Legislator Case Law & Legislation
235/2026 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on drug trafficking conviction citing lack of reasoned judgment and failed mitigation claims.

Case Number 235/2026
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by a female drug trafficker convicted of trafficking narcotics. The appellant argued the lower court failed to provide a reasoned judgment regarding her claim for leniency based on genuine remorse and procedural delays. The court rejected these arguments, finding the first-instance judgment sufficiently reasoned and noting the appellant fled arrest and never confessed, thereby negating her claims for mitigation.

Legislator headnote

AI generated

Articles 464, 474, 476, 504, 505, 510 of the Code of Criminal Procedure; The Supreme Court holds that an appeal based on lack of reasoning is inadmissible if the lower court's decision clearly addresses the evidence and facts, and that claims for leniency based on remorse or procedural delays must be substantiated by specific facts and evidence.

Keywords

AI generated
drug trafficking conviction lack of reasoned judgment genuine remorse mitigation procedural delay leniency appeal dismissal fleeing arrest Code of Criminal Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 464 of the Code of Criminal Procedure
Article 474 paragraph 4 of the Code of Criminal Procedure
Article 476 paragraph 1 of the Code of Criminal Procedure
Article 504 paragraph 1 of the Code of Criminal Procedure
Article 505 paragraph 1 alpha of the Code of Criminal Procedure
Article 510 paragraph 1 item Delta of the Code of Criminal Procedure
Article 84 paragraph 3 of the Penal Code
Article 85 paragraph 2 of the Penal Code
Article 578 paragraph 1 of the Code of Criminal Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 235 / 2026 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 235/2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Κατσούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτα Πασσίση, Κλεόβουλο-Δημήτριο Κοκκορό, Λεωνίδα Χατζησταύρου και Παναγιώτη Λυμπερόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνου Τζαβέλλα (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χ. Α. , για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Μ. Π. του Θ. , κατοίκου ... και ήδη κρατούμενης στο Κατάστημα Κράτησης Γυναικών … , που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Ιωάννου, για αναίρεση της υπ' αριθ. 592/2024 απόφασης του Α' Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών.

Το Α' Πενταμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην από 20-5-2024 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό .../2024.

Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Η κρινόμενη με αριθμό ...-2024 αίτηση της Μ. Π. , του Θ. και της Α. , κατοίκου ... (θέση "Νέα Ζωή") και ήδη κρατούμενης στο Κατάστημα Κράτησης Γυναικών … , για αναίρεση της καταδικαστικής με αρ. 592/2024 απόφασης του Α' Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό και καταδίκασε αυτήν (αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη), για την αξιόποινη πράξη της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών (αγορά, κατοχή και πώληση), κατ` εξακολούθηση, σε ποινή κάθειρξης οκτώ (8) ετών και χρηματική ποινή 5.000 ευρώ, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα από την ίδια με δήλωσή της ενώπιον του Διευθυντή του Καταστήματος Κράτησης Γυναικών … στις 20-05-2024, καθόσον η προσβαλλομένη απόφαση καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο, που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού τμήματος του ανωτέρω Εφετείου, την 19-6-2024, ασκήθηκε δε από δικαιούμενη προς τούτο και έχουσα έννομο συμφέρον καταδικασθείσα - αναιρεσείουσα και περιέχει σαφή και ορισμένο λόγο αναίρεσης, συνιστάμενο σε έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, από το δικαστήριο που εξέδωσε αυτήν (άρθρα 464,474 παρ.4, 476 παρ. 1, 504 παρ.1, 505 παρ. 1α, 510 παρ.1 στοιχ Δ` ΚΠοινΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί για το βάσιμο του λόγου της.

2. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ` του Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ` αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη (Ολ.

ΑΠ 2/2022). H ως άνω απαιτούμενη, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της απόφασης, πρέπει να υπάρχει όχι μόνον ως προς την κατηγορία αλλά να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, δηλαδή στους ισχυρισμούς που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠοινΔ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιόποινου της πράξης, εφόσον όμως αυτοί προβάλλονται παραδεκτά γραπτώς και αναπτύσσονται προφορικώς και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωσή τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογούνται και, σε περίπτωση αποδοχής τους, να οδηγούν στο ειδικότερα ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα, χωρίς να αρκεί μόνη η επίκληση της νομικής διάταξης που τους προβλέπει και του χαρακτηρισμού με τον οποίο είναι γνωστοί αυτοί στη νομική ορολογία.

Διαφορετικά, το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψή τους (ΟλΑΠ 2/2005). Η απόρριψη ενός, παραδεκτώς προβαλλόμενου, αυτοτελούς ισχυρισμού πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διαφορετικά ιδρύεται λόγος αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας (ΑΠ 756/2022, ΑΠ 127/2022, ΑΠ 957/2019, ΑΠ 323/2017).

Για να έχει όμως, όπως προαναφέρθηκε, το Δικαστήριο υποχρέωση να απαντήσει επί των ανωτέρω ισχυρισμών, πρέπει αυτοί να προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα, δηλαδή, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για την θεμελίωσή τους, η προβολή δε αυτών πρέπει να προκύπτει από τα πρακτικά της συνεδρίασης, χωρίς να επιτρέπεται αμφισβήτηση της ακρίβειας αυτών, παρά μόνο προσβολή τους για πλαστότητα (βλ.

άρθρο 141 παρ. 1 και 3 του Κ.Ποιν.Δ.) ή διόρθωσή τους κατά τη διαδικασία του άρθρου 145 του Κ.Ποιν.Δ. (Α.Π. 455/2022, ΑΠ 79/2021, ΑΠ 1024/2018).

3. Εξάλλου, αυτοτελής ισχυρισμός, η απόρριψη του οποίου πρέπει, κατά τα προεκτεθέντα, να αιτιολογείται ιδιαίτερα, είναι και ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί συνδρομής στο πρόσωπό του ελαφρυντικής περιστάσεως από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 ΠΚ, αφού η παραδοχή της οδηγεί στην επιβολή μειωμένης, κατά το άρθρο 83 του ίδιου Κώδικα, ποινής (Ολ. ΑΠ 2/2022).

4. Περαιτέρω, ως ελαφρυντική περίσταση θεωρείται, κατά τη διάταξη του άρθρου 84 παρ. 2 υπό στοιχείο α` του κυρωθέντος με το Ν.4619/2019 και ισχύοντος από 1-7-2019 (άρθρο δεύτερο του ως άνω νόμου) Π.Κ. , που συνίσταται στο "ότι ο υπαίτιος έζησε σύννομα ως τον χρόνο που έγινε το έγκλημα, περίσταση που δεν αποκλείεται από μόνη την προηγούμενη καταδίκη του για ελαφρό πλημμέλημα". Κριτήριο συνεπώς για τη συνδρομή της ελαφρυντικής αυτής περίστασης είναι η σύννομη ζωή του υπαιτίου, που υπάρχει όταν αυτός δεν έχει τελέσει αξιόποινη πράξη, παραβιάζοντας επιτακτικούς ή απαγορευτικούς κανόνες δικαίου, ή έχει διαπράξει κάποιο, ελαφρό όμως, πλημμέλημα, του λευκού ποινικού μητρώου μη όντος του μόνου αποδεικτικού στοιχείου για την κατάφαση της περίστασης αυτής και του Δικαστή δυνάμενου να κρίνει στα πλαίσια που ορίζονται από τα άρθρο 178 του Κ.Ποιν.Δ.

Υπό την ισχύ λοιπόν, του νέου Π.Κ. και κατά τα αναγραφόμενα χαρακτηριστικά στην αιτιολογική του έκθεση (σελ. 6 και 22) αντί του απροσδιόριστου κριτηρίου της "έντιμης" ζωής του προϊσχύσαντος Π.Κ. , υιοθετήθηκε το ορθολογικότερο και δεκτικό βεβαίωσης κριτήριο της "νόμιμης" ζωής, ώστε να διασφαλίζεται η αντικειμενικότητα και η ασφαλής διαπίστωση εκείνου, το οποίο είναι νομικώς κρίσιμο στο κράτος δικαίου, στο οποίο ο υπεύθυνος πολίτης είναι ελεύθερος να διάγει όπως ο ίδιος κρίνει, οφείλοντας, μόνο, να συμμορφώνεται στο νόμο, μη απαιτουμένης πλέον της εκπλήρωσης ηθικών καθηκόντων, που έχει φυσικοδικαιϊκό χαρακτήρα, ασυμβίβαστο με τη θετικότητα του ποινικού δικαίου, απλά επιδεικνύοντας διαρκή σεβασμό στα προστατευόμενα στο κράτος δικαίου έννομα αγαθά, τα οποία αποτελούν το περιεχόμενο αυτού, σύμφωνα με την συνταγματικά κατοχυρωμένη "αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου", δια της οποίας αναδεικνύεται η διαλεκτική σχέση και το αδιαίρετο της προσωπικής ελευθερίας και της κοινωνικής δικαιοσύνης (σελ. 3 αιτιολογικής έκθεσης του ισχύοντος από 1-7-2019 Π.Κ.).

Έτσι, όταν ο κατηγορούμενος δεν έχει τελέσει αξιόποινη πράξη ή έχει μεν καταδικαστεί, αλλά για ελαφρό πλημμέλημα, είναι ανεπίτρεπτο να ελέγχεται η κατά το Σύνταγμα (άρθρο 9 παρ. 1 εδ. β`) "απαραβίαστη" προηγούμενη ατομική και οικογενειακή του ζωή, ενώ το δικάζον Δικαστήριο για να αναγνωρίσει την συνδρομή της συγκεκριμένης ελαφρυντικής περίστασης οφείλει να διαπιστώσει το σύννομο βίο του δράστη, διαγιγνώσκοντας στο πρόσωπο του το διαρκή σεβασμό του στα παραπάνω έννομα αγαθά και δικαιούμενο να ελέγξει μόνο τις περιστάσεις τέλεσης της εκδικαζόμενης αξιόποινης πράξης, στα πλαίσια των διατάξεων των άρθρων 177 και 178 του Κ.Ποιν.Δ. , με τις οποίες διασαφηνίζεται η υποχρέωσή του να εξετάζει και μάλιστα αυτεπαγγέλτως κάθε στοιχείο που αφορά την προσωπικότητα του κατηγορουμένου, να καταλήξει στην κρίση ότι το δικαζόμενο έγκλημα εμφανίζεται ως εξαίρεση στην κατά τα ως άνω σταθερή στάση της ζωής του.

Υπό την έννοια αυτή η σύννομη ζωή του υπαιτίου αποδεικνύεται πρωτίστως με την απουσία από το ποινικό του μητρώο καταδικαστικών αποφάσεων, του λευκού ποινικού του μητρώου συνιστώντος αναμφίβολα ένα ισχυρό (μαχητό) τεκμήριο για την ύπαρξη προηγούμενης σύννομης ζωής, χωρίς όμως τούτο να αποτελεί και το μοναδικό κριτήριο για την ουσιαστική αξιολόγηση του πρότερου σύννομου βίου, αφού, κατά τα προηγουμένως εκτιθέμενα, η σύννομη ζωή δεν ταυτίζεται με το λευκό ποινικό μητρώο, αλλά με τον πραγματικό σεβασμό των κατά τα ως άνω προστατευόμενων στο κράτος δικαίου εννόμων αγαθών.

Τούτο προκύπτει και εξ αντιδιαστολής από την ίδια την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 84 παρ. 1 στοιχ. α` του Π.Κ. , κατά την οποία δεν αποκλείεται η αναγνώριση της συγκεκριμένης ελαφρυντικής περίστασης από μόνη την προηγούμενη καταδίκη του υπαιτίου για ελαφρό πλημμέλημα, αλλά εναπόκειται στην κρίση του δικάζοντος Δικαστηρίου να αξιολογήσει το τελεσθέν πλημμέλημα ως ελαφρό ή μη, συνεκτιμώντας παράλληλα και τις περιστάσεις τέλεσης του δικαζόμενου εγκλήματος και τη χρονική της παλαιότερης καταδίκης από τη νέα εκδικαζόμενη πράξη (ΑΠ 127/2022).

Έτσι, για το ορισμένο του σχετικού αυτοτελούς ισχυρισμού πρέπει να εκτίθενται συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά θεμελιωτικά σύννομης προηγούμενης ζωής του υπαιτίου, η οποία υπάρχει όταν αυτός στη διάρκεια του πριν από την τέλεση της δικαζόμενης πράξης χρόνου, στην καθημερινή του συμβίωση με τους άλλους σέβεται τα προστατευόμενα στο κράτος δικαίου έννομα αγαθά και συμμορφώνεται με τις επιταγές του νόμου, στην έννοια του οποίου διαλαμβάνονται και οι δεσμευτικοί κανόνες της κοινωνίας μέσα στην οποία αυτός διαβιεί, με την ελεύθερη βούληση και επιλογή του, ώστε το έγκλημα που έχει τελέσει να εμφανίζεται ως μοναδική παραφωνία, δηλαδή ως ένα γεγονός το οποίο δεν ήταν αναμενόμενο από τον συγκεκριμένο δράστη (ΑΠ 756/2022, ΑΠ 565/2021, ΑΠ 1399/2020).

5. Με την αίτηση αναίρεσης, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση στερείται της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του αιτήματος για αναγνώριση της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2α` και ε' ΠΚ και επιπλέον προβάλλει εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων.

6. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της ως άνω προσβαλλόμενης απόφασης, μετά την απαγγελία της περί ενοχής απόφασης του Δικαστηρίου, έλαβε τον λόγο από την Πρόεδρο η συνήγορος υπεράσπισης της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης και προέβαλε προφορικά τον αυτοτελή ισχυρισμό περί αναγνώρισης στο πρόσωπό της της ελαφρυντικής περίστασης της μεταγενέστερης καλής συμπεριφοράς.

Ειδικότερα, όπως αυτολεξεί αναφέρεται (σελ. 11-12) στα ανωτέρω πρακτικά: "η συνήγορος υπερασπίσεως της κατηγορουμένης, αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο, ανέπτυξε προφορικά αυτοτελή ισχυρισμό περί αναγνώρισης στο πρόσωπο της εντολέα της της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 ε` ΠΚ", μετά δε την πρόταση του Εισαγγελέως για απόρριψη του ανωτέρω αυτοτελούς ισχυρισμού, "η συνήγορος υπερασπίσεως της κατηγορούμενης, αφού έλαβε και πάλι τον λόγο από την Πρόεδρο, ζήτησε να αναγνωρισθεί στο πρόσωπο της κατηγορούμενης, η ανωτέρω ελαφρυντική περίσταση, άλλως να της αναγνωρισθεί οποιαδήποτε άλλη ελαφρυντική περίσταση".

Ως εκ τούτου η υποβολή του ισχυρισμού (που σημειωτέον έγινε ρητώς μόνο για την ελαφρυντική περίσταση ε'του άρθρου 84 παρ.2 ΠΚ, ενώ ουδόλως έγινε προβολή του αυτοτελούς ισχυρισμού περί αναγνώρισης στο πρόσωπο της κατηγορουμένης του πρότεροου σύννομου βίου εκ του άρθρου 84 παρ. 2α' του ΠΚ) έγινε με την επίκληση μόνον της οικείας νομικής διάταξης, χωρίς την παράθεση όλων των πραγματικών περιστατικών που απαιτούνται για τη νομική θεμελίωση και την ουσιαστική διερεύνηση της αντίστοιχης ελαφρυντικής περίστασης και ειδικότερα της ενδιαφέρουσας εν προκειμένω ελαφρυντικής περιστάσεως της παρ. 2ε` του άρθρου 84 ΠΚ, για την οποία αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η έλλειψη αιτιολογίας.

7. Έτσι, όμως, κάνοντας αναφορά και μόνο, στο ως άνω άρθρο, χωρίς να γίνεται επίκληση πραγματικών περιστατικών, τα οποία θεμελιώνουν τις αιτούμενες, κατά τα ανωτέρω, ελαφρυντικές περιστάσεις, οι προεκτεθέντες αυτοτελείς ισχυρισμοί ήταν παντελώς αόριστοι και, συνακόλουθα, το Δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει σε αυτούς, πολύ δε περισσότερο να αιτιολογήσει την απόρριψή τους.

8. Με τα εν λόγω δεδομένα, το Δικαστήριο της ουσίας, ως εκ περισσού απέρριψε, τους ειρημένους αυτοτελείς ισχυρισμούς εκ του άρθρου 84 παρ.2 του ΠΚ ως αορίστους με την αιτιολογία ότι: α) ο αυτοτελής ισχυρισμός της αναιρεσείουσας, εκ του άρθρου 84 παρ. 2 ε` του ΠΚ "Στην προκειμένη περίπτωση, ο αυτοτελής ισχυρισμός της κατηγορουμένης περί συνδρομής στο πρόσωπό της, της ελαφρυντικής περίστασης της επικαλούμενης από αυτήν καλής συμπεριφοράς για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη της, που προβλήθηκε δια της συνηγόρου της, πέρα της πρόδηλης αοριστίας του, αφού έγινε επίκληση μόνο της νομικής διατάξεως που την προβλέπει, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί διότι δεν αποδείχθηκαν ούτε και η ίδια επικαλέσθηκε συγκεκριμένη θετική και επωφελή για την κοινωνία δράση και συμπεριφορά.

Ούτε αποδείχθηκαν από οποιοδήποτε αποδεικτικό μέσο πραγματικά περιστατικά δηλωτικά συμπεριφοράς της κατηγορουμένης, δηλωτικής της αρμονικής κοινωνικής της διαβίωσης και μάλιστα για μακρύ χρόνο, όπως απαιτείται από την άνω διάταξη. Σε κάθε περίπτωση, από τα προαναφερθέντα αποδεικτικά στοιχεία και από την όλη διαδικασία στο ακροατήριο, δεν αποδείχθηκε ότι η κατηγορουμένη εναρμονίσθηκε προς τις επιταγές της έννομης τάξεως, επιδεικνύοντας θετική ατομική και κοινωνική συμπεριφορά, ως αποτέλεσμα πραγματικής επίγνωσης από αυτήν των συνεπειών της πράξης της και σταθερού εναρμονισμού της προς τις επιταγές αυτές.

Περαιτέρω από τα ίδια αποδεικτικά μέσα αποδεικνύεται ότι δεν συντρέχουν στο πρόσωπο της κατηγορουμένης οι προϋποθέσεις ώστε να της αναγνωρισθεί "οποιαδήποτε άλλη" από τις λοιπές ελαφρυντικές περιστάσεις που προβλέπει ο νόμος, όπως αιτήθηκε η συνήγορος της υπερασπίσεως της, αφού ο αυτοτελής αυτός ισχυρισμός προβλήθηκε χωρίς την επίκληση των πραγματικών περιστατικών πoυ θεμελιώνουν άλλες ελαφρυντικές περιστάσεις και για το λόγο αυτό πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος ένεκα της αοριστίας του" και β) "Σε κάθε πάντως περίπτωση δεν αποδείχθηκε ότι ο βίος της κατηγορούμενης ήταν σύννομος αφού αυτή από νεαρή ηλικία είχε εμπλοκή με ναρκωτικές ουσίες και ειδικότερα παρανόμως αγόραζε, κατείχε και πωλούσε ναρκωτικές ουσίες.

Ήδη, από το αντίγραφο του ποινικού της μητρώου που υπάρχει στη δικογραφία, αποδεικνύεται ότι η κατηγορουμένη έχει καταδικαστεί με τις υπ' αριθμούς 2190/2003 και 289/2007 αποφάσεις του Τριμελούς Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών σε ποινές φυλακίσεως τεσσάρων (4) ετών και καθείρξεως επτά (7) ετών αντίστοιχα για παραβάσεις του νόμου περί ναρκωτικών (αγορά-κατοχή-πώληση) ενώ με την υπ' αριθμόν ΘΤ2190/2019 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών έχει καταδικασθεί σε ποινή φυλακίσεως πέντε (5) μηνών (μετατραπείσα προς 5 ευρώ ημερησίως) για την αξιόποινη πράξη της αποδοχής και διάθεσης προϊόντων εγκλήματος, η οποία τελέσθηκε στις 23.11.2012.

Ακόμη, δεν έγινε επίκληση περιστατικών σχετικά με τα αίτια (κίνητρα) που ώθησαν την κατηγορουμένη υποκειμενικώς στην τέλεση της παραπάνω αξιόποινης πράξης της ή της μεγάλης ένδειάς της και αυτό ανεξάρτητα από το γεγονός ότι τα αίτια που ώθησαν την κατηγορουμένη ήταν αντίθετα προ την κοινή συνείδηση ή την κοινωνική τάξη, αφού χωρίς ηθικό φραγμό και ανενδοιάστως διακίνησε τις ναρκωτικές ουσίες για τις οποίες καταδικάσθηκε και διέπραξε την πράξη της αυτή με σκοπό την εμπορία.

Ούτε έγινε επίκληση συγκεκριμένων περιστατικών μεταμέλεια για την άρση ή μείωση των συνεπειών της πράξης της κατηγορουμένης και δεν αποδείχθηκε ότι η τελευταία επέδειξε ειλικρινή μεταμέλεια και επεδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης της και ειδικότερα δεν αποδείχθηκαν συγκεκριμένα περιστατικά, τα οποία δείχνουν ότι αυτή μεταμελήθηκε και για το λόγο αυτό επιζήτησε, ειλικρινά και όχι προσχηματικά, να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες ττμ πράξης της , ενώ ούτε συνεργασία της με τις αρμόδιες αρχές αποδείχθηκε και η ίδια στη θέα των αστυνομικών οργάνων τράπηκε σε φυγή προκειμένου να διαφύγει τη σύλληψή της και αρνήθηκε έκτοτε, έως και σήμερα την πράξη για την οποία κηρύχθηκε ένοχη.

Στο πρόσωπο της κατηγορουμένης δεν μπορεί να αναγνωριστεί ούτε η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 3 του ΠΚ λόγω της μη εύλογης διάρκειας (της υπερβάσεως της εύλογης διάρκειας) της ποινικής διαδικασίας που δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα της αφού και στην περίπτωση αυτή δεν έγινε επίκληση των συγκεκριμένων εκείνων πραγματικών περιστατικών που απαιτούνται για τη νομική θεμελίωση, την ουσιαστική διερεύνηση και τελικά τη δικαστική απόφανση για συνδρομή ή μη της ελαφρυντικής αυτής περίστασης, όπως πόσες φορές αναβλήθηκε η εκδίκαση της υποθέσεως, λόγους αναβολής και χρόνους προσδιορισμού της.

Τέλος, από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία και την όλη διαδικασία στο ακροατήριο αποδείχθηκε ότι η κατηγορουμένη συνελήφθη μετά από παρακολούθηση, ουδέποτε ομολόγησε την πράξη της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών και η άρνησή της για την πράξη της αυτή ουδόλως συνέβαλε στην έγκαιρη απονομή της δικαιοσύνης, καθώς συνελήφθη κατόπιν αστυνομικής επιχείρησης.

Συνεπώς, δεν μπορεί να της αναγνωρισθεί ούτε η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 85 παρ. 2 του ΠΚ, απορριπτομένου και ως αβάσιμου του ισχυρισμού της να της αναγνωρισθεί "οποιαδήποτε άλλη" ελαφρυντική περίσταση".

9. Επομένως, οι λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας, ήτοι για πλημμέλεια εκ του άρθρου 510 παρ.1 στ. Δ` ΚΠΔ ως προς την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού της για αναγνώριση της συνδρομής στο πρόσωπό της της ως άνω ελαφρυντικής περίστασης της ειλικρινούς μεταμέλειας και "οποιουδήποτε άλλης" καθώς και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι αβάσιμοι.

10. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου παραδεκτού λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 578 παρ. 1 ΚΠΔ) κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20-5-2024 αίτηση της Μ. Π. , του Θ. και της Α. , κατοίκου ... (θέση "Νέα Ζωή") και ήδη κρατούμενης στο Κατάστημα Κράτησης Γυναικών … , για αναίρεση της καταδικαστικής με αρ. 592/2024 απόφασης του Α' Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών.

Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των οκτακοσίων (800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Μαΐου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Και τούτης αποχωρήσασας από την υπηρεσία η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Φεβρουαρίου 2026.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ