Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility regarding expert opinion necessity and evidence evaluation errors.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Court of First Instance's decision regarding property ownership. The appellants argued that the lower court failed to order a technical expert opinion and erred in evaluating evidence, but the Court found these arguments inadmissible or unfounded. The Court ruled that without a judicial admission of the need for specialized knowledge, the refusal to order an expert opinion does not constitute a ground for appeal, and the lower court had properly examined all evidence presented.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1041, 1042, 1044 of the Civil Code; Article 559 of the Code of Civil Procedure: The refusal to order a technical expert opinion does not constitute a ground for appeal unless the court of first instance admits the necessity of specialized knowledge, and the failure to examine a specific appeal argument regarding evidence evaluation renders it inadmissible if it does not constitute a formal request.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2363 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2363/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη και Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1, 2. Χ2, 3. Χ3, κατοίκων ... (εκ διαθήκης κληρονόμων της αποβιωσάσης μητρός των ΖΖ, το γένος ΒΒ), 4. Χ4, κατοίκου ..., 5. Χ5, κατοίκου ..., 6. Χ6, κατοίκου ..., 7. Χ7, κατοίκου ..., 8. Χ8, κατοίκου ... (απάντων τούτων ατομικώς και ως εκ διαθήκης κληρονόμων του αποβιώσαντος αδερφού των, ...), 9. Χ9, 10. Χ10, 11. Χ11, κατοίκων ... (εξ αδιαθέτου κληρονόμων της αποβιωσάσης μητρός των, ..., το γένος ΓΓ), 12. Χ12, κατοίκου ..., 13. Χ13, κατοίκου ..., 14. Χ14, το γένος ..., κατοίκου ..., 15. Χ15, κατοίκου ..., 16. Χ16, κατοίκου ..., 17. Χ17, το γένος ..., κατοίκου ..., 18. Χ18, κατοίκου ..., 19. Χ19, κατοίκου ..., 20. Χ20, το γένος ..., κατοίκου ομοίως και 21. Χ21, κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκαν όλοι από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αναστάσιο Μίντζια, πλην του 15ου - Χ15- ο οποίος παραστάθηκε με τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο του.
Του αναιρεσίβλητου: Δήμου Άνω Λιοσίων Αττικής, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Δήμαρχό του, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θρασύβουλο Κάρλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-12-2002 αγωγή των αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5680/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 1383/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 31-12-2007 αίτησή του και με τους από 17-8-2009 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 11-9-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 1041, 1042 και 1044 του Α.Κ. προκύπτει ότι για να αποκτήσει κάποιος κυριότητα σε ακίνητο με τακτική χρησικτησία απαιτούνται φυσική εξουσίαση του πράγματος με διάνοια κυρίου (νομή), καλή πίστη, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρόνο κατά τον οποίο αποκτάται η νομή, νόμιμος τίτλος, πράγμα δεκτικό χρησικτησίας και παρέλευση δεκαετίας.
Ειδικότερα, ως προς το στοιχείο της καλής πίστεως, αυτό συντρέχει όταν ο νομέας, με βάση τα εκάστοτε συντρέχοντα περιστατικά, έχει κατά την κτήση της νομής την πεποίθηση, η οποία δεν οφείλεται σε βαριά αμέλεια, ότι απέκτησε την κυριότητα. Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1041, 1193, 1195, 1198, 1199 και 1846 Α.Κ., νόμιμο τίτλο προς απόκτηση κυριότητας ακινήτου με τακτική χρησικτησία αποτελεί και η κληρονομία υπό την προϋπόθεση ότι έχει μεταγραφεί η δήλωση αποδοχής της κληρονομίας ή το σχετικό κληρονομητήριο.
Δεδομένου δε ότι εδώ η μεταγραφή ενεργεί αναδρομικώς (άρθρο 1199 Α.Κ.) αρκεί αυτή να γίνει και μεταγενεστέρως και δεν εμποδίζεται η χρησικτησία εξαιτίας του ότι δεν υπήρχε κατά το χρόνο της κτήσεως της νομής (ΑΠ 448/2001). Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 1094 ΑΚ σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 216 παρ. 1 α' Κ.Πολ.Δ., συνάγεται ότι αναγκαία στοιχεία της διεκδικητικής αγωγής ακινήτου είναι η κυριότητα του ενάγοντος επί του διεκδικουμένου ακινήτου και η νομή ή κατοχή του από τον εναγόμενο κατά την άσκηση της αγωγής.
Τα στοιχεία αυτά, πλην της νομής ή κατοχής του πράγματος από τον εναγόμενο, απαιτούνται και για την πληρότητα της αναγνωριστικής κυριότητας αγωγής. Αν η τέτοια αγωγή θεμελιώνεται στον παράγωγο τρόπο κτήσεως της κυριότητας με κληρονομική διαδοχή, πρέπει ο ενάγων, επικαλούμενος την κυριότητά του, να περιλάβει σ' αυτήν όλα τα κατά τα άρθρα 1846, 1193 και 1198 ΑΚ απαιτούμενα για τη κτήση της κυριότητάς του περιστατικά και ειδικότερα όχι μόνον ότι αποδέχθηκε την κληρονομία, αλλά και περαιτέρω ότι μεταγράφηκε η περί αποδοχής δήλωσή του ή ότι εκδόθηκε κληρονομητήριο που μεταγράφηκε.
Τα στοιχεία αυτά είναι απαραίτητα για το ορισμένο της εν λόγω αγωγής κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ και η παράλειψή τους την καθιστά αόριστη (ΑΠ 1292/2002, ΑΠ 1516/2002). Εξάλλου, η νομική αοριστία της αγωγής στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ( άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή.
Αντίθετα η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 ή 14 του ΚΠολΔ.
Στην προκείμενη περίπτωση οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες εκθέτουν στην ένδικη αγωγή τους, την οποία με τις πρωτόδικες προτάσεις τους περιόρισαν σε αναγνωριστική, ότι είναι συγκύριοι του περιγραφόμενου σ' αυτή ακινήτου, τμήμα του οποίου αποτελεί το επίδικο. Ειδικότερα, ως προς τον τρόπο κτήσεως του δικαιώματος κυριότητας των εναγόντων εκτίθενται στην αγωγή τα εξής:
Ότι το έτος 1938 αποβίωσε ο ΑΑ και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τα τέκνα του 1) ΒΒ, 2) ΓΓ, 3) ΔΔ χήρα ΑΑ, 4) ΕΕ και 5) ΣΤ, οι οποίοι με το ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αχαρνών Νικολάου Αποστολάκη, που νόμιμα μεταγράφηκε, διένειμαν την κληρονομία αυτού με εξαίρεση δύο στανοτόπια στη θέση "... ή ...", επιφάνειας 500 και 300 πλέον ή έλαττον στρεμμάτων, αντίστοιχα, τα οποία άφησαν αδιανέμητα.
Το επίδικο αποτελεί τμήμα του δεύτερου ως άνω ακινήτου εκτάσεως 300 στρεμμάτων. Το έτος 1969 αποβίωσε ο ΒΒ και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από την πρώτη ενάγουσα ΖΖ, ενώ το έτος 1972 αποβίωσε ο ΓΓ και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τους 2ο έως 8ο των εναγόντων. Το έτος 1975 αποβίωσε και η ΔΔ χήρα ΑΑ, η οποία κατέλιπε με διαθήκη το ποσοστό της του 1/5 εξ αδιαιρέτου επί του ως άνω ακινήτου κατ' ισομοιρία στους ΗΗ, Χ12, Χ13 και Χ14.
Στις 19-1-2001 αποβίωσε η ΗΗκαι το μερίδιό της περιήλθε ως εξ αδιαθέτου κληρονόμους της στους ένατο, δέκατη και ενδέκατη των εναγόντων. Το έτος 1993 αποβίωσε η ΣΤ και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τους 14η έως 18η των εναγόντων, ενώ η εκ των κληρονόμων του ΑΑ, ΕΕ μεταβίβασε το ανήκον σ' αυτή ποσοστό εξ αδιαιρέτου, δυνάμει των α) ...
δωρητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Σ. Φραγκιαδάκη και β) ... δωρητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Ν. Ρεβέλα, που μεταγράφηκαν νόμιμα, κατά το ήμισυ εξ αδιαιρέτου στους 12ο και 13ο των εναγόντων. Ότι όλοι οι ενάγοντες ως κληρονόμοι των ως άνω αποδέχθηκαν την κληρονομία των δικαιοπαρόχων τους και συντάχθηκαν οι σχετικές πράξεις αποδοχής κληρονομίας.
Ότι στον απώτερο δικαιοπάροχό τους ΑΑ περιήλθε το επίδικο από κληρονομία του πατέρα του ΩΩ, που αποβίωσε μεταξύ των ετών 1918-1920 και σ' αυτόν είχε περιέλθει από κληρονομία του πατέρα του ΦΦ που αποβίωσε το έτος 1898. Ότι τόσο οι ενάγοντες όσο και οι άμεσοι και απώτεροι δικαιοπάροχοί τους νεμήθηκαν το επίδικο με καλή πίστη και νόμιμο τίτλο, ασκώντας τις αναφερόμενες στην αγωγή πράξεις νομής μέχρι το έτος 2001, που το κατέλαβε ο εναγόμενος Δήμος και έτσι κατέστησαν συγκύριοι αυτού τόσο με τακτική όσο και με έκτακτη χρησικτησία.
Ζητούσαν δε οι ενάγοντες να αναγνωριστούν συγκύριοι του επιδίκου τμήματος του ακινήτου κατά το αναφερόμενο ποσοστό εξ αδιαιρέτου έκαστος. Με αυτά τα πραγματικά περιστατικά η ένδικη αγωγή ως προς τη βάση της τακτικής χρησικτησίας είναι αόριστη, διότι οι ενάγοντες πλην του 12ου και 13ου που επικαλούνται αγοραπωλητήρια συμβόλαια, νόμιμα μεταγεγραμμένα, δεν επικαλούνται συγκεκριμένες συμβολαιογραφικές πράξεις αποδοχής της κληρονομίας των άμεσων δικαιοπαρόχων τους ούτε και μεταγραφή τούτων, δοθέντος ότι οι κληρονομικές διαδοχές που επικαλούνται των άμεσων δικαιοπαρόχων τους έγιναν υπό το κράτος του Αστικού Κώδικα, ενώ το αναφερόμενο ...
συμβόλαιο διανομής κληρονομιαίας περιουσίας του συμβολαιογράφου Αχαρνών Β. Αποστολάκη δεν αποτελεί νόμιμο τίτλο κτήσης κυριότητας, αφού, κατά την ίδια την αγωγή, το συμβόλαιο αυτό διανομής δεν αφορά την επίδικη έκταση. Επιπροσθέτως, οι 9ος έως 11η των εναγόντων, οι οποίοι, κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή, στηρίζουν το δικαίωμά τους και στην κληρονομία της αποβιώσασας στις 19-1-2001 ΗΗ, δεν αναφέρουν ότι η τελευταία αποδέχτηκε την κληρονομία που περιήλθε σ' αυτήν ως εκ διαθήκης κληρονόμο της ΔΔ χήρας ΑΑ που αποβίωσε το 1975, και ότι μετέγραψε τη σχετική δήλωση αποδοχής ή ότι οι ίδιοι οι ως άνω ενάγοντες ως κληρονόμοι αυτής αποδέχτηκαν την επαχθείσα σ' αυτή κληρονομία.
Η συμπλήρωση των ως άνω ελλείψεων, που επιχείρησαν οι ενάγοντες με τις προτάσεις της πρώτης συζήτησης ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, δεν είναι παραδεκτή, πέραν του ότι οι επικαλούμενες δηλώσεις αποδοχής κληρονομίας και η μεταγραφή τούτων το έτος 2003 έγιναν μετά την άσκηση της αγωγής και έτσι κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, κατά τον οποίο έπρεπε να είχαν συντελεσθεί όλα τα παραγωγικά πραγματικά περιστατικά κτήσεως του δικαιώματος κυριότητας, δεν είχε αποκτηθεί το δικαίωμα κυριότητας με τακτική χρησικτησία, αφού δεν υπήρχε μέχρι τότε νόμιμος τίτλος, νόμιμα μεταγεγραμμένος.
Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση που απέρριψε ως αόριστη την ένδικη αγωγή ως προς τη βάση κτήσεως της κυριότητας με τακτική χρησικτησία, ως προς όλους τους ενάγοντες εκτός από τους εξ αυτών 12ο και 13ο, που επικαλούνται το ... δωρητήριο συμβόλαιο, δεν αξίωσε περισσότερα στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος, μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, ούτε παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1041, 1710, 1846 και 983 ΑΚ, οι οποίες ισχύουν στην προκείμενη περίπτωση, δεδομένου ότι, όπως ήδη προαναφέρθηκε, οι κληρονομικές διαδοχές που επικαλούνται οι αναιρεσείοντες των άμεσων δικαιοπαρόχων τους έγιναν υπό το κράτος ισχύος του Αστικού Κώδικα, και έτσι δεν μπορεί να γίνει λόγος περί αυτοδίκαιης κτήσης της κληρονομίας βάσει διατάξεων του Β.Ρ.
δικαίου και συνεπώς οι από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ πρώτος, κατά το δεύτερο τμήμα του, και δεύτερος λόγοι της κύριας αναίρεσης και δεύτερος και τρίτος πρόσθετοι λόγοι, που υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Επειδή, κατά τις διατάξεις των ν. 8 παρ. 1 κωδ. (7.39), ν. 9 παρ. 1 Πανδ. (50.14), ν. 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), ν 6 Πανδ. (44.3), ν. 76 παρ.1 Πανδ. 18.1), ν 7 παρ.3 Πανδ. (23.3), του προϊσχύσαντος Β.Ρ.
δικαίου μπορούσε να αποκτηθεί η κυριότητα ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία κατόπιν άσκησης νομής με διάνοια κυρίου, ως τέτοιας νοούμενης της άσκησης σ' αυτό εμφανών και συνεχών πράξεων που εκδηλώνουν βούληση εξουσίασης του νομέα πάνω στο ακίνητο, όπως είναι η καλλιέργεια, η εκμίσθωση, η εποπτεία, η φύλαξη και άλλες πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση του ακινήτου, με καλή πίστη, ήτοι με την ειλικρινή πεποίθηση του νομέα ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλει κατ' ουσία το δικαίωμα κυριότητας τρίτου, γεγονός που συνάγεται από το δικαστήριο της ουσίας, ενόψει της φύσης της καλής πίστης ως ενδιάθετης κατάστασης, σύμφωνα με τις διατάξεις των ν. 20 παρ. 12 Πανδ. (5.8), 27 Πανδ. (18.1), και για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1045 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του (άρθρο 1051 ΑΚ).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως αντιφατικές αιτιολογίες κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας που περιέχονται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και αφορούν πραγματικά περιστατικά τα οποία δεν μπορούν να συνυπάρχουν, αφού η ύπαρξη του ενός αποκλείει λογικά την ύπαρξη του άλλου, ενώ αντιφατικότητα των αιτιολογιών υπάρχει και όταν εξαιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχτηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί ότι σωστά εφάρμοσε το νόμο.
Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης.
Το δικαστήριο της ουσίας μπορεί να προσδώσει μείζονα αξιοπιστία σε μερικούς μάρτυρες και δεν είναι υποχρεωμένο να εκθέσει στην απόφασή του και τους λόγους για τους οποίους δίδει μεγαλύτερη πίστη στην κατάθεση του ενός ή του άλλου μάρτυρα (ΑΠ 261/2008). Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αναφορικά με την ένδικη αναγνωριστική της κυριότητας ακινήτου αγωγή των εναγόντων, δέχτηκε κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Το επίδικο είναι εδαφική έκταση 150 στρεμμάτων, που βρίσκεται στη θέση "...ή ..." περιφέρειας του Δήμου ...και φέρεται ως τμήμα μείζονας εδαφικής έκτασης 300 στρεμμάτων, η οποία συνορεύει ανατολικά με Ιερόν Τείχος ή Δέμα, δυτικά με κτήμα της Κοινότητας και ήδη Δήμου Άνω Λιοσίων και καρόδρομο, βόρεια με στανοτόπιο κληρονόμων ΑΑ και νότια με ρέμα.
Το επίδικο βρίσκεται στη νοτιοδυτική πλευρά της ως άνω μείζονας εδαφικής έκτασης και συνορεύει δυτικά επί πλευράς 126μ με ιδιοκτησία εναγόμενου Δήμου, βόρεια επί πλευράς 704 μ με υπόλοιπη εδαφική έκταση του μείζονος ακινήτου, νότια επί πλευράς 740 μ. με ρέμα και ανατολικά, επί πλευράς 309 μέτρων με υπόλοιπη έκταση του μείζονος ακινήτου.
Τμήμα του επιδίκου, επιφανείας 68 στρεμμάτων, ο εναγόμενος Δήμος από του έτους 1996 επιχωμάτωσε, ενώ στην υπόλοιπη έκταση φύτευσε δένδρα και κατασκεύασε, βάσει μελετών που καταρτίσθηκαν το έτος 1995, κοιμητήριο, το οποίο λειτουργεί ήδη από το έτος 2001, για τις ανάγκες του οποίου ανήγειρε και εκκλησία. Στις 10.11.1938 απεβίωσε ο ΑΑ, ο οποίος φέρεται ως απώτερος δικαιοπάροχος των εναγόντων.
Ο ως άνω κατέλιπε μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους τα έξι τέκνα του, ήτοι τους, ΒΒ, ΓΓ, ΔΔ χήρα ΑΑ, ΕΕ, ΣΤ και ΘΘ. Με το ... συμβόλαιο διανομής και εξόδου από την κοινωνία του Συμβ/φου Αθηνών Αθανασίου Θανοπούλου, εξήλθε από την κοινωνία της κληρονομιάς η εκ των ως άνω κληρονόμων ΘΘ, αφού έλαβε τμήμα ενός αγρού στη θέση "..." προς συμπλήρωση των όσων είχε λάβει από τον πατέρα της ως προίκα.
Στην κληρονομιά περέμειναν ως συγκληρόμοι τα υπόλοιπα πέντε τέκνα του ΑΑ, κατά το 1/5 εξ αδιαιρέτου ο καθένας. Στο προαναφερόμενο συμβόλαιο για την εξεύρεση της κληρονομικής μερίδας κάθε κληρονόμου έγινε αποτίμηση της κληρονομιάς, στην οποία συμπεριλήθηκαν και δύο ακίνητα, χαρακτηριζόμενα ως στανοτόπια, ήτοι ένα στανοτόπι από βουνώδη και αγρία έκταση και βοσκήσιμες γαίες μετά των εντός αυτού μαντριών, έκτασης 30 στρεμμάτων ή όσης πλέον ή έλαττον έκτασης είναι, κείμενο στη θέση "...
ή ...", οριζόμενο ανατολικά με Ιερόν Τείχος, δυτικά με κτήματα Κοινότητας ..., βόρεια με στανοτόπι κληρονόμων ΑΑ και νότια με ρεύμα και όμοιο στανοτόπι, στην αυτή θέση, εκτάσεως 50 στρεμμάτων ή όσης είναι επιπλέον ή έλαττον, οριζόμενο ανατολικά με "Ιερόν Τείχος", δυτικά με κληρονόμους ΦΦ και ..., βόρεια με σιδηροδρομική γραμμή και νότια με κτήμα ...
Στη συνέχεια, μετά την έξοδο από την κοινωνία της εκ των κληρονόμων ΘΘ, οι λοιποί πέντε κληρονόμοι του ΑΑ, ΒΒ, ΓΓ, ΔΔ και ΕΕ, με το ... διανεμητήριο συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Αχαρνών Νικολάου Αποστολάκη, που νόμιμα μεταγράφτηκε, διένειμαν μεταξύ τους τόσο την πατρική όσο και την μητρική κληρονομαία περιουσία.
Στο συμβόλαιο αυτό φέρονται ως ανήκοντα στην κληρονομιά του πατέρα τους ΑΑ και δύο στανοτόπια, τα οποία ταυτίζονται πλήρως ως προς τη θέση και τα όρια με τα δύο στανοτόπια που αναφέρονται στο προηγούμενο συμβόλαιο (...), με τη διαφορά ότι η έκταση αυτών, αντί 30 και 50 στρεμμάτων, πλέον ή έλαττον, που αναφέρεται στο πρώτο ως άνω Συμβόλαιο, ορίζεται σε 300 και 500 στρέμματα, πλέον ή έλαττον, αντίστοιχα.
Ως προς τα δύο αυτά στανοτόπια οι ως άνω συμβαλλόμενοι δήλωσαν στο συμβόλαιο διανομής ότι παραμένουν αδιανέμητα, ανήκοντα κατά το 1/5 εξ αδιαιρέτου στον καθένα. Τμήμα του πρώτου ως άνω ακινήτου, επιφανείας 300 στρεμμάτων, φέρεται ότι αποτελεί η επίδικη εδαφική έκταση των 150 στρεμμάτων. Το ως άνω διανεμητήριο συμβόλαιο δεν αποτελεί νόμιμο τίτλο κτήσεως του επιδίκου, όπως αβάσιμα διατείνονται οι ενάγοντες και αναφέρουν τούτο ως νόμιμο τίτλο στα μεταγενέστερα συμβόλαια, αφού το εν λόγω ακίνητο δεν αποτέλεσε αντικείμενο διανομής.
Ακολούθως, με το ... αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του Συμ/φου Αθηνών Στυλιανού Φραγκιαδάκη, που νόμιμα μεταγράφτηκε, η εκ των κληρονόμων του ΑΑ, ΕΕ πώλησε και μεταβίβασε, κατά ψιλή κυριότητα, το φερόμενο ως ανήκον στη κυριότητά της ποσοστό 1/5 εξ αδιαιρέτου επί της ως άνω μείζονας έκτασης στα τέκνα της Χ16 και Χ15 (12° και 13° των εναγόντων), ενώ με το εν συνεχεία ...
αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του Συμβολαιοράφου Αθηνών Νικολάου Ρέβελα, που νόμιμα μεταγράφτηκε, μεταβίβασε σ' αυτούς και την επικαρπία του ως άνω ποσοστού εξ αδιαρέτου. Και στα δύο αυτά συμβόλαια, ως νόμιμο τίτλο κτήσεως κυριότητας του ως άνω ποσοστού εξ αδιαιρέτου η πωλήτρια αναφέρει το προαναφερόμενο διανεμητήριο συμβόλαιο, χωρίς άλλη αναφορά στον τρόπο κτήσης του μεταβιβαζόμενου δικαιώματος.
Στο δεύτερο από τα ως άνω αγοραπωλητήρια συμβόλαια προσαρτήθηκε, σε φωτοτυπία, σχεδιάγραμμα του πολιτικού μηχανικού ..., με χρόνο σύνταξης Ιούλιος 1930, ως εμφαίνον το ως άνω μείζονας έκτασης ακίνητο. Το σχεδιάγραμμα αυτό, αν και φέρεται ότι συντάχθηκε τον Ιούλιο 1930, εμφανίζεται και προσαρτάται το πρώτον στο ως άνω υπ' αριθ. ...
συμβόλαιο και όχι και σε προγενέστερα συμβόλαια, ιδίως στο ... συμβόλαιο, με το οποίο μεταβιβάσθηκε η ψιλή κυριότητα στο 1/5 εξ αδιαιρέτου του περιγραφομένου στο συμβόλαιο ακινήτου. Στις 22.8. 1949 απεβίωσε ο εκ των κληρονόμων του ΑΑ, ΒΒ, χωρίς να αφήσει διαθήκη. Ο τελευταίος κατέλιπε ως μόνη κληρονόμο τη θυγατέρα του ΖΖ (1η των εναγόντων), η οποία, με την μεταγενέστερη της αγωγής ...
πράξη αποδοχής κληρονομιάς του Συμβ/ου Αχαρνών Κων/νου Γιαννάκη, που νόμιμα μεταγράφτηκε, αποδέχθηκε την κληρονομιά του. Στις 10.11.1972 απεβίωσε και ο εκ των κληρονόμων του ΑΑ, ΓΓ, ο οποίος κατέλιπε την ... δημόσια διαθήκη του. Στη διαθήκη του αυτή ο διαθέτης δεν περιέλαβε το επίδικο στενοτόπι το οποίο, ως περιλαμβανόμενο στην κληρονομιά και μη διατεθέν από τον διαθέτη, αποδέχθηκαν οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού (2ος έως και 8ος των εναγόντων), με μεταγενέστερη του χρόνου άσκησης της αγωγής πράξη αποδοχής κληρονομιάς και μεταγραφή αυτής (...
πράξη αποδοχής κληρονομιάς του συμβ/φου Αχαρνών Κωνσταντίνου Γιαννάκη). Στις 19.5.1975 απεβίωσε και η εκ των κληρονόμων του ΑΑ, ΔΔ χήρα ΑΑ, η οποία κατέλιπε την ... δημόσια διαθήκη της που δημοσιεύθηκε νόμιμα, με την οποία κατέλιπε στη νύφη της ΗΗ και στα τέκνα της τελευταίας -εγγόνια της διαθέτιδος Χ12, Χ13 και Χ14 (ήδη 9ος , 10η και 11η των εναγόντων) κατ' ισομοιρία το 1/5 εξ αδιαιρέτου από δύο χερσολείβαδα κείμενα στη θέση "...
ή ...". Στις 19.1.2001 απεβίωσε η κληρονόμος της ΗΗ, η οποία κατέλιπε την από 26.1.1993 ιδιόγραφη διαθήκη της, που δημοσιεύθηκε από το Πρωτοδικείο Αθηνών, κατά τη συνεδρίαση της 27.4.2001, με το 2339/2001 πρακτικό, με την οποία εγκαθιστά κληρονόμους τα ως άνω τέκνα της και τα εγγόνια της. Ούτε στη διαθήκη αυτή μνημονεύεται το ως άνω ακίνητο, που καταλήφθηκε κατά το προαναφερόμενο ποσοστό σ' αυτή με την ως άνω ιδιόγραφη διαθήκη της ΔΔ χήρας ΑΑ.
Το ως άνω ποσοστό που τους κατέλιπε η γιαγιά τους ΔΔ χήρα ΑΑ, ήτοι το 1/20 (ήτοι 1/4 του 1/5) εξ αδιαιρέτου ο καθένας αποδέχθηκαν οι ενάγοντες Χ12, Χ13 και Χ14, με τις μεταγενέστερες του χρόνου άσκησης της αγωγής ... και ... πράξεις αποδοχής κληρονομιάς του αυτού ως άνω Συμ/φου, που νόμιμα μεταγράφτηκαν, ενώ για το περιελθόν με την αυτήν ως άνω δημόσια διαθήκη της ΔΔ χήρας ΑΑ στην ΗΗ (μητέρα των ως άνω εναγόντων) ποσοστό εξ αδιαιρέτου δεν προκύπτει αποδοχή κληρονομιάς από την κληρονόμο ούτε από τους ως άνω ενάγοντες ως κληρονόμων αυτής.
Στις 13.3.1993 απεβίωσε και η εκ των κληρονόμων του ΑΑ, ΣΤ, χωρίς να αφήσει διαθήκη και κατέλιπε μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους τα τέκνα αυτής, Χ17, Χ18 (ήτοι τις 14η και 15η των εναγόντων) και ΚΚ. Ο τελευταίος απεβίωσε στις 14.10.1994, χωρίς να αφήσει διαθήκη και κατέλιπε μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους τη σύζυγό του Χ21 και τις θυγατέρες του Χ20 και Χ19 (16η, 17η και 18η των εναγόντων), οι οποίες αποδέχθηκαν την επαχθείσα σ' αυτές κληρονομιά, από αυτές δε οι τρεις τελευταίες αποδέχθηκαν και την κληρονομιά της ΣΤ για λογαριασμό του ΚΚ, ως κληρονόμοι αυτού, με τις μεταγενέστερες του χρόνου άσκησης της αγωγής ..
και ... πράξεις αποδοχής κληρονομιάς του αυτού ως άνω Συμβ/φου, που νόμιμα μεταγράφτηκαν. Από τα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία δεν αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες και οι ως άνω δικαιοπάροχοι τους, καθώς και οι φερόμενοι ως απώτατοι διάδοχοι αυτών, ΩΩ από το έτος 1898 μέχρι το θάνατο αυτού μεταξύ των ετών 1918-1920 και μετά απ' αυτόν ο ΑΑ, ως κληρονόμος του, μέχρι τις 10.11.1938 που απεβίωσε, νεμήθηκαν το επίδικο με καλή πίστη μέχρι 23.2.1946, ανεξαρτήτως καλής πίστης έκτοτε, ασκώντας επ' αυτού τις επικαλούμενες, με διάνοια κυρίου, διακατοχικές πράξεις, ήτοι βόσκηση, καλλιέργεια και εκμίσθωση σε τρίτους.
Ειδικότερα, το επίδικο και η μείζων αυτού έκταση ήταν βοσκότοπος, στην οποία οι κάτοικοι της ανοργάνωτης μέχρι το έτος 1912 κοινότητας ... έβοσκαν, όπως και σε άλλες βοσκήσιμες εκτάσεις της περιοχής, τα ποίμνιά τους, μεταξύ αυτών και οι φερόμενοι ως απώτατοι δικαιοπάροχοι των εναγόντων (ΩΩ και ΑΑ). Η βόσκηση, όμως, της επίδικης έκτασης από τους ως άνω ΩΩ και ΑΑ δεν γινόταν κατά τρόπο σταθερό και αποκλειστικό ούτε με θέληση εξουσίασης συγκεκριμένης έκτασης ως κυρίων, ήτοι διαρκώς, απεριορίστως και αποκλειστικώς, αφού η εξουσίαση της έκτασης αυτής είχε περιορισμένο περιεχόμενο (βόσκηση) και ήταν χωρίς αποκλειστικότητα και διάρκεια.
Τούτο συνάγεται και από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από τους ενάγοντες 2506/1871 απόφαση των εν Αθήναις Πρωτοδικών. Ειδικότερα, με την απόφαση αυτή απορρίφθηκε έφεση του ... κατά των ..., ΦΦ, ΓΓ, ..., ... και ..., λόγω ερημοδικίας του εκκαλούντος. Η έφεση στρεφόταν κατά των 287 και 847/1870 αποφάσεων του Ειρηνοδικείου Βορείου Πλευράς.
Από το περιεχόμενο της εφετειακής απόφασης προκύπτει ότι η διαφορά αφορούσε αποζημίωση για παράνομη βόσκηση του εκεί αναφερομένου ακινήτου από τους ως άνω εφεσίβλητους, το οποίο ο εκεί ενάγων ισχυριζόταν ότι είχε μισθώσει από τρίτους. Από την απόφαση αυτή και ειδικότερα από το γεγονός ότι η αγωγή στρεφόταν κατά πλειόνων και όχι μόνο κατά του ΦΦ (παππού του ΑΑ), συνάγεται ότι η βόσκηση δεν γινόταν αποκλειστικά από τον ΦΦ, όπως αβάσιμα υποστηρίζουν οι ενάγοντες, αλλά και από άλλους κτηνοτρόφους της περιοχής.
Ο ισχυρισμός των εναγόντων και εκκαλούντων ότι οι λοιποί που αναφέρονται ως εφεσίβλητοι στην ως άνω απόφαση περιλαμβάνονταν στην οικογένεια του ΦΦ δεν επιβεβαιώνεται από κανένα στοιχείο. Μετά το έτος 1912 που η ανοργάνωτη κοινότητα (χωρίο) με το βδ 31/1912 μετατράπηκε σε οργανωμένη Κοινότητα, το Κοινοτικό Συμβούλιο, με αποφάσεις του, επέβαλλε, σε βάρος των κτηνοτρόφων της περιοχής, δικαιώματα βοσκής για τη βόσκηση των κοινοτικών βοσκήσιμων εκτάσεων.
Ανάμεσα στους υπόχρεους, σε βάρος των οποίων καταλογίσθηκαν δικαιώματα βοσκής υπέρ της Κοινότητας, ήταν και ο φερόμενος ως απώτερος δικαιοπάροχος των εναγόντων ΑΑ, όπως προκύπτει από την 22/1934 απόφαση του Κοινοτικού Συμβουλίου, που αφορά τα οικ. έτη 1934-1935 για βόσκηση 200 προβάτων. Ο μάρτυρας των εναγόντων ...
που εξετάσθηκε στο ακροατήριο τoυ πρωτοβαθμίου δικαστηρίου δεν έδωσε πειστική απάντηση για την ανάγκη μίσθωσης κοινοτικών εκτάσεων για βόσκηση, τη στιγμή, που όπως ισχυρίζονται οι ενάγοντες, ο ΑΑ είχε στην κυριότητα του δύο στανοτόπια, συνολικής έκτασης 800 στρεμμάτων. Συνεχίζει δε το Εφετείο, ότι το προσκομιζόμενο και επικαλούμενο από Ιουλίου 1930 σχεδιάγραμμα του πολιτικού μηχανικού ..., το οποίο φέρεται ότι συντάχθηκε κατ' εντολή του ΑΑ και το οποίο εμφανίσθηκε για πρώτη φορά, κατά τα προεκτεθέντα και επισυνάφθηκε στο ...
συμβόλαιο του συμβ/φου Νικ. Ρέβελα, απέκτησε βέβαιη χρονολογία το 1963 με την προσάρτησή του στο συμβόλαιο αυτό και ως εκ τούτου δεν αποτελεί ασφαλές στοιχείο ως προς τον φερόμενο χρόνο σύνταξης αυτού και εντεύθεν ως προς την άσκηση νομής επί του επιδίκου από τον ΑΑ, σε κάθε δε περίπτωση πρόκειται για μια μεμονωμένη πράξη που δεν μπορεί από μόνη της να οδηγήσει σε κτήση κυριότητας με χρησικτησία.
Εκτός από τη βόσκηση που, όπως προαναφέρθηκε, δεν γινόταν με διάνοια κυρίου, δεν αποδείχθηκε ότι οι ως άνω δικαιοπάροχοι των εναγόντων καλλιεργούσαν το επίδικο με δημητριακά, όπως ισχυρίζονται οι ενάγοντες. Άλλωστε αυτό δεν προσφερόταν για καλλιέργεια, αφού και στα προαναφερόμενα συμβόλαια χαρακτηρίζεται ως βουνώδης, άγρια και βοσκήσιμη έκταση και όχι ως καλλιεργήσιμη έκταση.
Αλλά και οι κληρονόμοι του ΑΑ δεν αποδείχθηκε ότι άσκησαν πράξεις νομής επί του επιδίκου με καλή πίστη από το έτος 1938 μέχρι 23.2.1946, ανεξάρτητα δε καλής πίστης έκτοτε, ούτε μετά απ' αυτούς οι διάδοχοι αυτών (καθολικοί και ειδικοί). Ο μάρτυρας των εναγόντων ... όλως αόριστα κατέθεσε ότι ένα τμήμα του επιδίκου είχε εκμισθωθεί στο Δήμο Αθηναίων για εναπόθεση σκουπιδιών το έτος 1962, άλλο τμήμα το χρησιμοποιούσαν ως βοσκότοπο μέχρι το έτος 1975 και μέρος αυτού καλλιεργούσαν μέχρι το έτος 1988, χωρίς να προσδιορίζει ποιοι συγκεκριμένα από τους κληρονόμους του ΑΑ ή τους διαδόχους αυτών ήταν κτηνοτρόφοι και χρησιμοποιούσαν το επίδικο για βόσκηση ή αν δεν ήταν οι ίδιοι κτηνοτρόφοι σε ποιους τρίτους παραχωρούσαν τα δικαιώματα βοσκής.
Η κατάθεσή του μάλιστα έρχεται σε αντίθεση με τις καταθέσεις των κατωτέρω αναφερομένων μαρτύρων, οι οποίοι αναφέρθηκαν σε πράξεις νομής μέχρι το έτος 1960. Σημειωτέον δε ότι μετά το έτος 1960 που είχε αρχίσει η εναπόθεση των απορριμάτων στην ευρύτερη περιοχή ήταν αδύνατη η βόσκηση ζώων, πράγμα το οποίο επιβεβαίωσαν και οι μάρτυρες ..., ...
και ... στις ..., ... και ... ένορκες βεβαιώσεις. Αλλά ούτε καλλιέργεια με δημητριακά της επίδικης έκτασης από τους κληρονόμους του ΑΑ και τους διαδόχους τους δεν αποδείχθηκε, αφού όπως προαναφέρθηκε η έκταση δεν ήταν πρόσφορη για καλλιέργεια. Μάλιστα και στα συμβόλαια που επικαλούνται οι ενάγοντες η έκταση αναφέρεται ως στανοτόπι "εκ βουνώδους και αγρίας εκτάσεως και βοσκήσιμων γαιών", ενώ στην δημόσια διαθήκη της ΔΔ χήρας ΑΑ, ως "χερσολείβαδο" (βλ. ..., ..., ...
και ... ως άνω συμβόλαια και ... διαθήκη). Περαιτέρω, συνεχίζει το Εφετείο, δεν αποδείχθηκε ούτε εκμίσθωση της επίδικης έκτασης σε τρίτους. Ως προς το προσκομιζόμενο και επικαλούμενο έγγραφο από 6.4.1962 συμφωνητικό μισθώσεως μεταξύ των κληρονόμων ΑΑ ως εκμισθωτών και ..., Χ16 και ΚΚ ως μισθωτών, με το οποίο φέρεται κατά τους ισχυρισμούς των εναγόντων, ότι οι πρώτοι εκμίσθωσαν δύο στανοτόπια, από τα οποία το ένα είναι αυτό των 300 στρεμμάτων (τμήμα του οποίου αποτελεί το επίδικο), προκειμένου οι μισθωτές να το υπεκμισθώσουν περαιτέρω στο Δήμο Αθηναίων, για την εναπόθεση των απορριμάτων της πόλης των Αθηνών, πρέπει να λεχθεί ότι το έγγραφο αυτό δεν μπορεί να αναγνωσθεί, λόγω λανθασμένης φωτοτυπικής εκτύπωσης, ενώ το περιεχόμενο αυτού δεν αποδείχθηκε με άλλο αποδεικτικό μέσο, και συνεπώς δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη.
Εξάλλου, πρέπει να τονισθεί και το γεγονός της μεγάλης διαφοράς που υπάρχει μεταξύ των ... και ... συμβολαίων ως προς την επιφάνεια της μείζονας έκτασης του επιδίκου, η οποία στο πρώτο μεν συμβόλαιο ορίζεται σε 30 στρέμματα πλέον ή έλαττον, ενώ στο δεύτερο σε 300 στρέμματα πλέον ή έλαττον, χωρίς η διαφορά αυτή να δικαιολογείται από τους ενάγοντες, αλλά και το γεγονός ότι πράξεις νομής και συμπλήρωση χρόνου χρησικτησίας στο πρόσωπο αυτής και του δικαιοπαρόχου της δεν αναφέρει ούτε η εκ των κληρονόμων του ΑΑ, ΕΕ στα ήδη προαναφερθέντα συμβόλαια με τα οποία φέρεται ότι μεταβίβασε το ποσοστό της στους 12° και 13° των εναγόντων, επικαλούμενη ως τίτλο κτήσεως το διανεμητήριο συμβόλαιο, το οποίο όμως, κατά τα προεκτεθέντα, δεν μπορούσε να οδηγήσει σε κτήση κυριότητας του επιδίκου και της μείζονας αυτού έκτασης.
Επίσης, πρέπει να σταθμισθεί και το γεγονός ότι μολονότι επρόκειτο για ένα τόσο σημαντικής έκτασης (ήτοι 300 στρεμμάτων) ακίνητο, ο κληρονόμος του ΑΑ, ΓΓ δεν το περιέλαβε στη διαθήκη του ούτε και η ΗΗ, παρά μόνο η ΔΔ χήρα ΑΑ περιέλαβε στη διαθήκη της δύο χερσολείβαδα στη επίδικη θέση, χωρίς όμως και να αναφέρει τα όρια και την έκταση τους.
Περαιτέρω και αναφορικά με την 1150/1968 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι ενάγοντες προς ενίσχυση των ισχυρισμών τους, πρέπει να λεχθούν τα εξής: Η απόφαση αυτή εκδόθηκε επί εφέσεως των Χ16 και Χ15 (12ος και 13ος των εναγόντων), κατά της 17028/1967 απόφασης του Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η από 17.5.1963 αγωγή τους κατά του Δήμου Αθηναίων και δέχθηκε τις αντίθετες από 26.7.1963 και 26.8.1963 κύριες παρεμβάσεις, αναγνωρίζοντας νομείς τους κυρίως παρεμβαίνοντες σε ολόκληρη την επίδικη έκταση των 30 στρεμμάτων, που κατά τους ενάγοντες αποτελούσε τμήμα της μείζονας έκτασης των 300 στρεμμάτων.
Με την εφετειακή αυτή απόφαση κρίθηκε ότι από τον εναγόμενο Δήμο είχε καταληφθεί έκταση 12 μόνο στρεμμάτων, στην οποία δεν είχαν νομή οι ενάγοντες, αλλά οι κυρίως παρεμβαίνοντες και κατ' ακολουθίαν αυτών απορρίφθηκε η έφεση ως προς τον εφεσίβλητο Δήμο Αθηναίων, έγινε δεκτή η έφεση ως προς τους λοιπούς εφεσιβλήτους - κυρίως παρεμβαίνοντες και μεταρρυθμίσθηκε η εκκαλουμένη ως προς τις κύριες παρεμβάσεις, αναγνωρίζοντας νομείς τους κυρίως παρεμβαίνοντες στην ως άνω έκταση των 12 στρεμμάτων.
Δεν κρίθηκε, συνεπώς, με την απόφαση αυτή, όπως αβάσιμα υποστηρίζουν οι ενάγοντες, δικαίωμα νομής των εναγόντων επί έκτασης 18 στρεμμάτων, φερόμενης ως τμήμα της επίδικης έκτασης. Τέλος και η προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από τους ενάγοντες .../10.10.1988 βεβαίωση του Δήμου Άνω Λιοσίων δεν επιβεβαιώνει τους ισχυρισμούς των εναγόντων, ως προς τη νομή του επιδίκου, διότι αναφέρεται σε καλλιεργούμενη έκταση 30 στρεμμάτων στη θέση "...", που δεν συμπίπτει με την επίδικη έκταση, η οποία, κατά τα προεκτεθέντα, δεν ήταν καλλιεργήσιμη έκταση.
Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο έκρινε ότι οι ενάγοντες-αναιρεσείοντες και οι δικαιοπάροχοί τους ουδέποτε άσκησαν πράξεις νομής στο επίδικο με διάνοια κυρίου και καλή πίστη (έως τις 23-2-1946) και συνακόλουθα δεν απέκτησαν την κυριότητα του επίδικου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία και επιπλέον ούτε με τακτική χρησικτησία οι 12ος και 13ος των εναγόντων και ήδη 15ος και 16ος των αναιρεσειόντων, και κατόπιν τούτου επικύρωσε την εκκληθείσα πρωτόδικη απόφαση, που έκρινε όμοια και απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, διότι διέλαβε σ' αυτή πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα ότι οι ενάγοντες, καθώς και οι άμεσοι και απώτεροι δικαιοπάροχοί τους δεν άσκησαν πράξεις νομής με διάνοια κυρίου και καλή πίστη στο επίδικο ακίνητο, και ότι έτσι δεν κατέστησαν αυτοί κύριοι του επιδίκου με χρησικτησία, κατά τα προαναφερόμενα, οι οποίες αιτιολογίες επιτρέπουν τον έλεγχο της ορθής εφαρμογής των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 1094, 1045, 974 και 1051 ΑΚ, καθώς και των διατάξεων των ν. 8 παρ. 1 κωδ. (7.39), ν. 9 παρ. 1 Πανδ. (50.14), ν. 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), ν 6 Πανδ. (44.3), ν. 76 παρ.1 Πανδ. 18.1), ν 7 παρ.3 Πανδ. (23.3) του προϊσχύσαντος Β.Ρ.
δικαίου, που εφάρμοσε. Επομένως, οι συναφείς τέταρτος και πέμπτος λόγοι της κύριας αναίρεσης και έκτος και έβδομος, κατά τα σχετικά μέρη τους, πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.
Επειδή, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό (βάση αγωγής, ανταγωγής) είτε ως αμυντικό (ένσταση, αντένσταση) μέσο, αλλά όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, έστω και αν η απόρριψή του δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (Ολ.ΑΠ 11/1996). Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο κύριο, κατά το σχετικό μέρος του, και πρώτο πρόσθετο, κατά το σχετικό μέρος του, λόγους αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ.
β' ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τους ουσιώδεις αγωγικούς ισχυρισμούς τους ότι απέκτησαν την κυριότητα επί του επίδικου ακινήτου με παράγωγο τρόπο λόγω κληρονομικής διαδοχής και με έκτακτη χρησικτησία. Από την προσβαλλόμενη απόφαση όμως προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τους ως άνω ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων και τους απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμους.
Επομένως, οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι αβάσιμοι. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίστηκαν από τους διαδίκους, ήτοι αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.) που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο (Ολ.
ΑΠ 42/2002). Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται, όταν η παράλειψη του δικαστηρίου αφορά στη μη αξιολόγηση συγκεκριμένων αποδεικτικών μέσων, που έλαβε υπόψη, σε συνδυασμό με τα άλλα ληφθέντα υπόψη αποδεικτικά μέσα ή αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Ειδικότερα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν παραβιάσθηκαν κανόνες δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή αν υπάρχει λόγος αναιρέσεως κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 και 20.
Σε εκτίμηση πραγμάτων ανάγεται και συνεπώς δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο και η κρίση του δικαστηρίου ότι κάποιο έγγραφο, από εκείνα τα οποία οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν για την απόδειξη, έχει ή όχι τα οριζόμενα στο άρθρο 432 ΚΠολΔ στοιχεία, που είναι απαραίτητα για το κύρος και συνακόλουθα για την αποδεικτική του δύναμη (ΑΠ 437/2000).
Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τους τρίτο λόγο της κύριας αναίρεσης και τέταρτο πρόσθετο λόγο, κατά το σχετικό μέρος του, προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη το από 6-4-1962 συμφωνητικό μισθώσεως μεταξύ αυτών ως εκμισθωτών και των ..., Χ16 και ΚΚ ως μισθωτών, το οποίο νόμιμα επικαλέστηκαν προς απόδειξη του ουσιώδους ισχυρισμού τους της άσκησης πράξεων νομής στο επίδικο, όπως της εκμίσθωσης, με το αιτιολογικό ότι "το έγγραφο αυτό δεν μπορεί να αναγνωσθεί λόγω λανθασμένης φωτοτυπικής εκτύπωσης, ενώ το περιεχόμενο αυτού δεν αποδείχθηκε με άλλο αποδεικτικό μέσο".
Σύμφωνα, όμως, με τα εκτεθέντα ανωτέρω, οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι απαράδεκτοι, διότι με αυτούς προσβάλλεται η περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, οι πρώτος, τέταρτος, πέμπτος και έκτος, κατά τα σχετικά μέρη τους, πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ.
γ' ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του έγγραφα που νόμιμα προσκόμισαν με επίκληση προς απόδειξη του αγωγικού τους ισχυρισμού ότι είναι συγκύριοι του επίδικου ακινήτου και δη 1) την .../10-6-1977 πρόσκληση του Υπουργείου Γεωργίας προς αυτούς, με θέμα "Εξέταση Υπομνήματος", από την οποία αποδεικνύεται ότι την 22-9-1976 υπέβαλλαν όλοι οι ενάγοντες υπόμνημα στο τότε Υπουργείο Γεωργίας, στο οποίο ανέφεραν επακριβώς τρόπο κτήσεως κυριότητας του επίδικου ακινήτου των 300 στρεμμάτων πλέον ή έλαττον, περιγράφοντας επίσης με ακρίβεια τα όρια, τη θέση και την έκταση των ακινήτων αυτών, ζητώντας, κατά την αρξαμένη τότε κτηματογράφηση των Δημοσίων Δασικών Εκτάσεων της περιοχής των Άνω Λιοσίων, οι επίδικες εκτάσεις να χαρακτηριστούν ως ιδιωτικές και να καταχωρηθούν στο μητρώο ιδιόκτητων ακινήτων, προς απόδειξη του ισχυρισμού τους ότι πράγματι ασκούσαν πράξεις νομής οι ίδιοι, όπως και οι άμεσοι και απώτεροι δικαιοπάροχοί τους τουλάχιστον από το 1850 και εντεύθεν, 2) το από 22-9-1976 υπόμνημά τους προς το Υπουργείο, 3) το από Ιουλίου 1930 σχεδιάγραμμα του πολιτικού μηχανικού ..., 4) τα 5680/2004 πρακτικά του πρωτόδικου δικαστηρίου και την 1150/1968 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, 5) την από 10-4-2003 τεχνική έκθεση του πολιτικού μηχανικού ...
και το από Απριλίου 2003 τοπογραφικό διάγραμμα του ιδίου μηχανικού και 6) την Έκθεση Απαρτισμού Κτηματολογίου του έτους 1940, είναι αβάσιμοι, διότι από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή διαβεβαίωση, κατά την οποία το δικαστήριο έλαβε υπόψη τα 5680/2004 πρακτικά συνεδρίασης του πρωτόδικου δικαστηρίου και "όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν", και από όλο το παραπάνω περιεχόμενο της απόφασης αυτής, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και τα παραπάνω έγγραφα.
Επειδή, ο από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της αποδόσεως από το δικαστήριο σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.
Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (Ολ.ΑΠ 1/1999, ΑΠ 194/2005).
Στην προκείμενη περίπτωση με τους τέταρτο, έκτο και έβδομο, κατά τα σχετικά μέρη τους, πρόσθετους λόγους αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια της παραμόρφωσης του περιεχομένου των προσκομισθέντων από τους αναιρεσείοντες εγγράφων, ήτοι α) του από 6-4-1962 συμφωνητικού μισθώσεως ακινήτου που καταρτίσθηκε μεταξύ των άμεσων δικαιοπαρόχων των αναιρεσειόντων και των ...
και Χ16, β) της Έκθεσης Απαρτισμού Κτηματολογίου του έτους 1940 και γ) της 2506/1871απόφασης των εν Αθήναις Πρωτοδικών, που εκδόθηκε σε δίκη μεταξύ άλλων διαδίκων. Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι προεχόντως ως απαράδεκτοι, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι η παραδοχή του Εφετείου, ότι οι ενάγοντες και οι δικαιοπάροχοί τους ουδέποτε άσκησαν πράξεις νομής στο επίδικο ακίνητο, δεν οφείλεται σε διαγνωστικό λάθος, αλλά αποτελεί εκτίμηση και του περιεχομένου των ανωτέρω εγγράφων, η οποία, όμως, κατά τα προεκτιθέμενα, δεν ιδρύει τον προαναφερόμενο λόγο αναίρεσης.
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 9 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης.
Τέτοια αίτηση είναι ιδίως η της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, της ανακοπής, της τριτανακοπής και κάθε ένδικου μέσου. Ο λόγος δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν απάντησε σε αίτημα με το οποίο ζητείτο να προβεί σε διαδικαστική πράξη που εναπόκειται στη διακριτική του ευχέρεια (ΑΠ 40/2008).
Εξάλλου, κατά με την παρ. 1 του άρθρου 368, το δικαστήριο μπορεί να ορίσει έναν ή περισσότερους πραγματογνώμονες, αν κρίνει ότι πρόκειται για ζητήματα που απαιτούν για να γίνουν αντιληπτά ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, κατά δε την παρ. 2 του ίδιου πιο πάνω άρθρου, το δικαστήριο οφείλει να διορίσει πραγματογνώμονες αν το ζητήσει κάποιος διάδικος και κρίνει πως χρειάζονται ειδικές (ιδιάζουσες) γνώσεις επιστήμης ή τέχνης.
Από το συνδυασμό των αμέσως πιο πάνω διατάξεων προκύπτει, ότι η συμπλήρωση των αποδείξεων με τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης εναπόκειται στην κυριαρχική και μη ελεγχόμενη αναιρετικά κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο ελεύθερα εκτιμά την ανάγκη της χρησιμοποίησης του αποδεικτικού αυτού μέσου, με εξαίρεση την περίπτωση κατά την οποία κάποιος από τους διαδίκους ζητήσει τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης και το δικαστήριο κρίνει ότι χρειάζονται όχι απλώς "ειδικές", αλλά "ιδιάζουσες" γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, οπότε οφείλει να διορίσει πραγματογνώμονα ή πραγματογνώμονες.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί του αν για την αντίληψη του ζητήματος ως προς το οποίο ζητείται η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης απαιτούνται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Επομένως, αν δεν υπάρχει παραδοχή του δικαστηρίου της ουσίας, ότι πρόκειται για ζητήματα που απαιτούν για να γίνουν αντιληπτά ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, η μη λήψη υπόψη ισχυρισμού του διαδίκου για ανάγκη διενέργειας πραγματογνωμοσύνης ή η απόρριψη, ρητά ή σιωπηρά, σχετικού αιτήματος αυτού δεν δημιουργεί κανένα από τους προβλεπόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης.
Ο έκτος, επομένως, λόγος της κύριας αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείντες προβάλλουν την από τον αριθμό 9 περ. γ'του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, απέρριψε σιωπηρά την υποβληθείσα ενώπιόν του με τις προτάσεις τους αίτηση για διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, χωρίς προηγουμένως να κρίνει περί της αναγκαιότητας ιδιαζουσών γνώσεων επιστήμης ή τέχνης, εφόσον στην απόφαση δεν περιέχεται η προαναφερόμενη παραδοχή, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Περαιτέρω, ο έκτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης, κατά το σχετικό μέρος του, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 9 περ. γ' ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο άφησε αδίκαστο σχετικό λόγο έφεσης ως προς την εκτίμηση αποδεικτικών μέσων, είναι απαράδεκτος, διότι ο φερόμενος ως αγνοηθείς λόγος έφεσης δεν αποτελεί ""αίτηση"" κατά την προαναφερόμενη έννοια, ενώ ως λόγος από τον αριθμό 8 του ίδιου άρθρου είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, εξέτασε όλους τους λόγους της έφεσης που ανάγονται στην κακή εκτίμηση των αποδείξεων.
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 17 παρ. 2 του ν. 2915/2001, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον έκτο και τελευταίο εξεταζόμενο, κατά το σχετικό μέρος του, πρόσθετο λόγο αναίρεσης, προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια ότι απέρριψε τον αγωγικό ισχυρισμό τους ότι είναι κύριοι του επιδίκου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, που είχε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, χωρίς απόδειξη.
Όπως όμως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, εκτιμώντας τα προσαχθέντα αποδεικτικά μέσα (μάρτυρες, έγγραφα). Επομένως και ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και η πρόσθετοι λόγοι και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου Δήμου, μειωμένα όμως, σύμφωνα με το άρθρο 307 παρ. 2 ΠΔ 410/1995 (Δημοτικός και Κοινοτικός Κώδικας).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 31-12-2007 αίτηση και τους από 17-8-2009 πρόσθετους λόγους των Χ1 κ.λ.π. για αναίρεση της 1383/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου Δήμου, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Νοεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Δεκεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ