Legislator Case Law & Legislation
235/2011 AI generated

235/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 235/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/1/2001 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 25515/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2838/2006 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4/6/2009 αίτησή της.

Legislator headnote

AI generated

235/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από τον συνδυασμό δε των διατάξεων των άρθρων 261 εδ. α' ΑΚ και 221 § 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, σε περίπτωση ασκήσεως αγωγής για μέρος μόνον της αξιώσεως για αποζημίωση, η επίδοση της αγωγής διακόπτει την παραγραφή μόνον για το μέρος αυτό, ως προς το οποίο δημιουργείται αντιστοίχως εκκρεμοδικία. Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 268 εδ.

Keywords

AI generated
health care insurance workers compensation health insurance voucher fee sick pay insurance benefits insurance deductible health impairment in military insurance
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 235 / 2011 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 235/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Ζώη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση, Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή και Ιωάννα Λούκα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "VICTORIA A.A.E.Z.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία έχει υπεισέλθει κατά νόμο στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΙΜΠΕΡΙΟ ΜΠΟΝΑΝΚΑ ΚΟΜΠΑΝΙΑ ΝΤΕ ΣΕΓΚΟΥΡΟΣ ΑΕ (IMPERIO BONANCA COMPANHIA DE SEGUROS S.A.)", πρώην "COMPANHIA DE SEGUROS IMPERIA S.A." με έδρα τη Λισσαβόνα Πορτογαλίας, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Νούσια με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων -Ι.Κ.Α.-, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Κουρούμαλη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/1/2001 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 25515/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2838/2006 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4/6/2009 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ιωάννα Λούκα ανέγνωσε την από 6/9/2010 έκθεση της ήδη αποχωρήσασας από την υπηρεσία Αρεοπαγίτου Σοφίας Καραχάλιου, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί: Ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το πρώτο και τέταρτο μέρος του (κατ' ορθήν εκτίμηση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ), και κατά το τρίτο μέρος του (από τον αριθμό 16 του αυτού άρθρου του ΚΠολΔ), καθώς και ο δεύτερος λόγος, κατά το τέταρτο μέρος του (από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι αυτής.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 10 § 1 του Ν. 489/1976 "το ζημιωθέν πρόσωπο έχει, εκ της ασφαλιστικής συμβάσεως και μέχρι του ποσού αυτής, ίδιαν αξίωσιν κατά του ασφαλιστού", κατά την διάταξη δε της παραγ. 2 του ιδίου άρθρου όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο στην προκειμένη περίπτωση χρόνο "η αξίωσις αυτή παραγράφεται μετά πάροδον δύο ετών από της ημέρας του ατυχήματος, επιφυλασσομένων των περί αναστολής και διακοπής της παραγραφής κειμένων διατάξεων".

Ο χρόνος της παραγραφής αυτής αρχίζει από την επομένη του ατυχήματος, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 241 § 1 του ΑΚ, διότι ως αφετηρία αυτής δεν ορίζεται ορισμένη ημέρα, αλλά το γεγονός του ατυχήματος. Στην ίδια παραγραφή υπόκειται και η κατά του ασφαλιστού αξίωση του ΙΚΑ, το οποίο υποκαταστάθηκε στην απαίτηση του δικαιούχου της αποζημιώσεως - ασφαλισμένου του.

Ειδικότερα, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 10 § 5 του Ν.Δ. 4104/1960, όπως αντικαταστάθηκε με το νόμο 4476/1965, 18 του Ν. 1654/1986, συνάγεται, ότι το ΙΚΑ, για τις παροχές σε ασφαλισμένο σ' αυτό παθόντα, έχει απ' ευθείας αξίωση από το νόμο κατά του υπόχρεου προς αποζημίωση, υποκαθιστάμενο, αυτοδικαίως, κατά το ποσό των οφειλομένων στον ζημιωθέντα ασφαλιστικών παροχών, στην αξίωση του κατά του υπόχρεου, ο δε παθών δεν νομιμοποιείται να ζητήσει από τον τελευταίο και τα κονδύλια που κατέβαλε ή οφείλει σ' αυτόν (παθόντα) το ΙΚΑ, από την σχέση κοινωνικής ασφαλίσεως που τους συνδέει, διότι, ως προς αυτά, δεν είναι πλέον δικαιούχος.

Έτσι, αν ο ασφαλισμένος στο ΙΚΑ παθών ασκήσει κατά του ασφαλιστού αγωγή αποζημιώσεως, στην οποία αντιστοιχεί κάποια παροχή του ΙΚΑ, η αγωγή αυτή είναι ενεργητικώς ανομιμοποίητη και δεν επιφέρει, ούτε στο πρόσωπο του παθόντος ούτε προς όφελος του ΙΚΑ, διακοπή της παραγραφής, κατ' άρθρον 261 ΑΚ. Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 247, 251, 298, 914 και 937 ΑΚ, συνάγεται ότι, σε περίπτωση αδικοπραξίας, αφ' ότου εκδηλώθηκε το ζημιογόνο γεγονός, γεννάται υπέρ του ζημιωθέντος αξίωση αποζημιώσεως για την όλη ζημία, θετική ή αποθετική, παρούσα ή μέλλουσα, αν είναι προβλεπτή κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων και εφ' όσον η δικαστική των επιδίωξη είναι δυνατή, η δε παραγραφή της αξιώσεως αυτής τρέχει για όλες τις ζημίες ενιαίως, από τότε που ο ζημιωθείς έλαβε γνώση των πρώτων επιζήμιων συνεπειών και του υπόχρεου προς αποζημίωση, προκειμένου δε περί αξιώσεως κατά του ασφαλιστού από της επομένης του ατυχήματος.

Από τον συνδυασμό δε των διατάξεων των άρθρων 261 εδ. α' ΑΚ και 221 § 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, σε περίπτωση ασκήσεως αγωγής για μέρος μόνον της αξιώσεως για αποζημίωση, η επίδοση της αγωγής διακόπτει την παραγραφή μόνον για το μέρος αυτό, ως προς το οποίο δημιουργείται αντιστοίχως εκκρεμοδικία. Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 268 εδ.

α' του ΑΚ, "κάθε αξίωση που βεβαιώθηκε με τελεσίδικη απόφαση ή με δημόσιο έγγραφο εκτελεστό παραγράφεται μετά είκοσι χρόνια και αν ακόμη η αξίωση καθεαυτή υπαγόταν σε συντομότερη παραγραφή". Από την διάταξη αυτή, η οποία εφαρμόζεται και στην βραχυπρόθεσμη παραγραφή του άρθρου 2 § 2 του Ν. 489/1976, συνάγεται ότι, σε περίπτωση βεβαιώσεως με τελεσίδικη δικαστική απόφαση της υπάρξεως αξιώσεως για θετική και αποθετική ζημία από αδικοπραξία, από την τελεσιδικία αρχίζει εικοσαετής παραγραφή και ως προς το μέρος της όλης αξιώσεως για αποκατάσταση της ζημίας, η οποία ανάγεται σε χρόνο μεταγενέστερο εκείνου, για το οποίο επιδικάσθηκε αποζημίωση.

Και αυτό, διότι και το μέρος αυτό της αξιώσεως, καίτοι δεν περιέχεται ειδική αναγνωριστική διάταξη στην απόφαση, θεωρείται ότι έχει βεβαιωθεί με δύναμη δεδικασμένου (αρθρ. 331 ΚΠολΔ), με την παρεμπίπτουσα δικαστική κρίση, η οποία ήταν αναγκαία για την ύπαρξη δικαιώματος αποζημιώσεως του παθόντος γενικώς, για κάθε ζημία από την αδικοπραξία.

Η νέα, όμως, αυτή εικοσαετής παραγραφή προϋποθέτει αναγκαίως, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 268 ΑΚ, την ύπαρξη αξιώσεως που δεν έχει ήδη υποκύψει στην μέχρι της τελεσιδικίας ισχύουσα βραχυχρόνια παραγραφή (Ολ.ΑΠ 23/1994). Κατά την διάταξη δε του άρθρου 559 αριθμός 16 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο.

Στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, προς διαπίστωση της υπάρξεως της ανωτέρω αναιρετικής πλημμέλειας, υπόκειται η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας τόσο για το αν τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και αν αυτό έχει την έκταση και τα αποτελέσματα, τα οποία προσέδωκε σ' αυτό η απόφαση, όσο και η κρίση για την συνδρομή ή μη των κατά το άρθρο 324 ΚΠολΔ προϋποθέσεων, εφ' όσον η κρίση αυτή στηρίζεται σε διαδικαστικά έγγραφα, όπως η αγωγή και οι δικαστικές αποφάσεις, η εκτίμηση του περιεχομένου των οποίων, κατ' άρθρον 561 § 2 του ΚΠολΔ, ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.

Τέλος, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου εσωτερικού ή διεθνούς. Ο κανόνας παραβιάζεται, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είτε με ψευδή ερμηνεία, η οποία υπάρχει, όταν αποδίδεται στον κανόνα δικαίου διαφορετική έννοια από την αληθινή, είτε με μη ορθή εφαρμογή, η οποία συντελείται, όταν εφαρμόζεται κανόνας, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή όταν δεν εφαρμόζεται, ενώ έπρεπε να εφαρμοσθεί, ή όταν εφαρμόσθηκε εσφαλμένως.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφαση του, όπως προκύπτει από αυτή, δέχθηκε ανελέγκτως τα κατωτέρω πραγματικά περιστατικά: "Με την 21650/1995 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσ/κης, που έγινε τελεσίδικη με την δημοσίευση κατά την 20-2-1997 της με αριθμό 593/1997 απόφασης του δικαστηρίου τούτου, κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου ότι για το τροχαίο ατύχημα, που έλαβε χώρα την 12-6-1992 στην Εθνική οδό Θεσ/νίκης - Σερρών (διασταύρωση με οδό προς Κιλκίς) από το οποίο τραυματίσθηκε βαρύτατα ο ασφαλισμένος στο ενάγον ΙΚΑ, Σ.

Μ., συνυπαίτιοι ήσαν ο ίδιος ο παθών, που οδηγούσε το … Δ.Χ βυτιοφόρο ρυμουλκό αυτοκίνητο κατά ποσοστό 20% και ο πρώτος των εναγομένων και ήδη εκκαλών Α. Ζ., που οδηγούσε το … Ι.Χ.Ε αυτοκίνητο της ιδιοκτησίας του, το οποίο ήταν ασφαλισμένο στην ασφαλιστική εταιρεία ΙΜΡΕΚΙΟ ΑΕ, για τις αστικές ευθύνες απέναντι στους τρίτους κατά ποσοστό 80%.

Ο Σ. Μ. από το ατύχημα υπέστη κάταγμα 5ου και 7ου αυχενικού σπονδύλου με πλήρη εγκάρσια διατομή του νωτιαίου μυελού, Κ.Ε.Κ., νοσηλευθείς για την άνω αιτία από 12-6-1992 έως 10-8-1992 και από 17-8-1992 έως 4-9-1992 στην νευροχειρουργική κλινική του ΓΠΝ "Γ. ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ" και από 17-11-1992 έως 27-11-1992 στην Πλαστική Χειρουργική Κλινική του ίδιου Νοσοκομείου.

Εξ αιτίας του τραυματισμού του αυτού, νοσηλεύθηκε και στο εξωτερικό και κρίθηκε από 12-6-1992, ως πάσχων πλέον από τραυματική παραπληγία, ανάπηρος με ποσοστό αναπηρίας 80% συνεχίζεται δε και μέχρι τουλάχιστον 30-6-1998 η κατάσταση αυτή, η διάγνωση, ότι πάσχει από σπαστική τετραπληγία, ότι είναι ανάπηρος σε ποσοστό 80% και η χορήγηση επιδόματος παραπληγίας.

Αποδείχθηκε ακόμη, ότι το ενάγον, στον παραπάνω Σ. Μ., λόγω των βλαβών που του προκάλεσε το αυτοκινητικό ατύχημα και της διάγνωσης της σπαστικής τετραπληγίας στο διάστημα από 24-7-1997 μέχρι 5-6-2000, χορήγησε σ' αυτόν φαρμακευτικό υλικό συνολικής αξίας 4.291.779 δραχμών και συγκεκριμένα ... Λόγω της συνυπαιτιότητας του ασφαλισμένου σ' αυτό Σ.

Μ., το ενάγον δικαιούται από το ποσό των 4.291.779 δραχμών 3.433.424 δραχμές, άλλως 10.076,1 ευρώ.,.Να σημειωθεί ότι ως αβάσιμη στην ουσία πρέπει να απορριφθεί η ένσταση των εναγομένων (υπαιτίου οδηγού και ασφαλιστικής εταιρείας, έτσι όπως η εφεσίβλητη εταιρεία με την επωνυμία VICTORIA (ΒΙΚΤΟΡΙΑ) Α.Α.Ε.Ζ. υπεισήλθε κατά νόμο στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της εναγομένης εταιρείας με την επωνυμία "ΙΜΡΕRΙΟ") περί παραγραφής της αξιώσεως του ενάγοντος ΙΚΑ, αφού, λόγω του δεδικασμένου με την δημοσίευση της με αριθμό 593/1997 αποφάσεως του Δικαστηρίου και της συνδρομής των προϋποθέσεων του άρθρου 268 ΑΚ, κατά τα εκτεθέντα σε προηγούμενη νομική σκέψη, ισχύει παραγραφή είκοσι ετών για τις μετά την 20.2.1997 γεννηθείσες αξιώσεις του παθόντος - συνεπώς και του ΙΚΑ για ασφαλιστικές παροχές προς τον παθόντα ασφαλισμένο γεννηθείσες μετά την 20.2.1997 - τόσον έναντι του υπαιτίου οδηγού όσον και της ασφαλιστικής εταιρείας.

Να σημειωθεί ότι παρά την παραγραφή των δύο ετών του άρθρου 10 Ν. 489/1976, η τελεσιδικία της απόφασης επιμήκυνε και την κατ' αυτή αξίωση, αφού δεν συμπληρώθηκε η διετία μεταξύ των διαδικαστικών πράξεων όσο η υπόθεση ήταν σε επιδικία ...". Με βάση τις παραδοχές του αυτές, το Εφετείο, αφού, κατά παραδοχήν της εφέσεως, που ασκήθηκε από το ενάγον -αναιρεσίβλητο, εξαφάνισε την πρωτόδικο απόφαση, η οποία είχε απορρίψει την αγωγή, ως αόριστο, δικάζοντας επί της αγωγής, απέρριψε την προταθείσα από την εναγομένη -αναιρεσείουσα ένσταση παραγραφής της κατ' αυτής αξιώσεως του ενάγοντος - αναιρεσιβλήτου, δεχόμενο την προταθείσα από το τελευταίο αντένσταση περί επιμηκύνσεως της παραγραφής, και δέχθηκε αυτή (αγωγή), κατά το προαναφερόμενο ποσό.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, εν σχέσει προς την προταθείσα από την ήδη αναιρεσείουσα ένσταση παραγραφής, παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 10 παρ.2 ν. 489/76, 937 και 268 ΑΚ. Και τούτο διότι: ενώ δέχεται ότι, μέχρι της τελεσιδικίας της προηγηθείσας υπ' αριθμ. 593/1997 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης, που επήλθε από της δημοσιεύσεως της, την 20-2-1997, είχε συμπληρωθεί η διετής, εκ του άρθρου 10 του Ν. 489/1976, παραγραφή της ενδίκου αξιώσεως του ενάγοντος αναιρεσιβλήτου, έναντι της ήδη αναιρεσείουσας εναγομένης, κρίνει ότι επήλθε, από του χρόνου αυτού, επιμήκυνση της παραγραφής, κατ' άρθρον 268 ΑΚ, για τον λόγο ότι δεν συμπληρώθηκε διετία μεταξύ των διαδικαστικών πράξεων όσο η υπόθεση εκείνη "ήταν σε επιδικία", ενώ, για την αξίωση αυτή, ως μέρος της όλης ζημίας του παθόντος -ασφαλισμένου στο ενάγον, δεν επήλθε διακοπή, με την επίδοση των προηγηθεισών αγωγών και τις διαδικαστικές πράξεις που επακολούθησαν, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην μείζονα πρόταση της παρούσας σκέψεως.

Παραλλήλως, έτσι που έκρινε το Εφετείο, υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, διότι προσέδωκε στην υπ' αριθμ. 593/1997 απόφαση του ιδίου αποτελέσματα τα οποία δεν είχε, ως προς την ήδη αναιρεσείουσα, από της, κατά τα ανωτέρω, τελεσιδικίας της. Ειδικότερα, από την απόφαση αυτή, που επιτρεπτώς επισκοπείται από τον Αρειο Πάγο, προκύπτει ότι στην δίκη κατά την οποία αυτή εξεδόθη, το ενάγον - αναιρεσίβλητο ΙΚΑ δεν υπήρξε διάδικος ούτε ως εκκαλόν ούτε ως εφεσίβλητο και επομένως δεν μπορεί να γίνει λόγος περί επιμηκύνσεως της παραγραφής, ως προς την ήδη αναιρεσείουσα, κατ' άρθρον 268 ΑΚ, από του χρόνου της τελεσιδικίας (20-2-1997) της συγκεκριμένης αποφάσεως, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, εφ' όσον το δεδικασμένο που αρχίζει από του χρόνου αυτού (20-2-1997) ενεργεί, στην προκειμένη περίπτωση, υποκειμενικώς.

Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του) από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση, για ευθεία παραβίαση των, ως άνω, διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, κατά το τέταρτο μέρος του, κατ' ορθήν εκτίμηση από τον αριθμό 1 (και όχι 19) του αυτού άρθρου και κατά το τρίτο μέρος του, από τον αριθμό 16 του αυτού άρθρου, πρέπει να γίνει δεκτός, ως βάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναιρέσεως πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, εν μέρει και μόνο ως προς τις διατάξεις της που αναφέρονται στην ήδη αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "VICTORIA Α.Α.Ε.Ζ." να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση κατά το αναιρούμενο μέρος της στο ίδιο Εφετείο, εφόσον είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί το αναιρεσίβλητο λόγω της ήττας του στο μέρος της δικαστικής δαπάνης της αναιρεσείουσας κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 22 Ι του Ν. 3693/1957 (για το Δημόσιο) το οποίο κατ' άρθρο 22 III του ίδιου νόμου εφαρμόζεται και επί του ΙΚΑ, εφόσον η νομική εξυπηρέτηση αυτού διεξάγεται μέσω του ΝΣΚ (βλ.

Ολ ΑΠ 739/1967).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 2838/2006 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Θεσ/νίκης, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συντιθέμενο από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. Και

Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΙΚΑ) στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 2 Δεκεμβρίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Φεβρουαρίου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ