυτό την ένδικη αγωγή.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 261-263 και 292 του ΑΚ και διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες, σε σχέση με του ουσιώδες ζήτημα της ένστασης παραγραφής της αναιρεσείουσας, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων.

Ειδικότερα, σύμφωνα με τις πραγματικές παραδοχές του Εφετείου, η μεν πρώτη αγωγή, που επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα στις 27-7-2001, διέκοψε την παραγραφή της ένδικης αξίωσης του αναιρεσιβλήτου από τη διατάραξη της νομής του, που είχε αρχίσει στις 28-8-2000, αφού, η μεν εγερθείσα στη συνέχεια δεύτερη όμοια αγωγή αυτού, με την οποία παραιτήθηκε από το δικόγραφο της πρώτης, επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα στις 18-6-2002, δηλαδή ταυτόχρονα με την παραίτηση από την πρώτη και προτού συμπληρωθεί ένα έτος από την επίδοση της πρώτης αγωγής, η δε τρίτη , από 21-10-2004, όμοια αγωγή του ( ένδικη), που επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα τη 1-11-2004, ασκήθηκε μέσα στο εξάμηνο από την τελεσίδικη και για τυπικό λόγο απόρριψη της δεύτερης αγωγής με την 50/30-4-2004 απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που επιδόθηκε στον αναιρεσίβλητο στις 9-7-2004, ενώ μεταξύ των άνω διαδοχικών διαδικαστικών πράξεων των διαδίκων και του δικαστηρίου που προπαρατέθηκαν, οι οποίες έλαβαν χώρα τόσο στο πρωτοβάθμιο όσο και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δεν μεσολάβησε χρονικό διάστημα ενός έτους, ώστε να επέλθει σε επιδικία η από το άρθρο 292 ΑΚ ετήσια παραγραφή της επίδικης αξίωσης.

Επομένως οι πρώτος και πέμπτος, μέρος πρώτο, λόγοι της αίτησης αναίρεσης, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.

ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 559 αριθ.8 περ. α' ΚΠολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, ή αντένστασης.

Προς τους μη προταθέντες ισχυρισμούς εξομοιώνονται και εκείνοι που προτείνονται απαραδέκτως, είτε γιατί προτείνονται για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 527 ΚΠολΔ, είτε γιατί, παρά το ότι προτάθηκαν νομίμως σε προηγούμενη συζήτηση της υπόθεσης, εν τούτοις επαναφέρονται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο χωρίς την τήρηση των όρων που τάσσονται από το άρθρο 240 του ίδιου Κώδικα.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 562 παρ.2 του ΚΠολ.Δ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α)για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, και μάλιστα ότι είχε προταθεί νομίμως. Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ.8 περ. α' ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί, ως βάσιμο, τον ισχυρισμό (αντένσταση) του αναιρεσιβλήτου περί διακοπής της παραγραφής και να απορρίψει την ένσταση της αναιρεσείουσας περί παραγραφής της ένδικης αξίωσης του αναιρεσιβλήτου, ενώ η αντένσταση αυτή προτάθηκε από αυτόν απαραδέκτως, για πρώτη φορά, στο Εφετείο με λόγο της έφεσής του, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 527 ΚΠολΔ, υπέπεσε στην από το άνω άρθρο 559 αριθ.8 περ.

α'του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, διότι η αναιρεσείουσα τον παραπάνω ισχυρισμό της περί απαραδέκτου της αντενστάσεως του αναιρεσιβλήτου δεν τον είχε προτείνει, ως εφεσίβλητη με νόμιμο τρόπο στο Εφετείο, ήτοι με τις από 11-1-2007 προτάσεις της, που υπέβαλε κατά τη συζήτηση σ' αυτό της έφεσης του αντιδίκου της, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.

- ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση , στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (Ολ.

ΑΠ 24/1992). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε με αυτήν ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: Το επίδικο ακίνητο, που είναι αγρόκτημα εμβαδού 6.670 τ.μ., κείμενο στη θέση "..." της περιοχής ... της νήσου ... και εμφαινόμενο στο επισυναπτόμενο στην αγωγή από μηνός Νοεμβρίου 1995 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού ...

με περιμετρικά στοιχεία α-β-γ-δ-ε-ζ-η-θ-ι-κ-λ-μ-ν-ξ-ο-π-ρ-στ-α, είχε αρχικά στη νομή της, πριν από το έτος 1952, η γιαγιά εκ μητρός του ενάγοντος ... Αυτή μέχρι το έτος 1952, που το μεταβίβασε ατύπως, λόγω προίκας, στη θυγατέρα της και μητέρα του ενάγοντος ..., ασκούσε επί του αγροκτήματος τούτου διακατοχικές πράξεις νομής με διάνοια κυρίου και συγκεκριμένα το καλλιεργούσε με δημητριακά, σιτάρι και κριθάρι και συγκόμιζε από αυτό την εσοδεία του.

Από το έτος 1952 η μητέρα του ενάγοντες ασκούσε αυτοπροσώπως τη νομή στο επίδικο ακίνητο και ειδικότερα το καλλιεργούσε με δημητριακά, το επέβλεπε, το περιέφρασσε και συντηρούσε την υπάρχουσα στις τρείς πλευρές του περίφραξη με ξερολιθιά, μέχρι και το έτος 1963, που εγκαταστάθηκε με την οικογένειά της στη ...

Έκτοτε αυτή ασκούσε επί του επιδίκου όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό του πράξεις νομής, μέσω αντιπροσώπου της και δη του ..., κτηνοτρόφου και μόνιμου κάτοικου της ..., ο οποίος το χρησιμοποιούσε για τη βόσκηση των ζώων του, συνεχώς μέχρι το έτος 1995, οπότε ο ενάγων γιός της εγκαταστάθηκε μόνιμα στην ...

και έτσι εκείνη μεταβίβασε σ' αυτόν, με άτυπη δωρεά, τη νομή του επιδίκου ακινήτου. Από το έτος 1995 ο ενάγων ασκεί συνεχώς και αδιακόπως πράξεις νομής στο επίδικο ακίνητο, με διάνοια κυρίου και συγκεκριμένα το επέβλεπε και τον Απρίλιο του έτους 2002 το περιέφραξε με σιδερένιους πασσάλους και σύρμα. Την περίφραξη αυτή αφαίρεσε στις 20-8-2000 η εναγομένη (προδήλως από παραδρομή αναγράφεται ως χρόνος περίφραξης ο Απρίλιος του έτους 2002, αντί του Απριλίου 2000 που αναγράφεται στην αγωγή).

Για την ενέργειά της αυτή ο ενάγων διαμαρτυρήθηκε προς τον Αστυνομικό Σταθμό της ..., όπου μετέβη την επόμενη ημέρα. Ενόψει αυτών, εφόσον ο ενάγων από το έτος 1995, και πριν απ' αυτόν η μητέρα του από το έτος 1952 ασκούσαν αποκλειστικά πράξεις νομής στο επίδικο ακίνητο, ο δε ενάγων ήταν νομέας αυτού κατά τον πιο πάνω αναφερόμενο χρόνο διατάραξης της νομής του (20-8-2000), η αγωγή του είναι ουσιαστικά βάσιμη.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την ένδικη περί διαταράξεως της νομής αγωγή του αναιρεσιβλήτου. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού, όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενο αυτής, διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων για την προστασία της προσβληθείσης από την αναιρεσείουσα, με διατάραξη νομής του αναιρεσιβλήτου επί του επιδίκου ακινήτου.

Επομένως ο πέμπτος λόγος, μέρος δεύτερο, της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, για έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών και ασαφών αιτιολογιών αυτής στο πιο πάνω ουσιώδες ζήτημα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

- ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περίπτωση γ' του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν πράγματι λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 Κ.Πολ.Δ.

Καμιά, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και την ειδική αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, αλλά αρκεί η γενική βεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα κατ' είδος μόνο αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης.

Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ.11 εδ.γ' του ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκε και προσκόμισε η αναιρεσείουσα προς απόδειξη του ισχυρισμού της ότι το επίδικο ακίνητο αποτελεί μέρος μείζονος αγροτεμαχίου, εκτάσεως 17.400 τ.μ., του οποίου αυτή και ο σύζυγός της τυγχάνουν συγκύριοι και συννομείς από το έτος 1981 μέχρι και την άσκηση της αγωγής, και ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη 1) τις υπ' αριθμ. 49/2004 και 50/2004 αποφάσεις του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου 2) τα υπ' αριθμ. ...

και ... συμβόλαια του συμβολαιογράφου Αθηνών Ν. Δανηλάτου, 3) φωτογραφίες του επιδίκου ακινήτου 4) την υπ' αριθμ. ... οικοδομική άδεια ανέγερσης μονόροφης οικίας, 5) τη με αριθμό εκθ. 1561/1990 αγωγή του Μ. Ορφανού, 6) τα υπ' αριθμ. 90/1994 πρακτικά συνεδριάσεως του Ειρηνοδικείου Ρόδου, 7) το από μηνός Σεπτεμβρίου 2002 σχεδιάγραμμα και τεχνική έκθεση του τοπογράφου μηχανικού ..., 8) τις υπ' αριθμ. ..., ..., ...

και ... ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ενώπιον των συμβολαιογράφων Αθηνών Αγγελικής Παντελάκη και Πύλης Τρικάλων Παρ. Τρικαλιώτου, που λήφθηκαν στα πλαίσια άλλων δικών λήψης ασφαλιστικών μέτρων, 9) τις υπ' αριθμ. 129/2002 και 190/2002 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, 10) την υπ' αριθμ. ... βεβαίωση του προέδρου της Κοινότητας ..., 11) υπεύθυνες δηλώσεις μαρτύρων, 12) την από 12-4-2002 αγωγή της ..., 13) την κατάθεση της μάρτυρος ..., που περιέχεται στα υπ' αριθμ. 129/2002 πρακτικά συνεδριάσεως του Ειρηνοδικείου Ρόδου, 14) τις υπ' αριθμ. ...

και ... ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Αγγελικής Παντελάκη και Πύλης Τρικάλων Παρ. Τρικαλιώτου, αντίστοιχα, που λήφθηκαν στα πλαίσια άλλων δικών, 15) την από Δεκεμβρίου 2004 αγωγή αποζημιώσεως της αναιρεσείουσας κατά του αναιρεσιβλήτου, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, 16) την από 12-5-2005 έκθεση φωτοερμηνείας του τοπογράφου μηχανικού ...

και 17) τις αεροφωτογραφίες της Γ.Υ.Σ. ετών λήψης 1965, 1984 και 1999. Από την προσβαλλόμενη, όμως, απόφαση και ειδικότερα από την περιεχόμενη σ' αυτήν βεβαίωση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα ανεξαιρέτως τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, σε συνδυασμό με τις παραπάνω σκέψεις που αυτή περιέχει για τη στήριξη του αποδεικτικού της πορίσματος, ήτοι ότι ο αναιρεσίβλητος ενάγων από το έτος 1995 μέχρι τη διατάραξη της νομής του από την αναιρεσείουσα στις 20-8-2000, και πριν απ' αυτόν η μητέρα του από το έτος 1952, ασκούσαν αποκλειστικά τις αναφερόμενες συγκεκριμένες πράξεις νομής στο επίδικο ακίνητο, δεν καταλείπεται καμιά απολύτως αμφιβολία ότι πράγματι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις όλα τα παραπάνω αναφερόμενα έγγραφα.

Επομένως ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.

- ΕΠΕΙΔΗ απαράδεκτο, η μη κήρυξη του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας δημιουργεί τον από το άρθρο 559 αριθ. 14 λόγο αναίρεσης, δεν καθιερώνεται όταν οι επιταγές για αναβολή ή αναστολή της προόδου της δίκης περιέχονται, όχι στις διατάξεις του ΚΠολΔ που ρυθμίζουν την πορεία της διαδικασίας της δίκης, αλλά σε διατάξεις νόμων που επιδιώκουν φορολογικούς σκοπούς, γιατί οι σκοποί αυτοί μπορούν να επιτευχθούν και με άλλα μέσα, ήτοι με ενέργειες των φορολογικών οργάνων, χωρίς ν' απαιτείται και η αναίρεση της απόφασης για την επίτευξη των επιδιωκομένων φορολογικών σκοπών, οι οποίοι δεν έχουν επίδραση στην έκβαση της δίκης και συνεπώς και στην ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Τέτοια δε διάταξη είναι και εκείνη του άρθρου 33 του ν. 1249/1982 "Διαρρυθμίσεις στην άμεση και έμμεση φορολογία κ.λ.π.", με την οποία ορίζεται ότι απαγορεύεται οποιαδήποτε ενέργεια επί αγωγής ή αιτήσεως ή παντός ενδίκου μέσου, αφορώντων ακίνητο ή εμπράγματο επ' αυτού δικαίωμα, χωρίς επίδοση αντιγράφου της αγωγής ή αιτήσεως, μερίμνη οποιουδήποτε διαδίκου, στον αρμόδιο για τη φορολογία ακίνητης περιουσίας Οικονομικό Έφορο.

Συνεπώς η παραβίαση της διάταξης αυτής δεν ιδρύει τον από το άνω άρθρο 559 αριθ.14 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης. Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 7 παρ.1 και 2 του ν.δ. 1544/1942, σε περίπτωση μη καταβολής από τον ενάγοντα του οφειλόμενου κατά τα άρθρα 2 και 3 του ν. ΓΠΟΗ'/1912 τέλους δικαστικού ενσήμου, δεν επέρχεται απαράδεκτο της αγωγής ή της συζήτησής της, αλλά ο ενάγων θεωρείται ότι δικάζεται ερήμην και γι'αυτό σε περίπτωση παράβασης των διατάξεων αυτών δεν ιδρύεται άλλος λόγος αναίρεσης, παρά μόνο αυτός που προβλέπεται από το άρθρο 559 αριθ.6 του ΚΠολΔ και μόνο για την περίπτωση κατά την οποία ο διάδικος δικάσθηκε ερήμην, όχι δε και όταν ο τελευταίος δικάσθηκε αντιμωλία (ΑΠ 219/2005). Ενόψει τούτων, ο έκτος και τελευταίος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθ.14 του ΚΠολΔ αιτίαση, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της αγωγής, αφενός λόγω μη επίδοσης αντιγράφου αυτής στον αρμόδιο για τη φορολογία της ακίνητης περιουσίας Οικον. Έφορο και αφετέρου για παράλειψη καταβολής του αναλογούντος στο εικοσαπλάσιο της ετησίας προσόδου του επιδίκου ακινήτου τέλους δικαστικού ενσήμου, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 16-5-2007 αίτηση της Χ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 106/2007 απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1 Δεκεμβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Δεκεμβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ