Legislator Case Law & Legislation
235/2012 AI generated

235/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 235/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 235 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 235/2012

Legislator headnote

AI generated

235/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 235 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 235/2012

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 235 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 235/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γιαννούλη, Βασίλειο Φούκα, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 9 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΑΦΟΙ Β. ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΕΙΔΩΝ ΣΥΣΚΕΥΑΣΙΑΣ - ΕΜΠΟΡΙΑΣ - ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΙΩΝ Α.Ε", που εδρεύει στο Κορωπί Αττικής, νομίμως εκπροσωπούμενης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Πάσχο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΙΣ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ (ΔΕΗ) Α.Ε", με έδρα την Αθήνα, νομίμως εκπροσωπούμενης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ελευθέριο Καστρήσιο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ., που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12.5.2005 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 290/2007 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 2206/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 26 Οκτωβρίου 2010 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής ανέγνωσε την από 19 Δεκεμβρίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του ενδέκατου και δωδέκατου λόγου της 1089/25.10.2010 αιτήσεως για αναίρεση της 2206/14.4.2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη 1089/25-10-2010 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 2206/16-4-2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων. Ειδικότερα, με την 75818/4163/23-5-2005 αγωγή εφέρετο προς διάγνωση, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία αντικείμενο αυτής, αξίωση θετικής και αποθετικής ζημίας της δι'αυτής ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης "Δημοσίας Επιχειρήσεως Ηλεκτρισμού (ΔΕΗ) ΑΕ", θεμελιούμενη στην πλημμελή εκπλήρωση από την τελευταία των απορρεουσών από τη συνομολογηθείσα μεταξύ των διαδίκων σύμβαση παροχής ηλεκτρικού ρεύματος υποχρεώσεών της.

Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε, κατά μερική παραδοχή της, με παράλληλη κατ' ουσίαν απόρριψη της περί συνυπαιτιότητας ενστάσεως της εναγομένης, η 290/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και σε δεύτερο βαθμό, κατ' αποδοχή των (ι)1393/14-2-2007 και (ιι) 3877/3-5-2007 εφέσεων των διαδίκων, εξαφάνιση της προσβαλλόμενης δι' αυτών πρωτοβάθμιας αποφάσεως και εξέταση κατ'ουσίαν της υποθέσεως, με μερική κατ' ουσίαν παραδοχή της περί συνυπαιτιότητας ενστάσεως της εναγομένης, η 2206/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κρίση της την οποία στήριξε στις ακόλουθες αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της, που ενδιαφέρουν τους ερευνώμενους στη συνέχεια λόγους αναιρέσεως.

Ειδικότερα, διέλαβε στις αιτιολογίες της, κατ' ακριβή κατά τούτο αντιγραφή της, "Δυνάμει σύμβασης πωλήσεως-προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας που συνήψε η ενάγουσα εταιρία με την εναγομένη την 18-12-2001, ανέλαβε η τελευταία την υποχρέωση να προμηθεύει σε αυτήν, για τις ανάγκες λειτουργίας του εργοστασίου παραγωγής ειδών συσκευασίας κλπ που διατηρεί στο Κορωπί Αττικής, ηλεκτρική ενέργεια συμφωνημένης ισχύος μέχρι 400 ΚVΑ και με τις λοιπές ιδιότητες που αναφέρονται στο από 18-12-2001 συμβόλαιο παροχής ηλεκτρικού ρεύματος μεγάλης ισχύος και την από 18-12-2001 σύμβαση διακανονισμού συμμετοχής ηλεκτροδότησης.

Η ενάγουσα ήταν πάντοτε συνεπής στην εκπλήρωση των υποχρεώσεων προς την εναγομένη, ήτοι την εξόφληση των εκάστοτε εκδιδόμενων λογαριασμών ρεύματος. Στις 15-11-2004 και περί ώρα 15.00', σημειώθηκε υπέρταση ισχύος 5,15 ΚVΑ στην ηλεκτρική εγκατάσταση του εργοστασίου της ενάγουσας, με αποτέλεσμα να καταστραφεί ο μηχανολογικός και ηλεκτρολογικός εξοπλισμός του καθώς και η υπό επεξεργασία εκείνη την χρονική στιγμή πρώτη ύλη πλαστικού συσκευασίας.

Η ζημία αυτή που υπέστη η ενάγουσα, οφείλεται σε αμέλεια της εναγομένης περί τη συντήρηση της υποδομής της παραγωγής και διανομής της ηλεκτρικής ενέργειας. Μάλιστα η εναγομένη, αν και από το έτος 2002, είχε επανειλημμένως οχληθεί από την ενάγουσα, σχετικά με αιφνίδιες διακοπές ή βυθίσεις τάσεως της παρεχόμενης ηλεκτρικής ενέργειας (βλ.

τις από 11-3-2002 και 21-3-2002 εξώδικες δηλώσεις της προς την εναγομένη, νομίμως επιδοθείσες σε αυτήν), δεν έλαβε τα απαιτούμενα μέτρα προκειμένου να παρέχει όπως όφειλε και σύμφωνα με την συνομολογημένη ιδιότητα της παροχής ηλεκτρικής ενεργείας συμφωνημένης ισχύος μέχρι 400 ΚVΑ, σταθερή και αδιάλειπτη ηλεκτρική ενέργεια, ούτε φρόντισε για την βελτίωση και εκσυγχρονισμό των εγκαταστάσεων της, έτσι ώστε να μην σημειώνονται φαινόμενα διακοπής ρεύματος ή βύθισης τάσης, ενώ μπορούσε να το κάνει.

Η ένδικη περίπτωση υπέρτασης ισχύος 520 ΚVΑ, συνεπώς, που σημειώθηκε στις 15-11-2004, αποτελεί παράβαση της συμβατικής υποχρέωσης της εναγομένης, η οποία οφείλεται όπως προαναφέρθηκε σε αμέλεια των προστηθέντων υπαλλήλων της, αφού καίτοι γνώριζαν ότι η παρεχόμενη ενέργεια στην περιοχή του Κορωπίου παρουσιάζει διακυμάνσεις και δεν είναι σταθερή, δεν φρόντισαν να επιλύσουν το πρόβλημα αυτό, όπως πχ να προβούν σε ενίσχυση των δικτύων της ΔΕΗ στην περιοχή με κατασκευή νέων υποσταθμών ή αναβάθμιση των παλαιών ή να λάβουν οποιοδήποτε ενδεικνυόμενο μέτρο για την αποφυγή επανάληψης τέτοιων περιστατικών (βλ.

και το από 30-6-2005 έγγραφο της Ρυθμιστικής Αρχής Ενέργειας προς την Ένωση Εταιριών Ανατολικής Αττικής που προτείνει την εγκατάσταση καταγραφικών στις εγκαταστάσεις τους με συνεργασία της ΔΕΗ, όπως και τις ιδιόχειρες σημειώσεις του Γενικού Διευθυντή Διανομής της ΔΕΗ Δ. Λ. στο από 4-7-2006 υπόμνημα της Ένωσης Εταιριών Κορωπίου Αττικής προς την ΔΕΗ, όπου συστήνονται μέτρα για την αντιμετώπιση του προβλήματος των αυξομειώσεων της τάσης του ρεύματος στην περιοχή).

Ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι δεν ευθύνεται, για λόγους ανωτέρας βίας, για την σημειούμενη την 15-11-2004 υπέρταση, διότι αυτή οφείλεται σε γεγονός τυχαίο και απρόβλεπτο, ήτοι σε αστάθμητη ρύθμιση της τάσης, επειδή ενδεχομένως κάποια συνιστώσα στο ηλεκτρονικό σύστημα δεν λειτούργησε, παρέμεινε εντελώς αναπόδεικτος, καθώς ούτε καν κατέστη δυνατό να προσδιορισθεί η συγκεκριμένη συνιστώσα.

Περαιτέρω, η επίκληση εκ μέρους της εναγομένης των γενικών όρων και συμφωνιών της ΔΕΗ που αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του από 18-12-2001 συμβολαίου, σύμφωνα με τα οποία δεν ευθύνεται ο προμηθευτής έναντι του πελάτη για τυχόν ζημίες από ανωμαλίες και διακοπές στην παροχή του ηλεκτρικού ρεύματος (άρθρο 21), όπως και ότι η ΔΕΗ δεν ευθύνεται για οποιαδήποτε βλάβη ή ζημία που προξενείται στον καταναλωτή και την περιουσία του από την χρήση του ηλεκτρικού ρεύματος και δεν προέρχεται από δόλο ή βαρεία αμέλεια αυτής (άρθρο 11), δεν είναι νόμιμες, καθώς οι απαλλακτικές αυτές ρήτρες (και για ελαφρά αμέλεια) είναι άκυρες κατ' άρθρα 332 παρ.2 και 334 παρ.2 ΑΚ, όπως βάσιμα ισχυρίζεται κατ' αντένσταση η ενάγουσα, δεδομένης της μονοπωλιακής θέσης της εναγομένης στην άσκηση της συγκεκριμένης δραστηριότητας και της αποτροπής εντεύθεν της εκμετάλλευσης της άνισης θέσης των συμβαλλομένων από τον μεταξύ τους ισχυρότερο.

Όμως το γεγονός ότι η ενάγουσα δεν εγκατέστησε κατάλληλο εξοπλισμό για να προφυλάξει τις εγκαταστάσεις της από περίπτωση ανωμαλιών στην ηλεκτροδότηση, και ειδικότερα δεν εγκατέστησε επιτηρητές-σταθεροποιητές τάσεις, συστήματα αδιάλειπτης τροφοδότησης ισχύος κ.λ.π., δεν συνιστά μόνο συντρέχον πταίσμα της στην πρόκληση της ζημίας της, κατά την έννοια του άρθρου 300 ΑΚ, αλλά και πλημμελή εκ μέρους της εκπλήρωση της βαρύνουσας αυτήν παροχής, κατά την έννοια του άρθρου 288 ΑΚ, αφού σαφώς είχε τέτοια υποχρέωση από τη σύμβαση η ενάγουσα, κατ' άρθρο 6 της ένδικης σύμβασης ηλεκτροδότησης, που ρητά αναφέρεται στο άρθρο 7 των Γενικών όρων και Συμφωνιών, έτσι ώστε να καθίσταται συμβατική της υποχρέωση.

Το ότι η εγκατάσταση αυτή απαιτούσε μεγάλου κόστους δαπάνη ύψους περίπου 58.700 ΕURΟ, όπως ανέφερε και ο μάρτυρας της εναγομένης, προϊστάμενος του δικτύου διανομής της ΔΕΗ, δεν αποτελεί επιχείρημα αντίθεσης της σύμβασης στα χρηστά ήθη λόγω κατά την έννοια του άρθρου 179 ΑΚ, καθώς, κατά τα προαναφερθέντα, ήταν δεδομένο το πρόβλημα της τάσης της ηλεκτροδότησης στην περιοχή, το δε ύψος της αιτουμένης με την αγωγή αποζημίωσης καταδεικνύει την αναγκαιότητα λήψης του παραπάνω μέτρου.

Έσφαλε, λοιπόν, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που απέρριψε τη συγκεκριμένη ένσταση συντρέχοντος πταίσματος που προέβαλε η εναγομένη με τις προτάσεις της, η οποία πρέπει να γίνει δεκτή, προσδιοριζόμενου του βαθμού συνυπαιτιότητας, εν όψει όλων των προλεχθέντων, σε ποσοστό 50%" Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως και ειδικότερα κατά του κεφαλαίου αυτής, που αναφέρεται στην περί συνυπαιτιότητας ένσταση της αναιρεσίβλητης, εναντιώνεται η ηττηθείσα εφεσίβλητη-ενάγουσα με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνάται στη συνέχεια η βασιμότητά της.

Ειδικότερα, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση, πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθ. 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.

ούτε εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος. Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφ' όσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υποθέσεως που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 300 παρ. 1 εδ. α' ΑΚ, αν εκείνος που ζημιώθηκε συντέλεσε από δικό του πταίσμα στην ζημία ή την έκτασή της το δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Η εφαρμογή της διάταξης αυτής προϋποθέτει μεταξύ άλλων υποχρέωση προς αποζημίωση, η οποία μπορεί να οφείλεται είτε σε υπαίτια αθέτηση της συμβάσεως που προϋπήρχε (υπερημερίας, υπαίτιας αδυναμίας προς παροχή), είτε σε αδικοπραξία, είτε σε οποιαδήποτε άλλη αιτία.

Η έννοια της συνυπαιτιότητας είναι νομική και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή μη συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου ως προς το αν τα περιστατικά, που το δικαστήριο της ουσίας δέχεται ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν την έννοια του συντρέχοντος πταίσματος και ειδικότερα αν η παράνομη και υπαίτια αυτού ή αντισυμβατική του συμπεριφορά ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να συντελέσει στη ζημία ή την έκταση αυτής και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση, ως αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Αντιθέτως, ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων, που δεν ελέγχεται αναιρετικώς. Κατά τη σημειούμενη στην αρχή της πλήρη και χωρίς αντιφάσεις κατά τούτο ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας η αναιρεσείουσα δεν ανταποκρίθηκε στην απορρέουσα από το άρθρο 7 των Γενικών Όρων και Συμφωνιών συμβατική υποχρέωσή της να εγκαταστήσει "κατάλληλο εξοπλισμό για να προφυλάξει τις εγκαταστάσεις της από περίπτωση ανωμαλιών στην ηλεκτροδότηση και ειδικότερα δεν εγκατέστησε επιτηρητές-σταθεροποιητές τάσης, συστήματα αδιάλειπτης τροφοδότησης ισχύος", μόνη παραδοχή της στην οποία στήριζε την μερική κατ' ουσίαν αποδοχή της περί συνυπαιτιότητας ενστάσεως της αναιρεσίβλητης, χωρίς να διαλαμβάνει περαιτέρω στις αιτιολογίες της τον τρόπο κατά τον οποίο η παράλειψη αυτή της αναιρεσείουσας συνετέλεσε στην έκταση της ζημίας της σε ποσοστό 50/00, στοιχείο αναγκαίο για την κάλυψη του πραγματικού και δικαιολόγηση της εφαρμογής του άρθρου 300 ΑΚ και με την έννοια αυτή καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος από απόψεως αιτιώδους συνδέσμου, ανεπάρκεια αιτιολογιών της που αξιολογεί ως βάσιμη κατά τούτο την διατυπούμενη με τους απομένοντας προς έρευνα ενδέκατο και δωδέκατο λόγους αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ.

Η αναιρετική εμβέλεια των λόγων αυτών αναιρέσεως στο σύνολο του προσβαλλόμενου με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως κεφαλαίου της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, που αναφέρεται στην περί συνυπαιτιότητας ένσταση της αναιρεσίβλητης, καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών λόγων αυτής. Συνακόλουθα αυτών πρέπει, κατά παραδοχή του ενδέκατου και δωδέκατου λόγων αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση κατά το εν λόγω κεφάλαιο και παραπέμφθει κατά τούτο η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του αυτού Εφετείου Αθηνών, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (ΚΠολΔ 580 παρ.3).

Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 3.000,00 ευρώ (ΚΠολΔ 183).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 2206/16-4-2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το κεφάλαιο αυτής, που αναφέρεται στην περί συνυπαιτιότητας ένσταση της αναιρεσίβλητης.

Παραπέμπει κατά τούτο την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκασή της στο αυτό Εφετείο Αθηνών, συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000,00) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 23 Ιανουαρίου 2012.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Φεβρουαρίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ