235/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Ιανουαρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated235/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται, ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που, ανελέγκτως, δέχθηκε, ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Full text
Απόφαση 235 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 235/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Ιανουαρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Μ. χήρας Σ. Μ., θυγατέρας Π. Ι., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Διονύσιο Αντωνόπουλο.
Της αναιρεσιβλήτου: Α. Κ. του Θ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Γιώτα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-2-2009 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 695/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 582/2014 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 30-6-2014 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεράσιμος Φουρλάνος, ανέγνωσε την από 2-1-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την αποδοχή του τέταρτου λόγου της αναίρεσης και την απόρριψη όλων εν γένει των λοιπών λόγων. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Εισάγεται προς κρίση αίτηση για αναίρεση απόφασης Πολυμελούς Πρωτοδικείου, με την οποία κρίθηκε απαίτηση της αναιρεσίβλητης για καταβολή αποζημίωσης χρήσης λόγω χρησιμοποίησης κοινού αστικού ακινήτου Κατά το άρθρο 560 παρ. 1 ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και κατά των αποφάσεων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση, πλην άλλων και αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 7/2006, 4/2005), ελέγχεται δε στο πλαίσιο του ως άνω λόγου, μόνο η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με την νομική εκτίμηση του κανόνα δικαίου, ο οποίος πρέπει να εφαρμοσθεί και υπάρχει, όταν το δικαστήριο, για να σχηματίσει την κρίση του, αξίωσε περισσότερα ή αντίθετα αρκέστηκε σε λιγότερα των απαιτουμένων από το νόμο στοιχείων για τη θεμελίωση του σχετικού δικαιώματος (ΑΠ 2057/2011).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται, ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που, ανελέγκτως, δέχθηκε, ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε, ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 1005 παρ. 1 ΚΠολΔ, από τη στιγμή που ο υπερθεματιστής καταβάλει το πλειστηρίασμα, ο υπάλληλος του πλειστηριασμού του δίνει περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης. Με την κατακύρωση και αφότου μεταγραφεί η περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης, ο υπερθεματιστής αποκτά το δικαίωμα που είχε εκείνος κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση.
Με τη διάταξη αυτή, καθιερώνεται, ρητά, η αρχή, ότι ο πλειστηριασμός αποτελεί νόμιμο τίτλο ως αιτία παράγωγου τρόπου κτήσης της κυριότητας και ότι, συνεπώς, ο υπερθεματιστής θεωρείται ειδικός διάδοχος του καθ" ου η εκτέλεση, τον οποίο και διαδέχεται στο δικαίωμα. Ειδικότερα, ο υπερθεματιστής αποκτά το δικαίωμα αυτό "δυνάμει σύμβασης", όπως είναι η εκποίηση από αναγκαστικό πλειστηριασμό, που αποτελεί, όπως προκύπτει από την παραπάνω διάταξη, σε συνδυασμό με τα άρθρα 1017 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
και 199, 513, 1192 και 1198 Α.Κ., ιδιόρρυθμη σύμβαση πώλησης, η οποία ενεργείται υπό το κύρος της αρχής και τελειώνεται με την κατακύρωση, που αποδέχεται την τελευταία προσφορά του υπερθεματιστή. Εάν ο υπερθεματιστής καταβάλλει ολόκληρο το οφειλόμενο πλειστηρίασμα, γεννάται υποχρέωση του υπαλλήλου του πλειστηριασμού να του χορηγήσει περίληψη, ύστερα από αίτηση του.
Με την έκδοση και τη μεταγραφή της περίληψης της κατακυρωτικής έκθεσης (η οποία αποτελεί το νόμιμο τίτλο), η κυριότητα πλειστηριασθέντος ακινήτου μεθίσταται, χωρίς ιδιαίτερη παράδοση, στον υπερθεματιστή, ο οποίος μπορεί, πλέον, να ασκεί όλες τις εκ του δικαιώματος του αυτού απορρέουσες εξουσίες, μεταξύ των οποίων και εκείνη εκ της κοινωνίας, στην περίπτωση που το κατακυρωθέν ακίνητο ανήκει σε περισσότερους από κοινού.
Στην περίπτωση δε αυτή, αρκεί για το ορισμένο της σχετικής αγωγής του να αναφέρει, ότι χώρησε, νόμιμα, μεταγραφή της περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης, χωρίς να είναι αναγκαία η μνεία των λοιπών σχετικών με την μεταγραφή στοιχείων, όπως ημεροχρονολογίας, τόμου και αριθμού μεταγραφής. Συνακόλουθα των ανωτέρω, ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης με τον οποίο κατ’ επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα μέμφεται το δικαστήριο της ουσίας, ότι αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος με το με το να μην αξιώσει ως στοιχείο της αγωγής και με το να μην αναφέρει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ημερομηνία μεταγραφής της περιλήψεως κατακυρωτικής εκθέσεως, ανεξαρτήτως του απαραδέκτου αυτού, εφόσον δεν γίνεται επίκληση στο αναιρετήριο, ότι ο σχετικός ισχυρισμός προβλήθηκε στο Εφετείο με λόγο έφεσης, είναι αβάσιμος.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των αρθρ. 785, 786, 787, 792§2, 961, 962, 1113 ΑΚ προκύπτει, ότι, σε περίπτωση αποκλειστικής χρήσης του κοινού πράγματος, από έναν από τους κοινωνούς, δικαιούνται οι υπόλοιποι, και αν δεν πρόβαλαν αξίωση σύγχρησης, να απαιτήσουν από αυτόν, που έκανε αποκλειστική χρήση του κοινού, ανάλογη προς το ποσοστό του δικαιώματος τους μερίδα από το όφελος (καρπούς και γενικότερα ωφελήματα), που αυτός αποκόμισε ή εξοικονόμησε και το οποίο από την αιτία αυτή αποκόμισε. Ειδικότερα, προκειμένου περί αστικού ακινήτου, το όφελος αυτό συνίσταται στην, κατά το χρόνο της αποκλειστικής χρήσεως, μισθωτική αξία της μερίδας των εκτός χρήσεως κοινωνών, η οποία δεν αποτελεί μίσθωμα, αφού δεν υπάρχει μισθωτική σχέση, αλλά αποδοτέα, ως αποζημίωση, κατά τις ανωτέρω διατάξεις, ωφέλεια.
Συνεπώς, στη σχετική αγωγή αποζημίωσης, καθώς και στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας που θα εκδοθεί, αρκεί να αναφέρεται το κοινό ακίνητο, η σ’ αυτό μερίδα του ενάγοντος, ότι ο εναγόμενος έκανε, κατά τον επίδικο χρόνο, αποκλειστική χρήση του κοινού ακινήτου και, επίσης, το, κατά τον επίδικο χρόνο όφελος, του εναγομένου κοινωνού από την αποκλειστική χρήση του κοινού ακινήτου.
Η σχετική αξίωση γεννιέται από μόνο το γεγονός της αποκλειστικής χρήσης του κοινού πράγματος από έναν των κοινωνών, δεν αποκλείεται, όμως, να ανακύπτει παράλληλα και ευθύνη του ως κακόπιστου νομέα κατά το αρθρ. 1098 ΑΚ ή και αδικοπρακτική ευθύνη του κατά τα αρθρ. 914 ή και 1099 ΑΚ, αν παράνομα και υπαίτια εμπόδισε τη σύγχρηση του κοινού πράγματος από τους λοιπούς κοινωνούς (ΑΠ 767/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση, το ως εφετείο δίκασαν Πολυμελές Πρωτοδικείο, δέχθηκε, ανελέγκτως, τα ακόλουθα επί της αγωγής της αναιρεσίβλητης, με την οποία αυτή, επικαλούμενη το εξ αδιαιρέτου δικαίωμα της συγκυριότητας επί του αναφερομένου στην αγωγή διαμερίσματος, που απέκτησε κατόπιν εκποιήσεως με πλειστηριασμό και αποκλειστική χρήση του ιδανικού της μεριδίου, τόσο από την αναιρεσείουσα, συγκυρία αυτού κατά το υπόλοιπο εξ αδιαιρέτου ποσοστό, όσο και από τον μη διάδικο στην παρούσα αναιρετική δίκη σύζυγο της τελευταίας, ζήτησε, πλην άλλων, την καταψήφιση τους στην καταβολή του ποσού που αντιστοιχεί στην αποδοτέα ωφέλεια της μερίδας της: "Στις 24-9-2008 εκπλειστηριάσθηκε ενώπιον του Συμβολαιογράφου Αθηνών Αλεξάνδρου Μπουρνόζου, δυνάμει της υπ’ αρ. .../2008 έκθεσης αναγκαστικού πλειστηριασμού ακινήτου του ιδίου ως άνω Συμβ/φου, το ανήκον στον 2ο εναγόμενο (που δεν είναι διάδικος στην παρούσα αναιρετική δίκη) 1/2 εξ αδιαιρέτου ενός διαμερίσματος του 1ου πάνω από το ισόγειο ορόφου, που βρίσκεται σε οικόπεδο κείμενο στη θέση ,...
Το ως άνω 1/2 ποσοστό εξ αδιαιρέτου κατακυρώθηκε στην ενάγουσα (ήδη αναιρεσίβλητη)..., έναντι του ποσού των 15.655 €, το οποίο η τελευταία κατέβαλε στον υπάλληλο του πλειστηριασμού, ενώ εξεδόθη προς τούτο η υπ’ αρ. .../24-9-2008 περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης ακινήτου (ιδανικού μεριδίου οριζόντιας ιδιοκτησίας ν. 3741/1929), η οποία νομίμως μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ηλιουπόλεως και δη στον τόμο ...
και αυξ. αριθμ. … (βλ πιστοποιητικό Υποθηκοφύλακος Ηλιουπόλεως), καθιστώντας την ενάγουσα κυρία του ανωτέρω ιδανικού εξ αδιαιρέτου μεριδίου και δικαιούχο, κατ’ άρθρον 1017 § 4 ΚΠολΔ, των ωφελημάτων του πράγματος, κατά το ιδανικό μερίδιο της. Από την ανωτέρω ημέρα της κατακύρωσης στην ενάγουσα του ποσοστού του 1/2 εξ αδιαιρέτου επί του πιο πάνω διαμερίσματος στις 24-9-2008 και μέχρι και τις 23-2-2009, εντός του ως άνω διαμερίσματος διέμενε μόνιμα η 1η των εναγομένων (ήδη αναιρεσείουσα), κύρια του λοιπού 1/2 εξ αδιαιρέτου του διαμερίσματος, μαζί με τον 2ο εναγόμενο σύζυγο της, κάνοντας χρήση ολόκληρου του διαμερίσματος, ως κύρια κατοικία τους.
Από την ως άνω χρήση του διαμερίσματος οι εναγόμενοι απεκόμισαν ωφέλεια σε βάρος της περιουσίας της ενάγουσας και δη: α) όσον αφορά την 1η εναγομένη, αυτή ως συγκονωνός, πλέον, με την ενάγουσα, πλην όμως χρησιμοποιούσα ολόκληρο το κοινό αντικείμενο, εξήγαγε ωφέλεια, η οποία συνίσταται στη μισθωτική αξία της μερίδας της συγκοινωνού της, την οποία και οφείλει να της αποδώσει και β) όσον αφορά τον 2ο εναγόμενο, αυτός, χρησιμοποιώντας το διαμέρισμα ως κατοικία του, αποκόμισε, χωρίς νόμιμη αιτία, ωφέλεια σε βάρος της περιουσίας της ενάγουσας, η οποία συνίσταται στην μισθωτική αξία της μερίδας της τελευταίας, την οποία και θα κατέβαλε σε έτερο συμβαλλόμενο, ο οποίος θα του εκμίσθωνε το ακίνητο για όσο διάστημα παραμένει σε αυτό.
Περαιτέρω, ενόψει της θέσης του ανωτέρω ακινήτου,...... η μισθωτική του αξία, κατά το επίδικο και μόνο χρονικό διάστημα, ανερχόταν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, σε ποσό 500 € το μήνα. Επομένως, η ενάγουσα ως κυρία του ακινήτου κατά ποσοστό 50% εξ’ αδιαιρέτου δικαιούται να αξιώσει τη συμμετοχή της στα ωφελήματα αυτού, μέσω της είσπραξης του ημίσεως της μισθωτικής αξίας του ακινήτου, κατά το χρόνο χρήσεως αυτού, από τους εναγομένους και η οποία για το επίδικο χρονικό διάστημα των 5 μηνών (24-9-2008 έως 23-2-2009) ανέρχεται στο ποσό των .... 1.250 €, το οποίο και υποχρεούνται να της καταβάλουν, για τους λόγους που προαναφέρθηκαν, εις ολόκληρον οι εναγόμενοι, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, απορριπτόμενου......
και του ισχυρισμού τους... σύμφωνα με τον οποίο δεν οφείλουν το ανωτέρω ποσό στην ενάγουσα, διότι ουδέποτε τους κοινοποιήθηκε η περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης, δεδομένου ότι, όπως προαναφέρθηκε, σύμφωνα με το αρ. 1017§ 4 ΚΠολΔ "ο υπερθεματιστής παίρνει τα ωφελήματα και φέρει τα βάρη του πράγματος από την κατακύρωση", η οποία εν προκειμένω έλαβε χώρα στις 24η-9-2008, χωρίς να απαιτείται από το νόμο οποιαδήποτε επίδοση της περίληψης της κατακυρωτικής έκθεσης προς τούτο, στο μέτρο που ουδέποτε ζητήθηκε από την ενάγουσα η αποβολή του 2ου εναγομένου από το ακίνητο...".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το δικαστήριο της ουσίας, κατ’ αποδοχή της εφέσεως των πρωτοβαθμίως ερημοδικασθέντων εναγομένων και εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, δέχθηκε την αγωγή της αναιρεσίβλητης και υποχρέωσε την αναιρεσείουσα και τον μη διάδικο στην αναιρετική δίκη συνεναγόμενο σύζυγο της να καταβάλουν εις ολόκληρον καθένας στην αναιρεσείουσα το ποσό των 1250 ευρώ νομιμοτόκως.
Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ορθά εφάρμοσε τις εφαρμοστέες εν προκειμένω προδιαληφθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και ειδικότερα εκείνες των άρθρων 785, 786, 787, 792§2, 961, 962, 1113 ΑΚ η δε ως εκ περισσού αναφορά της διάταξης του άρθρου 1017 παρ. 4 ΚΠολΔ, που αναφέρεται στο αιτιολογικό, η οποία δεν ήταν εφαρμοστέα, δεν ασκεί έννομη επιρροή, εφόσον από τις προεκτεθείσες παραδοχές προκύπτει, ότι το αποδεικτικό πόρισμα, που συνδέεται αιτιωδώς με το διατακτικό, είναι ορθό, διότι περιέχει όλα τα περιστατικά που είναι νομικώς αναγκαία για την υπαγωγή στις ανωτέρω διατάξεις.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη η από το άρθρο 560 παρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι εσφαλμένα εφάρμοσε την διάταξη του άρθρου 1017 παρ. 4 ΚΠολΔ, η οποία διέπει τις σχέσεις μεταξύ του καθ’ ου η εκτέλεση και του υπερθεματιστή και όχι με τρίτους, είναι αβάσιμος. Αβάσιμος είναι επίσης και ο τρίτος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο, κατ’ επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 560 παρ. 1 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα αιτιάται παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 1096 και 1098 ΑΚ, με το να δεχθεί το δικαστήριο της ουσίας, ότι υφίσταται το επίδικο δικαίωμα της αναιρεσίβλητης, αν και δεν είχε γνωστοποιηθεί στην ίδια (αναιρεσείουσα) η μεταβολή του δικαιώματος κυριότητας, με κοινοποίηση της περιλήψεως της κατακυρωτικής εκθέσεως, οπότε και θα μετέπιπτε σε κακόπιστη κάτοχο αυτού, εφόσον, σύμφωνα με τα νομικά δεδομένα που προαναφέρθηκαν, η επίδικη αξίωση της αναιρεσίβλητης γεννιέται και από μόνο το γεγονός της αποκλειστικής χρήσης του κοινού πράγματος.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 480 ΑΚ, αν πλείονες οφείλουν διαιρετή παροχή ή αν περισσότεροι έχουν δικαίωμα σε διαιρετή παροχή, σε περίπτωση αμφιβολίας, κάθε οφειλέτης έχει την υποχρέωση να την καταβάλει ολόκληρη, ο δανειστής, όμως, έχει το δικαίωμα να λάβει ίσο μέρος. Κατά το επόμενο άρθρο 481 του ίδιου Κώδικα, οφειλή εις ολόκληρον υπάρχει όταν σε περίπτωση περισσοτέρων οφειλετών της αυτής παροχής, καθένας απ’ αυτή έχει την υποχρέωση να την καταβάλει ολόκληρη, ο δανειστής, όμως έχει το δικαίωμα να την απαιτήσει μόνο μία φορά. "Περίπτωση αμφιβολίας", που, κατά την πρώτη των ως άνω διατάξεων στηρίζει την υποχρέωση των περισσοτέρων οφειλετών να καταβάλει ο καθένας ίσο μέρος της παροχής, υπάρχει, αν δεν συνάγεται κάτι άλλο, είτε άμεσα, λόγω ρητής ρυθμίσεως είτε έμμεσα, από τη δικαιοπραξία, που δημιουργεί ή από το νόμο, που προβλέπει την πολυπρόσωπη ενοχή. Ώστε, μόνον αν κάτι άλλο συνάγεται κατά τρόπο σαφή, η παροχή των περισσότερων οφειλετών δεν είναι διηρημένη (ΑΠ 1239/2005).
Εν προκειμένω, σύμφωνα με τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ουδόλως η αναφερόμενη έννομη σχέση των εκεί διαδίκων η οποία περιγράφηκε και έγινε δεκτή σ’ αυτή (απόφαση), δημιουργεί την πολυπρόσωπη από το νόμο, ενοχή, η οποία δικαιολογεί την σε ολόκληρο καταδίκη αυτών στην εκπλήρωση της συγκεκριμένης υποχρέωσής τους.
Και ναι μεν, η αναιρεσείουσα δεν αναφέρει ως έδει (αρθρ. 562 παρ. 1 ΚΠολΔ), πως τα ανωτέρω πρότεινε ενώπιον του ως Εφετείου δικάσαντος Πολυμελούς Πρωτοδικείου, όμως η ανωτέρω πλημμέλεια, προκύπτει ευθέως από το κείμενο της προσβαλλόμενης απόφασης (αρθρ. 562 παρ. 2 β’ ΚΠολΔ), χωρίς ανάγκη προσφυγής σε άλλα έγγραφα (ΑΠ 1620/2005).
Άρα, ο τέταρτος από το άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, ο οποίος εισάγει την ανωτέρω πλημμέλεια, είναι βάσιμος. IV. Κατά το άρθρο 580 παρ. 3 α’ ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο 12 παρ.2 του Ν. 4055/2012, "αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιοδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 (για υπέρβαση δικαιοδοσίας και για παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα), μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να ασχοληθεί με την εκδίκασή της, ιδίως αν, κατά την κρίση του, δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση".
Από τη διάταξη αυτή, συνάγεται, ότι, όταν μετά την αναίρεση της απόφασης, δεν υπάρχει δικονομικό έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υπόθεσης, αλλά υπολείπεται μόνο η διατύπωση του διατακτικού της απόφασης με βάση το περιεχόμενο της αναιρετικής απόφασης και την έκταση της αναίρεσης αυτής, η παραπομπή σε ισόβαθμο δικαστήριο της ουσίας δεν αποτελεί υποχρεωτικό στάδιο δίκης, αλλά μπορεί η τελειωτική, επί της υποθέσεως, απόφαση να εκδοθεί και από τον Άρειο Πάγο.
Τέτοιο δικονομικό έδαφος για την μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης επανεκδίκαση της υπόθεσης από το Εφετείο στην ουσία, δεν υπάρχει και στην κρινόμενη περίπτωση. Μετά απ’ αυτά πρέπει: α) να αναιρεθεί κατά ένα μέρος, η προσβαλλόμενη απόφαση β) να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στην αναιρεσείουσα (αρθρ. 495 παρ. 4 ΚΠολΔ ως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 12 παρ. 2 του Ν. 4055/2012) και γ) να συμψηφιστεί, στο σύνολό της και η δικαστική δαπάνη των διαδίκων, λόγω της νίκης και ήττας κάθε διαδίκου μέρους (αρθρ. 178 παρ. 1, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί, κατά ένα μέρος την με αρ. 582/2014 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Διατάσσει την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του κατατεθέντος από αυτή παραβόλου.
Κρατεί την υπόθεση και δικάζει την έφεση κατά το αναιρεθέν μέρος της απόφασης.
Υποχρεώνει την εναγόμενη αναιρεσείουσα να καταβάλλει συμμέτρως (με τον μη διάδικο ήδη συνεναγόμενό της) στην ενάγουσα - αναιρεσίβλητη το ποσό των χιλίων διακοσίων πενήντα (1.250) ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.
Συμψηφίζει, συνολικά, μεταξύ των διαδίκων, τη δικαστική τους δαπάνη.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Φεβρουαρίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Μαρτίου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ