Legislator Case Law & Legislation
235/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on appealability grounds, ruling a single claim for spousal contribution does not require itemized breakdown.

Case Number 235/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Third Instance Court's decision rejecting his wife's claim for spousal contribution to marital assets. The appellant argued that the lower court erred by not requiring a specific breakdown of the claimed amount, but the court held that such a claim constitutes a single, unified legal request rather than multiple distinct items. Consequently, the court found no procedural defect in the lower court's judgment and rejected the appeal as unfounded.

Legislator headnote

AI generated

Articles 117, 118, 1400, 559, 559 §14, 577 §1, 577 §3 of the Code of Civil Procedure; A claim for spousal contribution to the increase of assets is a single unified request and does not require itemization of specific assets when the lower court rejects it without specifying the breakdown.

Keywords

AI generated
spousal contribution marital assets appeal admissibility single claim itemization requirement Code of Civil Procedure procedural defect

Cited Legislation

AI generated
Articles 495, 552, 553, 556, 558, 564 §3, 566 §1 of the Code of Civil Procedure
Article 495 §3 of the Code of Civil Procedure
Article 577 §1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 §3 of the Code of Civil Procedure
Article 216 §1 of the Code of Civil Procedure
Articles 117 and 118 of the Code of Civil Procedure
Article 1400 of the Civil Code
Article 559 §14 of the Code of Civil Procedure
Article 106 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189 §1 of the Code of Civil Procedure
Article 191 §2 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 235 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Γ.Β

Αριθμός 235/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Αναστασία Παπαδοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Μ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αικατερίνη Ζώη - Τσιγάρα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Π. Α. του Κ., πρώην συζύγου Γ. Μ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χαράλαμπο Τσιρογιάννη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/4/2014 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Τρικάλων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 47/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 16/2019 του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1/3/2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία, υπ` αριθ. 16/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, το οποίο απέρριψε την από 16-12-2015 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ` αριθ. 47/2015 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, η οποία είχε δεχθεί εν μέρει την από 24-4-2014 αγωγή της αναιρεσιβλήτου περί τεκμαρτής συμβολής της στην αύξηση της περιουσίας του αναιρεσείοντος κατά τη διάρκεια του γάμου τους και υποχρέωσε τον τελευταίο να της καταβάλλει νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, το ποσό των 207.548,58 ευρώ, στο οποίο αποτιμήθηκε η συμβολή της στην αύξηση της περιουσίας του κατά τη διάρκεια του γάμου τους. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός δύο ετών από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, δεδομένου ότι η τελευταία δεν επιδόθηκε (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564 §3, 566 §1 KΠολΔ), ενώ κατά την άσκησή της καταβλήθηκε και το προσήκον παράβολο του Δημοσίου (άρθ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ).Επομένως είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 §1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 § 3 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Α'. Κατά τη διάταξη, της παρ. 1 του άρθρου 216 ΚΠολΔ, η αγωγή εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 και 117 πρέπει να περιέχει, α) σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα, σε τρόπο ώστε να παρέχεται στον εναγόμενο η ευχέρεια της άμυνας, στο δε δικαστήριο η δυνατότητα ελέγχου του βασίμου κατά νόμο της αγωγής.

Διαφορετικά η αγωγή είναι αόριστη. Η αοριστία δε αυτή με την έννοια της ποιοτικής ή ποσοτικής αοριστίας δεν μπορεί να θεραπευτεί ούτε με τις προτάσεις ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλου εγγράφου, ούτε μπορεί σε αυτή να γίνει επιφύλαξη διόρθωσης ή συμπλήρωσης από την προσαγωγή ή εκτίμηση αποδείξεων, διότι αυτό αντίκειται στις διατάξεις για την προδικασία του άρθρου 111 ΚΠολΔ, των οποίων η τήρηση ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο.

Εξάλλου, η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ) και συντρέχει, αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή.

Αντιθέτως, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ.

Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 106/2015).

Αν, λοιπόν, το δικαστήριο δεχτεί την αγωγή ως ορισμένη, μολονότι το δικόγραφό της σε ότι αφορά την έκθεση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την ιστορική αιτία είναι αόριστο και προβαίνει στην κατ` ουσία εξέτασή της, κατά παράβαση της ως άνω δικονομικής διάταξης του άρθρου 216 ΚΠολΔ και δεν κηρύσσει ακυρότητα του δικογράφου, ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και όχι από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου 559 του ΚΠολΔ, που δημιουργεί λόγο αναίρεσης στην περίπτωση μόνο της νομικής αοριστίας της αγωγής, σε συνδυασμό με ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, και όχι δικονομικού τοιούτου, όπως εκείνη του άρθρου 216 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1247/2019, ΑΠ 851/2017, ΑΠ 458/2017).

Β'. Κατά το άρθρο 1400 παρ. 1 ΑΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 15 του ν. 1329/1983, "Αν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφότου τελέστηκε ο γάμος, αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή.

Τεκμαίρεται ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο ένα τρίτο της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή". Κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου: "Η προηγούμενη παράγραφος εφαρμόζεται αναλογικά και στην περίπτωση διάστασης των συζύγων, που διάρκεσε περισσότερο από τρία χρόνια". Η απαίτηση του κάθε συζύγου από το άρθρο 1400 ΑΚ είναι, κατ` αρχήν, ενοχή αξίας, δηλαδή χρηματική ενοχή, αντικείμενο της οποίας αποτελεί η χρηματική αποτίμηση της αύξησης της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου, που προέρχεται από τη συμβολή του δικαιούχου άμεση ή έμμεση.

Ως αύξηση νοείται όχι μία συγκεκριμένη κτήση, αλλά η διαφορά που υπάρχει στην περιουσιακή κατάσταση του υπόχρεου σε δύο διαφορετικά χρονικά σημεία, ήτοι κατά την τέλεση του γάμου (αρχική περιουσία) και κατά τον χρόνο που γεννάται η αξίωση για συμμετοχή στα αποκτήματα (τελική περιουσία). Από τη σύγκριση της αξίας αυτών, αναγόμενης σε τιμές του χρόνου της έγερσης της αγωγής θα κριθεί αν υπάρχει αύξηση της περιουσίας του ενός συζύγου που να δικαιολογεί την αξίωση του άλλου για συμμετοχή στα αποκτήματα.

Προς υπολογισμό της τελικής περιουσίας, κρίσιμος χρόνος θεωρείται στη μεν περίπτωση λύσης ή ακύρωσης του γάμου με δικαστική απόφαση, ο χρόνος κατά τον οποίο η απόφαση αυτή έγινε αμετάκλητη, στη δε περίπτωση της τριετούς διάστασης (κατά την οποία προϋποτίθεται ότι ο γάμος δεν έχει ακόμη λυθεί ή ακυρωθεί), κρίσιμος είναι ο χρόνος της άσκησης της αγωγής (ΑΠ 1899/2014, ΑΠ 406/2003).

Η συμβολή του δικαιούχου συζύγου στην αύξηση αυτή μπορεί να πραγματοποιηθεί με οποιονδήποτε τρόπο, ακόμη και με παροχή υπηρεσιών, αποτιμωμένων σε χρήμα, ακόμη και υπηρεσιών οι οποίες παρέχονται στο συζυγικό οίκο για την επιμέλεια και ανατροφή των τέκνων, όταν και κατά το μέτρο που αυτές δεν επιβάλλονται από την, κατά τα άρθρα 1389 και 1390 του ΑΚ, υποχρέωση συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών, κατά το οποίο ο υπόχρεος σύζυγος έμεινε απερίσπαστος από την εκπλήρωση της αντίστοιχης υποχρέωσής του σε συνεισφορά στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών και έτσι εξοικονόμησε δαπάνες και δυνάμεις που συνέβαλαν στην επαύξηση της περιουσίας του.

Η αποτίμηση των υπηρεσιών του ενάγοντος με τις οποίες αυτός συνέβαλε στην επελθούσα αύξηση της περιουσίας του εναγομένου συζύγου του, δεν είναι αναγκαία για το ορισμένο και νόμιμο της αγωγής, όταν αυτή ερείδεται επί της εξ 1/3 τεκμαρτής συμβολής του στα αποκτήματα του συζύγου του, ή σε μικρότερο ποσοστό, όπως αντιθέτως απαιτείται, όταν η αγωγή στηρίζεται επί της πραγματικής συμβολής.

Μόνο στην τελευταία περίπτωση, για να ληφθούν υπόψη και να υπολογισθούν αυτού του είδους οι υπηρεσίες, ως συμβολή στην επαύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου, απαιτείται να γίνεται η, κατά το μέρος που υπερβαίνει το επιβαλλόμενο από την υποχρέωση της συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών μέτρο, χρηματική αποτίμηση τους, ή η αποτίμηση των δυνάμεων που εξοικονόμησε από την παροχή τους ο υπόχρεος σύζυγος, εάν προβάλλεται ότι η εξοικονόμηση αυτή συνέβαλε κατά διαφορετικό από την αποτίμηση των υπηρεσιών ποσό στην αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου, που διαφορετικά δεν θα επιτυγχανόταν χωρίς αυτήν (ΑΠ 43/2015, ΑΠ 1280/2014).

Για το νόμιμο και ορισμένο της αγωγής δεν απαιτείται η αναφορά του ύψους των συνολικών οικογενειακών αναγκών ή του ύψους της εισφοράς αμφοτέρων των συζύγων ούτε του ύψους της συνεισφοράς της συζύγου, στην οποία υποχρεούται κατ` άρθρο 1389 ΑΚ, αλλά αρκεί η αναφορά του ύψους της συνεισφοράς της πέραν αυτής στην οποία υποχρεούται κατ` άρθρο 1389 ΑΚ (ΑΠ 43/2015, ΑΠ 1511/2005).

Αντίθετα, το παθητικό που πρέπει να αφαιρεθεί για να εξευρεθεί η τελική καθαρή αύξηση της περιουσίας, αποτελεί στοιχείο ένστασης. Από τα ανωτέρω προκύπτει, ότι προϋποθέσεις της αξίωσης συμμετοχής στα αποκτήματα του ενός συζύγου από τον άλλο με βάση το άρθρο 1400 ΑΚ είναι: α) η λύση ή ακύρωση του γάμου ή, κατ` ανάλογη εφαρμογή, η συμπλήρωση τριετούς διάστασης των συζύγων, β) η αύξηση της περιουσίας του ενός των συζύγων κατά τη διάρκεια του γάμου γ) η συμβολή του άλλου συζύγου στην αύξηση αυτή με οποιονδήποτε τρόπο, περιλαμβανομένης και της υπερβαίνουσας το μέτρο της συνεισφοράς του ενάγοντος συζύγου συμβολής του στις τρέχουσες οικογενειακές δαπάνες, με χρηματικές εισφορές ή εισφορές χρήσης ακινήτου για στέγαση της οικογένειας ή με παροχή προσωπικών υπηρεσιών στην αντιμετώπιση των οικογενειακών εν γένει αναγκών και δ) η αιτιώδης σχέση της συμβολής αυτής προς την αύξηση της περιουσίας του εναγομένου συζύγου.

Η αντίστοιχη αγωγική αξίωση είναι δυνατόν να στηρίζεται είτε κυρίως, είτε και επικουρικώς σε σχέση με τις αξιώσεις από την παρ. 1 του άρθρου 1400 ΑΚ και στην τεκμαρτή συμβολή από την παρ. 1 εδ. β' του άρθρου 1400 ΑΚ, δηλαδή στο νόμιμο τεκμήριο, οπότε μοναδική προϋπόθεση έχει την επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου συζύγου κατά τη διάρκεια του γάμου, την οποία και μόνον ο ενάγων οφείλει να επικαλεστεί και να αποδείξει, προσδιορίζοντας την τυχόν αρχική κατά την τέλεση του γάμου περιουσία του εναγομένου και την τελική κατά τη λύση ή την ακύρωση του γάμου ή την άσκηση της αγωγής επί τριετούς διάστασης περιουσία του, καθώς και την σε χρήμα αξία αμφοτέρων κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής, οπότε η συμβολή του τεκμαίρεται ότι ανέρχεται στο 1/3 της περιουσιακής επαύξησης, που προκύπτει με την αφαίρεση της αρχικής περιουσίας από την τελική.

Άρα, στην περίπτωση αυτή ο ενάγων σύζυγος δεν βαρύνεται με την επίκληση και απόδειξη ούτε της συμβολής του καθ` εαυτήν, ούτε του ποσοστού της, ούτε της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ αυτής και της περιουσιακής επαύξησης του εναγομένου (ΑΠ 492/2017, ΑΠ 76/1997). Ο εναγόμενος δε ως υπόχρεος σύζυγος, του οποίου φέρεται η περιουσία, ότι αυξήθηκε με τη συμβολή του ενάγοντος συζύγου μπορεί να προβάλει, μεταξύ άλλων και στις δύο περιπτώσεις του άρθρου 1400 του ΑΚ, ότι η συμβολή του ενάγοντος ήταν κάτω από το ένα τρίτο ή ότι δεν υπάρχει κάποια συμβολή.

Για να γίνει όμως δεκτή η ανυπαρξία συμβολής που αποκλείει την αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα, θα πρέπει ο εναγόμενος σύζυγος να επικαλεσθεί και αποδείξει, ότι ο φερόμενος δικαιούχος της αξίωσης συμμετοχής σύζυγος, είτε δεν μπορούσε εκ των πραγμάτων, είτε δεν ήθελε να συμβάλει και ότι η επαύξηση της περιουσίας οφείλεται μόνο σ` αυτόν.

Ο ισχυρισμός αυτός του εναγομένου, ενόψει του ότι το καθιερούμενο από το άρθρο 1400 ΑΚ τεκμήριο της συμβολής συμμετοχής στα αποκτήματα κατά το 1/3 ενεργεί και ως προς τους δύο συζύγους, ο δε ενάγων, έστω και αν δεν αποδείξει τη δική του συμβολή, θα δικαιούται οπωσδήποτε το 1/3 της αύξησης της περιουσίας του εναγομένου, συνιστά ως προς την απόκρουση του τεκμηρίου ένσταση (ΑΠ 492/2017, ΑΠ 1899/2014, ΑΠ 546/2009).

Με τη διάταξη αυτή δεν καθιερώνεται ιδιαίτερος τρόπος υπολογισμού της αξίωσης σε σχέση με το ποσοστό του τεκμηρίου, αλλ` απλώς γίνεται κατανομή του βάρους της απόδειξης με βάση μαχητό τεκμήριο, ενώ η αξίωση συμμετοχής στην επαύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου είναι μία και ενιαία, οποιοδήποτε ποσοστό (μεγαλύτερο ή μικρότερο του τεκμαιρομένου) συμμετοχής και αν ζητεί με την αγωγή ο δικαιούχος σύζυγος (ΑΠ 588/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση του δικογράφου της από 24-4-2014 αγωγής (561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει, ότι η αναιρεσίβλητη ισχυρίστηκε μεταξύ άλλων : Ότι στις 28-4-1985 τέλεσε με τον εναγόμενο νόμιμο γάμο, από τον οποίο απέκτησαν τρία τέκνα. Ότι ο γάμος τους λύθηκε με την 418/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, η οποία κατέστη αμετάκλητη την 22-1-2013.

Ότι κατά την τέλεση του γάμου τους στερούνταν και οι δύο περιουσιακών στοιχείων, μέχρι όμως την αμετάκλητη λύση αυτού η περιουσία του εναγόμενου (αναιρεσείοντος) συζύγου της αυξήθηκε κατά το ποσό των 5.389.572 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στην αξία των περιγραφόμενων στην αγωγή και αποκτηθέντων από αυτόν, κατά τη διάρκεια του γάμου τους, περιουσιακών στοιχείων, με σαφή αναγωγή της αξίας κάθε στοιχείου στο χρόνο της κτήσης τους, της αμετάκλητης λύσης του γάμου και της έγερσης της αγωγής.

Ότι στην επαύξηση αυτή της περιουσίας του εναγομένου συνέβαλε και η ίδια κατά ποσοστό 1/3, με την καταβολή εκ μέρους της ποσού 5.000.000 δρχ. τον Απρίλιο του 1984 ως προίκα, την καταβολή ποσού 1.500.000 δρχ. μετά τον Σεπτέμβριο του 1987, με παροχή προσωπικής εργασίας στην επιχείρηση που άνοιξε ο εναγόμενος με τα παραπάνω χρηματικά ποσά, με την παράλληλη ενασχόλησή της με την ανατροφή και φροντίδα των τριών τέκνων τους και την καλή λειτουργία του συζυγικού οίκου, συμβολή που ξεπερνούσε την υποχρέωση συμβολής της στις οικογενειακές ανάγκες.

Ζήτησε λοιπόν, η ενάγουσα, ύστερα από παραδεκτό (όπως θα εκτεθεί κατωτέρω) περιορισμό του αγωγικού αιτήματος κατ` άρθρο 223 ΚΠολΔ, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος, να της καταβάλει το ποσό του 1.000.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της κρινόμενης αγωγής. Με αυτό το περιεχόμενο η αγωγή είναι πλήρως ορισμένη, αφού στο δικόγραφό της διαλαμβάνονται όλα, τα από τις διατάξεις των άρθρων 216 ΚΠολΔ και 1400 ΑΚ απαιτούμενα για την πληρότητά του στοιχεία, όπως αυτά εκτίθενται στη μείζονα σκέψη, και ειδικότερα, ενόψει του ότι η αγωγή στηρίζεται στον τεκμαρτό υπολογισμό, αναφέρεται η αμετάκλητη λύση του γάμου, η επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου συζύγου (αναιρεσείοντος) κατά τη διάρκεια του γάμου, η τελική περιουσία αυτού (εφόσον σύμφωνα με την αγωγή δεν υπήρχε αρχική περιουσία), καθώς και η σε χρήμα αξία της τελικής περιουσίας κατά το χρόνο που η απόφαση περί διαζυγίου των διαδίκων κατέστη αμετάκλητη, αλλά και κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής.

Η κατά τα άνω λεπτομερής αναφορά των θεμελιωτικών της ασκούμενης από το άρθρο 1400 ΑΚ αξίωσης πραγματικών περιστατικών ανταποκρίνεται στην απαιτούμενη από τη διάταξη του άρθρου 216 ΚΠολΔ "ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς", αφού με τον τρόπο αυτό εξυπηρετείται ο επιδιωκόμενος από τις εν λόγω διατάξεις σκοπός, της παροχής, δηλαδή, της δυνατότητας στο μεν δικαστήριο να ερευνήσει τη νομική βασιμότητα της αγωγικής αξίωσης, στον δε εναγόμενο να αμυνθεί ικανοποιητικώς, ενώ δεν αποτελεί στοιχείο της βάσης αυτής της αγωγής και ο τρόπος με τον οποίο η απόφαση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που έλυσε το γάμο των διαδίκων, κατέστη αμετάκλητη (ΑΠ 492/2017).

Επομένως, το Εφετείο, που έκρινε ομοίως, όχι παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο και συνεπώς ο αντίθετος λόγος του αναιρετηρίου κατά το σχετικό σκέλος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η πλημμέλεια από τον αρ. 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι παρά το νόμο, δεν απέρριψε την αγωγή ως αόριστη, παρόλο που στο δικόγραφό της δεν αναφερόταν ο τρόπος με τον οποίο κατέστη η απόφαση λύσης του γάμου των διαδίκων αμετάκλητη, ούτε η διαφοροποίηση της αξίας της περιουσίας στους χρόνους αμετάκλητης λύσης του γάμου και άσκησης της αγωγής, είναι αβάσιμος.

ΙΙΙ. Επειδή, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 7 παρ.1 και 2 του ν.δ. 1544/1942, σε περίπτωση μη καταβολής από τον ενάγοντα του οφειλομένου κατά τα άρθρα 2 και 3 του ν. ΓλΟΗ/1912 τέλους δικαστικού ενσήμου δεν επέρχεται απαράδεκτο της αγωγής ή της συζήτησής της, αλλά ο ενάγων θεωρείται ότι δικάζεται ερήμην και γι` αυτό σε περίπτωση παράβασης των διατάξεων αυτών δεν ιδρύεται άλλος λόγος αναίρεσης παρά μόνο αυτός που προβλέπεται από το άρθρο 559 αριθ. 6 του ΚΠολΔ.

και μόνο για την περίπτωση κατά την οποία ο διάδικος δικάσθηκε ερήμην, όχι δε και για άλλη περίπτωση και μάλιστα αν αυτός δεν δικάσθηκε ερήμην αλλά κατ` αντιμωλίαν (ΑΠ 204/2014, ΑΠ 936/2011, ΑΠ 2365/2009). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 223 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το άρθρο δεύτερο του άρθρου 1 του Ν.4335/2015, (ΦΕΚ Α 87 με έναρξη ισχύος από 1-1-2016), "όταν επέλθει η εκκρεμοδικία είναι απαράδεκτη η μεταβολή του αιτήματος της αγωγής.

Κατ` εξαίρεση μπορεί ο ενάγων με τις προτάσεις, εωσότου περατωθεί η δίκη στον πρώτο βαθμό, να περιορίσει το αίτημα της αγωγής...". Ο περιορισμός του αιτήματος της αγωγής, θεωρείται, σύμφωνα με το άρθρο 295 παρ. 1 εδ. β` του ίδιου Κώδικα, ως μερική παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής κατά το αίτημα που περιορίστηκε, το οποίο θεωρείται από την αρχή ότι δεν ασκήθηκε, και μπορεί να γίνει, όχι μόνο με τις προτάσεις, σύμφωνα με το άρθρο 223 του εν λόγω Κώδικα, αλλά κατ` ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 297 ΚΠολΔ, και με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά (ΑΠ 1675/2017, ΑΠ 491/2015, ΑΠ 204/2015, ΑΠ 204/2014, ΑΠ 1893/2013, ΑΠ 315/2010).

Εξάλλου, "Όταν το αγωγικό αίτημα συντίθεται από περισσότερα κονδύλια, ο περιορισμός του επιχειρείται παραδεκτά μόνο εφόσον διευκρινίζεται σε ποια κονδύλια αφορά, ή όταν περιορίζεται κατά σαφή δήλωση του ενάγοντα αναλόγως κατά ποσοστό του όλου αιτήματος και επέρχεται έτσι αντίστοιχη μείωση όλων των κονδυλίων, καθόσον, άλλως προκαλείται αοριστία της αγωγής, η οποία εμποδίζει την συγκεκριμενοποίηση της διαφοράς, η οποία έχει αχθεί σε δικαστική κρίση" (ΟλΑΠ 3/2008, ΟλΑΠ 30/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση με το μοναδικό λόγο του αναιρετηρίου κατά το σχετικό σκέλος του, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ. αναιρετική πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι παρά το νόμο δεν απέρριψε ως απαράδεκτη την ένδικη αγωγή αποκτημάτων, για το λόγο ότι δεν καταβλήθηκε το ανάλογο προς το αντικείμενό της τέλος δικαστικού ενσήμου, αφού ο περιορισμός του αιτήματος αυτής από το αιτούμενο ποσό του 1.796.524 ευρώ στο ποσό του 1.000.000 ευρώ, κατά τη συζήτησή της ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, έγινε με δήλωση της ενάγουσας, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά συνεδρίασης, χωρίς όμως η δήλωση αυτή να περιληφθεί και στις προτάσεις της τελευταίας, όπως επιτάσσει το άρθρο 223 ΚΠολΔ.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης, σύμφωνα με την προεκτεθείσα νομική σκέψη, τυγχάνει πολλαπλώς απαράδεκτος και δη κυρίως μεν και προεχόντως, διότι η παράβαση των περί δικαστικού ενσήμου διατάξεων δεν επάγεται απαράδεκτο της αγωγής και δεν δημιουργεί άλλο λόγο αναίρεσης, παρά μόνο τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 6 του ΚΠολΔ.

και μόνο για την περίπτωση κατά την οποία ο διάδικος δικάσθηκε ερήμην, όχι δε και για άλλη περίπτωση και μάλιστα αν αυτός δεν δικάσθηκε ερήμην αλλά κατ` αντιμωλίαν, όπως εν προκειμένω. Ανεξαρτήτως όμως αυτού ο περιορισμός του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής στα όρια του καταβληθέντος δικαστικού ενσήμου, έγινε νομότυπα, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη μείζονα σκέψη, ως μερική παραίτηση, με δήλωση της ενάγουσας ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου καταχωρηθείσα στα πρακτικά συνεδρίασης αυτού.

Τέλος, με τον ίδιο ως άνω λόγο αναίρεσης κατά το σχετικό σκέλος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι η ένδικη αγωγή, μετά τον γενόμενο από την ενάγουσα-εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσίβλητη με δήλωσή της που καταχωρήθηκε στα πρακτικά στην πρωτοβάθμια δίκη, περιορισμό του αιτήματός της, ήταν ορισμένη, αν και αυτή δεν προσδιόρισε ειδικά σε ποιές από τις επί μέρους αξιώσεις της περιόριζε το καταψηφιστικό αίτημά της και με την παραδοχή αυτή να απορρίψει τον περί του αντιθέτου σχετικό λόγο της έφεσής του κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε είχε κρίνει ορισμένη την αγωγή και μετά τον γενόμενο περιορισμό του αιτήματος και ακολούθως, να απορρίψει την έφεσή του, παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο και πρέπει να αναιρεθεί.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, το Εφετείο, αναφορικά με τον γενόμενο από την αναιρεσίβλητη περιορισμό του αιτήματος της αγωγής, δέχτηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του τα ακόλουθα: "Με βάση τα ανωτέρω ζητούσε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβάλλει το ποσό του 1.000.000 ευρώ, όπως το αίτημά της περιορίστηκε με δήλωση του πληρεξουσίου της δικηγόρου, που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την εφεσιβαλλόμενη απόφαση πρακτικά δημόσιας στο ακροατήριο συνεδριάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, χωρίς όμως να περιορίζει και τη συμβολή της σε ποσοστό μικρότερο του 1/3 στην επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση.

Ο ανωτέρω περιορισμός του αιτήματος της αγωγής, ο οποίος έγινε, όπως προαναφέρθηκε με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της ενάγουσας, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, όπως απαιτεί η διάταξη του άρθρου 223 ΚΠολΔ, είναι παραδεκτός, σύμφωνα και με όσα αναφέρονται στην αμέσως ανωτέρω μείζονα σκέψη, αφού στην προκειμένη περίπτωση δεν ζητείται η επιδίκαση διαφορετικών αξιώσεων, ώστε να απαιτείται να διευκρινιστεί σε ποια κονδύλια αφορά ο περιορισμός αλλά η καταψήφιση μίας και μοναδικής απαίτησης, αυτής της συμμετοχής στα αποκτήματα.

Ενόψει των παραπάνω δεν απαιτείται η καταβολή δικαστικού ενσήμου για το σύνολο του με την αγωγή αιτηθέντος ποσού, δηλαδή του 1.796.524 ευρώ, όπως αβασίμως ισχυρίζεται ο εναγόμενος εκκαλών. Επομένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλούμενη απόφασή του έκρινε τα ίδια, δεν έσφαλε κατά την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, τα δε περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα στα πλαίσια του πρώτου λόγου της έφεσης του εναγομένου είναι απορριπτέα ως αβάσιμα".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, αναφορικά με το ορισμένο της αγωγής μετά τον ως άνω περιορισμό του αιτήματος αυτής, που συντίθεται από μία και μοναδική αξίωση και όχι από περισσότερα κονδύλια, και ειδικότερα με το να θεωρήσει ότι μετά τον περιορισμό αυτό δεν προκλήθηκε αοριστία, ως προς το αίτημα αυτής, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια της παρά το νόμο μη κήρυξης απαραδέκτου.

Ειδικότερα, και σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη μείζονα σκέψη, η κατά το άρθρο 1400 ΑΚ αξίωση συμμετοχής στην επαύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου, είναι μία και ενιαία, και δεν απαρτίζεται από περισσότερα κονδύλια, αλλά από μία και μοναδική αξίωση, αυτή της συμμετοχής στα αποκτήματα, για την εξεύρεση της οποίας λαμβάνεται υπόψη η επαύξηση της περιουσίας του ενός συζύγου μετά την τέλεση του γάμου, δυναμένη να προέρχεται από περισσότερα του ενός επί μέρους περιουσιακά στοιχεία, που δεν αποτελούν όμως περισσότερα κονδύλια της αγωγής αλλά συνυπολογίζονται εκ του νόμου για την εξεύρεση της επαύξησης της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου, και συνεπώς σε περίπτωση περιορισμού του αιτήματος της ασκούμενης από το άρθρο αυτό αγωγής, δεν απαιτείται να διευκρινιστεί σε ποιά κονδύλια αφορά ο περιορισμός, αφού το αγωγικό αίτημα δεν συντίθεται από περισσότερα κονδύλια αλλά από ένα και μόνο αντίστοιχο με τη συμμετοχή του δικαιούχου συζύγου στην επαύξηση της περιουσίας του υπόχρεου και επομένως, ο από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης κατά το σχετικό σκέλος του είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας του αναιρεσείοντος (άρθρ. 495 παρ. 3 εδ. ε' του ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 106, 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 1-3-2019 αίτηση του Γ. Μ. του Γ., για αναίρεση της υπ' αριθ. 16/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 31 Ιανουαρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Φεβρουαρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ