Legislator Case Law & Legislation
235/2025 AI generated

Supreme Court annuls appeal judgment for failure to consider tax authority documents on father's income when calculating adult child's support.

Case Number 235/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court annulled the First Instance Court of Appeal's decision regarding monthly support for an adult child, remanding the case for retrial. The appellant argued that the appellate court failed to properly evaluate tax authority documents proving the father's total income, which were critical for determining the correct support amount. The court held that by ignoring these specific documents alongside the employer's letter, the appellate court committed a procedural error under Article 559 of the Code of Civil Procedure.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1485, 1486(1), 1489(2) of the Civil Code; The appellate court must consider all admissible evidence, including tax authority records, when assessing an adult child's need for support and the obligor's financial capacity, and failure to do so constitutes a ground for annulment.

Keywords

AI generated
adult child support procedural error tax authority documents income assessment annulment of judgment Code of Civil Procedure support calculation

Cited Legislation

AI generated
Article 1485 of the Civil Code
Article 1486(1) of the Civil Code
Article 1489(2) of the Civil Code
Article 559(11)(c) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 179 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Judgment 244/2023
Supreme Court Judgment 433/2021
Supreme Court Judgment 884/2003
Supreme Court Judgment 823/2000
Supreme Court Judgment 212/1999
Supreme Court Judgment 117/2008
Supreme Court Judgment 396/2001
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 235 / 2025 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 235/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη - Εισηγητή, Κορνηλία Πανούτσου και Μιχαήλ Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ε. Π. του Κ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Α. Τ., με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Π. του Ι., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Σινέλη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-7-2021 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 50/2022 του ίδιου Δικαστηρίου και 455/2023 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25-1-2024 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 1485, 1486 παρ. 1 και 1489 παρ. 2 ΑΚ προκύπτει ότι δικαίωμα διατροφής, εκτός από το ανήλικο, έχει και το ενήλικο τέκνο, εφόσον το τελευταίο δεν μπορεί να διατρέφει τον εαυτό του από την περιουσία του ή από εργασία κατάλληλη για την ηλικία του, την κατάσταση της υγείας του και τις λοιπές βιοτικές του συνθήκες, ιδιαίτερα ενόψει και των τυχόν αναγκών της εκπαίδευσής του (ΑΠ 244/2023, ΑΠ 433/2021, ΑΠ 884/2003).

Προϋπόθεση για να αξιώσει διατροφή από τους γονείς του το ενήλικο τέκνο είναι η απορία του και συγκεκριμένα η έλλειψη επαρκών περιουσιακών στοιχείων ή η αδυναμία του να μετέλθει κατάλληλη εργασία, το δε μέτρο της διατροφής προσδιορίζεται με βάση τις ανάγκες του δικαιούχου, όπως αυτές προκύπτουν από τις συνθήκες της ζωής του και περιλαμβάνει τα αναγκαία για τη συντήρηση και εν γένει εκπαίδευσή του έξοδα.

Ως συνθήκες ζωής νοούνται οι συγκεκριμένοι όροι διαβίωσης, που ποικίλλουν ανάλογα με την ηλικία, τον τόπο κατοικίας, την ανάγκη εκπαίδευσης και την κατάσταση της υγείας του δικαιούχου, σε συνδυασμό με την περιουσιακή κατάσταση του υποχρέου (ΑΠ 823/2000). Ειδικότερα, στην ανάλογη διατροφή ενηλίκου τέκνου, που στερείται επαρκών περιουσιακών στοιχείων και δεν έχει ακόμη τη δυνατότητα να εργασθεί γιατί σπουδάζει, περιλαμβάνεται η δαπάνη για τροφή, στέγαση και εν γένει συντήρησή του, επιπλέον δε και η δαπάνη για την επαγγελματική του εκπαίδευση, θεωρητική ή τεχνική, οποιοσδήποτε εκπαιδευτικής βαθμίδας, περιλαμβανομένης και της πανεπιστημιακής (ΑΠ 433/2021, ΑΠ 884/2003, ΑΠ 212/1999), λαμβάνεται δε προς τούτο υπόψη η ικανότητά του να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις ορισμένου βαθμού και επιπέδου σπουδών (ΑΠ 117/2008, ΑΠ 396/2001).

Διάφορες οικονομικές παροχές προς τον εκπαιδευόμενο, όπως παροχή δωρεάν βιβλίων, στέγης, επιμισθίου, τροφής ή άλλων βοηθημάτων ή υποτροφίας, χωρίς να αναιρούν τη διατροφική αξίωση, αποτελούν στοιχεία προσδιορισμού της έκτασης αυτής, ενώ παροχές που συναρτώνται με ατομικές επιδόσεις του δικαιούχου (βραβεία) δεν υπολογίζονται.

Επομένως, αν οι ανάγκες διατροφής του δικαιούχου καλύπτονται ή δύνανται να καλυφθούν κατά ένα μέρος τους από την παροχή κάποιου τρίτου, φυσικού ή νομικού προσώπου, το οποίο, από άλλη νομική αιτία και όχι από ελευθεριότητα, υποχρεώνεται για την κάλυψη αυτή (π.χ. από ασφαλιστικό οργανισμό ή οργανισμό κοινωνικών παροχών ή φοιτητική εστία), πρέπει να συνυπολογισθεί και η παροχή αυτή για τον προσδιορισμό της έκτασης των αναγκών του δικαιούχου, διότι κατά την έννοια του άρθρου 1493 εδ.

β ΑΚ το περιεχόμενο της διατροφής προσδιορίζεται από το σκοπό της, ο οποίος συνίσταται στην ικανοποίηση των άμεσων βιοτικών αναγκών του δικαιούχου, με αποτέλεσμα να λαμβάνονται υπόψη οι πραγματικές ανάγκες του και όχι οι επιθυμίες ή οι συνήθειές του (ΑΠ 598/2023, ΑΠ 22/1989, ΑΠ 1079/1986). Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, δικαιούχος διατροφής είναι και εκείνος που, ενόψει των αναγκών της εκπαίδευσής του, δεν μπορεί να μετέλθει κατάλληλη εργασία, που να επιτρέπει την απρόσκοπτη συνέχιση των σπουδών του (ΑΠ 598/2023, ΑΠ 528/2015).

Η ιδιότητα του τέκνου ως φοιτητή συνεπάγεται, συνήθως, ότι αυτό δεν είναι σε θέση να ασκήσει παράλληλα οποιοδήποτε επάγγελμα ή εργασία χωρίς βλάβη της υγείας του και της επιτυχούς αντιμετώπισης των σπουδών του. Εξάλλου, για να καθοριστεί το ποσό της δικαιούμενης διατροφής, αξιολογούνται, κατ` αρχήν, τα εισοδήματα των γονέων από οποιαδήποτε πηγή και στη συνέχεια προσδιορίζονται οι ανάγκες του τέκνου, καθοριστικό δε στοιχείο είναι οι συνθήκες της ζωής του, δηλαδή οι όροι διαβίωσής του, χωρίς όμως, όπως προεκτέθηκε, να ικανοποιούνται οι παράλογες αξιώσεις του.

Μπορεί να συνυπολογιστεί οτιδήποτε παρέχει εκείνος από τους γονείς με τον οποίο διαμένει το ενήλικο τέκνο και συνδέεται με την πραγματική διάθεση χρημάτων για τις ανάγκες του, καθώς και, η προσφορά προσωπικών υπηρεσιών για την περιποίηση και φροντίδα του (ενηλίκου τέκνου), που είναι αποτιμητές σε χρήμα και άλλες παροχές σε είδος, που συνδέονται με τη συνοίκηση, η αποτίμηση των οποίων μπορεί να συνυπολογιστεί στην υποχρέωση του γονέα για τη διατροφή του τέκνου, ενώ η ικανότητα παροχής διατροφής του υποχρέου κρίνεται από την εν γένει περιουσιακή του κατάσταση και ειδικότερα, βάσει της ικανότητάς του προς εργασία, των εισοδημάτων και της περιουσίας του.

Ειδικότερα, ερευνώνται αρχικά τα εισοδήματά του από την εργασία του ή την περιουσία του και, αν αυτά δεν επαρκούν, η αξία των περιουσιακών του στοιχείων, υποχρεουμένου αυτού, να αξιοποιήσει ή και να ρευστοποιήσει τόσα, όσα επαρκούν για την εκπλήρωση της διατροφικής του υποχρέωσης (ΑΠ 598/2023, ΑΠ 433/2021). Αν το ενήλικο τέκνο που δικαιούται διατροφή στραφεί μόνο κατά του ενός γονέα, αφού δεν υποχρεούται να στραφεί και κατά των δύο γονέων του, δικαιούται ο εναγόμενος γονέας προς καταβολή ολοκλήρου του ποσού της διατροφής, να επικαλεστεί κατ ' ένσταση, κατά το άρθ. 1489 παρ.2 ΑΚ, ότι και ο άλλος γονέας έχει την οικονομική δυνατότητα, σε σχέση με τη δική του και σε συνδυασμό με τις λοιπές υποχρεώσεις του, να καλύψει μέρος της ανάλογης διατροφής του ανηλίκου, οπότε, με την απόδειξη της ένστασης αυτής, περιορίζεται η υποχρέωση του εναγόμενου γονέα κατά το ποσό που αντιστοιχεί στην οικονομική δυνατότητα και στη βάση αυτής υποχρέωση συνεισφοράς του άλλου γονέα (ΑΠ 1592/2022, ΑΠ 995/2019, ΑΠ 680/2010) .

Επισημαίνεται, τέλος, ότι η ένσταση συνεισφοράς είναι ανεξάρτητη από την αίτηση διακινδύνευσης ιδίας διατροφής. Έτσι, εάν μετά την προβολή της ένστασης συνεισφοράς και τον (κατόπιν αυτής) υπολογισμό του ποσοστού συμμετοχής εκάστου γονέα στη διατροφή του ανηλίκου τέκνου, προκύπτει ότι ο εναγόμενος δεν είναι σε θέση να καταβάλει το ποσό συμμετοχής του χωρίς να διακινδυνεύσει η δική του διατροφή και με την προϋπόθεση ότι ο άλλος γονέας είναι σε θέση να πληρώσει το σύνολο της οφειλόμενης διατροφής, είναι δυνατόν να απαλλαγεί πλήρως ο εναγόμενος από τη δική του υποχρέωση (ΑΠ 433/2021, ΑΠ 676/2000, ΑΠ 804/1994).

Σε περίπτωση, όμως, μη υποβολής της σχετικής αυτής ένστασης, δεν δύναται το Δικαστήριο να ερευνήσει αυτεπαγγέλτως την οικονομική δυνατότητα του άλλου γονέα και να κανονίσει, ανάλογα με τις δυνάμεις του κάθε γονέα, το επιδικαστέο σε βάρος του εναγομένου, ποσό της διατροφής (ΑΠ 416/2007, ΑΠ 344/2001), ενώ, εάν με την αγωγή δεν ζητείται το σύνολο του ποσού, στο οποίο αποτιμώνται οι διατροφικές ανάγκες του δικαιούχου, αλλά μόνο το μέρος το οποίο, κατά την άποψη του ενάγοντος, πρέπει να βαρύνει τον εναγόμενο γονέα, σε αναλογία προς τις οικονομικές δυνάμεις αυτού και του άλλου γονέα, ο αμυντικός ισχυρισμός ότι η αναλογία αυτή είναι διαφορετική από εκείνη που αναφέρεται στην αγωγή λειτουργεί ως άρνηση, μόνο δε τότε ο συσχετισμός των οικονομικών δυνάμεων των δύο γονέων πρέπει να γίνει από το Δικαστήριο αυτεπαγγέλτως, σύμφωνα προς τα εκατέρωθεν αποδεικνυόμενα πραγματικά περιστατικά και δη ανεξάρτητα από την πληρότητα της σχετικής καταχώρισης του ισχυρισμού στα πρακτικά ή στις προτάσεις του εναγομένου.

Από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338-340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, για να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα επιτρεπόμενα αποδεικτικά μέσα, που αυτοί νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, χωρίς να ελέγχεται η κρίση του ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων και την αξιολόγηση των αποδείξεων γενικά (ΟλΑΠ 23/2008, ΟλΑΠ 2/2008, ΟλΑΠ 14/2005, ΑΠ 688/2019, ΑΠ 895/2011).

Δεν απαιτείται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα ή η παράθεση ποιών αποδεικτικών μέσων χρησιμοποιήθηκαν για άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ο καθορισμός της βαρύτητας που αποδόθηκε στο καθένα από αυτά ή της σχέσης και της επιρροής του καθένα από αυτά στα προς απόδειξη θέματα, ενώ, από την αναφορά μερικών, γιατί έχουν ιδιαίτερη σημασία, δεν συνάγεται αναγκαίως ότι τα λοιπά αποδεικτικά μέσα δεν εκτιμήθηκαν (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 500/2019).

Αρκεί, λοιπόν, κατ` αρχήν, να αναφέρεται στην απόφαση γενικώς το είδος του αποδεικτικού μέσου. Κατά τη διάταξη του αριθμού 11γ` του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, παρέλειψε να αναφέρει κάποιο είδος αποδεικτικού μέσου ή αν, παρά τη γενική βεβαίωση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα κατ` είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, από όλο το περιεχόμενο της απόφασης και δη από τις αιτιολογίες της, δημιουργείται αμφιβολία αν λήφθηκε υπόψη κάποιο αποδεικτικό στοιχείο (συνήθως έγγραφο), αν αυτό έχει ουσιώδη σημασία στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 964/2020, ΑΠ 1203/2013, ΑΠ 847/2011, ΑΠ 1130/2010, ΑΠ 131/2005), δηλαδή, ιδιαίτερη αποδεικτική βαρύτητα και το περιεχόμενό του είναι αντίθετο προς το αποδεικτικό πόρισμα του δικαστηρίου, το δε αποδεικτικό αυτό μέσο (κυρίως έγγραφο) δεν αντικρούεται ούτε αξιολογείται στην δικαστική απόφαση (ΑΠ 7/2022, ΑΠ 970/2017, ΑΠ 1700/2011, ΑΠ 507/2010).

Για το ορισμένο του λόγου αυτού αναίρεσης πρέπει: α)να εξειδικεύεται το αποδεικτικό μέσο ώστε να προκύπτει η ταυτότητά του, β)να προσδιορίζεται το περιεχόμενό του και ο πραγματικός ισχυρισμός, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν μ'αυτό (ΑΠ 1264/2017, ΑΠ 960/2017, ΑΠ 354/2011), γ)να αναφέρεται κατά ορισμένο τρόπο ότι έγινε νόμιμη επίκληση, ακόμη και αν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως (ΑΠ 675/2019, ΑΠ 1511/2011), δ)να αναγράφονται οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 901/2019,ΑΠ 1185/2010,) καθώς και το έγγραφο αυτό μαζί με τις προτάσεις στις οποίες αναφέρεται η επίκλησή του (ΑΠ 336/2010).

Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 11γ του άρθ. 559 ΚΠολΔ συνισταμένη στο ότι δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι το Εφετείο για την εκτίμηση των εισοδημάτων και της περιουσιακής κατάστασης του εναγομένου/εφεσιβλήτου και ήδη αναιρεσιβλήτου, έλαβε υπόψη του τα προσκομισθέντα ενώπιον του Εφετείου με επίκληση από την ενάγουσα/εκκαλούσα/αναιρεσείουσα αποδεικτικά μέσα και συγκεκριμένα: i) την με αριθ.

πρωτ. ...2021 βεβαίωση της Δ.Ο.Υ Βόλου, ως σχετικό με αριθ. 5, από την οποία προκύπτει ότι:α) για το φορολογικό έτος 2018 το άθροισμα των καθαρών ποσών από μισθούς του αναιρεσιβλήτου ήταν 37.743,50 € και άρα μηνιαίως 3.145,29 € (37.743,50 : 12) €, β) για το φορολογικό έτος 2019 το άθροισμα των καθαρών ποσών από μισθούς του αναιρεσιβλήτου ανέρχονταν στο ποσό των 40.493,71 € και άρα μηνιαίως στο ποσό των 3.374,47 € (40493,71:12) και γ) για το φορολογικό έτος 2020 το άθροισμα των καθαρών ποσών από μισθούς του εναγόμενου ανέρχονταν στο ποσό των 39.695,16 € και άρα μηνιαίως στο ποσό των 3.307,93 € (39.695,16 :12), ii) Την με αριθμ.

πρωτ. ...2023 βεβαίωση της Δ.Ο.Υ Βόλου, ως σχετικό με αριθ. 5α η οποία εκδόθηκε κατόπιν της ...2023 εισαγγελικής εντολής, από την οποία προκύπτει ότι για το φορολογικό έτος 2021 (χρήση 01.01.2021- 31.12.2021) ο αναιρεσίβλητος είχε άθροισμα καθαρών ποσών από μισθούς 44.465,50 € και άρα μηνιαίως 3.705,45 € (44.465,50 :12). Ενώ από την ίδια βεβαίωση προκύπτει αναλυτικά και η εν γένει περιουσιακή κατάσταση του αναιρεσιβλήτου, προς απόδειξη του ουσιώδους αγωγικού ισχυρισμού της για τα πραγματικά έσοδα του αναιρεσιβλήτου από την εργασία του και για την περιουσιακή του κατάσταση, ο οποίος αν γινόταν δεκτός θα επηρέαζε άμεσα το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης και θα αύξανε το ποσό της μηνιαίας διατροφής που θα της επιδίκαζε το Εφετείο.

Από την παραδεκτή επισκόπηση των από 8-3-2023 προτάσεων που η εκκαλούσα/αναιρεσείουσα κατέθεσε ενώπιον του Εφετείου, προκύπτει ότι αυτή επικαλέστηκε στις σελ. 13-14 αυτών και προσκόμισε ως σχετ. 3.2 και 3.2.1 τα ως άνω αναφερόμενα κρίσιμα έγγραφα, καθώς και τα αντίστοιχα αποδεικτικά της περιουσιακής κατάστασης του εφεσιβλήτου έγγραφα (συμβόλαια και οικοδομικές άδειες), τα οποία και αύθις προσκομίζει με επίκληση.

Τα έγγραφα αυτά η αναιρεσείουσα είχε προσκομίσει νομίμως και επικαλεσθεί ενώπιον του Εφετείου προς υποστήριξη της ένδικης εφέσεώς της και ειδικότερα προς απόδειξη του αγωγικού ισχυρισμού ως προς το ύψος των μηνιαίων αποδοχών του εναγομένου, ήδη αναιρεσιβλήτου, με βάση τα οποία το Εφετείο προσδιόρισε το ύψος της διατροφής που υποχρεούται να της καταβάλει ο τελευταίος.

Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Εξάλλου αποδεικνύεται ότι η ενάγουσα κατόπιν επιτυχούς δοκιμασίας με το σύστημα των Πανελλαδικών εξετάσεων, πέτυχε την εισαγωγή της στη Νομική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, όπου ενεγράφη στις 14.10.2021 έχοντας ήδη ολοκληρώσει, κατά τη συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (15.2.2022) το πρώτο (χειμερινό) εξάμηνο της φοίτησής της, η ελάχιστη διάρκεια της οποίας είναι οκτώ (8) εξάμηνα, καθώς συνιστά κοινή γνώση, λαμβανομένης αυτεπαγγέλτως υπ' όψιν από το παρόν Δικαστήριο (άρθρο 336 παρ 1 ΚΠολΔ), ότι, για τους για τους φοιτητές σε προπτυχιακό και μεταπτυχιακό επίπεδο, κάθε ακαδημαϊκό έτος αρχίζει την 1η Σεπτεμβρίου, λήγει την 31η Αυγούστου του επομένου έτους και διαρθρώνεται σε δύο εξάμηνα σπουδών, το χειμερινό και το εαρινό, από τα οποία το χειμερινό εξάμηνο εκτείνεται από τα τέλη Σεπτεμβρίου έως τα μέσα Φεβρουάριου του επομένου έτους, το δε εαρινό εξάμηνο από τα μέσα Φεβρουάριου έως τα μέσα Ιουνίου του ιδίου έτους, καθώς και ότι το Σεπτέμβριο διεξάγονται επαναληπτικές εξετάσεις διδαχθέντων μαθημάτων για όσους φοιτητές απέτυχαν ή δεν συμμετείχαν στις προηγούμενες εξεταστικές περιόδους, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από την ενάγουσα βεβαίωση σπουδών του τμήματος της Νομικής Σχολής του Α.Π.Θ.

Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι η ενάγουσα δεν διαθέτει κινητή ή ακίνητη περιουσία, ούτε εισοδήματα από οποιαδήποτε πηγή, οι δε παραδόσεις των μαθημάτων γίνονται, ανάλογα με το εξάμηνο και τις ημέρες της εβδομάδας, καθ' όλη τη διάρκεια της ημέρας, αρχής γενομένης από ώρα ενάτη πρωινή, με μικρή διακοπή λίγων ωρών ενδιαμέσως, ενώ η διδασκαλία περιλαμβάνει παρακολούθηση μαθημάτων, η οποία αν και δεν είναι υποχρεωτική κρίνεται απαραίτητη η παρουσία της ενάγουσας στη Σχολή της, προκειμένου να θέσει- τις σωστές βάσεις για την πλήρη επιστημονική κατάρτισή της στο αντικείμενο σπουδών που έχει επιλέξει, όπως τούτο προκύπτει από το περιεχόμενο της με αριθμό ...2022 ένορκης βεβαίωσης της μάρτυρα Ε.

Τ.. Για το λόγο δε αυτό αδυνατεί, να εργασθεί ή να ασκήσει βιοποριστικό επάγγελμα ώστε να αυτοδιατραφεί, αφού η τυχόν απασχόλησή της σε οποιαδήποτε βιοποριστική εργασία θα της αποστερούσε τη δυνατότητα να επικεντρωθεί απερίσπαστη στις σπουδές της, έτσι ώστε να διατηρήσει ένα επαρκές επίπεδο απόδοσης.

Από το χρόνο της οριστικής διακοπής της έγγαμης συμβίωσης των γονέων της, η ενάγουσα διαμένει με τη μητέρα της (περί της οποίας κατωτέρω), ενώ, μετά την εγγραφή της στην άνω Σχολή, διαμένει σε διαμέρισμα πολυκατοικίας, κειμένης επί της οδού ... εμβαδού 37,50 τμ στη Θεσσαλονίκη, το οποίο μισθώνει έναντι μηνιαίου μισθώματος ύψους 350,00 ευρώ, βαρύνεται επομένως και με τη δαπάνη ηλεκτροφωτισμού, ύδρευσης και θέρμανσης του εν λόγω διαμερίσματος, ήτοι με τα λειτουργικά έξοδά του, τα οποία ανέρχονται (βλ.

προσκομιζόμενους και επικαλούμενους από την ενάγουσα λογαριασμούς κοινοχρήστων, τηλεφωνίας και ρεύματος) σε 100,00 ευρώ το μήνα. Για τον εξοπλισμό δε του ως άνω διαμερίσματος απαιτήθηκαν δαπάνες ύψους 1.530,00 ευρώ, που αναλογεί σε 32,00 ευρώ μηνιαίως, ενώ για την ορθοδοντική θεραπεία της ενάγουσα ουδόλως αναφέρεται εάν η εν λόγω δαπάνη ύψους 3.500,00 ευρώ καλύπτεται ή όχι από τον ασφαλιστικό φορέα της μητέρας της στον οποίο είναι εμμέσως ασφαλισμένη.

Επί πλέον η ενάγουσα βαρύνεται με τα έξοδα μετακίνησής της από τη Θεσσαλονίκη προς το Βόλο και αντιστρόφως δέκα φορές τουλάχιστον ετησίως (κατά τις διακοπές Χριστουγέννων, Πάσχα και θέρους και λοιπών αργιών), δαπανά δε για τις μετακινήσεις της αυτές το ποσό των 300,00 ευρώ κατ' έτος, που αναλογεί σε 25,00 ευρώ μηνιαίως.

Οι λοιπές δαπάνες διαβίωσης της ενάγουσας (της οποίας η ιατροφαρμακευτική περίθαλψη καλύπτεται από τον ασφαλιστικό φορέα της μητέρας της), ήτοι της διατροφής, της ένδυσης, της ψυχαγωγίας και των σχετικών με τις σπουδές της μικροεξόδων, ανέρχονται, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, στο ποσό των 300,00 ευρώ, μηνιαίως, λαμβανομένου υπ' όψιν ότι οι ανάγκες διατροφής της δύνανται να καλυφθούν κατά το μεγαλύτερο μέρος τους από τη Φοιτητική Εστία του Πανεπιστημίου, όπου έχει τη δυνατότητα να λαμβάνει τα γεύματά της, καθώς το, κατά την έννοια του άρθρου 1493 εδ.

β Α.Κ., περιεχόμενο της διατροφής προσδιορίζεται από το σκοπό της, ο οποίος συνίσταται στην ικανοποίηση των άμεσων βιοτικών αναγκών του δικαιούχου, με αποτέλεσμα να λαμβάνονται υπόψη οι πραγματικές ανάγκες του και όχι οι επιθυμίες ή οι συνήθειές του (...). Κατά συνέπεια, οι μηνιαίες ανάγκες της ενάγουσας ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 811,00 ευρώ το μήνα.

Ενόψει των ανωτέρω η ενάγουσα δεν μπορεί να διαθρέψει τον εαυτό της και δικαιούται να λαμβάνει διατροφή σε χρήμα προκαταβαλόμενη κάθε μήνα από τον υπόχρεο εναγόμενο πατέρα της (...). Εξάλλου προέκυψε ότι ο εναγόμενος, ο οποίος είναι πενήντα έξι (56) ετών περίπου, εργάζεται στη ... με την ειδικότητα του ηλεκτρολόγου μηχανικού με καθαρές μηνιαίες αποδοχές που ανέρχονται σε 2.435,00 ευρώ, όπως προκύπτει από την μετ' επικλήσεως προσκομισθείσα από τον εναγόμενο βεβαίωση του εργοδότη του.

Επίσης, έχει λάβει δάνειο από την Τράπεζα ..., για την εξόφληση του οποίου καταβάλλει κάθε μήνα το ποσό των 110,72 ευρώ, το οποίο δεν θα αφαιρεθεί από το εισόδημά του, αλλά θα συνεκτιμηθεί η σχετική δαπάνη ως επί πλέον βιοτική του ανάγκη (...). Διαμένει με την μητέρα του σε διώροφη μονοκατοικία, συνολικού εμβαδού 300 τμ, της οποίας την ψιλή κυριότητα παραχώρησε στον αδελφό του, ενώ ο ίδιος έχει την επικαρπία και δεν επιβαρύνεται με δαπάνη μίσθωση κατοικίας, επιβαρύνεται όμως με το αναλογούν σε αυτόν μέρος, των λειτουργικών δαπανών της άνω κατοικίας (θέρμανση, παροχή ηλεκτρικού ρεύματος, ύδατος και τηλεφωνικών υπηρεσιών).

Επίσης, έχει την ψιλή κυριότητα ενός διαμερίσματος εμβαδού 95,00 τμ, καθώς επίσης και ενός γραφείου εμβαδού 70 τμ στην πόλη του Βόλου, τα μισθώματα από την εκμίσθωσή τους συνολικού ύψους 800,00 ευρώ, μηνιαίως λαμβάνει η επικαρπώτρια μητέρα του. Για τις ανάγκες των μετακινήσεών του χρησιμοποιεί το με αριθμό κυκλοφορίας ΙΧΕ επιβατικό όχημα εργοστασίου κατασκευής FIAT, τύπου Alfa Romeo, με ημερομηνία πρώτης άδειας κυκλοφορίας στις 7.8.2000.

Επιπλέον δεν επιβαρύνεται με διατροφικές υποχρεώσεις προς άλλα πρόσωπα, πλην της ενάγουσας, ενώ δεν αποδείχθηκε ότι έχει άλλα εισοδήματα ή προσοδοφόρα περιουσία, επιβαρυνόμενος κατά τα λοιπά, με τις συνήθεις για τη διατροφή και συντήρησή, του δαπάνες. Εξετέρου, προέκυψε ότι η μητέρα της ενάγουσας, Α. Τ.

είναι δικηγόρος εγγεγραμμένη στο Δικηγορικό Σύλλογο Βόλου (επί 22 έτη) και παράλληλα και εκπαιδευτικός στον κλάδο των Πολιτικών και Νομικών Επιστημών. Συνήψε δεύτερο γάμο με τον Μ. Τ., με τον οποίο έχει αποκτήσει ένα τέκνο. Τα ετήσια εισοδήματά της ανέρχονται συνολικά στο ποσό των 21.742,57 ευρώ ( από μισθούς 15.367,33 ευρώ, από την άσκηση της δικηγορίας σε 5.591,24 ευρώ και από την μίσθωση ακινήτου σε 784,00 ευρώ) ήτοι σε 1.812,00 ευρώ, μηνιαίως (βλ.

την βεβαίωση αποδοχών του Φεβρουάριου 2022 και την επικαλούμενη και προσαγόμενη από τον εναγόμενο δήλωση φόρου εισοδήματος για το φορολογικό έτος 2020). Από την προρρηθείσα βεβαίωση αποδοχών της μητέρας της ενάγουσας κάθε μήνα παρακρατείται από τις (μικτές) αποδοχές της το ποσό των 485,47 ευρώ, για την εξόφληση δανείου της προς Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων.

Διαμένει με τον νέο της σύζυγο και το άρρεν τέκνο που απέκτησε από το δεύτερο γάμο της με τον τελευταίο, σε ιδιόκτητο διαμέρισμα και ως εκ τούτου δεν βαρύνεται με δαπάνες στέγασης, αλλά με το αναλογούν σε αυτήν μέρος, των λειτουργικών δαπανών της άνω κατοικίας (θέρμανση, παροχή ηλεκτρικού ρεύματος, ύδατος και τηλεφωνικών υπηρεσιών).

Είναι κυρία ενός διαμερίσματος το οποίο δεν της αποφέρει κάποιο εισόδημα, διότι πρόκειται για την πατρική της οικία στην οποία διαμένει η μητέρα της. Επίσης, είναι συγκυρία ενός αγροτεμαχίου έκτασης 6.636,00 τμ ευρισκόμενου στα ... κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου και ενός ακόμη αγροτεμαχίου έκτασης 1.768 τμ στη ..., κατά ποσοστό εξ - αδιαιρέτου τα οποία δεν της αποφέρουν εισόδημα.

Η μητέρα της ενάγουσας δεν επιβαρύνεται με άλλες ιδιαίτερες δαπάνες, εκτός από τις συνήθεις, όσον αφορά τη διατροφή και την εν γένει κάλυψη των προσωπικών αναγκών της, δεν άλλη διαθέτει ακίνητη ή κινητή (προσοδοφόρα ή μη) περιουσία ούτε εισοδήματα από οποιαδήποτε άλλη πηγή και εκτός από τη διατροφή της ενήλικης πλέον ενάγουσας, επιβαρύνεται και με τη διατροφή ενός ανηλίκου τέκνου που απέκτησε με τον δεύτερο σύζυγό της.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, η ενάγουσα έχει δικαίωμα διατροφής σε χρήμα έναντι των γονέων της, καθένας από τους οποίους ενέχεται ανάλογα με τις οικονομικές δυνάμεις του (άρθρο 1489 § 2 ΑΚ). Για τον προσδιορισμό της αναλογίας που βαρύνει τον εναγόμενο, πρέπει να γίνει αναγωγή της οικονομικής δυνατότητας του κάθε γονέα στο σύνολο των εισοδημάτων τους, λαμβανομένης υπόψη για τον υπολογισμό των εν γένει οικονομικών δυνατοτήτων ενός εκάστου (...) και της απρόσοδης ακίνητης περιουσίας.

Με τα δεδομένα αυτά, ο εναγόμενος πρέπει να μετέχει στην ανάλογη διατροφή της ενάγουσας θυγατέρας του, με τα κριτήρια που προαναφέρθηκαν, με το ποσό των τετρακοσίων εξήντα πέντε (465,00) ευρώ μηνιαίως. Το ποσό αυτό πρέπει να υποχρεωθεί να καταβάλλει ο εναγόμενος στην ενάγουσα εντός του πρώτου πενθημέρου εκάστου μηνάς, αρχής γενομένης από την 1.9.2021 την έναρξη του ακαδημαϊκού έτους μέχρι την ολοκλήρωση των σπουδών της, ήτοι και του όγδοου εαρινού εξαμήνου του ακαδημαϊκού έτους 2025, η οποία συμπίπτει με την 31.8.2025, νομιμοτόκως από την καθυστέρηση καταβολής κάθε δόσης μέχρι την εξόφληση, χωρίς να κινδυνεύσει η διατροφή του ιδίου.

Κατά το υπόλοιπο ποσό των τριακοσίων σαράντα έξι (346,00) ευρώ της μηνιαίας διατροφής της ενάγουσας πρέπει να συμμετέχει η μητέρα της, κατά μερική παραδοχή του συναφούς, αρνητικού της αγωγής (με την οποία ζητείται να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει, όχι ολόκληρο το ποσό της διατροφής της εναγομένης θυγατέρας του, αλλά μόνο αυτό, το οποίο, κατ' αυτήν, αντιστοιχεί στην υποχρέωση συμμετοχής του στην ανάλογη διατροφή της) ισχυρισμού του εναγομένου περί συνεισφοράς στη διατροφή της ενάγουσας θυγατέρας του της μητέρας της τελευταίας...".

Το Εφετείο δέχθηκε και κατ'ουσίαν την έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, εξαφάνισε την υπ'αριθ.50/2022 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου και κρατώντας την από 28-7-2021 αγωγή έκανε αυτήν εν μέρει δεκτή υποχρεώνοντας τον εναγόμενο/αναιρεσίβλητο, να της καταβάλει ως μηνιαία διατροφή της το ποσό των 465 ευρώ από 1-9-2021 έως 31-8-2025 νομιμοτόκως.

Έτσι όμως, και παρά τη διαλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση γενική βεβαίωση αυτής ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο αλλά καταλείπονται ικανές αμφιβολίες, αν το Εφετείο για να καταλήξει στο πιο πάνω αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, εκτός των άλλων και τα ως άνω έγγραφα της Δ.Ο.Υ.

Βόλου αναφορικά με το άθροισμα των καθαρών ποσών που εισέπραξε ο αναιρεσίβλητος κατά εις αυτά αναφερόμενα χρονικά διαστήματα. Και αυτό γιατί, ενώ γίνεται ειδική αναφορά της βεβαίωσης εργοδότη που προσκόμισε ο εναγόμενος/αναιρεσίβλητος, σύμφωνα με την οποία, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης προσδιορίστηκαν οι μηνιαίες αποδοχές του αναιρεσιβλήτου από την εργασία του στο ποσό των 2.435 ευρώ, δεν γίνεται καμία συγκεκριμένη αναφορά ή σχολιασμός σχετικά με τις ως άνω κρίσιμες βεβαιώσεις της Δ.Ο.Υ, που αφορούν και το επίδικο χρονικό διάστημα, ούτε αντικρούεται ειδικά το περιεχόμενό τους, παρά την αποδεικτική τους σπουδαιότητα ως προς το ύψος των μηνιαίων αποδοχών του αναιρεσιβλήτου.

Επομένως, το Εφετείο, με το να μη λάβει υπόψη τα ως άνω έγγραφα και να μην τα συνεκτιμήσει (μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα), υπέπεσε στην πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ.11 περ.γ'ΚΠολΔ της παρά το νόμο μη λήψης υπόψη νομίμως προσκομισθέντος και επικληθέντος αποδεικτικού μέσου και, ως εκ τούτου, ο σχετικός πρώτος λόγος αναίρεσης, είναι βάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν τούτων, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων, οι οποίοι καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια του ως άνω κριθέντος ως βασίμου λόγου, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της, να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, συντιθέμενο από άλλο δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), να συμψηφιστεί δε η δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων λόγω του μεταξύ τους συγγενικού δεσμού (άρθρο 179, κατά τα στο διατακτικό εκτιθέμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ'αριθ. 455/2023 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας.

Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αποτελούμενο από άλλο δικαστή.

Συμψηφίζει τη δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Νοεμβρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Φεβρουαρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ