Legislator Case Law & Legislation
235/2019 AI generated

235/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 235/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Κοκοτίνη, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα - Εισηγητή και Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

235/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): κατάθ. ….6/17.2.2014 αντίθετη έφεση της εναγομένης - ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας και εξαφανίσθηκε η υπ' αριθ. 56/7.1.2014 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, που είχε εκδοθεί αντιμωλία των διαδίκων κατά την αυτή διαδικασία. Με την τελευταία αυτή απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου α) είχε γίνει κατά ένα μέρος δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη κατά την κυρία αυτής βάση η από 5.3. 2013 και με αριθ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 235 / 2019 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 235/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Κοκοτίνη, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα - Εισηγητή και Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 9 Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Κ. Π. του Κ., η οποία παραστάθηκε για τον εαυτό της με την ιδιότητα του δικηγόρου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και κατάθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Κ. χήρας Ε. Μ., το γένος Α. Γ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Παπανικολάου, που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/2/2013 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης και την από 5/3/2013 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 56/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 682/2017 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 4/1/2018 αίτησή της και τους από 3/9/2018 προσθέτους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και των προσθέτων λόγων καθώς και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη της.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 4.1.2018 και με αριθ. κατάθεσης 8/1/4.1.2018 αίτηση αναίρεσης και τους από 3.9.2018 και με αριθ. κατάθ. ….4/3.9.2018 δι' ιδίου δικογράφου ασκηθέντες πρόσθετους λόγους αναίρεσης, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές για την παροχή εργασίας υπ' αριθ.

…..2/15.11.2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά. Με την προσβαλλομένη απόφαση έγιναν κατά ένα μέρος δεκτές ως ουσιαστικά βάσιμες η από 13.2.2014 και με αριθ. κατάθ. 101/14.2.2014 έφεση της ενάγουσας - εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης και οι με ίδιο δικόγραφο (αρ. κατάθ. 2612/……/20.10.2014) πρόσθετοι λόγοι έφεσης αυτής, καθώς και η από 14.2.2014 και με αριθ.

κατάθ. ….6/17.2.2014 αντίθετη έφεση της εναγομένης - ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας και εξαφανίσθηκε η υπ' αριθ. 56/7.1.2014 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, που είχε εκδοθεί αντιμωλία των διαδίκων κατά την αυτή διαδικασία. Με την τελευταία αυτή απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου α) είχε γίνει κατά ένα μέρος δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη κατά την κυρία αυτής βάση η από 5.3. 2013 και με αριθ.

κατάθ. ….06/6.3.2013 αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας δικηγόρου και είχε αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης εντολέως της να καταβάλει στην ενάγουσα νομιμοτόκως το συνολικό ποσό των 301.392,42 ευρώ (περιλαμβανομένου ΦΠΑ από 23%) ως δικηγορική αμοιβή της πρώτης για επιτυχή περάτωση των διαλαμβανομένων εκεί υποθέσεων που της είχαν ανατεθεί, με ποσοστό 20% επί της αξίας του τελικώς καθορισθέντος με τελεσίδικη δικαστική απόφαση ποσοστού του κληρονομικού μεριδίου της εναγομένης, δυνάμει του από 5.11.2001 ιδιωτικού συμφωνητικού - εργολαβικού δικηγορικής αμοιβής - πληρεξουσίου καταρτισθέντος μεταξύ των διαδίκων, ενώ είχε απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η ως άνω αγωγή ως προς το κεφάλαιο καταβολής στην ενάγουσα του ποσού των 15.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης αυτής που έλαβε χώρα κατά την ανάκληση της εντολής από την εναγομένη εντολέα υπό συνθήκες προσβολής της προσωπικότητας της ενάγουσας και β) είχε γίνει κατά ένα μέρος δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η από 1.2. 2013 και με αριθ.

κατάθ. ….5/1.2.2013 αντίθετη αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης εντολέως και είχε αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας δικηγόρου να καταβάλει νομιμοτόκως στην ενάγουσα εντολέα της το συνολικό ποσό των 83.310,22 ευρώ (από τα οποία 9.000 ευρώ αφορούσαν επιδικασθείσες σε βάρος της ενάγουσας δικαστικές δαπάνες που η τελευταία κατέβαλε στους νικήσαντες αντιδίκους - τρίτους, ενώ κατά το ως άνω από 5.11.2001 ιδιωτικό συμφωνητικό οι δαπάνες αυτές βάρυναν την εναγομένη δικηγόρο, και 74.310,22 ευρώ αφορούσαν ποσό επιστροφής φόρου που η εναγομένη δικηγόρος εισέπραξε για λογαριασμό της εντολέως της και ουδέποτε απέδωσε σε αυτήν) και είχε υποχρεωθεί η εναγομένη δικηγόρος σε λογοδοσία για τα ποσά που εισέπραξε για λογαριασμό της εντολέως της, ενώ είχε απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η εν λόγω αγωγή ως προς το κεφάλαιο αναγνώρισης ότι ουδεμία οφείλεται αμοιβή από την ενάγουσα εντολέα στην εναγομένη δικηγόρο και ότι δεν υπάρχει υποχρέωση της πρώτης να μεταβιβάσει οποιοδήποτε κληρονομηθέν ακίνητο της στην δεύτερη.

Με την προσβαλλομένη απόφαση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη ως άνω οριστική απόφαση, δίκασε κατ' ουσία την υπόθεση και α) απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη στο σύνολό της την από 5.3.2013 και με αριθ. κατάθ. …06/2013 αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας δικηγόρου κατά την κυρία αυτής βάση και δέχθηκε κατά ένα μέρος ως ουσιαστικά βάσιμη την ως άνω αγωγή κατά την επικουρική αυτής βάση, αναγνωρίζοντας την υποχρέωση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης εντολέως να καταβάλει νομιμοτόκως στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 20.161,18 ευρώ, πλέον 4.637,07 ευρώ για ΦΠΑ από 23%, με βάση τα προβλεπόμενα στον Κώδικα δικηγόρων ελάχιστα όρια δικηγορικής αμοιβής για τις λεπτομερειακώς εκτιθέμενες εκεί δικαστικές και εξώδικες ενέργειες που η ενάγουσα δικηγόρος προέβη σε εκτέλεση των εντολών, ενώ απέρριψε (όπως και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο) την αγωγή κατά το κεφάλαιο καταβολής χρηματικής ικανοποίησης της ενάγουσας λόγω ηθικής βλάβης ως ουσιαστικά αβάσιμη και β) δέχθηκε κατά ένα μέρος ως ουσιαστικά βάσιμη την από 1.2.2013 και με αριθ.

κατάθ. ….5/2013 αντίθετη αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης εντολέως, αναγνώρισε ότι η τελευταία ουδεμία αμοιβή οφείλει στην εναγομένη δικηγόρο βάσει των όρων του από 5.11.2001 ιδιωτικού συμφωνητικού εργολαβίας δίκης μεταξύ των διαδίκων και αναγνώρισε περαιτέρω υποχρέωση της εναγομένης δικηγόρου να καταβάλει νομιμοτόκως στην ενάγουσα εντολέα της το ποσό των 74.310,22 ευρώ από επιστροφή φόρου που η εναγομένη δικηγόρος εισέπραξε για λογαριασμό της εντολέως της και ουδέποτε απέδωσε σε αυτήν, ενώ απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη για το πρωτοδίκως επιδικασθέν κεφάλαιο της αναγνώρισης της υποχρέωσης της εναγομένης να καταβάλει την ως άνω δικαστική δαπάνη που είχε επιδικασθεί σε βάρος της ενάγουσας εντολέως.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθόσον η προσβαλλομένη απόφαση επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα στις 6.12.2017, όπως προκύπτει από την σχετική επισημείωση επί της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Σ. Ξ., η δε αναίρεση κατατέθηκε στη γραμματεία του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου στις 4.1.2018 (άρθ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ).

Επίσης οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ασκήθηκαν παραδεκτά με κατάθεση του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 3 Σεπτεμβρίου 2018 (αρ. κατ. 74/3.9.2018) και επίδοση αυτού στις 4 Σεπτεμβρίου 2018 στην αναιρεσίβλητη, όπως προκύπτει από την μετ' επικλήσεως προσκομιζομένη με αριθμό ….16/4.9.2018 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιώς Ι.

Π., ήτοι περισσότερες από τριάντα ημέρες πριν την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 9ης Οκτωβρίου 2018 (άρθ. 569 παρ.2 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτοί (άρθ. 577 παρ.1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των διαλαμβανομένων στα άνω δικόγραφα λόγων αναίρεσης (άρθ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Με την προσβαλλομένη απόφαση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, ότι στις 13.10.1999 απεβίωσε στον … ο Ε. Μ. του Π., ο οποίος ήταν έγγαμος με την εκκαλούσα - εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσίβλητη, χωρίς να έχουν αποκτήσει τέκνα.

Ότι δυνάμει της από 11.3.1999 δημοσίας διαθήκης αυτού, η οποία δημοσιεύθηκε με το με αριθ. …87/10.12.1999 πρακτικό δημοσίευσης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, εγκατέστησε την αναιρεσίβλητη κληρονόμο επί όλης της κινητής και ακίνητης περιουσίας αυτού, με εξαίρεση το 1/2 εξ αδιαιρέτου επί μίας αποθήκης, όπου εγκατέστησε κληρονόμους τους εξ αδιαθέτου συγγενείς του (συμπεριλαμβανομένης και της ως άνω συζύγου του), ενώ όρισε επιπροσθέτως ότι μετά τον θάνατο της συζύγου του η τυχόν υπολειπομένη περιουσία να περιέλθει κατά το σωζόμενο μέρος της στην αδελφή του Γ.

Κ. το γένος Π. Μ.. Ότι δυνάμει των με αριθ. 4192/5.7.2000, 4267/13.10.2000 και ….9/21.5.2001 αρχικής, διορθωτικής και συμπληρωματικής πράξεων αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Α. Κ., η αναιρεσίβλητη αποδέχθηκε την κληρονομία ένδεκα (11) συνολικά ακινήτων, απάντων ευρισκομένων στην κτηματική περιφέρεια της τότε κοινότητας … της νήσου …..

όπως αυτά περιγράφονται κατά θέση και έκταση στην προσβαλλόμενη απόφαση. Ότι προς διενέργεια όλων των ανωτέρω πράξεων και ειδικότερα προς εντοπισμό των ανωτέρω ακινήτων, την αποτύπωση αυτών επί τοπογραφικών διαγραμμάτων, τη σύνταξη και την υποβολή των δηλώσεων φόρου κληρονομίας, τη σύνταξη συμβολαιογραφικής πράξης αποδοχής της κληρονομίας και γενικότερα τη διενέργεια όλων των αναγκαίων πράξεων για την επαγωγή της κληρονομίας σε αυτή, η ως άνω αναιρεσίβλητη είχε απευθυνθεί στην εφεσίβλητη - εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα δικηγόρο, η οποία πράγματι από τον Δεκέμβριο του 1999 έως και τον Μάιο του 2001 μετέβη πολλές φορές στη νήσο …., όπου διενήργησε έρευνα στο Υποθηκοφυλακείο …, εντόπισε τα ακίνητα και μερίμνησε για τη σύνταξη των αναγκαίων τοπογραφικών διαγραμμάτων από τους ορισθέντες δύο μηχανικούς με δαπάνη της αναιρεσίβλητης, επιμελήθηκε για την υποβολή στην … ΔΟΥ ….

των δηλώσεων φόρου κληρονομίας της αναιρεσίβλητης και μερίμνησε για τη σύνταξη των ως άνω πράξεων αποδοχής της κληρονομίας από την από αυτήν υποδειχθείσα ως άνω συμβολαιογράφο. Ότι ο συνολικός φόρος κληρονομίας προσδιορίσθηκε στο ποσό των 101.953.474 δραχμών (299.203,15 ευρώ). Ότι προς το σκοπό εξεύρεσης χρημάτων για την πληρωμή του φόρου κληρονομίας, η αναιρεσείουσα συμβούλευσε την αναιρεσίβλητη να εκποιήσει ένα εκ των κληρονομηθέντων ακινήτων, χωρίς να την ενημερώσει ότι υπήρχε και η δυνατότητα πληρωμής του φόρου κληρονομίας με δόσεις.

Ότι βάσει της ανωτέρω συμβουλής, η αναιρεσίβλητη, δυνάμει του με αριθ. ….9/25.10.2000 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Μ. Γ. - Τ., νομίμως μεταγραφέντος στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου … (τομ. ….6 αριθ. …..), μεταβίβασε λόγω πώλησης προς την ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "... ΟΕ" το ενδέκατο ακίνητο, κείμενο στη θέση "…." της κτηματικής περιφέρειας της τέως κοινότητας ….

της νήσου …., επιφανείας 1.539,67 τμ μετά των εκεί ευρισκομένων κτισμάτων, εντός σχεδίου, αντί τιμήματος 115.000.000 δραχμών, αν και η αντικειμενική του αξία που ήταν τουλάχιστον ίση με την αγοραία, ανερχόταν στο ποσό των 171.279.875 δραχμών. Ότι κατά την κατάρτιση του αγοραπωλητηρίου συμβολαίου παραστάθηκε ως δικηγόρος της αναιρεσίβλητης πωλήτριας η αναιρεσείουσα δικηγόρος και εισέπραξε τη νόμιμη αμοιβή της, ύψους 881.400 δραχμών.

Ότι από το καταβληθέν τίμημα, η αναιρεσίβλητη κράτησε 15.000.000 δραχμές και το υπόλοιπο ποσό των 100.000.000 δραχμών παρέδωσε στην αναιρεσείουσα, προκειμένου να επιμεληθεί της πληρωμής του φόρου κληρονομίας. Ότι, όπως προκύπτει από τις σχετικές αποδείξεις είσπραξης της οικείας ΔΟΥ, έναντι της ως άνω οφειλής φόρου κληρονομίας εκ 299.203,15 ευρώ, η αναιρεσείουσα δικηγόρος τελικά κατέβαλλε τμηματικά στην … ΔΟΥ ….το συνολικό ποσό των 270.124,79 ευρώ προς εξόφληση του φόρου, της άνω διαφοράς οφειλομένης σε έκπτωση μέρους του φόρου ύψους 29.078,36 ευρώ, λόγω της εφάπαξ καταβολής του μεγαλυτέρου μέρους του ποσού του φόρου που είχε επιβληθεί με τις τέσσερις πρώτες από τις πέντε συνολικά βεβαιώσεις φόρου κληρονομίας.

Ότι συνακόλουθα η αναιρεσείουσα παρακράτησε τη διαφορά, την οποία ουδέποτε επέστρεψε στην αναιρεσίβλητη, καρπωθείσα και τους επί του παρακρατηθέντος ποσού τόκους. Ότι τον Μάιο του 2001 επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη η υπ' αριθ. ….85/1.3.2001 αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, με την οποία οι ενάγοντες, μητέρα του διαθέτη Ι.

χήρα Π. Μ. και τα δύο τέκνα αυτής και του μεταποβιώσαντος πατέρα του διαθέτη Π. Ι. Μ. του Π. και Γ. Κ. το γένος Π. Μ., ζήτησαν την αναγνώριση του δικαιώματος νομίμου μοίρας της πρώτης (ως νομίμου μεριδούχου του διαθέτη υιού της και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου του νομίμου μεριδούχου, μεταποβιώσαντος πατέρα του διαθέτη και συζύγου της) και των δευτέρου και τρίτης (ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του νομίμου μεριδούχου, μεταποβιώσαντος πατέρα του διαθέτη).

Ότι η αγοράστρια του ως άνω ενδέκατου ακινήτου ομόρρυθμη εταιρεία άσκησε την με αρ. κατ. …72/14.6.2001 πρόσθετη παρέμβαση αυτής υπέρ της αναιρεσίβλητης, τότε εναγομένης στην πιο πάνω αγωγή. Ότι η αγωγή και η πρόσθετη παρέμβαση συζητήθηκαν κατά τη δικάσιμο της 24ης Οκτωβρίου 2001, χωρίς όμως να εκδοθεί απόφαση επ' αυτών, λόγω κωλύματος στο πρόσωπο ενός εκ των μελών της σύνθεσης και διατάχθηκε η ανασυζήτηση τους με πράξη της διοίκησης του εν λόγω Πρωτοδικείου.

Ότι λόγω της ως άνω δικαστικής εκκρεμότητας, η αναιρεσίβλητη αποτάνθηκε στην αναιρεσείουσα δικηγόρο, η οποία μέχρι τότε είχε επιμεληθεί όλων των θεμάτων που αφορούσαν την κληρονομιαία περιουσία και της ανέθεσε την υπεράσπιση της κατά της ως άνω αγωγής των νομίμων μεριδούχων. Ότι, επειδή η αναιρεσίβλητη εστερείτο της αναγκαίας οικονομικής ρευστότητας προς αντιμετώπιση των δαπανών διεξαγωγής της ανοιγείσας σε βάρος της δίκης, ενόψει και των μέχρι τότε δαπανών αυτής (αμοιβή συμβολαιογράφου, αμοιβές τοπογράφων και αμοιβές της αναιρεσείουσας για τη μέχρι τότε ενασχόλησή της για τα κληρονομικά θέματα της αναιρεσίβλητης) και επειδή δεν υπήρχε η δυνατότητα εκποίησης άλλου κληρονομιαίου ακινήτου προς εξεύρεση οικονομικών πόρων, λόγω της ως άνω εκκρεμούσας αγωγής, με πρόταση της αναιρεσείουσας, καταρτίσθηκε μεταξύ των μερών, ήτοι της αναιρεσίβλητης εντολέως, ως κληρονόμου κατά ποσοστό 112/128 (όπως διαλαμβάνεται στο συμφωνητικό) και της αναιρεσείουσας δικηγόρου, ως εντολοδόχου, το από 5.11.2001 ιδιωτικό συμφωνητικό.

Ότι το ως άνω συμφωνητικό συντάχθηκε αποκλειστικά από την έχουσα νομικές γνώσεις αναιρεσείουσα δικηγόρο, αντίγραφο δε αυτού κατατέθηκε αυθημερόν στον Δικηγορικό Σύλλογο …. και στις 7.11.2001 στην …. ΔΟΥ ….. Στη συνέχεια, αφού διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση κατά λέξη (με εξαίρεση την περιγραφή των ανωτέρω ένδεκα ακινήτων) το περιεχόμενο του ως άνω ιδιωτικού συμφωνητικού, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο καταλήγει στο συμπέρασμα ότι από την επισκόπηση του προεκτεθέντος περιεχομένου αυτού και ειδικότερα από τη διατύπωση του πρώτου όρου με τον οποίο ορίζεται ότι η εντολέας αναθέτει στην εντολοδόχο τη διεκπεραίωση της εκεί γενικώς αναφερομένης εντολής "μέχρι τελικής ικανοποίησης", του πέμπτου όρου δια του οποίου η δικηγορική αμοιβή της εντολοδόχου προσδιορίσθηκε σε 20% επί του κληρονομικού μεριδίου ή επί της αντίστοιχης χρηματικής απαίτησης από την κληρονομιαία περιουσία, του έκτου όρου δια του οποίου ορίσθηκε ότι η καταβολή της συμφωνημένης αμοιβής τελεί υπό την αναγκαία προϋπόθεση "της ευνοϊκής εξελίξεως και επιτυχούς εκβάσεως της υποθέσεως, δικαστικώς και εξωδίκως, σε οποιοδήποτε στάδιο της δίκης, πριν ή μετά από αυτήν και ότι εν περιπτώσει απωλείας του δικαστικού αγώνος η εντολοδόχος δικηγόρος ουδεμίας θα δικαιούται αμοιβής", του έβδομου όρου, δια του οποίου συμφωνήθηκε ότι η εντολοδόχος δικηγόρος αναλαμβάνει την υποχρέωση (πλην της καταβολής του αγωγόσημου) "να ενεργήσει με δικά της έξοδα όλες τις διαδικαστικές πράξεις και εξώδικες πράξεις που θ' απαιτηθούν για την επίτευξη του παραπάνω σκοπού μέχρι να καταστεί τελεσίδικη κάθε απόφαση που αφορά την υπόθεση αυτή" και τέλος του όγδοου όρου, δια του οποίου συμφωνήθηκε ότι η υποχρέωση της εντολέως στην καταβολή του προεκτεθέντος ποσοστού επί του κληρονομικού της μεριδίου βαρύνει τους καθολικούς και ειδικούς διαδόχους της, είτε ο παραπάνω σκοπός (αποτέλεσμα) επιτευχθεί δικαστικά, είτε με δικαστικό ή εξώδικο συμβιβασμό σε οποιοδήποτε στάδιο και αν βρεθεί η υπόθεση (είτε η δίκη από την έναρξη έως το τέλος της), καταδεικνύεται ότι μεταξύ των συμβαλλομένων καταρτίσθηκε σύμβαση εργολαβίας δίκης, λαμβανομένου υπόψη ότι η καταβολή της ως άνω από 20% αμοιβής συνομολογήθηκε ρητά υπό την αίρεση της τελεσίδικης επιτυχούς έκβασης της δίκης ή της υπόθεσης και ότι άλλως η εντολοδόχος ουδεμιάς δικαιούται αμοιβής.

Ότι τούτο (δηλ. ο χαρακτηρισμός της σύμβασης ως εργολαβίας δίκης) καθίσταται εμφανές από τη διατύπωση των πιο πάνω πρώτου και ιδίως εβδόμου όρων, χωρίς να είναι αναγκαία η προσφυγή στους κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ. Ότι δεν γεννάται ζήτημα προσβολής του κύρους του ως άνω από 5.11.2001 ιδιωτικού συμφωνητικού για λόγους ακυρωσίας αυτού λόγω πλάνης ή απάτης, [εξ αιτίας της επικαλούμενης από την αναιρεσίβλητη διάστασης μεταξύ της πραγματικής βούλησης και της γενομένης δήλωσης αυτής, με βάση τον ισχυρισμό της τελευταίας ότι ουδέποτε είχε παράσχει στην αναιρεσείουσα την εντολή για τη διενέργεια ορισμένων εκ των διαλαμβανομένων στο ως άνω συμφωνητικό εργασιών, καθότι αφενός μεν αυτή (αναιρεσίβλητη) είχε αποτανθεί στην αναιρεσείουσα δικηγόρο μόνο για το ζήτημα της αντίκρουσης της σε βάρος της με αριθ.

…85/1.3.2001 αγωγής, στην οποία και αφορούσε η κατάρτιση της μεταξύ των μερών συμφωνίας και την οποία εσκεμμένως παρέλειψε να περιλάβει σε αυτό η αναιρεσείουσα, αφετέρου δε ότι ορισμένες από τις αναγραφόμενες σε αυτό ενέργειες είχαν ήδη ολοκληρωθεί πριν την κατάρτιση του ως άνω συμφωνητικού, στο πλαίσιο της προηγουμένης μεταξύ των μερών συνεργασίας], διότι από την ανάκληση της εντολής στις 27.5.2010 εκ μέρους της αναιρεσίβλητης μέχρι την άσκηση της με αριθ.

κατ. ….45/1.2.2013 αγωγής αυτής έχει παρέλθει χρόνος μεγαλύτερος της διετίας. Ότι σε κάθε περίπτωση από το περιεχόμενο της ως άνω αγωγής της αναιρεσίβλητης δεν στοιχειοθετείται λόγος ακυρότητας του συμφωνητικού από το άρθρο 179 του ΑΚ. Ότι, πάντως, ρητά διαλαμβανόμενες στο εν λόγω από 5.11.2001 ιδιωτικό συμφωνητικό εργασίες (εξεύρεση κληρονομιαίων ακινήτων, έλεγχος τίτλων, υποβολή αιτήσεων σε Τράπεζες για ανεύρεση λογαριασμών του διαθέτη, διευθέτηση θεμάτων που αφορούσαν τη φορολογία των κληρονομιαίων ακινήτων, σύνταξη πράξεων αποδοχής της κληρονομίας και μεταγραφή της) είχαν ήδη ολοκληρωθεί πριν από τη σύναψή του και, κατά συνέπεια, η συμφωνηθείσα από 20% αμοιβή της αναιρεσείουσας δεν μπορεί να αναφέρεται και στις εργασίες αυτές, αφού δεν υπάρχει περί του αντιθέτου ρητός όρος στο εν λόγω συμφωνητικό, ούτε άλλωστε η αναιρεσείουσα στην αγωγή της, τόσο βάσει της κυρίας, όσο και βάσει της επικουρικής της βάσης, ζητεί κάποια αμοιβή για τις ως άνω εργασίες.

Ότι η ανάμειξη της αναιρεσείουσας στις πριν τη σύνταξη του συμφωνητικού διενεργηθείσες ως άνω εργασίες, παρά τα αντιθέτως από αυτήν υποστηριζόμενα, και η διαδοχική καταβολή κάθε φορά σε αυτήν της οφειλομένης αμοιβής για κάθε μία από τις διενεργούμενες από αυτήν εργασίες, κυμαινομένη στο ποσό των 1.500 έως 2.000 ευρώ τη φορά, πλέον των εξόδων διαμονής και σίτισης αυτής στη νήσο …, αποδεικνύονται από τις αναγραφόμενες στην προσβαλλομένη απόφαση μαρτυρικές καταθέσεις σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι δεν αμφισβητείται ότι η αναιρεσίβλητη είχε εκπληρώσει όλες τις οικονομικές της εκκρεμότητες προς τρίτους (τοπογράφους, συμβολαιογράφο) και της παράστασης της αναιρεσείουσας κατά την κατάρτιση του πιο πάνω πωλητηρίου συμβολαίου.

Ότι, παρά το γεγονός ότι, όπως η αναιρεσίβλητη ισχυρίζεται, αυτή είχε μεταβεί στο γραφείο της αναιρεσείουσας δικηγόρου αποκλειστικά προς απόκρουση της σε βάρος της ως άνω με αριθ. …85/1.3.2001 αγωγής για την αναγνώριση του δικαιώματος νομίμου μοίρας των εκεί εναγόντων επί της κληρονομιαίας περιουσίας και παρά το ότι η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται στην αγωγή της ότι μεταξύ των εργασιών που περάτωσε επιτυχώς ήταν και ο χειρισμός της πιο πάνω δικαστικής υπόθεσης προς αντίκρουση της εν λόγω αγωγής των νομίμων μεριδούχων, από την επισκόπηση του περιεχομένου του ανωτέρω από 5.11.2001 ιδιωτικού συμφωνητικού προκύπτει ότι δεν περιελήφθη σε αυτό ρητά τέτοια εντολή, όπως αντιθέτως περιελήφθη για τη διεκδίκηση του τιμήματος από την εκποίηση ενός ακινήτου κειμένου στη θέση "….." της κτηματικής περιφέρειας της Κοινότητας ….

της νήσου …. και μίας λέμβου με το όνομα "...", μετά τη διεκδίκηση και πώληση της λέμβου, αφού σε κανένα σημείο του κειμένου του πιο πάνω συμφωνητικού δεν γίνεται σχετική μνεία της εκκρεμούσας ως άνω αγωγής. Ότι, κάτι τέτοιο δεν μπορεί να συναχθεί ούτε από την, βάσει των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, ερμηνεία του πρώτου όρου του ιδιωτικού συμφωνητικού, ασαφώς διατυπωμένου, (σύμφωνα με τον οποίο όρο) "η αφετέρου συμβαλλομένη δήλωσε ότι έχει αστικές αξιώσεις κληρονομικής φύσης και συγκεκριμένα ότι είναι μαζί με άλλους κληρονόμους στην κληρονομία του αποθανόντος συζύγου της ...

με ποσοστό 112/128 εξ αδιαιρέτου, αναθέτει δε τη διευθέτηση, προσδιορισμό, εξώδικη ή δικαστική διανομή, επιδίωξη και άσκηση των αξιώσεων αυτών κατά των υπολοίπων συγκληρονόμων και κάθε τρίτου", καθότι η συγκεκριμένη υπόθεση δεν αφορούσε άσκηση, διευθέτηση ή προσδιορισμό αξιώσεων της αναιρεσίβλητης κατά των νομίμων μεριδούχων ή άλλων συγκληρονόμων, αλλά σε αξίωση (κληρονομική) των αντιδίκων εναντίον της και σε άμυνα προς απόκρουση αυτής.

Ότι σε αυτό κατατείνει και το γεγονός της αποφυγής μνημόνευσης της αναιρεσίβλητης στο πιο πάνω ιδιωτικό συμφωνητικό με την ιδιότητα της αποκλειστικής εκ διαθήκης κληρονόμου επί των πρώτου έως ενάτου και ενδεκάτου των μνημονευομένων σε αυτό ακινήτων, ως και το γεγονός της αποφυγής μνημόνευσης της πιο πάνω αγωγής και ιδίως του ακριβούς αιτήματος αυτής, ούτως ώστε να εκτιμηθεί επί τη βάσει των εν λόγω παραμέτρων τι κατά τη βούληση των συμβαλλομένων είχε συμφωνηθεί ως "(τελεσίδικος) επιτυχής έκβασις της υποθέσεως" σε σχέση με την αγωγή αυτή και ότι ο σκοπός της τοιαύτης επιτυχίας αποτέλεσε τη βάση κατάρτισης του εν λόγω συμφωνητικού.

Ότι από την παράθεση στο ανωτέρω συμφωνητικό από την έχουσα νομικές γνώσεις συντάξασα αυτό αναιρεσείουσα δικηγόρο, της ιδιότητας της αναιρεσίβλητης ως συγκληρονόμου κατά ποσοστό 112/128 (χωρίς μάλιστα να προσδιορίζεται ο νόμιμος λόγος καθορισμού του εν λόγω ποσοστού), ήτοι δια της παραδοχής σε αυτό ως δεδομένου του περιορισμού του εκ της διαθήκης κληρονομικού δικαιώματος της αναιρεσίβλητης στο ποσοστό αυτό, καταδεικνύει ότι η συντάξασα αυτό δικηγόρος δεν εκτίμησε ως επιτυχία δίκης την τελεσίδικη ανάδειξη της αναιρεσίβλητης ως συγκληρονόμου (μετά τον περιορισμό του εκ διαθήκης κληρονομικού της δικαιώματος αυτής από το δικαίωμα νόμιμης μοίρας των νομίμων μεριδούχων) βάσει του εν λόγω ποσοστού, αλλά θεώρησε ως δεδομένο το ποσοστό αυτό και κατά συνέπεια βάση για τη σύνταξη του ιδιωτικού συμφωνητικού ήταν η επίτευξη των λοιπών αναγραφομένων σε αυτό εργασιών.

Ότι προς τούτο πρέπει να ληφθεί και το αίτημα της ως άνω με αριθ. κατάθ. …85/1.3.2001 αγωγής, με την οποία (αγωγή) το ποσοστό των εναγόντων επί της κληρονομιαίας περιουσίας προσδιορίζετο σε 5/32 (ή 10/64) εξ αδιαιρέτου για την πρώτη ενάγουσα, μητέρα του διαθέτη και σε 3/64 εξ αδιαιρέτου για τον καθένα από τους δεύτερο και τρίτη των εναγόντων, τέκνων του μεταποβιώσαντος πατέρα του διαθέτη.

Ότι, βάσει των σχετικών ρυθμίσεων του κληρονομικού δικαίου και για τους εκτιθέμενους στην προσβαλλομένη απόφαση λόγους, ενόψει της ύπαρξης, πλην των γονέων, και δύο αδελφών του διαθέτη που κληρονομούν στη δεύτερη τάξη κατ' ισομοιρία με τους γονείς, χωρίς όμως παράλληλα να έχουν και δικαίωμα νόμιμης μοίρας, το ποσοστό των εναγόντων επί της κληρονομιαίας περιουσίας ανερχόταν σε 10/128 εξ αδιαιρέτου για την πρώτη ενάγουσα, μητέρα του διαθέτη και σε 3/128 εξ αδιαιρέτου για τον καθένα από τους δεύτερο και τρίτη των εναγόντων, τέκνων του μεταποβιώσαντος πατέρα του διαθέτη, με συνέπεια η αγωγή αυτών να είναι μη νόμιμη, κατά το μέρος που υπερέβαινε τα πιο πάνω ποσοστά, όπως άλλωστε κρίθηκε τόσο με την με αριθ. 4567/2003 προδικαστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, όσο και με την με αριθ. 5448/2007 οριστική απόφαση του εν λόγω δικαστηρίου και στη συνέχεια με την με αριθ. 860/2008 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Πειραιά.

Ότι τα ποσοστά αυτά ταυτίζονται κατά κλασματικό μέγεθος με τα αναγραφόμενα στο από 5.11.2001 ιδιωτικό συμφωνητικό ποσοστά της κληρονομικής μερίδας της αναιρεσίβλητης. Ότι από τα ως άνω στοιχεία ενισχύεται η κρίση ότι η ρητή μη αναφορά της δίκης για την αναγνώριση του δικαιώματος νόμιμης μοίρας εναντίον της αναιρεσίβλητης ήταν συνειδητή και σε κάθε περίπτωση δεν αποδείχθηκε από την έχουσα το βάρος απόδειξης αναιρεσείουσα ότι η τοιαύτη δίκη συμπεριλήφθηκε στο πιο πάνω ιδιωτικό συμφωνητικό εργολαβίας δίκης, ως μέρος του επιδιωχθέντος σκοπού επιτυχίας, από την οποία εξαρτήθηκε η ως άνω δικηγορική αμοιβή από 20%.

Ότι με την με αριθ. 860/2008 απόφαση του Εφετείου Πειραιά, με την οποία περατώθηκε τελεσίδικα (και ήδη αμετάκλητα) η ανοιγείσα με την πιο πάνω με αριθ. κατ. …85/1.3.2015 αγωγή δίκη, όπου η αξία των επί μέρους κληρονομιαίων ακινήτων εκτιμήθηκε στα ίδια περίπου ποσά με εκείνα που διαλαμβάνονταν στην ως άνω αγωγή και, εν όψει της έλλειψης εν ζωή παροχών του διαθέτη δυναμένων να καταλογισθούν στη νόμιμη μοίρα και του γεγονότος ότι τα καταλογισθέντα έξοδα κηδείας ήταν αμελητέα σε σύγκριση με την αξία της κληρονομίας, το ποσοστό επί της κληρονομίας προς συμπλήρωση της νόμιμης μοίρας προσδιορίσθηκε σε 7,7069% για την πρώτη ενάγουσα και σε 2,3120% για τον καθένα από τους δεύτερο και τρίτη των εναγόντων.

Ότι με την ως άνω απόφαση αναγνωρίσθηκε μεν το δικαίωμα νόμιμης μοίρας των εναγόντων κατά τα ανωτέρω ποσοστά και επί του ήδη εκποιηθέντος από την αναιρεσίβλητη ενδέκατου ακινήτου, πλην όμως απορρίφθηκε με την πρωτόδικη απόφαση (η οποία δεν προσβλήθηκε με έφεση κατά το σχετικό κεφάλαιο) το αίτημα απόδοσης αυτού στους νομίμους μεριδούχους κατά τα εν λόγω ποσοστά για το λόγο ότι αυτό είχε ήδη πωληθεί και μεταβιβασθεί σε τρίτο πρόσωπο, καθόσον στην εν λόγω αγωγή δεν είχε σωρευθεί αίτημα καταβολής του αντικαταλλάγματος.

Ότι η τοιαύτη απόρριψη δεν μπορεί να θεωρηθεί ως επιτυχής έκβαση της δίκης, αφού το δικαίωμα αυτό μπορεί να ασκηθεί με νέα αγωγή. Ότι ναι μεν η αγοράστρια του εν λόγου ακινήτου ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "... ΟΕ" προέβη σε καταβολή του ποσού των 61.734,72 ευρώ προς τους νόμιμους μεριδούχους για την εξόφληση της αξίωσης αυτών προς καταβολή του αντικαταλλάγματος, με συνέπεια οι τελευταίοι να συναινέσουν στη διαγραφή της πιο πάνω αγωγής από τα βιβλία διεκδικήσεων ως προς το ακίνητο αυτό, δυνάμει της με αριθ.

….49/11.12.2009 συμβολαιογραφικής πράξης της συμβολαιογράφου Μ. Α. - Ζ., πλην όμως η αγοράστρια εταιρεία ρητώς επιφυλάχθηκε των δικαιωμάτων της από την πώληση λόγω νομικού ελαττώματος έναντι της αναιρεσίβλητης πωλήτριας για την καταβολή του εν λόγω ποσού, καθότι μέχρι της ως άνω καταβολής οι νόμιμοι μεριδούχοι θα μπορούσαν να στραφούν κατά της αγοράστριας εταιρείας προς διεκδίκηση του μεριδίου τους επί του ακινήτου αυτού.

Ότι για το λόγο αυτό η καταβολή του αντικαταλλάγματος από την αγοράστρια εταιρεία στους νομίμους μεριδούχους δεν μπορεί να εκτιμηθεί ως τελειωτική επιτυχής έκβαση της συγκεκριμένης δίκης, αφού η αναιρεσείουσα δεν επιδίωξε την υπογραφή αυτοτελούς ιδιωτικού συμφωνητικού με την αγοράστρια εταιρεία, με το οποίο αυτή, μετά την εν λόγω καταβολή, να παραιτείται της αναζήτησης του πιο πάνω ποσού από την αναιρεσίβλητη πωλήτρια του εν λόγω ακινήτου, πολλώ δε μάλλον που η αναιρεσείουσα είχε συμβουλεύσει την αναιρεσίβλητη να προβεί στην εν λόγω εκποίηση, χωρίς να την ενημερώσει ότι οι μετά τον θάνατο του διαθέτη εν ζωή ευρισκόμενοι γονείς αυτού μπορούσαν σε κάθε χρόνο ν' ασκήσουν τα από τη νόμιμη μοίρα απορρέοντα δικαιώματά τους.

Ότι, σε κάθε περίπτωση, ακόμη και εάν ήθελε υποτεθεί ότι η δίκη επί της ως άνω υπ' αριθ. …85/1.3.2001 αγωγής απετέλεσε αντικείμενο του από 5.11.2001 ιδιωτικού συμφωνητικού, έχοντας συμπεριληφθεί σε αυτό, δεν μπορεί να δικαιολογήσει αμοιβή εκ ποσοστού 20% επί του κληρονομικού μεριδίου της αναιρεσίβλητης, καθότι αντικείμενο της ανοιγείσας με την με αριθ.

…85/1.3.2001 αγωγή δίκης δεν ήταν το κληρονομικό μερίδιο της εκεί εναγομένης - αναιρεσίβλητης επί της περιγραφείσας κληρονομιαίας περιουσίας του συζύγου της, αλλά το πολλαπλώς μικρότερο κληρονομικό μερίδιο της νομίμου μοίρας των εναγόντων νομίμων μεριδούχων, επί του οποίου (ως επίδικου αντικειμένου) έπρεπε να εστιασθεί το ποσοστό από 20% ως ανώτατο επιτρεπόμενο όριο δικηγορικής αμοιβής, αφού σε διαφορετική περίπτωση η τυχόν συμφωνία καταβολής αμοιβής εκ ποσοστού 20% επί του κληρονομικού μεριδίου της αναιρεσίβλητης για τη συγκεκριμένη δίκη που αφορούσε αναγνώριση νόμιμης μοίρας των ως άνω νομίμων μεριδούχων θα επαγόταν ακυρότητα της συμφωνίας, καθ' ο μέρος η αμοιβή αυτή υπερέβαινε το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο αμοιβής επί του περιγραφέντος αντικειμένου της δίκης.

Ότι συνακόλουθα - κατά παραδοχή της επικουρικής βάσης της με αριθ. κατάθ. …06/6.3.2013 αγωγής της αναιρεσείουσας, η αναιρεσείουσα δικηγόρος δικαιούται δικηγορικής αμοιβής, με βάση τα προβλεπόμενα από τον τότε ισχύοντα Κώδικα περί Δικηγόρων κατώτατα όρια (άρθ. 100 επόμ. Ν. Δ/τος 3026/1954) - και συγκεκριμένα το συνολικό ποσό των 11.106, 52 ευρώ για τις λεπτομερώς αναγραφόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση επί μέρους διαδικαστικές ενέργειες, στις οποίες προέβη η αναιρεσείουσα ως πληρεξουσία δικηγόρος της αναιρεσίβλητης, τόσο σε πρώτο, όσο και σε δεύτερο βαθμό, προς αντίκρουση της ως άνω με αριθ.

…85/1.3.2001 αγωγής. Ότι περαιτέρω, εντός του πλαισίου του περιεχομένου του επίμαχου ιδιωτικού συμφωνητικού, η αναιρεσείουσα δικηγόρος προέβη επιτυχώς στην διεκδίκηση μίας λέμβου με το όνομα "..." με αριθ. νηολογίου ΛΠ 25558, ασκώντας για λογαριασμό της αναιρεσίβλητης σχετική αγωγή κατά του Π. Κ. (ανεψιού του διαθέτη) ενώπιον του Ειρηνοδικείου Πειραιώς, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθ. 359/2005 απόφαση του εν λόγω Δικαστηρίου που δέχθηκε αυτή ως βάσιμη κατ' ουσία.

Ότι για τις ενέργειες αυτές η αναιρεσείουσα δικαιούται, βάσει των προβλεπομένων από τον Κώδικα περί Δικηγόρων ελαχίστων ορίων, ως αμοιβή αυτής (περιλαμβανομένων και των εξόδων) το συνολικό ποσό των 514, 14 ευρώ. Ότι ο ισχυρισμός της αναιρεσίβλητης περί εξόφλησης της εν λόγω οφειλής, λόγω του ότι από την στη συνέχεια εκποίηση της εν λόγω λέμβου αντί τιμήματος 3.000 ευρώ, η αναιρεσείουσα εισέπραξε ποσό 1.500 ευρώ, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι υποβλήθηκε για πρώτη φορά ενώπιον του Εφετείου.

Ότι, εντός επίσης του πλαισίου του περιεχομένου του επίμαχου ιδιωτικού συμφωνητικού, η αναιρεσείουσα άσκησε για λογαριασμό της αναιρεσίβλητης, την με αριθ. κατάθ. ….04/9.4.2002 αγωγή κατά της αδελφής του διαθέτη Γ. Κ. το γένος Π. Μ., με την οποία αυτή, ως γενική εκ διαθήκης κληρονόμος, ζήτησε λογοδοσία και απόδοση του ποσού των 18.305.830 δραχμών (53.722,17 ευρώ), που εισέπραξε η ως άνω εναγομένη από την εκποίηση προς τον υιό της Π.

Κ. του Ι.του περιγραφομένου στην αγωγή ακινήτου, επιφανείας 135 τμ μετά του επ' αυτού ευρισκομένου παραδοσιακού ανεμόμυλου, κειμένου στη θέση "….." της κτηματικής περιφέρειας … της νήσου …. Ότι στην εν λόγω εκποίηση είχε προβεί η εκεί εναγομένη Γ. Κ. το γένος Π. Μ., δυνάμει χορηγηθέντος προς αυτήν από τον διαθέτη συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου, προς το σκοπό εξεύρεσης χρημάτων για την αντιμετώπιση των δαπανών ασθενείας του.

Ότι επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε αρχικά η με αριθ. 4192/2003 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσία και ότι, στη συνέχεια, κατόπιν άσκησης έφεσης εκ μέρους της αναιρεσείουσας δικηγόρου για λογαριασμό της αναιρεσίβλητης και τότε ενάγουσας - εκκαλούσας, εκδόθηκε η με αριθ.

….35/2004 απόφαση του Εφετείου Πειραιά, με την οποία, κατά παραδοχή της αγωγής ως βάσιμης κατ' ουσία, αναγνωρίσθηκε η υποχρέωση της εκεί εναγομένης Γ. Κ. να καταβάλει το ποσό των 53.722,71 ευρώ στην εκεί ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη με το νόμιμο τόκο από προηγουμένη της άσκησης της αγωγής εξώδικη όχληση, στην οποία είχε προβεί η τελευταία.

Ότι κατόπιν άσκησης αίτησης αναίρεσης από την ως άνω εναγομένη Γ. Κ. εκδόθηκε η με αριθ. 275/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την πιο πάνω με αριθμό …35/2004 απόφαση του Εφετείου Πειραιά και παρέπεμψε την υπόθεση προς νέα εκδίκαση ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου. Ότι, επανεκδικασθείσας της υπόθεσης από το Εφετείο Πειραιά, εκδόθηκε η με αριθ. 129/2010 απόφαση του εν λόγω Δικαστηρίου [ήδη καταστάσα αμετάκλητη], που απέρριψε την έφεση της αναιρεσίβλητης και τότε ενάγουσας - εκκαλούσας ως αβάσιμη κατ' ουσία, με το ειδικότερο σκεπτικό ότι ο διαθέτης, γνωρίζοντας τον επερχόμενο θάνατό του, το μεν προέβη στη σύνταξη της ανωτέρω δημόσιας διαθήκης, το δε συνέταξε το προρρηθέν συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο, με το οποίο επιδίωξε τη δωρεά εν ζωή του πιο πάνω παραδοσιακού ακινήτου στον ανεψιό του, υιό της εν λόγω αδελφής Γ.

Κ., με την οποία διατηρούσε άριστες σχέσεις και ο οποίος (ανεψιός του) υπηρετούσε τότε τη στρατιωτική του θητεία, επιδιώκοντας την υλοποίηση της δωρεάς υπό την κατάρτιση εικονικής σύμβασης πώλησης, για την αποφυγή της επιβάρυνσης του δωρεοδόχου με τον επαχθή φόρο δωρεάς. Ότι με την ίδια απόφαση του Εφετείου Πειραιά διατάχθηκε η επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση και υποχρεώθηκε η αναιρεσίβλητη, η οποία είχε προηγουμένως επιτύχει, με την επιμέλεια της αναιρεσείουσας δικηγόρου, την έκδοση της με αριθ.

…8/2005 διαταγής πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά σε βάρος της Γ. Κ., [μετά την έκδοση της (μετέπειτα αναιρεθείσας) με αριθ. 1035/2004 απόφασης του Εφετείου Πειραιά και την απόρριψη της υποβληθείσας από την τελευταία από 22.2.2005 αίτησης αναστολής από τον Άρειο Πάγο], και την βάσει αυτής είσπραξη του επιδικασθέντος ποσού κατά κεφάλαιο, τόκους, δικαστική δαπάνη και έξοδα απογράφου και επιταγής προς εκτέλεση, να επιστρέψει στην Γ.

Κ. το ούτω ληφθέν ποσό από 77.939,21 ευρώ. Ότι για τον ίδιο λόγο η Γ. Κ. είχε ήδη απαλλαγεί σε πρώτο και δεύτερο βαθμό δια βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιά και του Συμβουλίου Εφετών Πειραιά αντίστοιχα, της αποδοθείσας σε αυτήν αξιόποινης πράξης της υπεξαίρεσης, κατόπιν της από 21.11.2001 έγκλησης της αναιρεσίβλητης, την οποία η τελευταία υπέβαλε δια της αναιρεσείουσας δικηγόρου της.

Ότι, ανεξαρτήτως της μη επιτυχούς έκβασης της ανωτέρω δίκης, η αναιρεσείουσα δικηγόρος δικαιούται, βάσει των προβλεπομένων από τον Κώδικα περί Δικηγόρων ελαχίστων ορίων, ως αμοιβή αυτής (περιλαμβανομένων και των εξόδων) για τις αναλυτικά αναφερόμενες στην προσβαλλομένη απόφαση διαδικαστικές ενέργειες στις οποίες προέβη, στο πλαίσιο της πιο πάνω αντιδικίας, το συνολικό ποσό των 7.337,13 ευρώ.

Ότι περαιτέρω στην με την επιμέλεια της αναιρεσείουσας δικηγόρου συνταχθείσα με αριθ. ….7/25.5.2000 δήλωση φόρου κληρονομίας της αναιρεσίβλητης προς την …. ΔΟΥ …, η οποία αφορούσε το μετέπειτα εκποιηθέν προς την ομόρρυθμη εταιρεία ενδέκατο ακίνητο, επιφανείας 1.539,67 τμ, κείμενο εντός σχεδίου στη θέση "…." της κτηματικής περιφέρειας ….

της νήσου …., είχε υπολογισθεί εσφαλμένα η αντικειμενική αξία αυτού, βάσει εσφαλμένου συντελεστή αξιοποίησης οικοπέδου (ΣΑΟ) 0,50 αντί του ορθού 0,26, με συνέπεια η φορολογητέα αξία του εν λόγω ακινήτου να υπολογισθεί εσφαλμένα σε 262.397.120 δραχμές αντί του ορθού από 140.841.000 δραχμές, με αποτέλεσμα τον προσδιορισμό για το ακίνητο αυτό μεγαλύτερου φόρου κληρονομίας.

Ότι στη συνέχεια, κατά την υποβολή στον οικονομικό έφορο … της με αριθ. ….89/11.10.2000 δήλωσης φόρου μεταβίβασης του εν λόγω ακινήτου, ενόψει προσεχούς εκποίησης αυτού από την αναιρεσίβλητη στην ανωτέρω αγοράστρια ομόρρυθμη εταιρεία, έγινε ο ορθός υπολογισμός της αντικειμενικής αξίας αυτού με τη χρήση του ορθού συντελεστή αξιοποίησης οικοπέδου 0,26 και από την αντιπαραβολή των δηλώσεων προέκυψε ότι η αναιρεσίβλητη είχε καταβάλει αχρεωστήτως φόρο κληρονομίας ύψους 30.389.000 δραχμών.

Ότι μετά την υποβολή της από 14.12.2001 αίτησης στην … ΔΟΥ ….από την αναιρεσίβλητη διά της αναιρεσείουσας δικηγόρου της, με την οποία ζητήθηκε η διόρθωση της πιο πάνω δήλωσης φόρου κληρονομίας και η επιστροφή του αχρεωστήτως καταβληθέντος φόρου και την εν συνεχεία απόρριψη της αίτησης αυτής με πράξη του Αναπληρωτή Προϊσταμένου της εν λόγω ΔΟΥ, η αναιρεσίβλητη άσκησε δια της αναιρεσείουσας δικηγόρου της προσφυγή ενώπιον του 7ου Τριμελούς Τμήματος του Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιά και επ' αυτής εκδόθηκε η με αριθ. 2428/2003 απόφαση του εν λόγω διοικητικού δικαστηρίου που δέχθηκε αυτήν, ακύρωσε την ανωτέρω άρνηση της διοίκησης και όρισε να γίνει ο προσδιορισμός του φόρου με βάση τον ορθό συντελεστή.

Ότι η … ΔΟΥ … σε συμμόρφωση προς την ως άνω δικαστική απόφαση προέβη πράγματι σε νέα εκκαθάριση του φόρου και επέστρεψε, ως αχρεωστήτως καταβληθέν, το ποσό των 74.310,22 ευρώ (αντί 89.182,69 ευρώ λόγω της προαναφερθείσας έκπτωσης από την εφάπαξ καταβολή του φόρου κληρονομίας). Ότι η ως άνω ευνοϊκή έκβαση της υπόθεσης για την αναιρεσίβλητη δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί επιτυχής, κατά την έννοια του αντιστοίχου όρου του πιο πάνω ιδιωτικού συμφωνητικού, διότι κατά την αληθή και σαφή έννοια της ως άνω συμβατικής προϋπόθεσης, ήτοι της αναβλητικής αίρεσης για την καταβολή της συμφωνηθείσας εργολαβικής αμοιβής, δεν μπορεί να περιληφθούν και εργασίες, που γεννήθηκαν από υπαιτιότητα (λόγω αμελούς χειρισμού) της αναιρεσείουσας δικηγόρου κατά το χειρισμό της δοθείσας σε αυτήν προφορικά εντολής της υποβολής των απαιτουμένων για την αποδοχή των κληρονομιαίων ακινήτων δηλώσεων φόρου κληρονομίας, καθότι η τελευταία (αναιρεσείουσα) παρέλειψε να καταβάλει την απαιτουμένη για ένα καταρτισμένο μέσο έμπειρο δικηγόρο επιμέλεια και να ελέγξει ποίος ήταν ο εφαρμοστέος ορθός συντελεστής αξιοποίησης οικοπέδου, διαπιστώνοντας έτσι ότι στη δήλωση φόρου κληρονομίας είχε χρησιμοποιηθεί εσφαλμένος συντελεστής αξιοποίησης οικοπέδου με συνέπεια, εξαιτίας του ανωτέρω σφάλματος, να έχει επέλθει διόγκωση του πιο πάνω φόρου.

Ότι, ανεξαρτήτως των ανωτέρω, η αναιρεσείουσα παρέλειψε να ενημερώσει την αναιρεσίβλητη για την επιστροφή του ως άνω φόρου, και χρησιμοποιώντας το στα χέρια της με αριθ. …73/17.2.2004 γενικό πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Α. Κ., που της είχε χορηγηθεί από την αναιρεσίβλητη εντολέα της, προέβη στις 27.2.2004 στο άνοιγμα κοινού τραπεζικού λογαριασμού στο όνομα της ιδίας και της αναιρεσίβλητης στο υποκατάστημα …..

της Τράπεζας ... ΑΕ, όπου κατέθεσε το πιο πάνω χρηματικό ποσό της επιστροφής φόρου. Ότι στη συνέχεια κατά το διάστημα από 13.7.2004 έως 26.7.2004 η αναιρεσείουσα προέβη σε τέσσερις συνολικά αναλήψεις ποσών ύψους (4.000), (20.000), (30.000) και (20.457,47) ευρώ και συνολικά 74.457,47 ευρώ, που αντιστοιχεί στο κεφάλαιο του επιστραφέντος φόρου και στους δεδουλευμένους τόκους, το οποίο ιδιοποιήθηκε παράνομα εν αγνοία της αναιρεσίβλητης.

Ότι σε κάθε περίπτωση όμως η αναιρεσείουσα δικαιούται αμοιβής για τη διενέργεια όλων των αναγκαίων διαδικαστικών ενεργειών στις οποίες προέβη για την επιστροφή του αχρεωστήτως καταβληθέντος φόρου κληρονομίας, βάσει των προβλεπομένων από τον Κώδικα περί Δικηγόρων ελαχίστων ορίων, η οποία (αμοιβή, περιλαμβανομένων και των εξόδων) ανέρχεται στο ποσό των 2.743,06 ευρώ.

Ότι την ανωτέρω αμοιβή δικαιούται η αναιρεσείουσα ανεξαρτήτως της επιδειχθείσας συνυπαιτιότητας αυτής, η δε ως άνω αξίωσή αυτής δεν υπερβαίνει τα εκ του άρθρου 281 του ΑΚ τασσόμενα όρια. Ότι στις 24.2.2008 η αναιρεσείουσα προέβη για λογαριασμό της αναιρεσίβλητης στην υποβολή έγκλησης κατά των Ι. Μ. του Π. (αδελφό του διαθέτη) και Ι.

Κ. του Α. (συζύγου της αδελφής του διαθέτη Γ. Κ.) για τα αδικήματα της αυτοδικίας, φθοράς ξένης ιδιοκτησίας και της διενέργειας αυθαιρέτων οικοδομικών εργασιών, που φέρονταν ότι τελέσθηκαν με την αυτογνώμονη είσοδο των εγκαλουμένων σε ένα εκ των κληρονομιαίων ακινήτων κειμένου στη θέση "..." της ως άνω κτηματικής περιφέρειας ….

της νήσου …. Ότι η έγκληση αυτή απορρίφθηκε ως εκπρόθεσμη για τα κατ' έγκληση διωκόμενα αδικήματα. Ότι παραλλήλως η αναιρεσείουσα άσκησε για λογαριασμό της αναιρεσίβλητης αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Νάξου κατά των αδελφών του διαθέτη (Ι. Μ. και Γ. Κ.) με αντικείμενο την προστασία της νομής της επί εδαφικού τμήματος επιφανείας 1.713 τμ του εν λόγω ακινήτου.

Ότι προηγουμένως είχε απορριφθεί αίτηση λήψης ασφαλιστικών μέτρων της αναιρεσίβλητης, που είχε υποβάλλει η αναιρεσείουσα για λογαριασμό της πρώτης. Ότι στη συνέχεια η αναιρεσείουσα δικηγόρος ενημέρωσε την αναιρεσίβλητη εντολέα της ότι δεν επιθυμούσε πλέον να χειρίζεται την υπόθεση αυτή και με την από 29.9.2008 έγγραφη δήλωση - απόδειξη παραιτήθηκε του περαιτέρω χειρισμού αυτής και παρέδωσε στην αναιρεσίβλητη το φάκελο της δικογραφίας με τα έγγραφα που αφορούσαν τη συγκεκριμένη υπόθεση.

Ότι έκτοτε η συμπεριφορά της αναιρεσείουσας προς την αναιρεσίβλητη μεταβλήθηκε και έγινε επιθετική και υποτιμητική, όπως αποδεικνύεται από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, οι οποίοι καταθέτουν (μεταξύ άλλων) ότι εξ αιτίας της ως άνω συμπεριφοράς και της συνεχούς άρνησης της αναιρεσείουσας δικηγόρου προς συνέχιση του χειρισμού των εκκρεμών υποθέσεων της αναιρεσίβλητης, η τελευταία αναγκάσθηκε να απευθυνθεί σε άλλη δικηγόρο για να αναλάβει τις εκκρεμείς υποθέσεις της, η οποία (δικηγόρος) αρχικά αρνήθηκε ν' αναλάβει αυτές λόγω της ύπαρξης του πιο πάνω ιδιωτικού συμφωνητικού και στην οποία (νέα δικηγόρο), όταν αυτή επικοινώνησε τηλεφωνικά με την αναιρεσείουσα, μετά δεύτερη επίσκεψη της αναιρεσίβλητης στο γραφείο της νέας δικηγόρου λόγω της συνεχιζόμενης άρνησης της αναιρεσείουσας προς συνέχιση του χειρισμού των εκκρεμών υποθέσεων αυτής, η αναιρεσείουσα, αφού καταφέρθηκε κατά της αναιρεσίβλητης με άσχημους χαρακτηρισμούς, δήλωσε ότι δεν επρόκειτο πλέον να την εκπροσωπεί ως πληρεξούσια δικηγόρος, εάν η αναιρεσίβλητη δεν της μεταβιβάσει ένα εκ των κληρονομιαίων ακινήτων κειμένου στη θέση "…." ή δεν της καταβάλει ως αμοιβή το ποσό των 100.000 ευρώ, ισχυριζόμενη επιτυχή έκβαση του επίμαχου ιδιωτικού συμφωνητικού.

Ότι οι καταθέσεις αυτές ενισχύονται και από το ότι η αναιρεσείουσα, ενώ ακόμη ήταν εκκρεμής η εκτέλεση των εντολών του πιο πάνω συμφωνητικού, αρνήθηκε να εκπροσωπήσει την αναιρεσίβλητη στην αγωγή για την προστασία της νομής της, χωρίς να εξηγήσει επαρκώς το λόγο της διακοπής. Ότι η από τον Σεπτέμβριο του 2008 έως τον Ιούνιο του 2009 (συνεχισθείσα μέχρι το Μάιο του 2010) άρνηση της αναιρεσείουσας προς ουσιαστική συνεργασία με την αναιρεσίβλητη ήταν αδικαιολόγητη, καθόσον η προβολή αξίωσης αμοιβής σε εκτέλεση του ιδιωτικού συμφωνητικού ήταν πρόωρη, επειδή πρώτον η δίκη επί της αγωγής των νομίμων μεριδούχων κατά της αναιρεσίβλητης, που περατώθηκε τελεσίδικα το Δεκέμβριο του 2008, δεν περιλαμβανόταν μεταξύ των εντολών του πιο πάνω ιδιωτικού συμφωνητικού, ούτε σε κάθε περίπτωση μπορούσε να χαρακτηρισθεί επιτυχής, δεύτερον η δίκη για την αναγνώριση της ακυρότητας της μεταβίβασης της λέμβου που είχε περατωθεί με επιτυχία ήταν πολύ μικρού αντικειμένου σε σύγκριση με το αποτιμώμενο χρηματικό αντικείμενο των λοιπών εντολών (και η αναιρεσείουσα είχε εισπράξει το ποσό των 1500 ευρώ από το τίμημα της πώλησης της λέμβου σε τρίτο), τρίτον η δίκη επί της αγωγής της αναιρεσίβλητης κατά της Γ.

Κ. προς απόδοση του τιμήματος από την πώληση του ακινήτου με τον ανεμόμυλο στη θέση "….." της κτηματικής περιφέρειας ….. της νήσου …. βρισκόταν στο στάδιο της συζήτησης μετ' αναίρεση ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου χωρίς να έχει περατωθεί (όπου τελικά απορρίφθηκε), τέταρτον η διοικητική δίκη περί επιστροφής του αχρεωστήτως καταβληθέντος φόρου κληρονομίας που είχε επιτυχή έκβαση, προκλήθηκε από υπαιτιότητα της αναιρεσείουσας και σε κάθε περίπτωση το αποτέλεσμα αυτής δεν είχε γνωστοποιηθεί στην αναιρεσίβλητη, αλλά αποκρυβεί από αυτήν, η οποία ουδέποτε εισέπραξε το εν λόγω ποσό, το οποίο παρανόμως ιδιοποιήθηκε η αναιρεσείουσα, ούτε άλλωστε αποδείχθηκε ότι είχε συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων η παρακράτηση ολοκλήρου ή μέρους του εν λόγου ποσού, ως προκαταβολή της συμφωνημένης αμοιβής του εργολαβικού δίκης εκ ποσοστού 20% και μάλιστα επί του κληρονομικού μεριδίου της αναιρεσίβλητης επί όλης της κληρονομίας και πέμπτον από τον Οκτώβριο του 2008 έως τον Ιούνιο του 2009 η αναιρεσείουσα δεν είχε προβεί σε καμία εξώδικη ή δικαστική ενέργεια για τη διανομή της κληρονομιαίας περιουσίας και τον αποχωρισμό των αναλογούντων στο κληρονομικό δικαίωμα της αναιρεσίβλητης ακινήτων.

Ότι συνακόλουθα η συνεχιζόμενη άρνηση της αναιρεσείουσας από τον Οκτώβριο του 2008 μέχρι τον Ιούνιο του 2009 (συνεχισθείσα μέχρι το Μάιο του 2010) να δέχεται στο δικηγορικό της γραφείο την αναιρεσίβλητη και να την ενημερώνει για την πορεία των υποθέσεων αυτής, υπό την προσχηματική και αντισυμβατική αξίωση καταβολής του ποσού των 100.000 ευρώ ή της μεταβίβασης του ως άνω κειμένου στη θέση "…" κληρονομιαίου ακινήτου, συνιστά αδικαιολόγητη αποχή της αναιρεσείουσας από την εκτέλεση των εντολών, βάσει του προεκτεθέντος ιδιωτικού συμφωνητικού, κατά την έννοια του άρθρου 171 του Κώδικα περί Δικηγόρων (Ν.

Δ/μα 3026/1954). Ότι παρά ταύτα η αναιρεσείουσα δικηγόρος, κάνοντας χρήση του στα χέρια της ευρισκομένου με αριθ. ….73/17.2.2004 συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Α. Κ. και χωρίς προηγουμένως να ενημερώσει την αναιρεσίβλητη, εκπροσώπησε αυτήν στη μετ' αναίρεση συζήτηση της έφεσης αυτής κατά της με αριθ. 4192/2003 απορριπτικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά κατά την μετ' αναβολή δικάσιμο της 8ης Οκτωβρίου 2009 ενώπιον του Εφετείου Πειραιά, που αφορούσε την ανοιγείσα δίκη επί της αγωγής της αναιρεσίβλητης κατά της Γ.

Κ. προς απόδοση του τιμήματος από την πώληση προς τον υιό της του ακινήτου με τον ανεμόμυλο στη θέση "….". Ότι, παρά τη συνεχιζομένη άρνηση οιασδήποτε προσωπικής επικοινωνίας με την αναιρεσίβλητη, η αναιρεσείουσα συνέταξε (με τη χρήση του ιδίου συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου) την από 14.12.2009 εξώδικη πρόσκληση, με την οποία καλούσε τους ως άνω νόμιμους μεριδούχους σε εξώδικη διανομή της κληρονομιαίας περιουσίας, η οποία επιδόθηκε στη μητέρα και την αδελφή του διαθέτη Ι.

χήρα Π. Μ. και Γ. Κ. το γένος Π. Μ. στις 21.1.2010 και 17.12.2009 αντίστοιχα (δεν προκύπτει επίδοση αυτής και στον αδελφό του διαθέτη) και παράλληλα άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την με αριθ. κατάθ. 12946/28.12.2009 αγωγή διανομής των κληρονομιαίων ακινήτων με πλειστηριασμό, την οποία ενέγραψε στα βιβλία διεκδικήσεων του Υποθηκοφυλακείου …, χωρίς οιαδήποτε προηγουμένη ενημέρωση της αναιρεσίβλητης.

Ότι την ίδια περίοδο η αναιρεσίβλητη, προκειμένου ν' αποφύγει την επικειμένη σε βάρος της αναγκαστική εκτέλεση που επισπευδόταν με την κοινοποίηση σε αυτήν επιταγών προς πληρωμή, κατέβαλε, με την επιμέλεια της νέας δικηγόρου της, τα ποσά των 6.100 ευρώ και των 3.100 ευρώ για επιδικασθείσα σε βάρος της δικαστική δαπάνη, τόκους και έξοδα εκτέλεσης, δυνάμει της με αριθ. 860/2008 απόφασης του Εφετείου Πειραιά που αφορούσε τη δίκη για τη νόμιμη μοίρα και της με αριθ. 275/2009 απόφασης του Αρείου Πάγου, που αφορούσε την αναιρετική δίκη της υπόθεσης προς απόδοση του τιμήματος από την πώληση του ακινήτου με τον ανεμόμυλο στη θέση "...".

Ότι για τον κίνδυνο αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος της αναιρεσίβλητης εντολέως της, με βάση τις αποφάσεις αυτές που αφορούσαν υποθέσεις τις οποίες είχε χειρισθεί η αναιρεσείουσα, ως πληρεξούσια δικηγόρος της αναιρεσίβλητης, η αναιρεσείουσα ουδεμία μέριμνα ή ενδιαφέρον επέδειξε. Ότι στις 6 Μαΐου 2010 η αναιρεσίβλητη επέδωσε στην αναιρεσείουσα δικηγόρο εξώδικη πρόσκληση, με την οποία, αφού ανέφερε ότι κατά μήνα Ιούνιο του 2009 η αναιρεσείουσα την είχε ενημερώσει ότι δεν επιθυμεί πλέον να την εκπροσωπεί δικαστικώς ή εξωδίκως ενώπιον δικαστικής ή άλλης αρχής, θεωρώντας έτσι ότι το από 5.11.2001 ιδιωτικό συμφωνητικό έχει καταγγελθεί, ότι της είχε επιδοθεί επιταγή προς πληρωμή του ποσού των 77.939,21 ευρώ πλέον τόκων, στην Γ.

Κ., δυνάμει της άνω με αριθ. 129/2010 απόφασης του Εφετείου Πειραιά και ότι η αναιρεσείουσα ουδέποτε ενημέρωσε την αναιρεσίβλητη για την προσδιορισθείσα δικάσιμο προς εκδίκαση της υπόθεσης μετ' αναίρεση στο Εφετείο και για την πρόθεσή της να την εκπροσωπήσει, μετά μάλιστα την ως άνω προς αυτήν προφορική δήλωση της αναιρεσείουσας ότι θεωρεί καταγγελθέν το ιδιωτικό συμφωνητικό, κάλεσε αυτήν να παράσχει εξηγήσεις και να απέχει κάθε ενεργείας, ως προς την συγκεκριμένη υπόθεση και επί πλέον να επιστρέψει σε αυτήν το χρηματικό ποσό που η ίδια (αναιρεσείουσα) είχε λάβει από την Γ.

Κ. σε εκτέλεση της μετέπειτα αναιρεθείσας με αριθ. 1035/2004 απόφασης του Εφετείου Πειραιά. Ότι σε απάντηση του ανωτέρω εξωδίκου, η αναιρεσείουσα επέδωσε στις 10.5.2010 στην αναιρεσίβλητη εξώδικη πρόσκληση - διαμαρτυρία, στην οποία ανέφερε ότι η αναιρεσίβλητη με την προηγούμενη εξώδικη δήλωσή της είχε καταγγείλει το ως άνω από 5.11.2001 ιδιωτικό συμφωνητικό μόνο αναφορικά με τη συγκεκριμένη υπόθεση, ότι είχε υποχρέωση να της γνωστοποιήσει εντός πενθημέρου περί της τυχόν ολικής καταγγελίας του ως άνω ιδιωτικού συμφωνητικού και ότι επιστρέφει στην αναιρεσίβλητη το οφειλόμενο υπόλοιπο από 17.987,84 ευρώ που η ίδια είχε λάβει από την Γ.

Κ., επισυνάπτοντας ισόποση τραπεζική επιταγή της Τράπεζας ... ΑΕ. Ότι στις 27 Μαΐου 2010 η αναιρεσίβλητη επέδωσε στην αναιρεσείουσα νέα εξώδικη δήλωση περί καταγγελίας του από 5.11.2010 ιδιωτικού συμφωνητικού, μνημονεύοντας σε αυτήν επί πλέον την διακοπή της συνεργασίας των διαδίκων ήδη από τον Ιούνιο του 2009 με πρωτοβουλία της αναιρεσείουσας και με εκδηλωθείσα τότε την πρόθεση της τελευταίας προς διεκδίκηση της αμοιβής της, λόγω της άρνησης της αναιρεσίβλητης να προβεί στην μεταβίβαση του ως άνω ακινήτου ή να καταβάλει το ποσό των 100.000 ευρώ, παραλλήλως δε δυνάμει της με αριθ.

…58/14.5.2010 συμβολαιογραφικής πράξης της συμβολαιογράφου Π. Η. ανακάλεσε το υπ' αριθ. …73/2004 πληρεξούσιο. Ότι στις 31 Μαΐου 2010 η αναιρεσείουσα επέδωσε στην αναιρεσίβλητη εξώδικη απάντηση, με την οποία ισχυρίσθηκε ότι αδικαιολόγητα η αναιρεσίβλητη κατήγγειλε το από 5.11.2001 ιδιωτικό συμφωνητικό, ότι εάν η αναιρεσίβλητη δεν κατέβαλε την αμοιβή της δεν επρόκειτο να της παραδώσει οποιοδήποτε φάκελο αναφορικά με τις χειρισθείσες υποθέσεις και ότι, κατ' εξαίρεση, ως προς την άσκηση αναίρεσης στην υπόθεση, επί της οποίας είχε εκδοθεί η με αριθ. 129/2010 απορριπτική της έφεσής της απόφαση του Εφετείου Πειραιά, την καλούσε να προσέλθει στο δικηγορικό της γραφείο προς τον σκοπό λήψης αντιγράφων για την άσκηση του εν λόγω ένδικου μέσου.

Ότι η αναιρεσείουσα δεν απαντούσε στις επανειλημμένες τηλεφωνικές κλήσεις της αναιρεσίβλητης και της νέας δικηγόρου της προς κανονισμό συνάντησης για τη λήψη αντιγράφων και ότι σε κάθε περίπτωση δεν αποδείχθηκε ότι η τυχόν άσκηση αναίρεσης κατά της ως άνω εφετειακής απόφασης μπορούσε να έχει μετά βεβαιότητας επιτυχή έκβαση.

Ότι συνακόλουθα αποδείχθηκε ότι η από τον Οκτώβριο του 2008 συνεχιζόμενη άρνηση της αναιρεσείουσας προς συνεννόηση με την αναιρεσίβλητη για τις μέχρι τότε εκκρεμείς υποθέσεις της συνιστούσε αδικαιολόγητη αποχή της τελευταίας προς διεκπεραίωση του από 5.11.2001 ιδιωτικού συμφωνητικού, κατά την έννοια του άρθρου 171 του Κώδικα Δικηγόρων και ως εκ τούτου επέφερε δικαιολογημένη εκ μέρους της αναιρεσίβλητης καταγγελία του από 5.11.2001 ιδιωτικού συμφωνητικού κατά την έννοια του άρθρου 170 του Κώδικα Δικηγόρων.

Ότι, σε κάθε περίπτωση, η αξίωση της κύριας βάσης της με αριθ. …06/6.3.2013 αγωγής της αναιρεσείουσας περί καταβολής της συνομολογηθείσας δικηγορικής αμοιβής με βάση ποσοστό 20% επί του κληρονομικού μεριδίου της αναιρεσίβλητης, δυνάμει των όρων του από 5.11.2001 ιδιωτικού συμφωνητικού, ενόψει των προεκτεθέντων (αδικαιολόγητη αποχή της αναιρεσείουσας και δικαιολογημένη καταγγελία της σύμβασης από την αναιρεσίβλητη ενόψει της αποχής αυτής, αλλά και της παράνομης ιδιοποίησης από την αναιρεσείουσα του ποσού του επιστραφέντος φόρου κληρονομίας, χωρίς οιαδήποτε ενημέρωση της αναιρεσίβλητης) υπερβαίνει προφανώς τα εκ του άρθρου 281 του ΑΚ τασσόμενα όρια και κατά συνέπεια είναι καταχρηστική, ανεξαρτήτως του ότι, όπως προαναφέρθηκε, δεν υπήρξε τελεσιδίκως επιτυχής για όλο το φάσμα των ενεργειών που διελάμβανε το πιο πάνω ιδιωτικό συμφωνητικό (με εξαίρεση την μερικότερη ελάσσονα εντολή για τη διεκδίκηση της προπεριγραφείσας λέμβου).

Ότι συνακόλουθα πρέπει ν' απορριφθεί ως κατ' ουσία αβάσιμη η πιο πάνω με αριθ. …06/6.3.2013 αγωγή της αναιρεσείουσας κατά την κυρία αυτής βάση και να γίνει δεκτή ως κατ' ουσία βάσιμη η με αριθ. ….45/1.2.2013 αντίθετη αγωγή της αναιρεσίβλητης κατά το αναγνωριστικό αυτής αίτημα ότι ουδεμία οφείλει αμοιβή στην αναιρεσείουσα δικηγόρο, δυνάμει του από 5.11.2001 ιδιωτικού συμφωνητικού.

Ότι παραλλήλως πρέπει ν' απορριφθεί το σωρευόμενο αίτημα της πιο πάνω με αριθ. …06/6.3.2001 αγωγής της αναιρεσείουσας που αφορά αναγνώριση οφειλής καταβολής του ποσού των 15.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, δεδομένου ότι δεν συνέτρεξε περίπτωση αδικοπραξίας της αναιρεσίβλητης σε βάρος της αναιρεσείουσας.

Ότι συνακόλουθα η αναιρεσείουσα δικηγόρος δικαιούται κατά παραδοχή της επικουρικής βάσης της με αριθ. …06/6.3.2013 αγωγής αυτής, ως δικηγορική αμοιβή για τις διαδικαστικές πράξεις και ενέργειες στις οποίες προέβη ως πληρεξούσια δικηγόρος της αναιρεσίβλητης, με βάση τα ελάχιστα όρια που προβλέπονται στον Κώδικα περί Δικηγόρων α) το ποσό των 11.106,52 ευρώ σχετικά με τις δίκες σε πρώτο και δεύτερο βαθμό που αφορούσαν την αναγνώριση του δικαιώματος νόμιμης μοίρας, δυνάμει της με αριθ.

…85/1.3.2001 αγωγής των εκεί μεριδούχων, β) το ποσό των 514,14 ευρώ σχετικά με τη δίκη στο Ειρηνοδικείο Πειραιά για τη διεκδίκηση της λέμβου, γ) το ποσό των 5.797,46 ευρώ σχετικά με τις δίκες μέχρι και την εκδίκαση της αναίρεσης περί επιστροφής του αναγραφέντος, αλλά ουδέποτε καταβληθέντος τιμήματος για την εκποίηση του ακινήτου μετά του παραδοσιακού ανεμόμυλου στη θέση "..." από την Γ.

Κ. το γένος Π. Μ. προς τον υιό της, καθότι η αξίωση της αναιρεσείουσας για καταβολή επί πλέον αμοιβής ύψους 1539,67 ευρώ (= 7.337,13 - 5.797,46) που αφορούσε την παράσταση και υποβολή προτάσεων κατά την μετ' αναίρεση δίκη (επί της οποίας η 129/2010 απόφαση του Εφετείου Πειραιά) υπερβαίνει καταφανώς τα εκ του άρθρου 281 του ΑΚ τασσόμενα όρια, διότι οι ενέργειες αυτές έλαβαν χώρα εν αγνοία της αναιρεσίβλητης, χωρίς καμία ενημέρωση ή συνεννόηση με αυτήν και μάλιστα ανεπιτυχώς για τα συμφέροντά της, όταν η ιδία η αναιρεσείουσα προηγουμένως από τον Οκτώβριο του 2008 είχε ρητώς και ευθαρσώς δηλώσει στην αναιρεσίβλητη και στη νέα δικηγόρο της τελευταίας, ότι απέχει κάθε περαιτέρω ενέργειας για την εκτέλεση εντολών εντός του πλαισίου του πιο πάνω ιδιωτικού συμφωνητικού, εάν η αναιρεσίβλητη δεν της καταβάλει την αναγραφομένη στο ιδιωτικό συμφωνητικό αμοιβή και ότι είχε αποφασίσει να προβεί στη διεκδίκηση της πιο πάνω αμοιβής (παρά την κατά το χρόνο εκείνο μη τελεσίδικη και μη επιτυχή διεκπεραίωση όλων των εντολών που αφορούσε το εν λόγω ιδιωτικό συμφωνητικό), εκμεταλλευόμενη το γεγονός της κατοχής στα χέρια της του γενικού συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου, το οποίο δεν είχε ανακληθεί, και αποβλέποντας με τον τρόπο αυτό στη θεμελίωση της ολοκλήρωσης της διενεργείας μίας εκ των εντολών προς εξασφάλιση της προβλεπόμενης από το ιδιωτικό συμφωνητικό αμοιβής και δ) το ποσό των 2.743,06 ευρώ σχετικά με τις δικαστικές και εξώδικες ενέργειες προς επιστροφή του αχρεωστήτως καταβληθέντος φόρου κληρονομίας.

Ότι για τη σύνταξη της με αριθ. ….946/26.12.2009 αγωγής διανομής των εννέα εκ των επικοίνων ακινήτων της κληρονομιαίας περιουσίας, ανερχομένης με βάση τα ελάχιστα όρια του Κώδικα περί Δικηγόρων στο ποσό των 6.503,31 ευρώ, η αναιρεσείουσα δικηγόρος δεν δικαιούται αμοιβής, διότι η επιδίωξη αυτής υπερβαίνει καταφανώς τα εκ του άρθρου 281 του ΑΚ τασσόμενα όρια για τους ιδίους (υπό στοιχείο γ) ως άνω διαλαμβανόμενους λόγους, πέραν του ότι ζητήθηκε με την αγωγή αυτή η διανομή της κληρονομιαίας ως άνω περιουσίας με πλειστηριασμό, ενώ ήταν καθ' όλα προδήλως εφικτή η αυτουσία ή απονεμητική διανομή κατ' άρθ. 480 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ, λόγω του αριθμού των προς διανομή ακινήτων και του αριθμού (τέσσερις) των κοινωνών.

Ότι επί του συνολικά οφειλομένου από την αναιρεσίβλητη στην αναιρεσείουσα ποσού από 20.161,18 ευρώ ως δικηγορική της αμοιβή με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής αυτής οφείλεται φόρος προστιθέμενης αξίας εκ ποσοστού 23% συνολικού ύψους 4.637,07 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την έκδοση της αντίστοιχης απόδειξης παροχής υπηρεσιών.

Ότι από την άλλη πλευρά η αναιρεσείουσα οφείλει στην αναιρεσίβλητη το συνολικό ποσό των 74.310,22 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής της τελευταίας, που αφορά το ποσό του επιστραφέντος φόρου κληρονομίας, που είχε αχρεωστήτως καταβληθεί στην οικεία ΔΟΥ και το οποίο ιδιοποιήθηκε παρανόμως η αναιρεσείουσα.

Ότι δεν οφείλονται στην αναιρεσίβλητη τα ποσά των 6.100, 3.100 και 2.350 ευρώ που κατέβαλε αυτή για δικαστική δαπάνη και συναφή έξοδα υπέρ των αντιδίκων της, δυνάμει της με αριθ. 860/2008 απόφασης του Εφετείου Πειραιά, της με αριθ. 275/2008 απόφασης του Αρείου Πάγου και της με αριθ. 129/2010 απόφασης του Εφετείου Πειραιά, διότι κατά την αληθή έννοια του σχετικού όρου του από 5.11.2001 ιδιωτικού συμφωνητικού, ως έξοδα αναληφθέντα από την αναιρεσείουσα δικηγόρο νοούνταν οι αναγκαίες δαπάνες στις οποίες προέβη η τελευταία για τη διεκπεραίωση των επί μέρους εντολών και όχι τα δικαστικά έξοδα των αντιδίκων κάθε αντίστοιχης δίκης, τα οποία επιβάλλονταν σε βάρος της αναιρεσίβλητης από το δικαστήριο σε περίπτωση ήττας αυτής.

Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού κατά μερική παραδοχή των αντιθέτων εφέσεων των διαδίκων και των προσθέτων λόγων έφεσης της ήδη αναιρεσίβλητης εξαφάνισε την αντιθέτως αποφανθείσα με αριθ. 56/2014 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, κράτησε την υπόθεση και, δικάζοντας τις αντίθετες με αριθ.

….45/1.2.2013 και ….06/6.3.2013 αγωγές της αναιρεσίβλητης εντολέως και της αναιρεσείουσας εντολοδόχου δικηγόρου, δέχθηκε αυτές κατά ένα μέρος ως βάσιμες κατ' ουσία και α) κατά μερική παραδοχή της πρώτης με αριθ. κατ. …45/2013 αγωγής της αναιρεσίβλητης εντολέως, αναγνώρισε ότι η τελευταία ουδεμία αμοιβή οφείλει στην εναγομένη δικηγόρο βάσει των όρων του από 5.11.2001 ιδιωτικού συμφωνητικού εργολαβίας δίκης μεταξύ των διαδίκων και αναγνώρισε περαιτέρω υποχρέωση της εναγομένης δικηγόρου να καταβάλει νομιμοτόκως στην ενάγουσα εντολέα της το ποσό των 74.310,22 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση αυτής και β) κατά μερική παραδοχή της επικουρικής βάσης της δεύτερης με αριθ.

κατ. 2006/2013 αγωγής της αναιρεσείουσας δικηγόρου, αναγνώρισε την υποχρέωση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης εντολέως να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 20.161,18 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση αυτής, πλέον του ποσού των 4.637,07 ευρώ για ΦΠΑ από 23% με το νόμιμο τόκο από την έκδοση των αντιστοίχων αποδείξεων παροχής υπηρεσιών.

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 556 παρ.1 και 578 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι για την άσκηση αναίρεσης απαιτείται έννομο συμφέρον, η ύπαρξη του οποίου κρίνεται από την προσβαλλόμενη απόφαση κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 68 του ΚΠολΔ. Το έννομο συμφέρον απαιτείται όχι μόνο γενικά για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης, αλλά και ειδικά για το παραδεκτό κάθε λόγου αυτής (ΑΠ 640/2015).

Η έλλειψη εννόμου συμφέροντος, που ερευνάται αυτεπάγγελτα σε κάθε στάση της δίκης, κατά το άρθρο 73 του ΚΠολΔ, συνεπάγεται την απόρριψη του αίτησης αναίρεσης ή του σχετικού λόγου ως απαράδεκτου. Ειδικότερα, ο διάδικος δεν έχει έννομο συμφέρον να προσβάλλει την απόφαση με λόγο αναίρεσης, όταν επικαλείται εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας επί ζητημάτων που κρίθηκαν χωρίς ανάγκη, πλεοναστικώς και όλως παρέργως, ως προς τα οποία, εφόσον δεν στηρίζουν το διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης, δεν παράγεται δεδικασμένο (ΑΠ 640/2015, ΑΠ 2008/2013, ΑΠ 41/2012, ΑΠ 1830/2008, ΑΠ 525/2008, ΑΠ 463/2007).

Για τη θεμελίωση του εννόμου συμφέροντος δεν αρκεί το γεγονός ότι ενδέχεται να προκύψει μελλοντικά συναφής διαφορά μεταξύ των διαδίκων για το ίδιο ζήτημα (ΑΠ 85/2010). Εξ άλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 στοιχ. γ του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.

Από δε τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ιδίου Κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.

Επομένως δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης, εάν το πραγματικό γεγονός για το οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι δεν λήφθηκε υπόψη προς απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτού συγκεκριμένο αποδεικτικό στοιχείο από το δικαστήριο της ουσίας, δεν ασκούσε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης κατά την έννοια του άρθρου 335 του ΚΠολΔ, αφού μόνο ένα τέτοιο ουσιώδες γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (ΟλΑΠ 42/2002).

Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 9 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο της ουσίας επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν. Ο όρος "επιδίκασε" σημαίνει ότι το δικαστήριο αποφάνθηκε με αναγνωριστική ή καταψηφιστική διάταξη επί ζητήματος για το οποίο δεν υπήρχε αυτοτελές αίτημα του διαδίκου για την παροχή έννομης προστασίας, το οποίο δημιουργούσε αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης (ΑΠ 368/2016, ΑΠ 914/2008, ΑΠ 777/2010).

Επομένως δεν ιδρύεται ο εν λόγω αναιρετικός λόγος, εάν το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφαση πλεοναστικώς και παρέργως πραγματικές παραδοχές, οι οποίες όμως δεν συναρτώνται με αναγνωριστική ή καταψηφιστική διάταξη αυτού και συνεπώς δεν επιστηρίζουν το διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης του κυρίως δικογράφου, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια της έλλειψης επαρκούς αιτιολογίας, ως προς την παραδοχή αυτής περί παροχής συμβουλών στην αναιρεσίβλητη να προβεί σε εσπευσμένη εκποίηση ενός εκ των κληρονομιαίων ακινήτων στην ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "...

ΟΕ", αντί συμβατικού τιμήματος ύψους 115.000.000 δραχμών, το οποίο ήταν μικρότερο της αντικειμενικής και της τουλάχιστον ίσης με αυτήν αγοραίας αξίας αυτού. Σε συνάρτηση και σε συνάφεια με τον ανωτέρω λόγο, με τον τρίτο κατά το πρώτο αυτού σκέλος πρόσθετο από τον αριθμό 11 στοιχ. γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης σχετικά με την απόρριψη της αγωγής της αναιρεσείουσας κατά την κυρία αυτής βάση (υπό Α), η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την περαιτέρω πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη της το με αριθ.

…59/2000 συμβόλαιο αγοραπωλησίας του εν λόγω ακινήτου μεταξύ της αναιρεσίβλητης πωλήτριας και της αγοράστριας ομόρρυθμης εταιρείας, στο οποίο διαλαμβανόταν ότι μέρος του τιμήματος, ύψους 26.000.000 δραχμών, καταβλήθηκε από την αγοράστρια εταιρεία απ' ευθείας στη συμβολαιογράφο, προκειμένου να πληρωθεί επιμεριστικά ο φόρος κληρονομίας για να είναι νόμιμη η εκποίηση του εν λόγω ακινήτου, με συνέπεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο να καταλήξει στη δυσμενή για την αναιρεσείουσα κρίση ότι παρακράτησε την έκπτωση επί του φόρου, λόγω της εφάπαξ καταβολής του (μεγαλύτερου μέρους) του συνολικού φόρου της όλης κληρονομίας, που ανερχόταν σε 100.000.000 δραχμές.

Με τον ίδιο πρόσθετο λόγο κατά το δεύτερο αυτού σκέλος από τον αριθμό 9 [και όχι από τον αριθμό 10] του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα προβάλλει την περαιτέρω αιτίαση ότι η προσβαλλομένη απόφαση με την κρίση της αυτή υπέπεσε επί πλέον στην από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, καθότι προέβη στην επιδίκαση πέραν των αιτηθέντων από την αναιρεσίβλητη, η οποία με την αγωγή της είχε περιορισθεί στο να αναφέρει ότι η αναιρεσείουσα με το να εισπράξει το ποσό των 100.000.000 δραχμών για την πληρωμή του φόρου κληρονομίας για λογαριασμό αυτής, επωφελήθηκε των τόκων από την καταβολή με δόσεις του φόρου κληρονομίας σε βάθος μίας τριετίας.

Ο πρώτος λόγος αναίρεσης του κυρίως δικογράφου από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πρέπει ν' απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος στην προβολή του, διότι, με βάση τα όσα διαλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση κατά τα ήδη ανωτέρω προεκτεθέντα, η παραδοχή αυτής περί της παροχής συμβουλής της αναιρεσίβλητης από την αναιρεσείουσα για την εσπευσμένη εκποίηση του εν λόγω κληρονομιαίου ακινήτου και το συναφές ζήτημα της παρακράτησης της έκπτωσης του φόρου κληρονομίας από την αναιρεσείουσα διαλαμβάνονται χωρίς ανάγκη, πλεοναστικώς και όλως παρέργως στην προσβαλλόμενη απόφαση, χωρίς να στηρίζουν το διατακτικό της τελευταίας, μη παράγοντας δεδικασμένο από την κρίση αυτή.

Συνακόλουθα δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης ούτε από τον αριθμό 11 στοιχ. γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ για μη λήψη υπόψη αποδεικτικού στοιχείου και ειδικότερα του συγκεκριμένου συμβολαιογραφικού εγγράφου, αφού ο σχετικός ισχυρισμός δεν ήταν ουσιώδης για ν' αποτελέσει αντικείμενο απόδειξης (ανεξαρτήτως του ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη το εν λόγω συμβολαιογραφικό έγγραφο, το οποίο μνημονεύει ειδικά στο σκεπτικό του), ούτε από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αφού η ανωτέρω παραδοχή της προσβαλλομένης απόφασης δεν ήγαγε σε καταψηφιστική ή αναγνωριστική διάταξη αυτής και συνεπώς δεν συντρέχει περίπτωση επιδίκασης, πέραν του αιτηθέντος.

Με τον δεύτερο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης του κυρίως δικογράφου, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια της έλλειψης αιτιολογίας, ως προς την απόρριψη της αγωγής αυτής, κατά το κεφάλαιο επιδίκασης σε αυτήν του ποσού των 15.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη, εξαιτίας της παράνομης προσβολής της προσωπικότητας αυτής από την (επικαλούμενη) αναίτια εκ μέρους της αναιρεσίβλητης ανάκληση της εντολής, με δόλιο και μεθοδευμένο τρόπο, προκειμένου αυτή ν' αποφύγει την καταβολή της οφειλομένης δικηγορικής αμοιβής, προβάλλοντας την αιτίαση στον οικείο αναιρετικό λόγο ότι το κεφάλαιο αυτό απορρίφθηκε με την αναγραφομένη σε αυτόν φράση της προσβαλλομένης απόφασης, χωρίς οιαδήποτε αιτιολογία.

Ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο προέβη, κατά τα ανωτέρω προεκτεθέντα, σε αναλυτικές παραδοχές, με αναφορά μάλιστα σε επιμέρους αποδεικτικά μέσα, των συνθηκών υπό τις οποίες λύθηκε η συνεργασία μεταξύ των διαδίκων, προκειμένου να καταλήξει τελικά στο συμπέρασμα της μη συνδρομής αδικοπραξίας (υπό την προφανή έννοια της παράνομης προσβολής της προσωπικότητας της αναιρεσείουσας) και ν' απορρίψει ως κατ' ουσία αβάσιμη την αγωγή κατά το σχετικό κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης, το οποίο - συμπέρασμα - μόνο, περιορίζεται να διαλάβει η αναιρεσείουσα ως περιεχόμενο του αντίστοιχου αναιρετικού λόγου.

Με τη διάταξη του αριθμού 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε, ως προς το έγγραφο, σε διαγνωστικό λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου (σφάλμα ανάγνωσης), με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι το έγγραφο αυτό περιελάμβανε, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, που εκφεύγει κατά το άρθρο 561 παρ 1 του ιδίου Κώδικα του αναιρετικού ελέγχου (ΟλΑΠ 2/2008). Περαιτέρω σύμφωνα με την ως άνω διάταξη σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 566 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα, για να είναι ορισμένος και συνεπώς παραδεκτός ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο α) το έγγραφο που παραμορφώθηκε, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά του, β) το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου, που φέρεται ότι παραμορφώθηκε (κατά λέξη παρατιθέμενο), γ) το διαφορετικό περιεχόμενο που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι έχει το έγγραφο αυτό, ούτως ώστε από τη σύγκριση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου με εκείνο που φέρεται να δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση να υπάρχει η δυνατότητα κρίσης από τον Άρειο Πάγο περί της ύπαρξης ή μη διαγνωστικού σφάλματος κατά την ανάγνωση του εγγράφου, δ) ο ουσιώδης ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο, ε) η επιρροή που είχε η λανθασμένη ανάγνωση του εγγράφου στο διατακτικό της απόφασης, δηλαδή το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξαιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου (ΑΠ 772/2017, ΑΠ 265/2015, ΑΠ 931/2014, ΑΠ 333/2011, ΑΠ 113/2010, ΑΠ 1573/2006).

Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκδοση της δίκης.

Οι ανωτέρω λόγοι αναίρεσης [από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ] ιδρύονται και όταν η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή η έλλειψη νόμιμης βάσης ως προς την εφαρμογή του αφορά τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, γενικούς ή ειδικούς, με τους οποίους αίρονται οι ασάφειες ή πληρούνται τα κενά που διαπιστώνονται στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βούλησης των μερών.

Ειδικότερα παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα άρθρα 173 και 200 του ΑΚ, υφίσταται όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι κατά την ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του δέχθηκε ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας, είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, καίτοι ανέλεγκτα επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ (ΑΠ 1098/2011, ΑΠ 426/2010, ΑΠ 832/2009, ΑΠ 254/2003, ΑΠ 416/1993).

Η διαπίστωση εξάλλου από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία ναι μεν μπορεί να αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αρκεί όμως να προκύπτει και έμμεσα από αυτή, όπως συμβαίνει όταν, παρά την έλλειψη σχετικής διαπίστωσης στην απόφαση ή ακόμη και παρά τη ρητή διαβεβαίωση της ανυπαρξίας της, το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, γεγονός που αποκαλύπτει ακριβώς ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων, που το ανάγκασαν να καταφύγει στη συμπλήρωση ή ανάλογα στην ερμηνεία τους (ΑΠ 220/2016).

Σε κάθε όμως περίπτωση τόσο η ευθεία όσο και η εκ πλαγίου παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου και ειδικότερα των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών πρέπει να αναφέρεται σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 65/2010). Εξ άλλου από τον συνδυασμό των άρθρων 92 παρ.3 και 5 εδ. α` του κατά τον κρίσιμο χρόνο έχοντος εφαρμογή Κώδικα περί Δικηγόρων που κυρώθηκε με το Ν.Δ/μα 3024/1954, η πρώτη των οποίων ορίζει ότι "Επιτρέπεται συμφωνία, εξαρτώσα την αμοιβήν ή το είδος αυτής εκ της εκβάσεως της δίκης ή του αποτελέσματος της εργασίας ή εξ οιασδήποτε άλλης αιρέσεως, ως και συμφωνία περί αμοιβής δι` εκχωρήσεως ή μεταβιβάσεως μέρους του αντικειμένου της δίκης ή της εργασίας.

Η τοιαύτη συμφωνία δεν δύναται να υπερβαίνη τα 20% του αντικειμένου της δίκης" και η δεύτερη των οποίων ορίζει ότι "Η κατά τ` ανωτέρω συμφωνία, η εξαρτώσα την αμοιβήν εκ της εκβάσεως της δίκης, τότε μόνον ισχύει, όταν ο δικηγόρος ανέλαβε την υποχρέωσιν να διεξαγάγη την δίκην μέχρι τελεσιδικίας, χωρίς εν αποτυχία να λάβη αμοιβήν τινα, ούτε αυτός ούτε ο κατά τον αυτόν ή άλλον βαθμόν συμπληρεξούσιος ή υποκατάστατος" συνάγεται ότι μεταξύ του δικηγόρου και του εντολέα του επιτρέπεται κατάρτιση συμφωνίας, κατά την οποία η δικηγορική αμοιβή θα εξαρτάται από την έκβαση της δίκης ή από το αποτέλεσμα της εργασίας του δικηγόρου ή από οποιαδήποτε άλλη αίρεση, καθώς και συμφωνία περί αμοιβής "δι` εκχωρήσεως" μέρους του αντικειμένου της δίκης ή της εργασίας, οπότε η αμοιβή δεν μπορεί να υπερβαίνει το 20% το αντικειμένου της δίκης.

Και ναι μεν στην παρ. 5 του ως άνω άρθρου (92 του κώδικα περί δικηγόρων) γίνεται λόγος περί ανάληψης υποχρέωσης προς διεξαγωγή δίκης μέχρι τελεσιδικίας και έλλειψης δικαιώματος αμοιβής σε περίπτωση αποτυχίας, το αυτό όμως πρέπει να ισχύσει και στην περίπτωση συμφωνίας μεταξύ δικηγόρου και εντολέως του που εξαρτά την αμοιβή από το αποτέλεσμα της εργασίας του δικηγόρου, ανεξάρτητα από τη διεξαγωγή ή μη δίκης, διότι και στην περίπτωση αυτή συντρέχει ο ίδιος λόγος, δηλαδή η προστασία της νομικής συμπαράστασης και βοήθειας από δικηγόρο χάριν του γενικότερου συμφέροντος (ΑΠ 396/2017, ΑΠ 1239/2003).

Η συμφωνία αυτή, η οποία χαρακτηρίζεται με τον γενικό όρο "εργολαβία δίκης" (ΑΠ 133/2018, ΑΠ 2070/2017), είναι έγκυρη μόνο όταν περιέχει ρητώς, προς άρση κάθε αμφιβολίας, τον όρο ότι ο δικηγόρος αναλαμβάνει την υποχρέωση να διεξαγάγει τη δίκη μέχρι τελεσιδικίας ή την ανατεθείσα εργασία μέχρι την περάτωση αυτής και ότι σε περίπτωση αποτυχίας δεν θα λάβει αμοιβή, με συνέπεια, αν λείπει ο όρος αυτός, η σχετική συμφωνία να είναι άκυρη κατά τα άρθρα 174 και 180 του ΑΚ και να μην επάγεται τα έννομα αυτής αποτελέσματα (ΑΠ 133/2018, ΑΠ 2070/2017, ΑΠ 187/2014).

Αντικείμενο της εν λόγω συμφωνίας, μπορεί να είναι και η απόρριψη στρεφομένης κατά του εντολέως αγωγής, με την οποία αμφισβητείται εν όλω η εν μέρει κάποιο δικαίωμα αυτού, οπότε ως τελεσίδικη επιτυχής έκβαση της δίκης για τον εντολέα - εναγόμενο νοείται η τελεσίδικη απόρριψη από το δικαστήριο εν όλω ή εν μέρει της αγωγής, ανάλογα δε με την έκταση του αποτελέσματος της δίκης (απορριπτικού), προσδιορίζεται και το ύψος της οφειλομένης δικηγορικής αμοιβής, οριζόμενο σε ποσοστό επί της μείωσης του αγωγικού αιτήματος (ωφέλεια του εντολέως) (ΑΠ 396/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο και τελευταίο από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης του κυρίως δικογράφου, η αναιρεσείουσα, αφού διαλαμβάνει απόσπασμα της προσβαλλομένης απόφασης σχετικά με την κρίση της ότι με βάση το από 5.11.2001 ιδιωτικό συμφωνητικό είχε καταρτισθεί μεταξύ των μερών σύμβαση εργολαβίας δίκης, καθότι η από 20% δικηγορική αμοιβή της αναιρεσείουσας επί του κληρονομικού μεριδίου της αναιρεσίβλητης είχε συμφωνηθεί υπό την αίρεση της τελεσίδικης περάτωσης της δίκης ή της υπόθεσης και ότι σε διαφορετική περίπτωση η αναιρεσείουσα δεν δικαιούται ουδεμίας αμοιβής, προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι με το να χαρακτηρίσει τη σύμβαση αυτή ως σύμβαση "εργολαβίας δίκης", ενώ επρόκειτο περί "ιδιωτικού συμφωνητικού - εργολαβικού δικηγορικής αμοιβής - πληρεξουσίου", παραμόρφωσε το περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου, με συνέπεια τη συρρίκνωση του δικαιώματος δικηγορικής αμοιβής αυτής.

Σε συνάρτηση και σε συνάφεια με τον ανωτέρω λόγο, με τον δεύτερο κατά το δεύτερο αυτού σκέλος πρόσθετο από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης σχετικά με την απόρριψη της αγωγής της αναιρεσείουσας κατά την κυρία αυτής βάση (υπό Α), η αναιρεσείουσα, αφού διαλαμβάνει εκ νέου το ίδιο απόσπασμα της προσβαλλόμενης απόφασης, προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι προκειμένου να καταλήξει στο χαρακτηρισμό της μεταξύ των μερών σύμβασης ως σύμβασης εργολαβίας δίκης παραβίασε τις ερμηνευτικού χαρακτήρα διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, τις οποίες δεν εφάρμοσε, όπως ρητώς άλλωστε διαλαμβάνεται στο απόσπασμα αυτό, αν και αυτές ήταν εφαρμοστέες στη συγκεκριμένη περίπτωση, εφόσον (εμμέσως) από τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης δεν προέκυπτε με βεβαιότητα το είδος της δικαιοπραξίας που ήθελαν να καταρτίσουν τα μέλη.

Ο λόγος αναίρεσης του κυρίως δικογράφου από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ περί παραμόρφωσης του ανωτέρω από 5.11.2001 ιδιωτικού συμφωνητικού πρέπει ν' απορριφθεί προεχόντως ως αόριστος, διότι δεν εκτίθεται στον οικείο αναιρετικό λόγο ποίο ήταν το αληθινό περιεχόμενο του ως άνω από 5.11.2001 ιδιωτικού συμφωνητικού, κατά λέξη παρατιθέμενο, και ποία επιρροή είχε η κατά τα άνω λανθασμένη ανάγνωση του εγγράφου στο διατακτικό της απόφασης, δηλαδή το επιζήμιο για την αναιρεσείουσα συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο, εξαιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου.

Δεν συνιστά δε τοιαύτη επιζήμια επιρροή ο άνευ εννόμου σημασίας χαρακτηρισμός της καταρτισθείσας από 5.11.2001 σύμβασης μεταξύ των μερών ως "σύμβασης εργολαβίας δίκης" αντί "ιδιωτικού συμφωνητικού - εργολαβικού δικηγορικής αμοιβής", καθότι σύμφωνα με το άρθρο 92 παρ.3 και 5 του Κώδικα Δικηγόρων ως "εργολαβία δίκης" χαρακτηρίζεται κάθε συμφωνία μεταξύ δικηγόρου και εντολέως που εξαρτά την αμοιβή του πρώτου από το αποτέλεσμα της εργασίας του δικηγόρου, ανεξάρτητα δηλαδή από τη διεξαγωγή ή μη δίκης, στο πλαίσιο της εν λόγω συμφωνίας.

Ούτε άλλωστε δέχθηκε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, όπως αβασίμως διαλαμβάνεται στον οικείο αναιρετικό λόγο, ότι συνεπεία του πιο πάνω χαρακτηρισμού, το αντικείμενο του από 5.11.2001 ιδιωτικού συμφωνητικού περιορίσθηκε στη διεκπεραίωση μίας μόνο δίκης. Εξ άλλου ούτε η ιδία η αναιρεσείουσα διευκρινίζει στον οικείο αναιρετικό λόγο, πως από τον εσφαλμένο κατ' αυτήν νομικό χαρακτηρισμό της μεταξύ των μερών σύμβασης επήλθε συρρίκνωση των δικαιωμάτων της, που απέρρεαν από τους όρους του πιο πάνω συμφωνητικού, πολλώ δε μάλλον που το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έκρινε ότι, με εξαίρεση την αντίκρουση της με αριθ. 1885/1.3.2001 αγωγής των νομίμων μεριδούχων για αναγνώριση του δικαιώματος νόμιμης μοίρας κατά της αναιρεσίβλητης [που για τους διαλαμβανόμενους στην προσβαλλομένη απόφαση λόγους - οι οποίοι δεν έχουν σχέση με τον εν λόγω νομικό χαρακτηρισμό - δεν συμπεριλαμβανόταν στο εν λόγω συμφωνητικό], όλες οι λοιπές ενέργειες της αναιρεσείουσας, για τις οποίες αυτή ζητούσε με την αγωγή της αμοιβή με βάση τους όρους του πιο πάνω ιδιωτικού συμφωνητικού (επιστροφή αχρεωστήτως καταβληθέντος φόρου κληρονομίας, διεκδίκηση της λέμβου και διεκδίκηση του τιμήματος από την εκποίηση ενός οικοπέδου με παλαιό ανεμόμυλο στη θέση "..." εκ μέρους της Γ.

Κ. προς τον υιό της) περιλαμβάνονταν στο πεδίο ισχύος αυτού, η δε απόρριψη της κύριας βάσης της αγωγής κατά τα εν λόγω κεφάλαια οφείλεται στους κατά τα ανωτέρω διαλαμβανόμενα άλλους λόγους και όχι στον δοθέντα από την προσβαλλομένη απόφαση νομικό χαρακτηρισμό της σύμβασης. Επομένως, εφόσον ο χαρακτηρισμός αυτός της μεταξύ των μερών συμφωνίας δεν ασκούσε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δεν μπορεί να γίνει λόγος περί ευθείας ή εκ πλαγίου παραβίασης των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ και κατά συνέπεια ο περί του αντιθέτου δεύτερος πρόσθετος λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο αυτού σκέλος από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος, [πέραν του ότι ως προς τον χαρακτηρισμό της σύμβασης το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν διαπίστωσε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, την ύπαρξη κενού ή ασάφειας, σε αντίθεση με την κρίση του ότι στο περιεχόμενο του εν λόγω ιδιωτικού συμφωνητικού δεν περιλαμβανόταν η τελεσίδικη έκβαση της δίκης επί της με αριθ. ..85/2001 ως άνω αγωγής των νομίμων μεριδούχων κατά της αναιρεσίβλητης, όπου διαπιστώνοντας σχετική ασάφεια του σχετικού όρου, εφάρμοσε τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ (βλ.

φύλλο 32 της προσβαλλομένης απόφασης]. Τέλος η αναφερόμενη στον εν λόγω αναιρετικό λόγο προς υποστήριξη αυτού περαιτέρω αιτίαση περί παραδοχής της αμφισβήτησης από την αναιρεσίβλητη του περιεχομένου της δήλωσης αυτής στο εν λόγω συμφωνητικό, δεν αναφέρεται, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, στον πιο πάνω χαρακτηρισμό της σύμβασης, αλλά η σχετική αμφισβήτηση αφορά εκτιμηθέντα ισχυρισμό αυτής περί συνδρομής περίπτωσης ακυρωσίας του εν λόγω ιδιωτικού συμφωνητικού, που όμως απορρίφθηκε με την πιο πάνω απόφαση ως απαράδεκτος (βλ.

φύλλα 27 - 28 της προσβαλλομένης απόφασης).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 591 παρ.1 του ΚΠολΔ (όπως η παράγραφος αυτή ίσχυε κατά τον κρίσιμο στην προκειμένη περίπτωση χρόνο, πριν δηλαδή από την αντικατάσταση της από το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του ν. 4335/2015), "τα άρθρα 1 έως 590 εφαρμόζονται και στις ειδικές διαδικασίες, εκτός αν αντιβαίνουν προς τις ειδικές διατάξεις των διαδικασιών αυτών.

Αν στις ειδικές αυτές διατάξεις δεν ορίζεται διαφορετικά [...] β) οι προτάσεις κατατίθενται στο ακροατήριο, γ) όλοι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί προτείνονται προφορικά και όσοι δεν περιέχονται στις προτάσεις καταχωρίζονται στα πρακτικά [...]". Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 256 παρ.1 στοιχ. δ` ΚΠολΔ, τα συντασσόμενα από το γραμματέα πρακτικά συνεδρίασης πρέπει να περιέχουν "όσα έγιναν κατά τη συζήτηση και ιδίως [...] τους ισχυρισμούς, τις αιτήσεις και τις δηλώσεις των διαδίκων, εκτός αν είναι υποχρεωτική η υποβολή προτάσεων, οπότε αρκεί η αναφορά σ` αυτές, [...]".

Από την πρώτη από τις διατάξεις αυτές (ΚΠολΔ 591 παρ.1) σαφώς συνάγεται ότι στις υποθέσεις που δικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές για την παροχή εργασίας (ΚΠολΔ 677 - 681, όπως ίσχυαν πριν την αντικατάστασή τους από το νόμο 4335/2015), όπου δεν είναι υποχρεωτική η υποβολή προτάσεων, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, όπως είναι και η ένσταση κατάχρησης δικαιώματος κατ' άρθρο 281 του ΑΚ, προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και, επιπλέον, οι ισχυρισμοί αυτοί καταχωρίζονται στα πρακτικά με σαφή (έστω και συνοπτική) έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν (ΚΠολΔ 262 παρ.1), εκτός αν περιέχονται στις κατατιθέμενες στο ακροατήριο προτάσεις.

Απαιτείται δηλαδή, σε κάθε περίπτωση, ακόμη και αν έχουν κατατεθεί προτάσεις στις οποίες περιέχονται οι εν λόγω ισχυρισμοί, προφορική προβολή των ισχυρισμών αυτών, που "ως γενόμενο κατά τη συζήτηση" σημειώνεται στα πρακτικά. Από τη δεύτερη δε από τις αμέσως πιο πάνω διατάξεις (ΚΠολΔ 256 παρ.1 στοιχ. δ`) συνάγεται ότι η κατά την πρώτη διάταξη (ΚΠολΔ 591 παρ.1 στοιχ.

β`) σημείωση της προφορικής προβολής του ισχυρισμού στα πρακτικά πρέπει να προκύπτει ευθέως από το περί των προτάσεων και δηλώσεων τμήμα αυτών (πρακτικών) και δεν επιτρέπεται έμμεση συναγωγή της προβολής του είτε από το περιεχόμενο των ακολούθως καταχωρημένων μαρτυρικών καταθέσεων, είτε από το περιεχόμενο των υποβαλλομένων εγγράφων προτάσεων (ΟλΑΠ 2/2005, ΑΠ 378/2018, ΑΠ 88/2018, ΑΠ 611/2016, ΑΠ 220/2014, ΑΠ 450/2013, ΑΠ 1414/2012, ΑΠ 128/2008).

Στην περίπτωση αυτή είναι απαράδεκτη η προβολή για πρώτη φορά στην κατ` έφεση δίκη των ισχυρισμών αυτών, εφόσον αυτοί δεν είχαν προταθεί πρωτοδίκως κατά τρόπο παραδεκτό ως άνω, εκτός εάν εμπίπτουν σε κάποια από τις εξαιρέσεις του παραδεκτού της βραδείας προβολής κατά τα άρθ. 527 και 269 ΚΠολΔ, τις οποίες πρέπει να επικαλεσθεί ο διάδικος που προβάλλει τους ισχυρισμούς αυτού (ΑΠ 88/2018, ΑΠ 243/2015, ΑΠ 9/2014, ΑΠ 902/2008, ΑΠ 128/2008).

Για την παραδεκτή όμως προβολή κατά τα ανωτέρω των σχετικών ισχυρισμών ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, εφόσον έχουν κατατεθεί προτάσεις που περιέχουν έκθεση των πραγματικών περιστατικών που τους θεμελιώνουν, αρκεί η επιγραμματική καταχώριση αυτών στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, καθότι στην περίπτωση αυτή είναι δυνατή η εξέτασή τους στο ακροατήριο (ΑΠ 981/2018, ΑΠ 221/2011, ΑΠ 175/2009).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε ακυρότητες, εκπτώσεις από δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό δίκαιο (ΑΠ 611/2016). Με τον λόγο αυτό ελέγχεται και το παραδεκτό των προβαλλομένων ισχυρισμών των διαδίκων, όπως είναι η ένσταση κατάχρησης δικαιώματος (ΑΠ 208/2018, ΑΠ 1014/2010).

Περαιτέρω κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα, ως ουσιώδεις ισχυρισμοί, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996).

Αντιθέτως δεν θεωρούνται "πράγματα" κατά την προαναφερθείσα έννοια οι αιτιολογημένες αρνήσεις των πιο πάνω ισχυρισμών, ούτε οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, αφού οι τελευταίοι δεν είναι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 8/2013, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 76/2016, ΑΠ 139/2014, 1720/2013, 232/2009).

Προς τους μη προταθέντες ισχυρισμούς εξομοιώνονται και εκείνοι που προτάθηκαν απαραδέκτως (ΑΠ 728/2010). Αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του ισχυρισμό που προτάθηκε απαραδέκτως, τον οποίο δέχθηκε κατ' ουσία, ιδρύονται παράλληλα και οι δύο αναιρετικοί λόγοι από τον αριθμό 8 και τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (ΑΠ 376/2018, ΑΠ 728/2010, ΑΠ 128/2008).

Στην περίπτωση δε που το δικαστήριο της ουσίας ερεύνησε κατ' ουσία ισχυρισμό, για τον οποίο, σύμφωνα με τον περί τούτου αναιρετικό λόγο, δεν είχαν προταθεί ή είχαν προταθεί ελλιπώς στις προτάσεις τα πραγματικά περιστατικά που τον θεμελιώνουν, για το ορισμένο του αναιρετικού λόγου πρέπει να διαλαμβάνονται τα περιστατικά που ο διάδικος επικαλέσθηκε προς θεμελίωση του εν λόγω ισχυρισμού, όπως και οι πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου επί του ούτω προταθέντος ισχυρισμού, προκειμένου να κριθεί εάν ιδρύεται ο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος ή εάν αντιθέτως, τα διαλαμβανόμενα στην προσβαλλομένη απόφαση περιστατικά, που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, συνιστούν απλώς προσδιοριστικά στοιχεία παραδεκτώς προβληθέντος νομίμου ισχυρισμού (σχετ.

ΑΠ 34/2015). Η κατά τα άνω αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (ΟλΑΠ 27/1998, ΟλΑΠ 32/1996). Τέλος, εφόσον η προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνει δύο ή περισσότερες ισοδύναμες επάλληλες αιτιολογίες (κύριες ή επικουρικές), εκάστη των οποίων στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της, εφ` όσον η μία αιτιολογία από αυτές δεν πλήττεται καθόλου ή δεν πλήττεται αποτελεσματικά με ειδικό λόγο αναίρεσης, η αναίρεση ή ο οικείος λόγος αναίρεσης απορρίπτονται ως αλυσιτελείς κατ` άρθ. 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 25/1994, ΑΠ 2020/2014, ΑΠ 568/2014, ΑΠ 1652/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο πρόσθετο από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης σχετικά με την απόρριψη της αγωγής της αναιρεσείουσας κατά την κυρία αυτής βάση (υπό Α), η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι έλαβε υπόψη της και ερεύνησε κατ' ουσία πράγματα που δεν είχαν προταθεί και ειδικότερα δέχθηκε α) ισχυρισμό αυτής ότι η δίκη για την αντίκρουση της αγωγής νόμιμης μοίρας κατά της αναιρεσίβλητης δεν διαλαμβανόταν στο από 5.11.2001 ιδιωτικό συμφωνητικό εργολαβικής αμοιβής που είχε καταρτισθεί μεταξύ των διαδίκων, β) ισχυρισμό αυτής περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, ενώ με βάση τα διαλαμβανόμενα στις προτάσεις της αναιρεσίβλητης δεν θεμελιωνόταν αυτός, καθότι ο σχετικός ισχυρισμός αναφερόταν στο άρθρο 179 του ΑΚ και όχι στο άρθρο 281 του ΑΚ και γ) ισχυρισμό αυτής περί συνδρομής περίπτωσης του άρθρου 171 του Κώδικα περί Δικηγόρων, ενώ οι ισχυρισμοί αυτοί δεν είχαν προταθεί παραδεκτώς από την αναιρεσίβλητη κατά την ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου προφορική διαδικασία, αφού, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι της αναιρεσίβλητης περιορίσθηκαν στην άρνηση της αγωγής και προέβαλαν ένσταση συμψηφισμού της ένδικης απαίτησης, ένσταση αοριστίας και ένσταση καταχρηστικής άσκησης της αγωγής, όπως αναλυτικότερα αναφέρονται στις προτάσεις τους, χωρίς επομένως να έχει λάβει χώρα προφορική επίκληση των περιστατικών που στηρίζουν τους εν λόγω ισχυρισμούς και διατύπωση αιτήματος απόρριψης της αγωγής της αναιρεσείουσας για τις αιτίες αυτές με καταχώριση αυτών στα πρακτικά.

Ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος. Ειδικότερα ο λόγος αυτός κατά το υπό στοιχείο (α) σκέλος του είναι αβάσιμος, διότι ο ισχυρισμός της αναιρεσίβλητης ότι η δίκη για την αντίκρουση της αγωγής νόμιμης μοίρας κατ' αυτής δεν περιλαμβανόταν στο από 5.11.2001 ιδιωτικό συμφωνητικό εργολαβικής δικηγορικής αμοιβής, συνιστά αιτιολογημένη άρνηση της ιστορικής βάσης της αγωγής της αναιρεσείουσας δικηγόρου και κατά συνέπεια δεν συνιστά "πράγμα" κατά την έννοια του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με αποτέλεσμα να μην ιδρύεται αναιρετικός λόγος από τον αριθμό αυτό ή τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ.

Περαιτέρω, ο λόγος αυτός κατά το υπό στοιχείο (β) σκέλος του είναι αβάσιμος, διότι με βάση τα εκτιθέμενα σε αυτόν, τα οποία άλλωστε προκύπτουν από την επισκόπηση από τον Άρειο Πάγο (άρθ. 561 παρ.2 του ΚΠολΔ) των με αριθ. 56/16.5.2013 πρακτικών συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, προτάθηκε προφορικά από την αναιρεσίβλητη δια των πληρεξουσίων δικηγόρων της, ένσταση κατάχρησης δικαιώματος, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, η δε επιγραμματική αυτή καταχώριση του σχετικού ισχυρισμού στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, εφόσον κατατέθηκαν στο ακροατήριο προτάσεις αυτής που περιέχουν τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την εν λόγω ένσταση, είναι επαρκής για το παραδεκτό της προβολής της, καθότι είναι δυνατή η εξέτασή της στο ακροατήριο.

Κατά δε το μέρος που ο σχετικός αναιρετικός λόγος αφορά την περαιτέρω αιτίαση της έλλειψης στις προτάσεις της αναιρεσίβλητης των αναγκαίων πραγματικών περιστατικών προς θεμελίωση της ένστασης καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος, καθότι τα διαλαμβανόμενα στις προτάσεις της αναιρεσίβλητης πραγματικά περιστατικά αφορούσαν θεμελίωση ισχυρισμού αυτής από το άρθρο 179 του ΑΚ και όχι από το άρθρο 281 του ΑΚ, ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι αόριστος και ως εκ τούτου απορριπτέος, εφόσον δεν διαλαμβάνεται σε αυτόν το περιεχόμενο των προτάσεων της αναιρεσίβλητης κατά το μέρος που αφορούσε την διατυπωμένη ως άνω πλημμέλεια, ούτε διαλαμβάνονται οι πραγματικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης σε σχέση με τον εν λόγω ισχυρισμό.

Επισημαίνεται πάντως ότι σε κάθε περίπτωση [με εξαίρεση το επί μέρους κεφάλαιο που αφορούσε καταβολή δικηγορικής αμοιβής δυνάμει των όρων του από 5.11.2001 ιδιωτικού συμφωνητικού σχετικά με τη διεκδίκηση της λέμβου], ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος και ως αλυσιτελής, καθότι για την απόρριψη της αγωγής της αναιρεσείουσας κατά την κυρία αυτής βάση αναφορικά με τα λοιπά κεφάλαια καταβολής δικηγορικής αμοιβής για τον καθορισμό των ποσοστών νομίμου μοίρας σε αντίκρουση της με αριθ.

κατ. 1885/1.3.2001 αγωγής των νομίμων μεριδούχων, της επιστροφής του αχρεωστήτως καταβληθέντος φόρου κληρονομίας και της διεκδίκησης του τιμήματος από την πώληση του οικοπέδου στη θέση "..." εκ μέρους της Γ. Κ. προς τον υιό της, πέραν της καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος που διαλαμβάνεται ως επικουρική αιτιολογία, η προσβαλλομένη απόφαση διαλαμβάνει επάλληλες αιτιολογίες, που στηρίζουν επαρκώς το διατακτικό αυτής περί απόρριψης της αγωγής της αναιρεσείουσας κατά την κυρία αυτής βάση ως προς τα εν λόγω κεφάλαια (μη συμπερίληψη της υπόθεσης για την αντίκρουση της νόμιμης μοίρας ως περιεχόμενο του ανωτέρω ιδιωτικού συμφωνητικού, μη επιτυχής έκβαση της ανοιγείσας στην υπόθεση αυτής δίκης, έλλειψη νομιμότητας της αγωγής κατά το μέρος που η αξίωση της αναιρεσείουσας υπερέβαινε το αντικείμενο της διαφοράς ως προς την πρώτη υπόθεση, συνδρομή υπαιτιότητας της αναιρεσείουσας στην πρόκληση της διαφοράς για τη διεκδίκηση του αχρεωστήτως καταβληθέντος φόρου κληρονομίας, μη επιτυχής έκβαση της δίκης ως προς τη διεκδίκηση του τιμήματος από την πώληση του οικοπέδου, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι η άσκηση αναίρεσης εκ μέρους της αναιρεσείουσας θα ανέτρεπε το αποτέλεσμα αυτό), οι οποίες - αιτιολογίες - είτε πλήττονται ανεπιτυχώς (η πρώτη κατά τα κατωτέρω εκτιθέμενα), είτε δεν πλήττονται καθόλου με λόγους αναίρεσης.

Τέλος, ο ως άνω αναιρετικός λόγος κατά το υπό στοιχείο (γ) σκέλος του πρέπει ν' απορριφθεί προεχόντως ως αλυσιτελής, διότι ο ισχυρισμός περί αδικαιολόγητης αποχής της αναιρεσείουσας από την εκπροσώπηση της αναιρεσίβλητης, μετά την άρνηση της τελευταίας να ενδώσει στην αξίωση της αναιρεσείουσας περί μεταβίβασης σε αυτήν ακινήτου της κληρονομιαίας περιουσίας κειμένου στη θέση "..." ή καταβολής σε αυτήν του ποσού των 100.000 ευρώ, διαλαμβάνεται ως στοιχείο για τη θεμελίωση της ιστορικής βάσης της με αριθ.

κατάθ. …45/1.2.2013 αντίθετης αγωγής της αναιρεσίβλητης, η οποία περιείχε αίτημα αναγνώρισης, κατά την έννοια του άρθρου 70 του ΚΠολΔ, ότι δεν οφείλεται δικηγορική αμοιβή στην αναιρεσείουσα, ούτε υποχρέωση μεταβίβασης κάποιου ακινήτου σε αυτήν από την μεταξύ των διαδίκων από 5/11/2001 σύμβαση. Κατά συνέπεια ορθώς ερευνήθηκε κατ' ουσία ο σχετικός ισχυρισμός από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, στο πλαίσιο συνεκδίκασης της ως άνω αγωγής με την αντίθετη με αριθ. 2006/6.3.2013 αγωγή της αναιρεσείουσας, που περιείχε αντίθετο αίτημα καταβολής δικηγορικής αμοιβής με βάση το από 5.11.2001 ιδιωτικό συμφωνητικό.

Από τη διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 92 του κατά τον κρίσιμο χρόνο έχοντος εφαρμογή Κώδικα περί Δικηγόρων, που κυρώθηκε με το Ν.Δ/μα 3026/1954, με την οποία προβλέπεται ότι για την κατάρτιση συμφωνίας περί εργολαβίας δίκης επί εργατικών διαφορών απαιτείται η τήρηση έγγραφου τύπου και η γνωστοποίηση αυτής στον οικείο δικηγορικό σύλλογο, συνάγεται εξ αντιδιαστολής ότι η ανωτέρω συμφωνία, εφόσον αφορά διαφορές άλλης φύσης, δεν προϋποθέτει για το κύρος της την τήρηση έγγραφου τύπου, αλλά μπορεί να καταρτιστεί και άτυπα, (εκτός αν αφορά, όπως ήδη προαναφέρθηκε, εργατική διαφορά ή διαφορά από ζημίες από αυτοκινητικό ατύχημα), αυτή δε αποδεικνύεται κατά τις κοινές δικονομικές διατάξεις (ΑΠ 1288/2017, ΑΠ 1310/2012).

Εξ άλλου η δήλωση βουλήσεως μπορεί να είναι είτε ρητή, είτε σιωπηρά (βλ. και άρθ. 156 του ΑΚ). Ρητή θεωρείται η δήλωση, οσάκις είναι σαφής και δεν καταλείπει καμία αμφιβολία για τη σημασία της, γίνεται δε με μέσα τα οποία αντικειμενικά και με προκαθορισμένο νόημα χρησιμοποιούνται προς το σκοπό αυτό, όπως είναι οι λέξεις ή τα νεύματα, ενώ σιωπηρά είναι η δήλωση που συνάγεται από την όλη συμπεριφορά του δηλούντος που ενδεχομένως έχει άλλο σκοπό, σε συνδυασμό προς τα αντικειμενικά δεδομένα και τις συνθήκες υπό τις οποίες εκδηλώνεται η εν λόγω συμπεριφορά.

Τόσο η ρητή, όσο και η σιωπηρά δήλωση βουλήσεως αφορούν τον τρόπο με τον οποίο εκδηλώνεται αυτή και αντιδιαστέλλονται από τον τηρηθέντα ή μη για την κατάρτιση της δικαιοπραξίας τύπο και ειδικότερα από την προφορική κατάρτιση της συμφωνίας, η οποία συνιστά εκδήλωση της αρχής του άτυπου των δικαιοπραξιών (άρθ. 157 του ΑΚ).

Η προφορική δε κατάρτιση μίας κατά νόμο άτυπης σύμβασης, όπως είναι κατ' αρχήν η σύμβαση εργολαβίας δίκης, μπορεί να γίνει είτε ρητά είτε σιωπηρά. Τέλος, λόγος αναίρεσης, ο οποίος στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, πράγμα που συμβαίνει, όταν υποστηρίζεται με αυτόν ότι η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά γεγονότα, ενώ από την τελευταία προκύπτει το αντίθετο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος (ΑΠ 1611/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο πρόσθετο κατά το πρώτο αυτού σκέλος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης σχετικά με την απόρριψη της αγωγής της αναιρεσείουσας κατά την κυρία αυτής βάση (υπό Α), η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι με το να δεχθεί ότι στο από 5.11.2001 ιδιωτικό συμφωνητικό εργολαβικής δικηγορικής αμοιβής δεν περιλαμβανόταν κατά περιεχόμενο (και) η επιτυχής έκβαση της δίκης επί της διαφοράς που ανέκυψε από την άσκηση της με αριθ.

κατ. 1885/1.3.2001 αγωγής περί νομίμου μοίρας των εκεί εναγόντων κατά της αναιρεσίβλητης για το λόγο ότι αυτή δεν είχε ρητώς συμπεριληφθεί στο περιεχόμενο αυτής, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 91 παρ.1, 92 παρ.1 και 95 παρ.2 του Κώδικα περί Δικηγόρων [μετά την σιωπηρά κατάργηση, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 38 ΕισΝΚΠολΔ, της τελευταίας που προέβλεπε απόδειξη της σχετικής συμφωνίας μόνο με έγγραφα, όρκο ή ομολογία], αξιώνοντας έτσι επί πλέον στοιχεία που δεν προβλέπονται από το νόμο, καθότι η σχετική συμφωνία δεν απαιτούσε την τήρηση τύπου, αφού αφορούσε αμοιβή για αστικές (κληρονομικές) αξιώσεις.

Ο λόγος αυτός ερείδεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος. Ειδικότερα το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν έκρινε ότι προκειμένου να περιληφθεί και η διαφορά αυτή στο περιεχόμενο του εν λόγω συμφωνητικού έπρεπε ο σχετικός όρος να περιβληθεί τον έγγραφο τύπο, όπως φαίνεται να υπολαμβάνει η αναιρεσείουσα, αλλά ερμηνεύοντας τον πρώτο όρο του από 5.11.2001 ιδιωτικού συμφωνητικού περί ανάθεσης από την αναιρεσίβλητη στην αναιρεσείουσα "της διευθέτησης, προσδιορισμού, εξώδικης ή δικαστικής διανομής, επιδίωξης και άσκησης των αξιώσεων της αυτών κατά των λοιπών συγκληρονόμων, δικαστικά ή εξώδικα μέχρι τελικής ικανοποίησης της", τον οποίο έκρινε ασαφή, με προσφυγή στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ και, ενόψει του ότι δεν είχε περιληφθεί ρητώς από τη συντάξασα το από 5.11.2001 έγγραφο αναιρεσείουσα στο περιεχόμενο αυτού (και) η αντίκρουση της ήδη ασκηθείσας ως άνω αγωγής σε αντιδιαστολή με τις υποθέσεις που αφορούσαν τη διεκδίκηση της λέμβου και τη διεκδίκηση του τιμήματος του εκποιηθέντος ακινήτου που είχαν ρητώς περιληφθεί σε αυτό σε συνδυασμό με τα λοιπά αναγραφόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση εκτός σύμβασης στοιχεία για την ερμηνεία του όρου αυτού, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η εν λόγω διαφορά δεν περιλαμβανόταν στο πεδίο εφαρμογής της εν λόγω συμφωνίας.

Η περαιτέρω από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αιτίαση ότι ο σχετικός ισχυρισμός της αναιρεσίβλητης δεν είχε προβληθεί παραδεκτώς, αφού δεν περιλαμβάνεται στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, δεν στηρίζεται στο νόμο, αφού ο εν λόγω ισχυρισμός δεν έχει αυτοτέλεια και δεν συνιστά "πράγμα", αλλά είναι αρνητικός της ιστορικής βάσης της αγωγής της αναιρεσείουσας.

Τέλος η από τον αριθμό 11 στοιχ. γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ περαιτέρω αιτίαση που περιέχεται στον ως άνω αναιρετικό λόγο ότι προς αντίκρουση του ισχυρισμού αυτού δεν λήφθηκαν υπόψη δύο ένορκες μαρτυρίες (οι οποίες δεν προσδιορίζονται ειδικότερα), ως και η ένορκη κατάθεση του εξετασθέντος στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου μάρτυρα Α.

Γ. είναι αβάσιμη. Και τούτο διότι από την περιεχομένη στην προσβαλλομένη απόφαση βεβαίωση στο φύλλο 20ο αυτής ότι "από τις ένορκες καταθέσεις των πρωτοβαθμίως εξετασθέντων μαρτύρων, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα προς την εκκαλουμένην απόφασιν πρακτικά [...] και από τις υπ' αριθ. ….6/13.5.2013 και …7/13.5.2013 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της Ειρηνοδίκου Πειραιώς μετά νόμιμον, κατά τα άρθρα 671 παρ.1 εδ.

δ και 681 ΚΠολΔ κλήτευσιν της εναγομένης της συνεκδικαζομένης δευτέρας αγωγής [ήδη αναιρεσίβλητης] δια της από 8.5.2013 κλήσεως της εναγούσης της ως άνω αγωγής (βλ. ...) αποδεικνύονται τα ακόλουθα" σε συνδυασμό προς το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά ως άνω περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν καταλείπεται ουδεμία αμφιβολία ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε τις ως άνω ένορκες βεβαιώσεις και την κατάθεση στο ακροατήριο του εν λόγω μάρτυρα.

Με τον τελευταίο από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πρόσθετο λόγο αναίρεσης σχετικά με την εν μέρει απόρριψη της αγωγής της αναιρεσείουσας κατά την επικουρική αυτής βάση (υπό Β) και κατά το αντίστοιχο μέρος του, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι έλαβε υπόψη της και ερεύνησε κατ' ουσία πράγματα που δεν είχαν παραδεκτώς προταθεί και ειδικότερα ισχυρισμό περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος με θεμελιωτικά αυτού στοιχεία την είσπραξη από την αναιρεσείουσα του ποσού των 1500 ευρώ από την εκποίηση της λέμβου (που, ως ισχυρισμός εξόφλησης της αναιρεσίβλητης απορρίφθηκε ως απαράδεκτος με την προσβαλλόμενη απόφαση, πλην όμως ερευνήθηκε ως επιπρόσθετο στοιχείο της συνδρομής κατάχρησης δικαιώματος) και την συνδρομή συνυπαιτιότητας αυτής κατά την υποβολή της με αριθ.

….37/25.5.2000 δήλωσης φόρου κληρονομίας ως προς τον υπολογισμό της αντικειμενικής αξίας του εκεί αναγραφομένου ακινήτου, εξ αιτίας υπολογισμού αυτής με μεγαλύτερο συντελεστή αξιοποίησης οικοπέδου, ενώ ο ισχυρισμός αυτός δεν είχε προταθεί παραδεκτώς από την αναιρεσίβλητη κατά την ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου προφορική διαδικασία, αφού, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι της αναιρεσίβλητης περιορίσθηκαν στην άρνηση της αγωγής και προέβαλαν ένσταση συμψηφισμού της ένδικης απαίτησης, ένσταση αοριστίας και ένσταση καταχρηστικής άσκησης της αγωγής, όπως αναλυτικότερα αναφέρονται στις προτάσεις τους, χωρίς επομένως να έχει λάβει χώρα προφορική επίκληση των περιστατικών που στηρίζουν τον εν λόγω ισχυρισμό και διατύπωση αιτήματος απόρριψης της αγωγής της αναιρεσείουσας για την αιτία αυτή και επί πλέον με βάση τα διαλαμβανόμενα στις προτάσεις της αναιρεσίβλητης δεν θεμελιωνόταν με επάρκεια ο εν λόγω ισχυρισμός, ο οποίος άλλωστε αναφερόταν στο άρθρο 179 του ΑΚ και όχι στο άρθρο 281 του ΑΚ.

Ο λόγος αυτός, κατά το μέρος που αφορά τις αξιώσεις της αναιρεσείουσας για την καταβολή των προβλεπομένων από τον Κώδικα περί Δικηγόρων ελαχίστων ορίων δικηγορικής αμοιβής για διενεργηθείσες από αυτήν ενέργειες, περιλαμβανομένης της διεκδίκησης της λέμβου και της διεκδίκησης της επιστροφής του αχρεωστήτως καταβληθέντος φόρου κληρονομίας, πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι προβάλλεται χωρίς τη συνδρομή εννόμου συμφέροντος, αφού το δευτεροβάθμιο δικαστήριο επιδίκασε στην αναιρεσείουσα τα ούτω οφειλόμενα ποσά (βλ.

φύλλο 52ο οπισθία σελίδα προσβαλλόμενης απόφασης), κρίνοντας ότι η αξίωση καταβολής αυτών δεν αντίκειται στο άρθρο 281 του ΑΚ (ή σε άλλη διάταξη) και ότι η συνυπαιτιότητα της αναιρεσείουσας δεν εμποδίζει τη διεκδίκησή τους. Κατά το μέρος δε που ο ίδιος λόγος αφορά την αξίωση της αναιρεσείουσας για την καταβολή των προβλεπομένων από τον Κώδικα Δικηγόρων ελαχίστων ορίων δικηγορικής αμοιβής για τη σύνταξη από αυτήν της με αριθ. 12946/28.12.2009 αγωγής διανομής, συνολικού ύψους 6.503,31 ευρώ, η οποία πράγματι απορρίφθηκε με την προσβαλλομένη απόφαση κατά παραδοχή της ένστασης καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της αναιρεσείουσας, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι με βάση τα εκτιθέμενα σε αυτόν, τα οποία άλλωστε προκύπτουν από την επισκόπηση από τον Άρειο Πάγο (άρθ. 561 παρ.2 του ΚΠολΔ) των με αριθ. 56/16.5.2013 πρακτικών συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, προτάθηκε προφορικά από την αναιρεσίβλητη δια των πληρεξουσίων δικηγόρων της, ένσταση κατάχρησης δικαιώματος, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, η δε επιγραμματική αυτή καταχώριση του σχετικού ισχυρισμού στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, εφόσον κατατέθηκαν στο ακροατήριο προτάσεις αυτής που περιέχουν τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την εν λόγω ένσταση, είναι επαρκής για το παραδεκτό της προβολής της, καθότι είναι δυνατή η εξέτασή της στο ακροατήριο.

Κατά δε το μέρος που ο σχετικός αναιρετικός λόγος αφορά την περαιτέρω αιτίαση της έλλειψης στις προτάσεις της αναιρεσίβλητης της επαρκούς έκθεσης των αναγκαίων πραγματικών περιστατικών προς θεμελίωση της εν λόγω ένστασης καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος, καθότι αυτά αφορούσαν συνδρομή περίπτωσης εκ του άρθρου 179 του ΑΚ και όχι εκ του άρθρου 281 του ΑΚ, ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι αόριστος και ως εκ τούτου απορριπτέος, εφόσον δεν διαλαμβάνεται σε αυτόν το περιεχόμενο των προτάσεων της αναιρεσίβλητης κατά το μέρος που αφορούσε την διατυπωμένη ως άνω πλημμέλεια, ούτε διαλαμβάνονται οι πραγματικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης (παρά μόνο αποσπασματικά) σε σχέση με τον εν λόγω ισχυρισμό.

Με τον ίδιο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (τελευταίο) πρόσθετο λόγο αναίρεσης σχετικά με την εν μέρει απόρριψη της αγωγής της αναιρεσείουσας κατά την επικουρική αυτής βάση (υπό Β) και κατά το αντίστοιχο μέρος αυτού, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι διαλαμβάνει αντιφατικές αιτιολογίες, καθότι, ενώ με βάση τις παραδοχές αυτής η αναιρεσείουσα απείχε αδικαιολόγητα από την εκτέλεση της ανατεθείσας σε αυτήν εντολής, βάσει του επίμαχου ιδιωτικού συμφωνητικού κατ' άρθρο 171 του Κώδικα Δικηγόρων, η προσβαλλόμενη απόφαση επιδίκασε στην αναιρεσίβλητη με βάση τα προβλεπόμενα ελάχιστα όρια του Κώδικα περί Δικηγόρων αμοιβή και έξοδα για διενεργηθείσες από την αναιρεσείουσα ενέργειες, ενώ έπρεπε να επιδικάσει μόνο έξοδα, σύμφωνα με την ως άνω διάταξη που προβλέπει καταβολή αμοιβής και εξόδων μόνο σε περίπτωση δικαιολογημένης αποχής του δικηγόρου από την εκτέλεση της ανατεθείσας σε αυτόν εντολής.

Ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι προτείνεται από την αναιρεσείουσα χωρίς την συνδρομή εννόμου συμφέροντος, αφού με βάση τα άνω εκτιθέμενα στον οικείο αναιρετικό λόγο η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση επιδικάσθηκε σε αυτή μεγαλύτερο ποσό από ό,τι έπρεπε κατά νόμο να της επιδικασθεί.

Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι η επικαλούμενη πλημμέλεια δεν συνιστά αντιφατική αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης και συνεπώς δεν ιδρύει λόγο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, καθότι δεν συντρέχει περίπτωση όπου τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται στην ελάσσονα πρόταση της προσβαλλόμενης απόφασης και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Και τούτο διότι, με βάση τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η επιδίκαση αμοιβής στην αναιρεσείουσα με βάση τα κατώτατα όρια που προβλέπονται από τον Κώδικα περί Δικηγόρων αφορούσε ήδη περατωθείσες επί μέρους εντολές που είχε διενεργήσει η αναιρεσείουσα κατά το χειρισμό των ανωτέρω υποθέσεων, άλλες επιτυχώς και άλλες ανεπιτυχώς, πριν την εκδήλωση της πρόθεσης αποχής της αναιρεσείουσας από τον περαιτέρω χειρισμό (των λοιπών) υποθέσεων της αναιρεσίβλητης κατά μήνα Οκτώβριο του 2008 και κατά συνέπεια για τις ενέργειες αυτές η διάταξη του άρθρου 171 του Κώδικα Περί Δικηγόρων, που προϋποθέτει "αποχή" του δικηγόρου, ήτοι άρνηση εκτέλεσης ανατεθείσας σε αυτόν (ενεργούς) εντολής, δεν ευρίσκει έδαφος εφαρμογής.

Προκειμένου να ιδρυθεί λόγος από τον αριθμό 11 στοιχ. γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ για μη λήψη υπόψη αποδεικτικού μέσου και ειδικότερα εγγράφου, προς απόδειξη ή ανταπόδειξη πραγματικού ισχυρισμού που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, απαιτείται η επίκληση και η προσκόμιση του ανωτέρω αποδεικτικού μέσου στο δικαστήριο της ουσίας που προέβη στην έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης.

Το αν έγινε ή όχι επίκληση του αποδεικτικού μέσου κρίνεται από τις προτάσεις του διαδίκου και όχι από το τι δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση (ΑΠ 516/2017, ΑΠ 2047/2014, ΑΠ 1595/2006, ΑΠ 1573/2006). Εάν από την επισκόπηση των προτάσεων ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου διαπιστωθεί ότι δεν είχε γίνει επίκληση του αποδεικτικού μέσου που προτείνει ο αναιρεσείων, ο σχετικός λόγος απορρίπτεται ως αβάσιμος (ΑΠ 1256/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον ίδιο από τον αριθμό 11 στοιχ. γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (τελευταίο) πρόσθετο λόγο αναίρεσης σχετικά με την εν μέρει απόρριψη της αγωγής της αναιρεσείουσας κατά την επικουρική αυτής βάση (υπό Β) και κατά το αντίστοιχο μέρος αυτού, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι με το ν' απορρίψει το κονδύλιο καταβολής ποσού 1539, 67 ευρώ για αμοιβή αυτής που αφορούσε τις διενεργηθείσες από αυτήν εργασίες κατά την μετ' αναίρεση συζήτηση ενώπιον του Εφετείο Πειραιά της έφεσης της αναιρεσίβλητης [επί της οποίας εκδόθηκε η απορριπτική της έφεσης με αριθ. 129/2010 απόφαση του εν λόγω δικαστηρίου], με βάση τα προβλεπόμενα από τον Κώδικα περί Δικηγόρων ελάχιστα όρια, κατ' εφαρμογή του άρθρου 281 του ΑΚ με το αιτιολογικό ότι οι ενέργειες αυτές έλαβαν χώρα από την αναιρεσείουσα εν αγνοία της αναιρεσίβλητης, δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε την απευθυνομένη προς την αναιρεσίβλητη από 20.6.2008 και με αριθ.

κατάθ. ….2/5.7.2008 κλήση των αντιδίκων αυτής στην εν λόγω δίκη προς μετ' αναίρεση συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του Εφετείου Πειραιά, την οποία η αναιρεσείουσα είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει με τις προτάσεις της ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, απ' όπου αποδεικνυόταν η γνώση της αναιρεσίβλητης για την εκδίκαση της υπόθεσης μετ' αναίρεση ενώπιον του δικαστηρίου της παραπομπής.

Ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι από την επισκόπηση από τον Άρειο Πάγο (άρθ. 561 παρ.2 του ΚΠολΔ) των (κοινών) προτάσεων της αναιρεσείουσας και τότε εκκαλούσας - εφεσίβλητης ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου (βλ. κεφ. Ι παρ. Ε αυτών με τον τίτλο επίκληση εγγράφων με αριθ. 1 - 76 και κεφ.

ΙΙ παρ. Ε με τον τίτλο επίκληση υπολοίπων εγγράφων - σχετικών με αριθ. 1 - 12) προκύπτει ότι μεταξύ των εκεί επικληθέντων εγγράφων δεν περιλαμβάνεται η ανωτέρω από 20.6.2008 κλήση (αλλά ούτε και σε άλλο σημείο του σώματος των προτάσεων αναφέρεται αυτή) και κατά συνέπεια δεν είχε λάβει χώρα επίκληση του συγκεκριμένου εγγράφου που προτείνει η αναιρεσείουσα ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας.

Με τον ίδιο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (τελευταίο) πρόσθετο λόγο αναίρεσης σχετικά με την εν μέρει απόρριψη της αγωγής της αναιρεσείουσας κατά την επικουρική αυτής βάση (υπό Β) και κατά το αντίστοιχο μέρος αυτού, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι με να υπολογίσει τον φόρο προστιθέμενης αξίας (ΦΠΑ) επί της επιδικασθείσας σε αυτής αμοιβής με συντελεστή 23% και να καθορίσει το ποσό αυτό σε 4.637,07 ευρώ παραβίασε την διάταξη του άρθρου 21 παρ.1 του Ν. 2859/2000 "Κύρωση Κώδικα ΦΠΑ" (ΦΕΚ Α 248), όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 52 παρ. 1 του Ν. 4389/2016 "Επείγουσες διατάξεις για την εφαρμογή της συμφωνίας δημοσιονομικών στόχων και διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α 94), με την οποία από 1 Ιανουαρίου 2016 ο συντελεστής του ανωτέρω φόρου ορίσθηκε σε ποσοστό 24% επί της φορολογητέας αξίας, ο οποίος ίσχυε κατά το χρόνο δημοσίευσης (15.11.2017) της προσβαλλόμενης απόφασης και με βάση τον οποίο (μεγαλύτερο συντελεστή) έπρεπε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο να προβεί στον υπολογισμό του φόρου.

Ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί ως αλυσιτελής, καθότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση από τον Άρειο Πάγο της με αριθ. κατάθ. 2006/6.3.2013 αγωγής της αναιρεσείουσας, το υποβληθέν με αυτήν αίτημα αφορούσε κατά την κύρια βάση της αγωγής αυτής την επιδίκαση του ποσού των 56.719,49 ευρώ για φόρο προστιθέμενης αξίας επί της αιτουμένης δικηγορικής αμοιβής ύψους 246.606,48 ευρώ με εκεί αναγραφόμενο συντελεστή 23% (246.606,48 Χ 23% = 56.719,49) και κατά την επικουρική βάση της αγωγής αυτής την επιδίκαση του ποσού των 10.030,42 ευρώ για φόρο προστιθέμενης αξίας επί της αιτουμένης δικηγορικής αμοιβής ύψους 43.610,55 ευρώ με εκεί αναγραφόμενο συντελεστή 23% (43.610,55 Χ 23% =10.030,42), χωρίς στην αγωγή να διαλαμβάνεται επικουρικό αίτημα επιδίκασης φόρου προστιθέμενης αξίας με βάσει τον τυχόν διαφορετικό συντελεστή που θα ίσχυε κατά το χρόνο έκδοσης του σχετικού παραστατικού στοιχείου, οπότε γεννάται και η σχετική υποχρέωση.

Κατά συνέπεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν είχε τη δυνατότητα υπολογισμού του φόρου προστιθέμενης αξίας με βάση τον υψηλότερο συντελεστή από 24%, διότι διαφορετικά θα παραβίαζε την από το άρθρο 106 του ΚΠολΔ θεμελιώδη αρχή της διάθεσης, κατά την οποία η δικαστική προστασία παρέχεται μόνο στην έκταση που ζητείται από τον διάδικο (ΑΠ 368/2016) και θα επιδίκαζε κάτι που δεν είχε ζητηθεί, υποπίπτοντας έτσι στην από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια.

Μη υπάρχοντος άλλου λόγου, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης και οι δι' ιδίου δικογράφου ασκηθέντες πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης. Τέλος πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, λόγω της ήττας της (άρθ. 176, 183 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 4.1.2018 και με αριθ. κατάθ. 8/1/2018 αίτηση αναίρεσης και τους δι' ιδίου δικογράφου ασκηθέντες από 3.9.2018 και με αριθ. κατάθ. 74/2018 πρόσθετους λόγους αναίρεσης της υπ' αριθ. 682/15.11.2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Ιανουαρίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Φεβρουαρίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ