Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds for late submission of additional appeal arguments.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Court of Appeals' decision regarding property ownership. The appellants argued the lower court erred in evaluating evidence and misinterpreted photographs, but the Court held that factual assessments are not subject to appellate review. Furthermore, additional appeal arguments submitted late were rejected as inadmissible under procedural time limits.
Legislator headnote
AI generatedArt. 561 para. 1 CPolD; Art. 559 nos. 1, 19, 20 CPolD; Art. 569 para. 2 CPolD: The Supreme Court reviews only legal errors, not factual assessments or document evaluations, and additional appeal grounds must be filed at least thirty days before the hearing.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 2364 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2364/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. ... 2. ... και 3. ..., οι οποίοι παραστάθηκαν με την πληρεξούσια δικηγόρο τους Παρασκευή Τσιούγκου.
Της αναιρεσίβλητης: ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Σχινά.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-9-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4836/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 8902/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 27-3-2007 αίτησή τους και με τους από 1-2-2009 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο ορισθείς Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε α) την από 8-4-2008 έκθεση του, αρχικώς έχοντος οριστεί ως εισηγητή, αλλ' αντικατασταθέντος στη συνέχεια λόγω του διορισμού του ως επιθεωρητή, Αρεοπαγίτη Μιχαήλ Θεοχαρίδη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και β) την από 11-9-2009 έκθεση αυτού (Δημ. Μαζαράκη) με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των προσθέτων λόγων αναιρέσεως. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν παραβιάσθηκαν κανόνες δικαίου, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή αν υπάρχει λόγος αναίρεσης κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 και 20 του ίδιου Κώδικα.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τους πρώτο, δεύτερο, μέρος δεύτερο, και τρίτο λόγους της αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε την ένστασή τους ιδίας κυριότητας στο επίδικο ακίνητο και δέχθηκε ως βάσιμη την ένδικη αγωγή της αναιρεσίβλητης περί διεκδικήσεως του επιδίκου ακινήτου, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 974, 978, 1041,1042, 1043, 1044, 1045 του ΑΚ και τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών που συμπεριλαμβάνονται σε αυτούς, τα έθιμα και τα διδάγματα της κοινής πείρας, και διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, διότι "με εσφαλμένη αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων αποδεικτικών στοιχείων που αναφέρονται στο αναιρετήριο έκρινε ότι η αναιρεσίβλητη ενάγουσα κατέστη κυρία του επιδίκου ακινήτου με τακτική χρησικτησία και ότι ο ισχυρισμός, που αυτοί πρόβαλαν προς απόκρουση της αγωγής, ότι απέκτησαν την κυριότητα του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία δεν αποδείχθηκε", στη συνέχεια δε οι αναιρεσείοντες παραθέτουν στο αναιρετήριο τα κατά την άποψή τους αποδειχθέντα σχετικά με την ένστασή τους αυτή πραγματικά περιστατικά, βάσει των οποίων έπρεπε αυτή να γίνει δεκτή και να απορριφθεί συνακόλουθα η ένδικη αγωγή.
Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι υπό την επίφαση της παραβίασης των ως άνω ουσιαστικών διατάξεων του ΑΚ και της έλλειψης νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης, πλήττεται αποκλειστικά η εκτίμηση από το Εφετείο πραγματικών γεγονότων και αποδείξεων, η οποία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.
Ο ίδιος δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το μέρος που αποδίδονται με αυτόν στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ. 10,12,13 και 20 του ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι οι αναιρεσείοντες δεν προσδιορίζουν συγκεκριμένα ποιά πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης δέχθηκε ως αληθινά το Εφετείο χωρίς απόδειξη, ως προς ποιά αποδεικτικά μέσα το Εφετείο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμή τους, σχετικά με ποιόν ισχυρισμό εφαρμόσθηκαν εσφαλμένα οι ορισμοί του νόμου ως προς το βάρος απόδειξης και σε τι συνίσταται το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας και, τέλος, ποιά είναι τα έγγραφα των οποίων παραμόρφωσε το περιεχόμενο.
Επειδή, κατά τις διατάξεις του άρθρου 529 παρ.1 εδ. α' και 2 του ΚΠολΔ, στην κατ' έφεση δίκη επιτρέπεται να γίνει επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μπορεί να αποκρούσει τα αποδεικτικά μέσα που προσάγονται για πρώτη φορά σ' αυτό ως απαράδεκτα, αν κατά την κρίση του ο διάδικος δεν τα είχε προσκομίσει στην πρωτόδικη δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι το Εφετείο νομίμως λαμβάνει υπόψη και έγγραφα που προσκομίζουν σ' αυτό οι διάδικοι για πρώτη φορά, εκτός εάν κρίνει ότι συντρέχει η εξαιρετική περίπτωση απαραδέκτου που προβλέπεται στην παράγραφο 2 του ανωτέρω άρθρου 529 ΚΠολΔ. Επομένως το Εφετείο, που όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, έλαβε υπόψη μεταξύ άλλων, για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, και τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο έγγραφα (ήτοι τις από 29-7-1983 και 31-7-1983 υπεύθυνες δηλώσεις των αναιρεσειόντων προς την Πολεοδομία ..., τις συνημμένες σ' αυτές τέσσερις φωτογραφίες και την από 15-2-2006 ένορκη κατάθεση του μάρτυρα ...
ενώπιον του διενεργούντος προανάκριση για το αδίκημα της ψευδορκίας Πταισματοδίκη Αθηνών), τα οποία νομίμως προσκόμισε σ' αυτό η αναιρεσίβλητη, έστω και αν η διάδικος αυτή δεν τα είχε προσκομίσει στην πρωτόδικη δίκη, αφού δεν υπάρχει παραδοχή ότι συντρέχει η προαναφερόμενη εξαιρετική περίπτωση απαραδέκτου, δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ.11 περ.
α' του ΚΠολΔ πλημμέλεια, οι δε περί του αντιθέτου δεύτερος, μέρος πρώτο, και πέμπτος λόγοι της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Επειδή, με τον έβδομο, μέρος δεύτερο, λόγο της αίτησης αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι αναιρεσείοντες επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν και ειδικότερα την κατάθεση του μάρτυρά τους που εξετάσθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και ειδικότερα από την περιεχόμενη σ' αυτήν βεβαίωση, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα προέκυψαν από τα κατ' είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων και " οι ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά", σε συνδυασμό με τις σκέψεις που αυτή περιέχει για τη στήριξη του αποδεικτικού της πορίσματος, δεν καταλείπεται καμιά απολύτως αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις και την κατάθεση του μάρτυρα των αναιρεσειόντων στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο.
Επειδή, ο έκτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες, υπό την επίκληση του αναιρετικού λόγου από το άρθρο 559 αριθ. 13 του ΚΠολΔ, προβάλλουν κατά της προσβαλλόμενης απόφασης την αιτίαση ότι, ενώ αυτοί είχαν αποδείξει ότι από το 1975 μέχρι και το 2004 νέμονταν το επίδικο με πράξεις νομής, κατοχής και φυσικής εξουσίασης, το Εφετείο "δεν εφάρμοσε σωστά τις διατάξεις περί κατανομής του βάρους απόδειξης", διότι δέχθηκε ως αληθείς τους αναπόδεικτους ισχυρισμούς της αναιρεσίβλητης σε σχέση με την άσκηση από αυτήν πράξεων νομής στο επίδικο ακίνητο, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι η αιτίαση αυτή ανάγεται αποκλειστικά στην εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.
Επειδή, ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 17 δημιουργείται αν η ίδια η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Η αντίφαση μεταξύ των διατάξεων πρέπει να υπάρχει στο διατακτικό της αποφάσεως και δεν αρκεί η ύπαρξη αντιφάσεως στο αιτιολογικό αυτής. Επομένως, ο έβδομος λόγος, μέρος πρώτο, της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθ. 17 ΚΠολΔ αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει αντιφατικές διατάξεις, καθόσον "δέχεται αντιφατικώς ότι η αναιρεσίβλητη από το έτος 1976 είχε στην κυριότητά της το επίδικο ακίνητο και ασκούσε έκτοτε επ' αυτού πράξεις νομής, ενώ η κυριότητα τούτου μεταβιβάσθηκε σ' αυτήν κατά το έτος 1979, με την εξόφληση του τιμήματος", είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι η αποδιδόμενη με αυτόν πλημμέλεια ανάγεται στο αιτιολογικό της απόφασης και επομένως δεν ιδρύει τον από τον αριθμό 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης.
Επειδή, ο από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της αποδόσεως από το δικαστήριο σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.
Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο ( Ολ.
ΑΠ 1/1999, ΑΠ 194/2005). Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των τεσσάρων ασπρόμαυρων φωτογραφιών, που είχαν υποβληθεί από αυτούς κατά το έτος 1983 στην Πολεοδομία ...και τις οποίες επικαλέσθηκε και προσκόμισε σ' αυτό η αναιρεσίβλητη προς απόδειξη αγωγικών ισχυρισμών της, αφού δέχθηκε ότι " οι φωτογραφίες αυτές αφορούσαν το επίδικο ακίνητο, ενώ αφορούσαν όχι το επίδικο, αλλά την οικοδομή τους στο δικό τους ακίνητο".
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι η παραδοχή αυτή του Εφετείου, δεν οφείλεται σε διαγνωστικό λάθος, αλλά αποτελεί εκτίμηση του περιεχομένου των ανωτέρω εγγράφων, η οποία, όμως, κατά τα προεκτιθέμενα, δεν ιδρύει τον παρόντα λόγο αναιρέσεως. Επειδή, κατά το άρθρο 569 παρ. 2 ΚΠολΔ οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ασκούνται με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τουλάχιστον τριάντα (30) πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, ως τέτοιας νοούμενης της κατ' άρθρο 568 παρ. 2 του ιδίου Κώδικα από τον πρόεδρο του οικείου τμήματος του Αρείου Πάγου οριζόμενης αρχικώς και όχι μεταγενεστέρως μετ' αναβολή, ματαίωση ή κήρυξη απαράδεκτης της συζητήσεως (Ολ.
ΑΠ. 143/1984, ΑΠ 3693/2008). Στην προκειμένη περίπτωση ο Πρόεδρος του Γ' Τμήματος του Αρείου Πάγου με την από 19-4-2007 πράξη του όρισε δικάσιμο για συζήτηση της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως την 16-4-2008, κατά την οποία η συζήτηση αυτής αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (23-9-2009). Οι αναιρεσείοντες με το από 1-2-2009 δικόγραφο προσθέτων λόγων, το οποίο κατέθεσαν στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 11-2-2009, όπως προκύπτει από την επ' αυτού 34/11-2-2009 πράξη κατάθεσης, ζητεί την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης και για τους προβαλλόμενους με αυτό προσθέτους λόγους.
Συνεπώς, οι περιλαμβανόμενοι στο άνω δικόγραφο πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, αφού κατατέθηκαν εκπροθέσμως στη γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου στις 11-2-2009, δηλαδή όχι τριάντα ημέρες πριν από την ως άνω αρχική δικάσιμο της 16-4-2008. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθούν η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27-3-2007 αίτηση και τους από 1-2-2009 πρόσθετους λόγους των 1) ..., 2) ... και 3) ... για αναίρεση της 8902/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Νοεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Δεκεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ