235/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/9/2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3866/2004 μη οριστική και 222/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και η 1239/2007 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27/8/2007 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated235/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η αξίωση αυτή γεννιέται από την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης, που συμπίπτει με την επίδοση στον ασφαλισμένο από το ζημιωθέντα τρίτο, ή άλλο δικαιούχο της αγωγής για αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση, και τελεί υπό την αναβλητική αίρεση της τελεσίδικης επιδίκασης για το ποσό που θα επιδικασθεί, πλέον τόκων και εξόδων.
Full text
Απόφαση 235 / 2010 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 235/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Κωνσταντίνου Σιουρούνη και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) ...., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Πιστικό και δεν κατέθεσε προτάσεις, 2) Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικού διαδόχου της αρχικά αναιρεσίβλητης ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "GENERAL UNION ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ ΖΗΜΙΩΝ" της οποίας η άδεια ανακλήθηκε, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μανουσάκη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/9/2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3866/2004 μη οριστική και 222/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και η 1239/2007 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27/8/2007 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Γεωργία Λαλούση ανέγνωσε την από 23/11/2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του λόγου αναίρεσης και κατά τα δύο μέρη αυτού. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.Κατά το άρθρο 72 ΚΠολΔ "οι δανειστές έχουν δικαίωμα να ζητήσουν δικαστική προστασία ασκώντας τα δικαιώματα του οφειλέτη τους εφόσον εκείνος δεν τα ασκεί, εκτός αν συνδέονται στενά με το πρόσωπό του". Έτσι, ο παθών τρίτος σε αυτοκινητικό ατύχημα, όταν η ευθεία αξίωσή του κατά του ασφαλιστή από την ασφαλιστική σύμβαση (άρθρο 10 παρ. 1 ν. 489/1976), που είχε συνάψει ο υπόχρεος σε αποζημίωση, έχει υποπέσει στη διετή παραγραφή (άρθρο 10 παρ. 2 του ίδιου νόμου), μπορεί να ασκήσει κατ' αυτού πλαγιαστικά την αξίωση του ασφαλισμένου από τη σύμβαση ασφάλισης, καθόσον η αξίωση αυτή υπόκειται σε μεγαλύτερη παραγραφή.
Η αξίωση αυτή είναι διαφορετική από τη δική του (ευθεία) αξίωση, έχει ως βάση τη σύμβαση ασφάλισης, πηγή της είναι όμως η αδικοπραξία του ασφαλισμένου και την ασκεί ο παθών τρίτος δανειστής, ζητώντας πλαγιαστικά έννομη προστασία και νομιμοποιούμενος ως μη δικαιούχος διάδικος. Η αξίωση του ασφαλισμένου ή λήπτη της ασφάλισης κατά του ασφαλιστή, από τη μεταξύ τους σύμβαση ασφάλισης, έχει ως αντικείμενο την καταβολή στον ασφαλισμένο κάθε ποσού που υποχρεούται ή θα υποχρεωθεί να καταβάλει στο ζημιωθέντα τρίτο, με τους τόκους και τα δικαστικά έξοδα, μέσα στα όρια του ασφαλιστικού ποσού.
Η αξίωση αυτή γεννιέται από την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης, που συμπίπτει με την επίδοση στον ασφαλισμένο από το ζημιωθέντα τρίτο, ή άλλο δικαιούχο της αγωγής για αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση, και τελεί υπό την αναβλητική αίρεση της τελεσίδικης επιδίκασης για το ποσό που θα επιδικασθεί, πλέον τόκων και εξόδων.
Στοιχεία, συνεπώς, της πλαγιαστικής αγωγής είναι η επίκληση της ιδιότητας του ενάγοντος ως δανειστή του δανειστή του πλαγιαστικώς εναγόμενου οφειλέτη και των δικαιωμάτων που έχει κατά του τελευταίου ο αδρανών να ασκήσει αυτά δανειστής. Κατ' ακολουθίαν, ο πλαγιαστικώς εναγόμενος οφειλέτης μπορεί, αμυνόμενος κατά των αξιώσεων που ασκούνται με την πλαγιαστική αγωγή, να αμφισβητήσει τόσο την ιδιότητα του ενάγοντος ως δανειστή του αδρανούντος δικού του δανειστή, όσο και την ιδιότητα του τελευταίου ως δανειστή έναντι αυτού (πλαγιαστικώς εναγόμενου).
Έτσι, σε περίπτωση κατά την οποία ο ζημιωθείς τρίτος από τροχαίο αυτοκινητικό ατύχημα, ισχυρίζεται ότι ο ίδιος είναι παθών και κατ' αυτό ζημιωθείς και ότι ο ασφαλισμένος με ασφάλιση αστικής ευθύνης αδρανεί να ασκήσει τα από την οικεία ασφαλιστική σύμβαση δικαιώματά του έναντι της ασφαλιστικής εταιρίας, οφειλέτριάς του από την ανωτέρω αιτία, μπορεί να στραφεί πλαγιαστικώς κατ' αυτής και να ζητήσει να υποχρεωθεί η τελευταία να καταβάλει στον ασφαλισμένο της μέρος ή το σύνολο του ασφαλίσματος προκειμένου ο ως άνω πλαγιαστικώς ενάγων να ικανοποιηθεί απ' αυτό.
Στην περίπτωση αυτή η πλαγιαστικώς εναγόμενη από τον παθόντα τρίτο ασφαλιστική εταιρία μπορεί να αμφισβητήσει την ιδιότητα αυτού ως δανειστή του ανωτέρω ασφαλισμένου σ' αυτήν, καθώς και την έναντι του τελευταίου αυτού υποχρέωσή της προς καταβολή του ασφαλίσματος. Δηλαδή, ο πλαγιαστικώς εναγόμενος οφειλέτης μπορεί να αμφισβητήσει προς απόκρουση της πλαγιαστικής αγωγής, τόσο την ιδιότητα ως δανειστή του πλαγιαστικώς ενάγοντος έναντι του φερομένου ως αδρανούντος οφειλέτη, όσο και την ιδιότητα του αδρανούντος οφειλέτη ως δανειστή του πλαγιαστικώς εναγόμενου.
Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει, ότι ο αναιρεσείων άσκησε την από 18-9-2003 αγωγή του κατά των αναιρεσιβλήτων, στην οποία ιστορούσε, ότι τραυματίστηκε σε αυτοκινητικό ατύχημα που συνέβη στις 12 Ιανουαρίου 2001, κατά το οποίο συγκρούστηκε η δίκυκλη μοτοσικλέτα που οδηγούσε με αυτοκίνητο που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος και ήταν ιδιοκτησίας του και ασφαλισμένο για τις προς τρίτους προξενούμενες ζημίες στη δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία.
Με την αγωγή ο ενάγων, αφού εκθέτει, ότι ο πρώτος εναγόμενος είναι αποκλειστικά υπαίτιος για την πρόκληση του ατυχήματος και τις ζημίες που υπέστη, ζήτησε α) να υποχρεωθεί ο εναγόμενος ως υπαίτιος οδηγός και κύριος του ζημιογόνου αυτοκινήτου να τον αποζημιώσει καταβάλλοντας τα ποσά που αναφέρει και β) να υποχρεωθεί η δεύτερη ασφαλιστική εταιρία να καταβάλει στον πρώτο εναγόμενο, ασφαλισμένο της τα ίδια ποσά της ζημίας της, ασκώντας πλαγιαστικά τα δικαιώματα του πρώτου από τη σύμβαση ασφάλισης.
Με την 222/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κρίθηκε ότι πρώτος εναγόμενος είναι αποκλειστικά υπαίτιος για την πρόκληση του ατυχήματος, έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή κατ' αυτού και υποχρεώθηκε να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 32.303,70 ευρώ, εν μέρει η πλαγιαστική κατά της ασφαλιστικής εταιρίας αγωγή και υποχρεώθηκε αυτή να καταβάλει στον πρώτο εναγόμενο το ποσό των 26.303,70 ευρώ, απορρίπτοντας ως μη νόμιμο το κονδύλιο για την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης.
Κατά της απόφασης του μονομελούς πρωτοδικείου ασκήθηκαν τρεις εφέσεις και ειδικότερα ασκήθηκε έφεση α) από τον ενάγοντα-αναιρεσείοντα, ο οποίος έπληττε την απόφαση για την απόρριψη του αιτήματος για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης για την πλαγιαστική αγωγή, για το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης και της αποζημίωσης από το άρθρο 931 ΑΚ και για την απόρριψη του αιτήματος για απαγγελία προσωπικής κράτησης κατά του πρώτου εναγομένου, β) από τον πρώτο εναγόμενο (οδηγό-κύριο αυτοκινήτου), ο οποίος έπληττε την απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και την απόρριψη της ένστασης συνυπαιτιότητας και το ύψος των επιδικασθέντων κονδυλίων και γ) από την πλαγιαστικώς εναγόμενη-ασφαλιστική εταιρία, η οποία έπληττε την πρωτόδικη για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων ως προς το ύψος της ζημίας για τα επί μέρους κονδύλια αυτής.
Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε παραδεκτή και δέχθηκε και κατ' ουσίαν την έφεση της δεύτερης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας και μείωσε τα επιδικαζόμενα κονδύλια καθόσον αφορά την πλαγιαστική αγωγή. Με την αναίρεση ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ότι το Εφετείο ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 72 ΚΠολΔ, διότι η δεύτερη εναγομένη δεν νομιμοποιούνταν να παραπονεθεί για το ύψος της ζημίας επειδή δεν ήταν διάδικος στη δίκη για την πλαγιαστική αγωγή, αλλά και την πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του ίδιου άρθρου ότι παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την έφεση της ασφαλιστικής εταιρίας για τον ίδιο λόγο.
Σύμφωνα όμως με όσα αναπτύχθηκαν παραπάνω ο πλαγιαστικώς εναγόμενος μπορεί να προβάλλει ισχυρισμούς που βάλλουν κατά της νομικής και ουσιαστικής βασιμότητας των επιμέρους αγωγικών κονδυλίων της πλαγιαστικής αγωγής και επομένως, ο λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος και κατά τα δύο μέρη αυτού.
ΙΙ. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αναίρεση και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη του καθένα από τους αναιρεσιβλήτους, που παραστάθηκαν ξεχωριστά και κατέθεσε προτάσεις μόνο η δεύτερη, ως ηττηθείς.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27 Αυγούστου 2007 αίτηση του ... για αναίρεση της 1239/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του καθένα από τους αναιρεσιβλήτους, την οποία ορίζει για τον πρώτο αναιρεσίβλητο σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ, και για τη δεύτερη αναιρεσίβλητη σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Ιανουαρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 5 Φεβρουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ