Supreme Court dismisses municipality's appeal on inheritance and legal costs grounds, upholding lower court judgment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Municipality of Vrilissia's appeal against the Athens Court of Appeal's judgment. The municipality argued that the court improperly gave extra weight to expert testimony and incorrectly assigned legal costs to the municipality. The court rejected these claims, ruling that expert opinions do not carry greater evidentiary force than other means and that specific municipal code provisions govern legal costs in such cases.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1710, 1846, 1193, 1195, 1198, 1199 of the Civil Code; Article 1045 of the Civil Code; Article 387 of the Code of Civil Procedure; Article 307 of the Municipal and Communal Code; Article 281 of Law 3463/2006: Inheritance rights transfer retroactively upon acceptance and registration; expert opinions lack enhanced evidentiary force; legal costs for municipalities are determined by specific municipal code provisions, not general public law statutes.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2362 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2362/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Νικόλαο Μπιχάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Απριλίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος-καλούντος: Δήμου Βριλησσίων Αττικής που εδρεύει στα Βριλήσσια Αττικής, και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κούνα με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων-καθών η κλήση: 1. Χ1, 2. Χ2, κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ιωάννα Γαλάνη-Αχουζαρίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-7-2001 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7274/2002 μη οριστική, 2494/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1896/2006 του Εφετείου Aθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 5-7-2006 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η από 219/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία ανέβαλε την πρόοδο της δίκης και έταξε στον αναιρεσείοντα προθεσμία εξήντα (60) ημερών από την επίδοση της ως άνω αποφάσεως. Την υπόθεση επαναφέρει προς συζήτηση ο καλών με την από 9-5-2008 κλήση του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Μπιχάκης ανέγνωσε την από 12-11-2007 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου τούτου Αρεοπαγίτη Χαράλαμπου Παπαηλιού, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1710 παρ. 1, 1846, 1193, 1195, 1198 και 1199 ΑΚ προκύπτει ότι η κληρονομική διαδοχή, είτε αυτή χωρεί εκ του νόμου (εξ αδιαθέτου ή νομίμου μοίρας), είτε εκ διαθήκης, αποτελεί παράγωγο τρόπο κτήσεως κυριότητας των κινητών και ακινήτων κληρονομιαίων πραγμάτων, η δε κυριότητα των ακινήτων της κληρονομίας, καθώς και κάθε άλλο εμπράγματο δικαίωμα επ' αυτών, μεταβαίνει στον κληρονόμο αναδρομικά από το θάνατο του κληρονομούμενου, εφόσον αυτός (κληρονόμος) αποδεχθεί με δημόσιο έγγραφο την κληρονομία και η εν λόγω αποδοχή μεταγραφεί.
Κατά το άρθρο 1045 ΑΚ, προϋπόθεση της κτήσης της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, είναι η άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα αυτού που χρησιδεσπόζει να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και την όμοια νομή του δικαιοπαρόχου του (άρθ. 1052 ΑΚ), εφόσον είχε γίνει, με νόμιμο τρόπο, καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού.
Ενώ κατά τις διατάξεις των άρθρων 1041, 1042 και 1044 ΑΚ για να αποκτήσει κάποιος κυριότητα σε ακίνητο με τακτική χρησικτησία, απαιτούνται φυσική εξουσίαση του πράγματος, με διάνοια κυρίου (νομή), καλή πίστη, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρόνο που αποκτάται η νομή, νόμιμος τίτλος, πράγμα δεκτικό χρησικτησίας και παρέλευση δεκαετίας συνυπολογιζόμενης και της με τα αυτά προσόντα νομής των δικαιοπαρόχων.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 974 του αυτού κώδικος, όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κάτοχος) είναι νομέας του αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. 'Ασκηση της νομής η οποία κατά το άρθρο 983 του ιδίου Κώδικος μεταβιβάζεται στους κληρονόμους του νομέως, επί ακινήτου αποτελούν εμφανείς υλικές πράξεις επ' αυτού που είναι δηλωτικές της βουλήσεως του νομέως να εξουσιάζει τούτο και οι οποίες ποικίλουν ανάλογα με τον, κατά τη βούληση του νομέως, προορισμό του πράγματος.
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, αντιστοίχως δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας ή την άρνησή της.
Τέλος, κατά την έννοια του αριθ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νομίμου βάσεως, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς.
Ως "ζητήματα" των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση της, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα απλά πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που δεν συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως.
Στην προκείμενη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι αυτή δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η επίδικη εδαφική έκταση, εμβαδού 624 τ.μ., βρίσκεται στη θέση "..." του Δήμου ... στο Οικοδομικό τετράγωνο ... και συνορεύει βόρεια, επί πλευράς 7,8 μέτρων, με την οδό ... επί πλευράς μήκους 7,13 μέτρων, με ιδιοκτησία αγνώστου, ανατολικά, επί τεθλασμένης πλευράς συνολικού μήκους 85,45 μέτρων, εν μέρει με την οδό ...
και εν μέρει με ιδιοκτησίες αγνώστων και δυτικά, επί πλευράς μήκους 84,19 μέτρων, με ιδιοκτησία εναγόντων και αποτυπώνεται με τα στοιχεία Α- Β- Β1- Β2- ΓΙ- Γ- Δ- Α στο από Ιουνίου 2003 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού ..., που διορίστηκε ως πραγματογνώμονας. Την άνω έκταση, ως τμήμα μείζονος αγροτικής έκτασης, αγόρασε ο παππούς των εναγόντων, ΑΑ από τους ΒΒ και ΓΓ με το νόμιμα μεταγεγραμμένο (τόμος ..., αριθμός ...
του Υποθηκοφυλακείου Κρωπίας) ... συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Αθηνών Ιωάννη Κουτσογιαννόπουλου. Ειδικότερα το ακίνητο που περιήλθε στον ανωτέρω ΑΑ περιγράφεται στο άνω συμβόλαιο ως "ένα αγρόκτημα μετά των εν αυτώ οπωροφόρων δένδρων, μικράς οικίας, φρέατος άνευ μηχανής ή άλλου μέσου αντλήσεως ύδατος, εκτάσεως παλαιών στρεμμάτων, εννέα και τριακοσίων ενενήντα μέτρων ήτοι σημερινών στρεμμάτων ένδεκα και ημίσεος, κείμενον εις θέσιν ...
και ειδικότερον εις ... της περιφέρειας του τέως Δήμου ..., συνορευόμενον ανατολικώς με ... και ..., δυτικώς πρώην με ... και νυν με ..., αρκτικώς με οδόν αγροτικήν και μεσημβρινώς με ...". Από 10-3- 1941 όταν απέκτησε τον προπεριγραφόμενο αγρό, ο ΑΑ εγκαταστάθηκε σ'αυτόν και διενεργούσε όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση του εμφανείς διακατοχικές πράξεις με τις οποίες δήλωνε την πρόθεση του να τον έχει ιδιόκτητο, με την ειλικρινή πεποίθηση ότι δεν βλάπτει δικαιώματα τρίτων μέχρι 23-2- 1946 (και μετά ανεξαρτήτως αυτής), συνεχώς μέχρι τον θάνατο του, στις 29-8- 1984.
Συγκεκριμένα, ο ανωτέρω, τον περιέφραξε, χρησιμοποιούσε την μικρή οικία που είχαν κτίσει εντός αυτού οι δικαιοπάροχοι του ΒΒ και ΓΓ και καλλιεργούσε τα οπωροφόρα δένδρα που επίσης οι τελευταίοι είχαν φυτεύσει σ'αυτόν, όπως αναφέρεται στο προαναφερόμενο ... συμβόλαιο. Στα πλαίσια δε της νομής του εν λόγω αγρού και για τις ανάγκες της καλλιέργειας των δένδρων, ο ΑΑ, με τα ...
και ... συμβόλαια, που έχουν νόμιμα μεταγραφεί, του Συμβολαιογράφου Χαλανδρίου Αλέξανδρου Καζάζη, αγόρασε και δικαίωμα ύδρευσης του άνω αγρού του. Μετά τον θάνατο του τελευταίου (στις 29-8- 1984, κατά τα άνω), ο άνω αγρός περιήλθε, δυνάμει της ... δημόσιας διαθήκης του, που συντάχθηκε ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών Καλλιόπης Δομάζου - Σπάθη, κατά το 1/6 εξ αδιαιρέτου στον πρώτο των εναγόντων, κατά 3/6 εξ αδιαιρέτου, στην δεύτερη των εναγόντων, κατά 1/6 εξ αδιαιρέτου στη σύζυγο του, ΔΔ και κατά 1/6 εξ αδιαιρέτου στην κόρη του (και μητέρα των εναγόντων) ΕΕ.
Οι άνω κληρονόμοι αποδέχθηκαν την κληρονομιά με το ... συμβόλαιο της ίδιας, ως άνω, Συμβολαιογράφου, που έχει νόμιμα μεταγραφεί (τόμος ... αριθμός ... του Υποθηκοφυλακείου Χαλανδρίου), εκδόθηκε δε και το 1349/1986 κληρονομητήριο του Πρωτοδικείου Αθηνών. Στη συνέχεια το άνω κτήμα των 11,5 στρεμμάτων εντάχθηκε εν μέρει στο σχέδιο πόλης και μετά την απαλλοτρίωση τμημάτων του, (συνολικής έκτασης 1080 τετρ.
μέτρων) χωρίστηκε σε δύο μέρη: το βόρεια, έκτασης 3590,50 τετρ. που είναι εντός σχεδίου (μέρος του Ο.Τ. 202) και το νότιο, έκτασης 6337 τετρ.μέτρων, εκτός σχεδίου. Με το ... συμβόλαιο της ίδιας, ως άνω Συμβολαιογράφου, που έχει νόμιμα μεταγραφεί, (τόμος ..., αριθμός ... του υποθηκοφυλακείου Χαλανδρίου) η ΔΔ μεταβίβασε στην μητέρα των εναγόντων, ΕΕ, λόγω γονικής παροχής την ψιλή κυριότητα του 1/6 του άνω νοτίου τμήματος των 6.337 τ.
μέτρων. Μετά τον θάνατο, το 1990, της ΔΔ, η ΕΕ απέκτησε τη πλήρη κυριότητα του άνω ποσοστού. Η τελευταία εξάλλου, που απεβίωσε στις 8-8-2000, με την από 8-11-1988 ιδιόγραφη διαθήκη της, που δημοσιεύθηκε με τα 5623/11-12-2000 Πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατέλιπε τα 2/6 εξ αδιαιρέτου των άνω 6.337 τ.μέτρων στον πρώτο των εναγόντων, κληρονομιά που ο τελευταίος αποδέχθηκε με την ...
πράξη της ίδιας, ως άνω, Συμβολαιογράφου, που έχει νόμιμα μεταγραφεί στο Υποθηκοφυλακείο Χαλανδρίου (τόμος ..., αριθμός ...). Εξάλλου, από το σύνολο των τεθέντων υπόψη του Δικαστηρίου αποδεικτικών στοιχείων αποδείχθηκε ότι. το επίδικο ακίνητο, στην μείζονα εδαφική του έκταση, ήταν τμήμα του αγροκτήματος "..." της Ιεράς Μονής ...
συνολικού εμβαδού 17826 στρεμμάτων και πιο συγκεκριμένα τμήμα των 4600 βασιλικών στρεμμάτων που η άνω Μονή με το ... συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Αθηνών Αλέξανδρου Ζαχαρόπουλου, που έχει μεταγραφεί νόμιμα, στα βιβλία Μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κρωπίας (τόμος ... αριθμός ...), πώλησε, κατά ψιλή κυριότητα στους εμφυτευτές μεταξύ των οποίων και στον εμφυτευτή ΣΤ.
Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι ναι μεν το αγρόκτημα "..." απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά με το από 17-8- 1918 Βασιλικό Διάταγμα (ΦΕΚ 1847 24-8- 1918) για τον σχηματισμό μικρών ιδιοκτησιών και την αποκατάσταση ακτημόνων καλλιεργητών, πλην όμως όχι ολόκληρο, αφού με την 2819/30-6-1920 απόφαση του Προέδρου Πρωτοδικών Αθηνών αναγνωρίσθηκε το δικαίωμα ήδη υπαρχόντων επ' αυτού 250 αμπελοκαλλιεργητών με εμφυτευτικά δικαιώματα ("εμφυτευτών") προς εξαγορά της ψιλής κυριότητας του εδάφους και ορίστηκε η καταβλητέα αποζημίωση, κατά τις διατάξεις του νόμου 2189/1920.
Η προβλεπόμενη με τον άνω νόμο διαδικασία δεν ολοκληρώθηκε, αφού η Ιερά Μονή ... συμβλήθηκε με τους άνω 250 εμφυτευτές και τους πώλησε την ψιλή κυριότητα 4.600 βασιλικών στρεμμάτων, με το ... συμβόλαιο, κατά τα άνω. Στο εν λόγω συμβόλαιο αναφέρεται ότι η έκταση αυτή πωλείται και μεταβιβάζεται στους αγοραστές κατ' ιδανικά μερίδια εξ αδιαιρέτου, ίσα με τα μερίδια τους ως εμφυτευτών, όπως αυτά φαίνονται στον πίνακα που υπέβαλαν στον Πρόεδρο Πρωτοδικών ή όπως αλλιώς θα συμφωνηθεί μεταξύ τους με εξώδικη ή δικαστική διανομή.
Στη συνέχεια δε, με την 6/1921 απόφαση της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων ορίστηκε ότι, από το σύνολο των 17826 στρεμμάτων του κτήματος "...", απαλλοτριωτέα είναι τα 9937,87 στρέμματα αυτού, ενώ εξαιρέθηκαν από την απαλλοτρίωση τα 6492 στρέμματα, επί των οποίων υπήρχαν εμφυτευτικά δικαιώματα. Ο ΣΤ, που όπως προεκτέθηκε, ήταν μεταξύ των εμφυτευτών που προσέφυγαν στον Πρόεδρο Πρωτοδικών και στη συνέχεια συμβλήθηκε με το ...
συμβόλαιο με την Ιερά Μονή ..., μετά την αγορά, από 13-8-1920, εγκαταστάθηκε σε δύο όμορες αμπελοφυτείες, εμβαδού 6,390 και 3 παλαιών στρεμμάτων και νεμόταν αυτές ως κύριος, κατόπιν συμφωνίας και άτυπης διανομής μεταξύ των περισσοτέρων αγοραστών, όπως προβλεπόταν από το ... συμβόλαιο. Στη συνέχεια ο ΣΤ με το ... συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Αθηνών, Κωνσταντίνου Νίκα, που έχει νόμιμα μεταγραφεί στα Βιβλία Μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κρωπίας (τόμος : ..., αριθμός ...) πώλησε τον πρώτο από τους άνω αγρούς στον ΖΖ, ενώ με το ...
συμβόλαιο του ίδιου Συμβολαιογράφου που μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία του ίδιου Υποθηκοφυλακείου (τόμος : ..., αριθμός ...) πώλησε τον δεύτερο από τους άνω αγρούς στον ... Ο τελευταίος, με το ... συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Αθηνών Ιωάννη Παπαγιάννη, που έχει νόμιμα μεταγραφεί στα οικεία βιβλία του Δήμου Κρωπίας (τόμος : ..., αριθμός ...) πώλησε την έκταση των 3 παλαιών στρεμμάτων στην ...
και αυτή με το ...συμβόλαιο του ίδιου, ως άνω Συμβολαιογράφου, νομίμως μεταγεγραμμένου στα οικεία βιβλία του Δήμου Κρωπίας (τόμος : ..., αριθμός ...), πώλησε την ίδια έκταση στους ΒΒ και ΓΓ. Εξάλλου, ο ΖΖ πώλησε επίσης στους ΒΒ και ΓΓ με το ... νόμιμα μεταγεγραμμένο συμβόλαιο στα οικεία βιβλία του Δήμου Κρωπίας (τόμος : ..., αριθμός : ...) του Συμβολαιογράφου Αθηνών, Ιωάν.
Παπαγιάννη την έκταση των 6,390 παλαιών στρεμμάτων. Οι τελευταίοι (ΒΒ και ΓΓ) ένωσαν τα δύο όμορα ακίνητα των 3 και 6,390 παλαιών στρεμμάτων σε ένα ενιαίο αγρό 9,390 στρεμμάτων, έκτισαν σ' αυτόν μία μικρή οικία, φύτεψαν και οπωροφόρα δένδρα και με το ... νόμιμα μεταγεγραμμένο συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Αθηνών, Δημ.
Κουτσογιαννόπουλου τον πώλησαν στον παππού των εναγόντων ΑΑ, όπως ήδη πρεκτέθηκε. Ετσι, οι ενάγοντες κατέστησαν κύριοι του επίδικου τόσο με κληρονομική διαδοχή του εκ μητρός παππού και της μητέρας τους, κατά τα άνω, όσο και με τακτική και έκτακτη χρησικτησία, αφού συνέχισαν την νομή των δικαιοπαρόχων τους, καθένας από τους οποίους σε συνδυασμό με τους άνω νόμιμους τίτλους τους διενεργούσαν όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση του μείζονος ακινήτου των 11,5 στρεμμάτων (αρχικώς ως αγρού και στη συνέχεια ως οικοπέδου εν μέρει ενταγμένου στο ρυμοτομικό σχέδιο του εναγομένου) διακατοχικές εμφανείς της πρόθεσης εξουσίασης πράξεις, από το έτος 1920 μέχρι την άσκηση της αγωγής, το έτος 2001.
Μάλιστα ένα μέρος του εν λόγω ακινήτου, μετά την ένταξη του στο σχέδιο πόλης, κατά τα ήδη προαναφερόμενα, πωλήθηκε σε τρίτους, από τους ενάγοντες και τους δικαιοπαρόχους τους, με τα ... και ... συμβόλαια των Συμβολαιογράφων Αθηνών Θεοδ. Ζέρβα και Ευάγγ. Δρακόπουλου, αντίστοιχα και έχουν ήδη επ' αυτού ανεγερθεί πολυόροφες οικοδομές, ("εξαόροφες πολυκατοικίες" κατά τον εναγόμενο, που όμως και για το εν λόγω τμήμα "επιφυλάσσεται να κινήσει τη νόμιμη διαδικασία ενώπιον των αρμοδίων Δικαστηρίων, κατά παντός υπευθύνου, δια την παράνομον καταπάτησιν του ως άνω τμήματος", όπως ρητώς αναφέρει στο ιστορικό της έφεσης του).
Ως προς την προπεριγραφόμενη επίδικη εδαφική έκταση, για πρώτη φορά ο εναγόμενος αμφισβήτησε την επ' αυτής κυριότητα των εναγόντων, όταν εντάχθηκε και το προαναφερόμενο νότιο τμήμα της εναπομένουσας μείζονος έκτασης των 6337 τετρ. μέτρων, στο σχέδιο πόλης, με τη δημοσίευση της με αρ. 1/2000 πράξης εφαρμογής της πολεοδομικής μελέτης περιοχής ...
Δήμου Βριλησσίων, οπότε στον οικείο κτηματολογικό πίνακα, την ενέταξε ως ανήκουσα σε αυτόν, με αριθμό ΚΠ ... Υποστήριξε δηλαδή, για πρώτη φορά το έτος 2000, ο εναγόμενος ότι, είναι κύριος της επίδικης έκτασης, εφόσον αποτελεί τμήμα του ... κληροτεμαχίου, εμβαδού 2000 τετρ. μέτρων, που περιήλθε στο Ελληνικό Δημόσιο με την απαλλοτρίωση του έτους 1918 του αγροκτήματος "..." που ανήκε στην Ιερά Μονή ..., κατά τα ήδη προαναφερόμενα, το οποίο, όμως, το τελευταίο (Ελληνικό Δημόσιο) δεν το διένειμε με την επακολουθήσασα διανομή του άνω αγροκτήματος, η οποία κυρώθηκε οριστικά το έτος 1951, αλλά παρέμεινε "αδιάθετο" και ως τέτοιο (ο Νομάρχης Ανατ.
Αττικής, το έτος 1984, με την 2984/1984 νόμιμα μεταγεγραμμενη, απόφαση του (ως εκπρόσωπος του Υπουργού Γεωργίας) το παρεχώρησε δωρεάν στην τότε Κοινότητα Βριλησσίων, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 12 του άρθρου 121 του Αγροτικού Κώδικα, για την εκτέλεση έργων κοινής ωφελείας. Ως προς τον ισχυρισμό αυτό του εναγομένου, πρέπει να λεχθούν τα εξής:
Από το σύνολο των τεθέντων υπόψη του Δικαστηρίου αποδεικτικών στοιχείων, μεταξύ των οποίων και: α) η από 16-6- 2004 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του τοπογράφου μηχανικού του ΕΜΠ, ..., που διορίστηκε ως πραγματογνώμων από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, κατά τα άνω, β) η από 28-3-2000 φωτοερμηνευτική έκθεση του φωτοερμηνευτή - αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού του Ε.Μ.Π., ...
και γ) απόσπασμα του από το έτος 1950 τοπογραφικού διαγράμματος του Υπουργείου Γεωργίας, στο οποίο απεικονίζονται τα κληροτεμάχια της διανομής του κτήματος "...", αποδεικνύεται πλήρως ότι, αφενός μεν, στο τελευταίο αυτό τοπογραφικό διάγραμμα απεικονίζονται, μεταξύ άλλων, δύο όμορα κληροτεμάχια, το με αριθμό ..., εμβαδού 8.690 τετρ.
μέτρων με φερόμενο κληρούχο και συνεπώς ιδιοκτήτη, τον παππού των εναγόντων ΑΑ (όπως και ο εναγόμενος δεν αμφισβητεί) και προς ανατολάς αυτού, το όμορο, με αριθμό ... κληροτεμάχιο, εμβαδού 2000 τετρ. μέτρων, το νότιο τμήμα του οποίου αποτελεί και την επίδικη έκταση, αφετέρου δε, το ακίνητο που περιγράφεται στους αναλυτικώς προαναφερόμενους τίτλους των εναγόντων και των δικαιοπαρόχων τους, συνολικού εμβαδού 11,5 στρεμμάτων, επί του οποίου διενήργησαν όλες τις επίσης προαναφερόμενες πράξεις νομής τόσο οι ενάγοντες, όσο και ο ΑΑ, αλλά και οι απώτεροι δικαιοπάροχοι τους, ταυτίζεται με τα ακίνητα που στο πιο πάνω διάγραμμα του Υπουργείου Γεωργίας, φέρονται ως κληροτεμάχια ...
και ... Και είναι αληθές ότι, στα συμβόλαια ... και ... (όπως και στα προηγούμενα) η συνολικώς πωληθείσα εδαφική έκταση στους δικαιοπαρόχους του ΑΑ, ΒΒ και ΓΓ, αναφέρεται ως εμβαδού 9,390 τετρ. μέτρων "η όση επιπλέον έκταση είναι", πλην όμως ο έχων ειδικές προς τούτο γνώσεις άνω ..., που διορίσθηκε ως πραγματογνώμονας, αφού έλαβε υπόψη του όλα τα τεθέντα από τους διαδίκους υπόψη του στοιχεία, αφού διενήργησε φωτοερμηνεία με την μέθοδο της στερεοσκοπικής παρατήρησης αερεοφωτογραφιών της περιοχής όπου βρίσκεται η επίδικη έκταση, λήψης του ΥΠΕΧΩΔΕ, κατά τα έτη 1937, 1953, 1962 και 1970, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το ακριβές εμβαδόν της συνολικής έκτασης, όπως συνάγεται από την εφαρμογή των ορίων της στο έδαφος και αποτυπούται στις άνω αεροφωτογραφίες (και κυρίως αυτή του έτους 1937), ανέρχεται σε 11,5 στρέμματα.
Στο ίδιο συμπέρασμα καταλήγει και ο αγρονόμος - τοπογράφος μηχανικός του ΕΜΠ, ..., με την από 28-3- 2000 φωτοερμηνευτική του έκθεση, την οποία διενήργησε κατ' εντολή του πρώτου των εναγόντων. Ο πραγματογνώμονας που διορίσθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ..., εξάλλου, αναφέρει και επισημαίνει στην άνω έκθεση του ότι και στις τέσσερις ως άνω αεροφωτογραφίες η έκταση των 11,5 στρεμμάτων εμφανίζεται ως ενιαία καλλιεργούμενη έκταση" ενώ απεικονίζεται εντός αυτής και η αναφερόμενη στο ...
συμβόλαιο (με το οποίο περιήλθε στον παππού των εναγόντων ΑΑ) η μικρή οικία που είχαν κτίσει οι δικαιοπάροχοι του, η οποία όμως στο διάγραμμα του Υπουργείου Γεωργίας του 1950 φαίνεται να τέμνεται στη μέση από το όριο των εμφανιζομένων ως κληροτεμαχίων ... και .... Περαιτέρω, ουδόλως αποδείχθηκε ότι 9390 τ.μ. εδαφικής έκτασης είναι τα περιελθόντα στους δικαιοπαρόχους των εναγόντων και όχι 11.500 τετρ.
μέτρα και ότι, μέρος των επιπλέον, είναι η επίδικη εδαφική έκταση που οι τελευταίοι αυθαιρέτως κατεπάτησαν για να αυξήσουν την ιδιοκτησία τους όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο εναγόμενος. Αλλωστε, τα 11500 τετρ. μέτρα αναφέρονται σαφώς για πρώτη μεν φορά, πλην όμως σε χρόνο ανύποπτο, ήτοι στο ... συμβόλαιο, αφού ουδεμία διεκδίκηση του εναγομένου ή τρίτου είχε τότε αναφανεί.
Επομένως, πλήρως αποδείχθηκε ότι στο μείζον ακίνητο των 11500 τετρ. μέτρων που περιήλθε στον παππού των εναγόντων και δικαιοπάροχο τους ΑΑ εμπεριέχεται και η επίδικη εδαφική έκταση, που αποτελεί μέρος του εμφαινόμενου, ως ... κληροτεμάχιο, στο προαναφερόμενο τοπογραφικό διάγραμμα του Υπουργείου Γεωργίας.
Εφόσον δε η μείζων αυτή εδαφική έκταση προέρχεται από τις εκτάσεις που εξαγοράσθηκαν από τους εμφυτευτές της Ιεράς Μονής ... και είχαν εξαιρεθεί από την απαλλοτρίωση του αγροκτήματος "...", όπως ανωτέρω διεξοδικώς εκτέθηκε, η επίδικη εδαφική έκταση δεν αποτελεί μέρος κληροτεμαχίου. Το αντιθέτως υποστηριζόμενο από το εναγόμενο, ότι δηλαδή η επίδικη έκταση είναι κληροτεμάχιο, κάτι που προϋποθέτει ότι εμπίπτει στην απαλλοτριωθείσα έκταση του αγροκτήματος "...", ουδόλως αποδείχθηκε.
Το ότι περιλαμβάνεται στο τοπογραφικό διάγραμμα του έτους 1950 του Υπουργείου Γεωργίας, αναφέρεται στο από 25-11-2002 (με αρ. πρωτ. ...) έγγραφο της Νομαρχίας Α. Αττικής και στο με αρ. πρωτ. Γ. .../27-11- 2002 έγγραφο της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Αθηνών - Πειραιώς, ως "κληροτεμάχιο" που τελικώς περιήλθε στον εναγόμενο, δεν αποδεικνύει άνευ άλλου ότι πράγματι ανήκει σε έκταση που αλλοτριώθηκε με το από 17-8-1918 Βασιλικό Διάταγμα (ΦΕΚ 184/Α'/24-8-1918).
Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι ο Αγροτικός Κώδικας (Β.Δ. της 29. 10/6-12-1949) που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 29 παρ. 12 του ν. 2882/2001, κατ' εφαρμογή του οποίου κυρώθηκε και η οριστική διανομή του αγροκτήματος "..." (ΦΕΚ 119/Β/ 25-6-1951), προκειμένου να αντιμετωπισθούν τα λάθη στις απαλλοτριώσεις, και διανομές μεγάλων εν προκειμένω εκτάσεων, στο άρθρο 242 αυτού, αναφέρει ολόκληρη διαδικασία, για την αντιμετώπιση των "ξένων τεμαχίων", αυτών δηλαδή που, από παραδρομή, καίτοι δεν απαλλοτριώθηκαν, όχι μόνο περιλήφθηκαν σε έγγραφα κτηματογράφησης ως κληροτεμάχια, αλλά τελικώς διανεμήθηκαν, κάτι που δεν στερεί τον ιδιοκτήτη της μη απαλλοτριωθείσας καίτοι διανεμηθείσας, έκτασης, από τα δικαιώματα του.
Η άνω διαδικασία βεβαίως δεν αφορά την επίδικη εδαφική έκταση, που ουδέποτε διανεμήθηκε, όπως προεκτέθηκε, η αναφορά της όμως ως κληροτεμαχίου στα άνω έγγραφα, και στο διάγραμμα του έτους 1950, δεν αποδεικνύει, άνευ άλλου, όπως υποννοεί ο εναγόμενος, ότι εμπίπτει στην απαλλοτριωθείσα έκταση του αγροκτήματος "...", κάτι που όχι μόνο δεν αποδείχθηκε, αλλά αντικρούεται από τα λοιπά προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία .
Να σημειωθεί ότι το άνω τοπογραφικό διάγραμμα του Υπουργείου Γεωργίας, του έτους 1950, δεν αποδείχθηκε ότι γνωστοποιήθηκε καθοιονδήποτε τρόπο στον ΑΑ, ώστε να του δοθεί η δυνατότητα διαμαρτυρίας και αίτησης διόρθωσης του, ενώ ουδόλως προσκομίζει ο εναγόμενος τα αορίστως επικαλούμενα απ' αυτόν "επίσημα κυρωμένα κτηματογραφικά στοιχεία της Διανομής του αγροκτήματος ...
έτους 1950". Αντίθετο συμπέρασμα δεν μπορεί να εξαχθεί ούτε από την από Νοέμβριο 2004 τεχνική έκθεση του διορισθέντος τεχνικού συμβούλου του εναγομένου, αγρονόμου τοπογράφου Μελετητή Δ.Ε., ..., και από την ένορκη κατάθεση του, ως μάρτυρας του τελευταίου, ο οποίος ουδόλως αντικρούει την έκθεση πραγματογνωμοσύνης του ..., "αγνοεί" τις προαναφερόμενες αεροφωτογραφίες και αρκείται στο να μεταφέρει τα αναγραφόμενα στα επικαλούμενα από το εναγόμενο άνω έγγραφα που εμφανίζουν την επίδικη εδαφική έκταση ως τμήμα κληροτεμαχίου.
Περαιτέρω, ουδεμία ομολογία του πρώτου των εναγόντων συνάγεται περί της κυριότητας του εναγομένου στο επίδικο από το ότι στην προαναφερόμενη ... πράξη αποδοχής της Συμβολαιογράφου Αθηνών Καλλιόπης Δομάζου Σπάθη της κληρονομιάς της μητέρας του ΕΕ, αναφέρεται το επίδικο ως "διεκδικούμενο" και ότι το όλο οικόπεδο συνορεύει νοτιοδυτικά με ιδιοκτησία εναγομένου Δήμου, όπως ο τελευταίος υποστηρίζει αβάσιμα με την έφεση του.
Επομένως, εφόσον, κατά τα άνω αποδείχθηκε ότι η επίδικη εδαφική έκταση δεν αποτελεί τμήμα κληροτεμαχίου και δεν προήλθε από το τμήμα του αγροκτήματος "..." που απαλλοτριώθηκε το έτος 1918 από το Ελληνικό Δημόσιο, δεν υπήρξε ποτέ δημόσια έκταση, έτσι και δεκτικό νομής και χρησικτησίας ήταν κατά το επίδικο χρονικό διάστημα (ήτοι από 1920 και μέχρι την άσκηση της αγωγής) και το τελευταίο, ως μη κύριο δεν μεταβίβασε την κυριότητα της στον εναγόμενο με την 2984/1984 απόφαση του Νομάρχη Αν.
Αττικής. Τέλος, να επισημανθούν και τα ακόλουθα: Εάν η μόνη ιδιοκτησία που περιήλθε στον δικαιοπάροχο των εναγόντων ΑΑ ήταν το αναφερόμενο στα επικαλούμενα από τον εναγόμενο έγγραφα "κληροτεμάχιο" ..., 8690 τετρ. μέτρων, το οποίο του μεταβιβάσθηκε με κληροδοσία (διανομή του κτήματος "..."), όπως υποστηρίζει ο τελευταίος, τότε δεν δίδεται λογική εξήγηση στο ευλόγως γεννόμενο ερώτημα σε ποια έκταση αναφέρεται το ...
συμβόλαιο, με το οποίο ο ΑΑ αγόρασε από τους ΒΒ και ΓΓ 11500 τετρ. μέτρα. Εξάλλου, το Ελληνικό Δημόσιο, καίτοι με την από 8-11-2004 ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση είχε κληθεί ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών από τον εναγόμενο για να ασκήσει παρέμβαση ενόψει της δίκης που ανοίχθηκε κατ' αυτού με την αγωγή των εναγόντων, δεν παρενέβη ούτε τότε, ούτε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, όπως θα μπορούσε (άρθρα 79, 80 ΚΠολΔ).
Σύμφωνα με όλα τα προαναφερόμενα, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εφόσον έκρινε ομοίως, έκανε δεκτή την αγωγή και ανεγνώρισε τους ενάγοντες συγκυρίους, κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου καθέναν επί της περιγραφόμενης στην αρχή της παρούσας επίδικης εδαφικής έκτασης, με αιτιολογία που συμπληρώνεται απ' αυτή της παρούσας (άρθρ. 534 ΚΠολΔ), ορθώς εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις".
Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, ενώ περιέλαβε πλήρεις αιτιολογίες προκειμένου να καταλήξει στο σαφές αποδεικτικό της πόρισμα ότι ο δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων ΑΑ είχε αποκτήσει κυριότητα επί της επίδικης εδαφικής έκτασης, η οποία δεν ήταν δημόσια και δεν αποτελούσε τμήμα κληροτεμαχίου, με τα προσόντα της τακτικής και έκτακτης χρησικτησίας, και, περαιτέρω, οι αναιρεσίβλητοι με παράγωγο τρόπο ότι το επίδικο αποτελεί τμήμα του ακινήτου που ο προαναφερόμενος ΑΑ είχε αγοράσει με το ...
συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Ιωάννη Κουτσογιαννόπουλου και ότι τούτο (το επίδικο) είχε εξαιρεθεί από την πιο πάνω απαλλοτρίωση και επομένως οι δεύτερος κατά το δεύτερο τμήμα, τρίτος κατά το πρώτο τμήμα του και τέταρτος επίσης κατά το πρώτο τμήμα του από το άρθρο 559 αριθ 19 του ΚΠολΔ και ο τέταρτος κατά το δεύτερο τμήμα του από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης με τους οποίους ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα είναι αβάσιμοι, ενώ ο τρίτος κατά το δεύτερο τμήμα από το άρθρο 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε την διάταξη του άρθρου 438 ΚΠολΔ, διότι δεν δέχθηκε ότι υπάρχει πλήρη απόδειξη, επιτρεπομένης ανταποδείξεως μόνο με την προσβολή του εγγράφου ως πλαστού, από την 2984/1984 απόφαση της Νομαρχίας Αττικής, με την οποία περιήλθε η επίδικη εδαφική έκταση ως κληροτεμάχιο στον αναιρεσείοντα Δήμο, είναι απαράδεκτος, αφού η πιο πάνω διάταξη του άρθρου 438 ΚΠολΔ είναι δικονομικού δικαίου, η παραβίαση της οποίας δεν ελέγχεται με τον προκείμενο λόγο αναίρεσης.-
Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 επ, ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική πεποίθηση του ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλομένων από τους διαδίκους πραγματικών περιστατικών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς όμως να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα τα οποία φέρονται ότι λήφθηκαν υπόψη του προς σχηματισμό της κρίσης του (Ολ.
ΑΠ 111/1981 και 848/1981). Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης αξίας τους, αρκεί να γίνεται αδιστάκτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα, οι διάδικοι.
Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει το λόγο αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, που επικαλείται ο διάδικος, ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο .απόδειξης (Ολ.
ΑΠ 42/2002). Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ. 11 εδ. γ' ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο που την εξέδωσε δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε και προσκόμισε και ειδικότερα: 1) το 184/1918 ΦΕΚ, 2) το 119/1951 ΦΕ,Κ 3) τον επίσημο χάρτη του Υπουργείου Γεωργίας του έτους 1950, 4) τα επίσημα κυρωμένα κτηματογραφικά στοιχεία διανομής του αγροκτήματος ...
του έτους 1950 και 5) το με αριθμό πρωτ. .../2002 έγγραφο της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Αθηνών - Πειραιώς. Όμως από το πιο πάνω περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης και από τη διατύπωση σ' αυτή ότι έλαβε υπόψη όλα, χωρίς εξαίρεση, τα έγγραφα που νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, προκύπτει, χωρίς καμιά αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα ανωτέρω έγγραφα, πέραν του ότι, σχέση με τα με αριθμό 3 και 5 έγγραφα, γίνεται ειδική αναφορά στο σκεπτικό της προσβαλλομένης.
Επομένως ο ως άνω λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμ. 12 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη αποδείξεως μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη που, δεσμευτικά γι' αυτό, καθορίζει ο νόμος και δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο, εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (άρθρο 340 ΚΠολΔ), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, που κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από άλλα (ΑΠ 31/1999).
Εξάλλου η έκθεση της πραγματογνωμοσύνης, που διατάσσεται ως αποδεικτικό μέσο κατά το άρθρο 368 ΚΠολΔ είτε όταν το δικαστήριο κρίνει ότι τα αποδεικτέα θέματα απαιτούν για να γίνουν αντιληπτά, τη γνώμη προσώπων που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, είτε, υποχρεωτικά, ύστερα από αίτηση κάποιου από τους διαδίκους όταν κατά την κρίση του δικαστηρίου για την απόδειξη ορισμένου θέματος χρειάζονται ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, εκτιμάται σύμφωνα με το άρθρο 387 ΚΠολΔ ελευθέρως και δεν έχει αυξημένη, έναντι των άλλων αποδεικτικών μέσων, δύναμη, που να δεσμεύει το δικαστήριο να δεχθεί την απόδειξη που προκύπτει από αυτήν (Ολ.
ΑΠ. 32/1990). Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έδωσε μεγαλύτερη αποδεικτική δύναμη στην πραγματογνωμοσύνη, που διατάχθηκε από το δικαστήριο, είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο με το να δώσει σε αποδεικτικό μέσο, που κατά νόμο έχει την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη αξιοπιστία και βαρύτητα, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 12 ΚΠολΔ.
Σύμφωνα από τη διάταξη του άρθρου 307 παρ. 2 του π.δ. 410/1995 περί δημοτικού και κοινοτικού κώδικα (όμοια διάταξη 275 παρ. 2 του π.δ. 76/1985), τα δικαστήρια μπορούν να καθορίζουν το ποσό της δικαστικής δαπάνης που επιδικάζεται σε βάρος ή υπέρ των δήμων και κοινοτήτων, σε ποσό που φθάνει έως τα πενήντα στα εκατό των κατωτάτων ορίων που ορίζονται από τον Κώδικα περί Δικηγόρων.
Επομένως σε δίκες που διάδικος είναι δήμος ή κοινότητα η δικαστική δαπάνη επιδικάζεται σε βάρος ή υπέρ των δήμων και κοινοτήτων σύμφωνα με την ανωτέρω ειδική διάταξη και όχι σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 22 του ν. 3693/1957, που αποφορά τη δικαστική δαπάνη του Δημοσίου, στην οποία δεν παραπέμπει η γενική διάταξη του άρθρου 304 παρ. 1 του π.δ. 410/1995, που ορίζει ότι οι δήμοι και οι κοινότητες έχουν όλες ανεξαιρέτως τις ατέλειες και τα δικαστικά, διοικητικά και δικονομικά προνόμια που παρέχονται στο δημόσιο (ΑΠ 1017/1989, ΑΠ 1417/1987).
Κατά συνέπεια, ο πέμπτος από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση από τον αναιρεσείοντα Δήμο ότι το Εφετείο εσφαλμένα δεν έκανε δεκτό λόγο εφέσεώς του κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως, διότι του επιβλήθηκε από αυτήν δικαστική δαπάνη, ποσού 2.400 ευρώ, κατά παράβαση των άρθρων 178 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 304 παρ. 1 του 5.410/1995 και 22 του ν. 3693/1957, είναι αβάσιμος, διότι στην προκείμενη περίπτωση έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των άρθρων 176, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ και 307 παρ. 2 του π.δ. 410/1995, ενόψει και του ότι, όπως προκύπτει από την πρωτόδικη απόφαση, αυτή έκανε δεκτή εξ ολοκλήρου την αγωγή των αναιρεσιβλήτων σε βάρος του αναιρεσείοντος Δήμου.
Απορριπτομένης της υπό κρίση αίτησης αναιρέσεως, πρέπει ο αναιρεσείων Δήμος να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία θα καθοριστούν μειωμένα, σύμφωνα με το άρθρο 281 ου Ν. 3463/2006 του Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5-7-2006 αίτηση του Δήμου Βριλησσίων Αττικής για αναίρεση της 1896/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Ιουλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Δεκεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ