Legislator Case Law & Legislation
2361/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for failure to consider evidence, ruling general reference suffices.

Case Number 2361/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeal's judgment regarding a dispute over bank account balances and promissory notes. The appellant argued the lower court ignored specific documentary evidence and witness testimony, but the court found its general reference to considering all submitted materials sufficient. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 para. 11 K.P.D.; Art. 559 para. 19 K.P.D.: An appeal based on the failure to consider evidence is inadmissible if the judgment states that all evidence was considered, as a general reference to the type of evidence suffices without requiring a specific evaluation of each item.

Keywords

AI generated
failure to consider evidence general reference sufficiency appellate review standards bank account dispute legal costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 para. 11 K.P.D.
Art. 559 para. 19 K.P.D.
Art. 1 para. 1 and 2 of Law 5368/1932
Art. 2 para. 1 of Law 17-7/13-8-1923
Art. 411, 489, 490, 491, 493 of the Civil Code
Art. 62 of Law 1642/1986
Art. 31 and 32 of Law 1914/1990
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2361 / 2009 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2361/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Αθανάσιο Κουτρομάνο και Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Οκτωβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ1, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Γιαννόπουλο.

Της αναιρεσιβλήτης : Ψ1 συζ. Χ1, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Γεωργόπουλο,.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-7-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 107/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 255/2006 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 23-4-2007 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ρένα Ασημακοπούλου ανέγνωσε την από 2-10-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη της αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 εδ. γ' Κ.Πολ.Δικ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος αν προκύπτει από την απόφαση ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση.

Αρκεί δε η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες, προκύπτει αναμφιβόλως η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθ. 11 του Κ.Πολ.Δικ.

αιτίαση, ότι δηλαδή το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκε και προσκόμισε ενώπιόν του ο αναιρεσείων, ήτοι την κατάθεση του εξετασθέντος μάρτυρός του και τα επικαλεσθέντα και προσκομισθέντα έγγραφά του και δη 1) το από ... δελτίο ανάληψης από την ALPHA BANK ποσού 5.933.316 δρχ., 2) αντίγραφο κίνησης κοινού λογαριασμού στην Εθνική και Κτηματική Τράπεζα του αναιρεσείοντα και του πατέρα του μέ ημερομηνία 20-11-1998, 3) Ομόλογο 50.000 δολ.

ΗΠΑ και ALPHA BANK, 4) τά από 4.6.1999 δύο παραστατικά ανάληψης 25.000 δολ. ΗΠΑ και μετατροπή τους σε ομόλογο γερμανικών μάρκων, 5) τη με αριθ. 1686/2003 εξώδικη δήλωση της δικαστικής επιμελήτριας ..., 6) το από 18.2.2003 έγγραφο της Τράπεζας ALPHA BANK και το με αριθ. ... όμοιο έγγραφο της ίδιας Τράπεζας, 7) την από 11.12.2001 αγωγή διατροφής της αναιρεσίβλητης και 8) τη δήλωση του πόθεν έσχες της αναιρεσίβλητης.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από τη διαλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση του Εφετείου, ότι για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη "τις ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων των διαδίκων στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, τη με αριθ. .../14.1.2003 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της Ειρηνοδίκου Ναυπλίου και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν", σε συνδυασμό με το υπόλοιπο περιεχόμενο της απόφασης αυτής, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι αυτό (Εφετείο) έλαβε υπόψη και τα ως άνω αποδεικτικά μέσα.

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δικ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως λόγω ελλείψεως νόμιμης βάσης, όταν από το αιτιολογικό της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων για την εφαρμογή της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή της μη συνδρομής των όρων αυτών που αποκλείει την εφαρμογή της, όπως και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όχι όμως και όταν πρόκειται για ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφ' όσον τούτο εκτίθεται σαφώς.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: Οι διάδικοι ήταν συνδικαιούχοι από την 21.12.2000 ενός ομολόγου προθεσμιακής κατάθεσης σε γαλλικά φράγκα στην ALPHA BANK, ποσού 22.584,20 γαλλικών φράγκων τρίμηνης λήξης. Πριν από τη λήξη του, είχαν συμφωνήσει να αναλάβουν ο καθένας το μισό αντίτιμο αυτού του ομολόγου.

Παρά τη συμφωνία τους όμως αυτή, η αναιρεσίβλητη Ψ1 έσπευσε την 21-3-2001 και ανέλαβε ολόκληρο το κρίσιμο ομόλογο, η αξία του οποίου είχε ανέλθει στο ποσό των 224.622,79 γαλλικών φράγκων, και, αφού το μετέτρεψε σε δραχμές, ανέλαβε από την παραπάνω τράπεζα το ποσό των 11.668.480 δραχμών. Οι διάδικοι κατά τη διάρκεια του κοινού τους βίου διατηρούσαν κοινό ταμείο, αποτελούμενο από τα εισοδήματα και των δύο.

Ειδικότερα, η Ψ1 εργάζετο αρχικώς στην ΕΥΔΑΠ, στη συνέχεια με απόσπαση στη Νομαρχία Αργολίδος και από το 1998 έκανε μετάταξη στη Νομ. Αυτοδιοίκηση Αργολίδος, από δε την 1-1-1999 εργάζεται στο γραφείο του Νομάρχη Αργολίδος. Τα ετήσια εισοδήματά της, όπως αυτά προκύπτουν από τις προσαγόμενες φορολογικές δηλώσεις των διαδίκων κατά το χρονικό διάστημα 1990-1998, ανέρχονται κατά τα αντίστοιχα φορολογικά έτη, τα οποία αφορούν χρήσεις των ετών 1991 έως 1997, συνολικά στο ποσό των 32.198.357 δραχμών.

Για το ίδιο χρονικό διάστημα, ο ενάγων, και ήδη αναιρεσείων, ο οποίος είναι ελεύθερος επαγγελματίας και διατηρεί κατάστημα ηλεκτρικών ειδών στο ..., δηλώνει στις ίδιες φορολογικές δηλώσεις συνολικά το ποσό των 9.107.007 δρχ. Από την προσαγόμενη όμως από 19-3-2004 τεχνική έκθεση του λογιστού ..., που συνετάγη κατόπιν ελέγχου των βιβλίων και στοιχείων της επιχείρησης αυτού (Χ1), προκύπτει ότι το πραγματικό του εισόδημα, μη εμφανισθέν στις ανωτέρω δηλώσεις φόρου εισοδήματος κατά το ως άνω χρονικό διάστημα, είναι πολύ μεγαλύτερο, ανερχόμενο περίπου στα ίδια ποσά με εκείνο της αναιρεσίβλητης.

Επιπλέον, από την υπό στοιχ. Ε9 δήλωση ακινήτου περιουσίας των διαδίκων, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων είναι κύριος ενός ακινήτου κατά 50%, κατά δε το λοιπό ποσοστό είναι ψιλός κύριος, ως επίσης είναι ψιλός κύριος και άλλου ακινήτου, αμφοτέρων κειμένων στο ..., ενώ η αναιρεσίβλητη είναι κυρία του 1/3 εξ αδιαιρέτου μιας κατοικίας στο ....

Περαιτέρω, συνεχίζει, το Εφετείο, οι διάδικοι ήταν συνδικαιούχοι από την 4-6-1999 της υπ' αρ. ... ομολογίας-προθεσμιακής κατάθεσης σε γερμανικά μάρκα στην τράπεζα ALPHA BANK, τρίμηνης λήξης, η οποία ανανεωνόταν κατά το πέρας της προθεσμιακής κατάθεσης, εκτοκίζοντας ταυτόχρονα με την έναρξη της κατάθεσης τους νόμιμους τόκους.

Τα χρήματα αυτά, πριν επενδυθούν ως ομόλογα σε αλλοδαπό νόμισμα, αποτελούσαν μέρος χρηματικής κατάθεσης στον υπ' αριθ. ... κοινό τραπεζικό λογαριασμό αμφοτέρων των διαδίκων, που διατηρούσαν στην τράπεζα ALPHA BANK, από τότε που τέλεσαν τον γάμο τους. Τροφοδότες του ως άνω λογαριασμού ήταν αμφότεροι οι διάδικοι, αφού τα εισοδήματα τους, όπως αναλυτικά εκτέθηκε, ήταν περίπου τα ίδια.

Η υπ' αρ. ... ομολογία-χρηματική κατάθεση σε γερμανικά μάρκα, της οποίας οι διάδικοι ήταν συνδικαιούχοι, έληγε σύμφωνα με την τελευταία ανανέωση, την 13-1-2001, πλην όμως ο αναιρεσείων ενεργώντας αυθαίρετα και χωρίς να ενημερώσει την αναιρεσίβλητη, προέβη την 13-12-2000 σε πρόωρη εξόφληση του προθεσμιακού λογαριασμού, εισπράττοντας ολόκληρο το ποσό του προθεσμιακού ομολόγου, ήτοι 8.489.153 δραχμές, τις οποίες ανέλαβε και ιδιοποιήθηκε.

Όπως προαναφέρθηκε, οι διάδικοι διατηρούσαν τον υπ' αρ. ... κοινό λογαριασμό καταθέσεως στην ALPHA BANK, του οποίου αμφότεροι ήταν τροφοδότες. Όμως ο αναιρεσείων προέβη αυθαίρετα σε ανάληψη ολόκληρου του ποσού της εν λόγω κατάθεσης και συγκεκριμένα ποσού 5.268.925 δρχ. ή 15.389 ευρώ το οποίο και ιδιοποιήθηκε. Ειδικότερα, την 23-3-2000 προέβη σε ανάληψη ποσού 2.200.000 δρχ., την 27-4-2000 ποσού 400.000 δραχμών, την 28-9-2000 ποσού 500.000 δραχμών, την 16-1-2001 ποσού 800.000 δραχμών και την 3-4-2001 ποσού 1.346.564 δραχμών.

Ο ίδιος είχε τη διαχείριση των οικονομικών για την οικογένεια του, καθόλη τη διάρκεια του έγγαμου βίου του με την αναιρεσίβλητη, και τις περισσότερες φορές κατέθετε αυτός στην τράπεζα τα χρήματα, που αποτελούσαν προϊόν αποταμίευσης και τα οποία προήρχοντο από την εργασία αμφοτέρων των διαδίκων. Ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, ότι η υπ' αρ. ...

ομολογία προθεσμιακής κατάθεσης σε γερμανικά μάρκα προήλθε κατά το μεγαλύτερο μέρος της από δάνειο που του χορήγησε ο πατέρας του, "δεν κρίνεται κατ' ουσίαν βάσιμος". Αντίθετα, προέκυψε ότι και οι δύο επίδικες ομολογίες προθεσμιακής κατάθεσης στην τράπεζα ALPHA BANK προήρχοντο από χρήματα αμφοτέρων των διαδίκων, τα οποία είχαν αποταμιεύσει από την εργασία τους, γι' αυτό συνδικαιούχοι για την είσπραξη του προϊόντος αυτών είναι και οι δύο διάδικοι.

Ομοίως, αυτοί διατηρούσαν τον υπ' αρ. ... κοινό λογαριασμό καταθέσεων στην ALPHA BANK, όπου κατέθεσαν τις αποταμιεύσεις τους από τα εισοδήματα τους, ήσαν δε αμφότεροι τροφοδότες του λογαριασμού αυτού μέχρι την ημέρα διάσπασης της έγγαμης συμβίωσης τους. Μέ βάση τα ως άνω πραγματικά περιστατικά (καταλήγει το Εφετείο), σε σχέση με την πρώτη αγωγή του αναιρεσείοντος Χ1, προέκυψε ότι συνδικαιούχοι κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου της υπ' αρ. ...

ομολογίας - προθεσμιακής κατάθεσης σε γαλλικά φράγκα τυγχάνουν αμφότεροι οι διάδικοι, οι οποίοι δικαιούνται το ήμισυ του προϊόντος του ομολόγου. Επομένως, η εναγομένη (ήδη αναιρεσίβλητη), η οποία την 21-3-2001 εμφανίσθηκε στην πληρώτρια τράπεζα και εισέπραξε το επίδικο ομόλογο, υποχρεούται σε απόδοση του ημίσεως αυτού στον συνδικαιούχο αναιρεσείοντα, ο οποίος δικαιούται, αναγωγικά από την εσωτερική τους σχέση, να ζητήσει κατ' ίσα μέρη το προϊόν αυτού.

Αναφορικά δε με τη δεύτερη αγωγή, της αναιρεσίβλητης, προέκυψε ότι οι διάδικοι είναι συνδικαιούχοι της υπ' αρ. ...ομολογίας - προθεσμιακής κατάθεσης σε γερμανικά μάρκα, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος. Επομένως ο εναγόμενος (ήδη αναιρεσείων), ο οποίος την 13-12-2000 εμφανίσθηκε στην πληρώτρια τράπεζα και εισέπραξε το επίδικο ομόλογο, υποχρεούται σε απόδοση του ημίσεως αυτού στην συνδικαιούχο αναιρεσίβλητη.

Ομοίως, οι διάδικοι είναι συνδικαιούχοι και του υπ' αρ. ... κοινού λογαριασμού καταθέσεων της ALPHA BANK, ο δε αναιρεσείων, ο οποίος προέβη σε ανάληψη ολοκλήρου του ποσού της κατάθεσης, υποχρεούται σε απόδοση του ημίσεως αυτού στη συνδικαιούχο αναιρεσίβλητη. Ακολούθως, το Εφετείο κατεδίκασε τον αναιρεσείοντα να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη 20.156 Ευρώ καί τήν αναιρεσίβλητη να καταβάλει στόν αναιρεσείοντα 17121,76 Ευρώ.

Με την εκτεθείσα κρίση του, αυτό διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 1 παρ. παρ 1 και 2 του ν.δ. 5368/1932 (όπως ισχύει), 2 παρ. 1 του ν.δ. της 17-7/13-8-1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών", 411, 489, 490, 491, 493 ΑΚ, 62 του ν. 1642/1986, 31 και 32 του ν. 1914/1990 και δικαιολογούν την εξαγωγή του σαφώς διατυπωμένου πορίσματός του και δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, με ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, ως προς την ύπαρξη των προαναφερομένων προθεσμιακών καταθέσεων σε γαλλικά φράγκα και γερμανικά μάρκα, ως προς τον λογαριασμό από τον οποίο προέρχονταν τα χρήματα, ως προς το πώς έγινε η κατάθεση σε γαλλικά φράγκα ή ως προς το αν η κατάθεση σε γερμανικά φράγκα ήταν ανεξάρτητη (καινούργια) ή συνέχεια αυτής σε γαλλικά φράγκα.

Επομένως, ο περί το αντιθέτου δεύτερος από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δικ. λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Ο λόγος αυτός, κατά το μέρος του με το οποίο, υπό την επίκληση της ίδιας πλημμέλειας, αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι, με αποσπασματικές παραδοχές και χωρίς να αξιολογηθούν τά αποδεικτικά στοιχεία (έγγραφα και κατάθεση του πατέρα του αναιρεσείοντος), απέρριψε, τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντα ότι και οι δύο προαναφερόμενοι λογαριασμοί προέρχονταν από δάνεια του πατέρα του, ως αναγόμενος στην εκτίμηση των αποδείξεων, είναι απαράδεκτος, αφού ελλείψεις ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και την αιτιολόγηση του προαναφερόμενου αποδεικτικού πορίσματος του Εφετείου, που διατυπώνεται με σαφήνεια, δεν συνιστούν, κατά τα προεκτιθέμενα, ανεπαρκή αιτιολογία.

Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 23-4-2007 αίτηση του Χ1 γιά αναίρεση της υπ' αριθ. 255/2006 απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου.

Καταδικάζει τόν αναιρεσείοντα στά δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, τά οποία ορίζει σέ χίλια διακόσια (1200) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Νοεμβρίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 28 Δεκεμβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ