235/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη, Χαράλαμπο Καλαματιανό και Μαρία Χυτήρογλου, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated235/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Σε κάθε περίπτωση η παράβαση των διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή υπαιτιότητα στην επέλευση του αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας κρίνεται σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξεως και του επελθόντος αποτελέσματος.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 235 / 2015 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 235/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη, Χαράλαμπο Καλαματιανό και Μαρία Χυτήρογλου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Ιανουαρίου 2015, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Αλεξάνδρου Φορτσερά του Αναστασίου, κατοίκου Νίκαιας Αττικής, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Φραγκάκη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Θ. Λ. του Γ., κατοίκου ..., 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "INTERNATIONAL LIFE ΑΕΓΑ", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) Μ. Β. του Σ., κατοίκου ... και 4) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΕΓΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων ο 1ος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Σταυρόπουλο, η 2η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παύλο Ρήγα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και οι 3η και 4η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μιχαήλ Ατέση με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-11-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 21-3-2011 αγωγή του ήδη 1ου των αναιρεσιβλήτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 831/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1570/2013 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30-1-2014 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Καλαματιανός διάβασε την από 30-12-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1570/2013 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του 1ου των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 297, 298, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία είτε από την καλή πίστη και την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε κυριαρχικώς ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας η παράβαση των οποίων ιδρύει τους αναιρετικούς λόγους του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ.
Αντίθετα η κρίση ότι η πράξη ή η παράλειψη υπήρξε ένας από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος αφορά πράγματα και δεν ελέγχεται ακυρωτικώς. Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 300 ΑΚ, η οποία εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση ζημίας και επομένως και σε αυτή από αδικοπραξία των άρθρων 914 επ. ΑΚ προκύπτει ότι, όταν στη γένεση ή στην επέλευση της ζημίας συντέλεσε και πταίσμα του ζημιωθέντος, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 330 ΑΚ, το δικαστήριο της ουσίας μπορεί κατά την ελεύθερη κρίση του, αφού σταθμίσει τις περιστάσεις και ιδιαίτερα το βαθμό του πταίσματος του ζημιωθέντος και του ζημιώσαντος, να μη επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό αυτής.
Σε κάθε περίπτωση η παράβαση των διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή υπαιτιότητα στην επέλευση του αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας κρίνεται σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξεως και του επελθόντος αποτελέσματος.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή ή όχι πταίσματος του ζημιωθέντος είναι κρίση σχετική με νομική έννοια και υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο κατά τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. Περαιτέρω, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που δεν εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που εφαρμόσθηκε.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (Ολ.ΑΠ 24/1992, ΑΠ 1852/2007).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.) "Αυτοί που χρησιμοποιούν τις οδούς πρέπει να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά που είναι ενδεχόμενο να εκθέσει σε κίνδυνο ή να παρεμβάλλει εμπόδια στην κυκλοφορία, να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα ή ζώα ή να προκαλέσει ζημιές σε δημόσιες ή ιδιωτικές περιουσίες.
Οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή...". Κατά το άρθρο 19 παρ. 1 και 2 του ίδιου νόμου "1. O οδηγός οδικού οχήματος επιβάλλεται να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς.
2. O οδηγός επιβάλλεται να ρυθμίζει την ταχύτητα του οχήματός του λαμβάνων συνεχώς υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες, ιδιαίτερα δε τη διαμόρφωση του εδάφους, την κατάσταση και τα χαρακτηριστικά της οδού, την κατάσταση και το φορτίο του οχήματός του, τις καιρικές συνθήκες και τις συνθήκες κυκλοφορίας, κατά τρόπον ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματός του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορεί να προβλεφθεί και το οποίο βρίσκεται στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού.
Υποχρεούται επίσης να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του και, σε περίπτωση ανάγκης, να διακόπτει την πορεία του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν". Κατά τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 1 του νόμου αυτού "Ο οδηγός που προτίθεται να εκτελέσει ελιγμό, οφείλει προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι μπορεί να το πράξει χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση των λοιπών χρηστών της οδού, οι οποίοι κινούνται πίσω, μπροστά ή πλάι του, ή ετοιμάζονται να τον προσπεράσουν, λαμβάνοντας υπόψη τη θέση την κατεύθυνση και την ταχύτητά τους".
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 23 παρ. 1 του εν λόγω νόμου "Ο οδηγός, προκειμένου να αλλάξει κατεύθυνση προς τα δεξιά, υποχρεούται να κινηθεί έγκαιρα προς το δεξιό άκρο του οδοστρώματος και να πραγματοποιήσει τη στροφή κατά το δυνατόν κλειστή".
Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία απέρριψε την αγωγή του αναιρεσείοντος κατά των αναιρεσιβλήτων, έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή του πρώτου αναιρεσιβλήτου και υποχρέωσε τους εναγομένους (αναιρεσείοντα και την μη διάδικο στην αναιρετική δίκη, ασφαλιστική εταιρεία ΥΔΡΟΓΕΙΟΣ Α.Ε.) να καταβάλουν, έκαστος εις ολόκληρο, το ποσό των 3.708,96 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της από 1-3-2010 αγωγής του ίδιου ενάγοντος ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, δέχθηκε ως αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Την 12-9-2009 και περί ώρα 19.10' ο ενάγων Θ.
Λ. οδηγώντας το υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ... αυτοκίνητο κυριότητάς του, ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην εναγομένη με την από 23-11-2010 αγωγή ασφαλιστική εταιρία, εκινείτο στον Άλιμο Αττικής στη λεωφόρο Ποσειδώνος και στην αριστερή λωρίδα αυτής με κατεύθυνση από Αθήνα προς Γλυφάδα, ο ενάγων Φορτσεράς οδηγώντας την υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ...
δίκυκλη μοτοσικλέτα κυριότητάς του, ασφαλισμένη για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην εναγομένη με την από 21-3-2011 αγωγή ασφαλιστική εταιρία εκινείτο επί της προαναφερθείσας λεωφόρου επίσης στην αριστερή λωρίδα αυτής και με την ίδια κατεύθυνση, όπισθεν του αυτοκινήτου του Θ. Λ., η δε εναγομένη στην από 23-11-2010 Μ.
Β. οδηγώντας το υπ' αριθμόν κυκλοφορίας .... αυτοκίνητο ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην εναγομένη με την ανωτέρω αγωγή ασφαλιστική εταιρία εκινείτο επί της ανωτέρω λεωφόρου και στη μεσαία λωρίδα αυτής, και με την ίδια κατεύθυνση με τα προαναφερθέντα οχήματα. Ο Θ. Λ. φθάνοντας στο ύψος της 4ης στάσης (ΟΑΣΑ) Καλαμακίου ακινητοποίησε το αυτοκίνητό του, λόγω του ότι ο κυκλικός φωτεινός σηματοδότης στη πορεία του ήταν ερυθρός, το δε αυτοκίνητό του ήταν το πρώτο από τα ακινητοποιημένα στην αριστερή λωρίδα αυτοκίνητα.
Όταν ο φωτεινός σηματοδότης έγινε πράσινος ο ανωτέρω έθεσε σε κίνηση το αυτοκίνητό του κινούμενος σταθερά στην αριστερή λωρίδα της λεωφόρου, η οποία είναι διπλής κατεύθυνσης με πλάτος οδοστρώματος 19,50 μέτρων ανά κατεύθυνση, με 3 λωρίδες ανά κατεύθυνση, είναι ευθεία στο σημείο του ενδίκου ατυχήματος, υπήρχε φυσικός φωτισμός (ημέρα), η δε κυκλοφορία των οχημάτων όπως και των πεζών ήταν κανονική (βλ.
έκθεση αυτοψίας) το δε ανώτατο όριο ταχύτητας ήταν 50 χιλ. ωριαίως. Αντιστοίχως ο Α. Φ. από αμέλειά του, έλλειψη προσοχής περί την οδήγηση την οποία όφειλε και μπορούσε να καταβάλλει ως μέσος συνετός οδηγός, κινούμενος σταθερά στην αριστερή λωρίδα και οδηγώντας μοτοσικλέτα μεγάλου κυβισμού (YAMAHA 900) με ταχύτητα ανώτερη του ανώτατου επιτρεπομένου ορίου, δηλαδή με 70 χιλ.
ωριαίως περίπου, δεν έλεγχε το φως του σηματοδότη, όπως ο ίδιος κατέθεσε προανακριτικά, και χωρίς να έχει τεταμένη τη προσοχή του στην οδήγηση και να ασκεί έλεγχο και εποπτεία στη μοτοσικλέτα, όπως επίσης χωρίς να τηρεί την πρέπουσα απόσταση ασφαλείας από το προπορευόμενο με ταχύτητα περίπου 30 χιλ. ωριαίως αυτοκίνητο του Λ., άργησε να πεδήσει τη μοτοσικλέτα, η οποία ανετράπη, σύρθηκε στο οδόστρωμα και συνεκρούσθη με το εμπρόσθιο τμήμα της με το οπίσθιο δεξιό τμήμα του αυτοκινήτου του Λ., το οποίο, λόγω της πρόσκρουσης, εξετράπη αριστερά και προσέκρουσε με το αριστερό εμπρόσθιο τμήμα του στη διαχωριστική νησίδα.
Αντίθετα δεν αποδείχθηκε ο αγωγικός ισχυρισμός του Α. Φ. ότι ο Θ. Λ. κινήθηκε αιφνιδιαστικά, χωρίς να κάνει χρήση των δεικτών πορείας από την αριστερή λωρίδα στη μεσαία λωρίδα όπου εκινείτο αυτός (Α. Φ.) αποκλείοντας τη πορεία του... Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι μετά την ανατροπή της μοτοσικλέτας του ο Α. Φ. εκτινάχθηκε δεξιά, δηλαδή στη μεσαία λωρίδα και σε απόσταση 2 μόλις μέτρων μπροστά από το αυτοκίνητο της Μ.
Β., η οποία οδηγούσε με χαμηλή ταχύτητα και με σύνεση και επιμέλεια το αυτοκίνητό της και, μόλις είδε τον Α. Φ. πεσμένο στο οδόστρωμα και στη λωρίδα της έκανε αποφευκτικό ελιγμό προς τα αριστερά, όμως λόγω της ελάχιστης απόστασης τραυμάτισε τον ανωτέρω και ειδικότερα με την εμπρόσθια ρόδα του αυτοκινήτου της πέρασε πάνω από το πόδι του τελευταίου, προκαλώντας σ' αυτόν κάταγμα δεξιού μηρού και θλαστικό τραύμα βουβωνικής χώρας...
Με τα περιστατικά αυτά το ένδικο ατύχημα και ο τραυματισμός του Α. Φ. οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του τελευταίου...".
Το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ανωτέρω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου του Α.Κ. και του ν. 2696/1999, τις οποίες εφάρμοσε ορθώς, ενώ διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και συνεπώς δεν στερείται νόμιμης βάσης.
Ειδικότερα το Εφετείο διέλαβε πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως την αποκλειστική υπαιτιότητα του αναιρεσείοντος, οδηγού της μοτοσικλέτας, διαλαμβάνοντας με σαφήνεια και πληρότητα τα περιστατικά τα συγκροτούντα την έννοια της αμελείας, που επέδειξε ο ως άνω οδηγός στην πρόκληση του ένδικου τροχαίου ατυχήματος, σε συνδυασμό με τις παραβάσεις διατάξεων του Κ.Ο.Κ., οι οποίες βρίσκονται σε αιτιώδη συνάφεια με τα ζημιογόνα αποτελέσματα και θεμελιώνει την ύπαρξη απαιτήσεων για καθορισμό αποζημίωσης υπέρ του αναιρεσιβλήτου.
Ήτοι, της έλλειψης προσοχής κατά την οδήγηση, λόγω της οποίας (έλλειψης προσοχής) δεν έλεγχε το χρώμα του ευρισκόμενου στην πορεία του φωτεινού σηματοδότη, χωρίς να ασκεί έλεγχο και εποπτεία στην μοτ/τα του, την οποία οδηγούσε με ταχύτητα μεγαλύτερη της ανώτατης επιτρεπομένης, και χωρίς να τηρεί την επιβεβλημένη απόσταση ασφαλείας από το προπορευόμενο αυτοκίνητο, με συνέπεια των ως άνω παραλείψεών του να διενεργήσει καθυστερημένη τροχοπέδηση, εξ αιτίας της οποίας η μοτοσικλέτα ανετράπη, σύρθηκε στο οδόστρωμα και συγκρούσθηκε με το οπίσθιο δεξιό τμήμα του προπορευόμενου αυτοκινήτου, που οδηγούσε ο πρώτος αναιρεσίβλητος.
Επίσης αιτιολόγησε επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις την έλλειψη οποιασδήποτε υπαιτιότητας για το ένδικο ατύχημα και τον εξ αυτού τραυματισμό του αναιρεσείοντος, τόσο του πρώτου όσο και της τρίτης των αναιρεσιβλήτων. Ειδικότερα, περιγράφει με σαφήνεια την καθ' όλα επιμελή συμπεριφορά του πρώτου τούτων, ο οποίος οδηγούσε το ΙΧΕ αυτοκίνητό του στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας της λεωφόρου Ποσειδώνος, στον Άλιμο, κατευθυνόμενος προς Γλυφάδα, το ακινητοποίησε, όταν έφθασε σε διάβαση με αναμμένο τον ερυθρό φωτεινό σηματοδότη, στη συνέχεια, όταν άναψε ο πράσινος φωτεινός σηματοδότης, το έθεσε σε κίνηση, κινούμενος σταθερά και χωρίς να αλλάξει λωρίδα στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, στην οποία έλαβε χώρα η σύγκρουση, όταν η μοτ/τα του αναιρεσείοντος προσέκρουσε, κατά τα προεκτεθέντα, στο οπίσθιο δεξιό τμήμα του ΙΧΕ αυτοκινήτου.
Ομοίως, ως προς την τρίτη των αναιρεσιβλήτων, αναφέρει ότι ο αναιρεσείων, μετά την ανατροπή της μοτ/τας του εκτινάχθηκε δεξιά και βρέθηκε στη μεσαία λωρίδα, σε απόσταση μόλις δύο μέτρων από το κινούμενο εντός της λωρίδας αυτής αυτοκίνητο της Μ. Β., η οποία το οδηγούσε με χαμηλή ταχύτητα, συνετά και με επιμέλεια και, αμέσως μόλις αντιλήφθηκε τον αναιρεσείοντα πεσμένο στο οδόστρωμα διενήργησε αποφευκτικό ελιγμό προς τα αριστερά, αλλά λόγω της ελάχιστης απόστασης που την χώριζε από αυτόν ήταν αδύνατον να τον αποφύγει, με συνέπεια να τον τραυματίσει ανυπαιτίως.
Επομένως, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., με τις αιτιάσεις ότι έγινε εκ πλαγίου παράβαση των προαναφερομένων διατάξεων ουσιαστικού δικαίου και ότι οι αιτιολογίες της απόφασης αυτής είναι ανεπαρκείς και αντιφατικές, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.
Όμως, καθ' όσο μέρος με τον ως άνω λόγο, υπό το πρόσχημα της πλημμέλειας του άρθρου 559 αρ. 19 πλήττεται η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας περί την αξιολόγηση των πραγματικών γεγονότων, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος.
Ο προβλεπόμενος με το άρθρο 559 αρ. 10 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, μετά την κατάργηση της δεύτερης περίπτωσης, που προέβλεπε τη δυνατότητα αναίρεσης, αν το δικαστήριο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά "χωρίς να διατάξει περί αυτών απόδειξη", με το άρθρο 17 παρ. 2 του ν. 2915/2001, όπως και μετά την κατάργηση της διατάξεως του άρθρου 341 Κ.Πολ.Δικ.
για τη δυνατότητα έκδοσης προδικαστικής αποφάσεως και την εφαρμογή του άρθρου 270 Κ.Πολ.Δ. σε όλες τις υποθέσεις, με το άρθρο 14 παρ. 1 του ίδιου νόμου, έχει περιορισμένη εφαρμογή στην περίπτωση που "το δικαστήριο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη", δηλαδή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη ή δεν έχει προσαχθεί καμιά απόδειξη (ΑΠ 273/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, το Εφετείο σχημάτισε την κρίση του και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη την ανωμοτί εξέταση των εναγόντων, την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα των εναγομένων στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά, όλα τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και πέντε φωτογραφίες των οποίων η γνησιότητα δεν αμφισβητήθηκε.
Έτσι δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 10 Κ.Πολ.Δ., ο δε αντίθετος δεύτερος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος. Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν χωριστές προτάσεις (ο 1ος, η 2η και κοινές οι 3η και 4η), (άρθρο 183 Κ.Πολ.Δ.), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό, και να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδ.
ε' ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αρ. εκθ. κατάθεσης 463/2014 αίτηση για αναίρεση της 1570/2013 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ, για καθένα των α) πρώτου, β) δεύτερης και γ) τρίτης και τέταρτης τούτων.
Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Φεβρουαρίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Μαρτίου 2015.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ