235/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Βαρδαβάκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Χρύσανθο Παπούλια, Ευάγγελο Σταυρουλάκη, Ηρακλή Κωνσταντινίδη - Εισηγητή και Μιχαήλ Δέτση, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated235/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος της πρώτης αναιρεσείουσας.
Full text
Απόφαση 235 / 2006 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 235/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Βαρδαβάκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Χρύσανθο Παπούλια, Ευάγγελο Σταυρουλάκη, Ηρακλή Κωνσταντινίδη - Εισηγητή και Μιχαήλ Δέτση, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Χρήστου Σιδέρη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 13 Δεκεμβρίου 2005, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Κ. Π. του Γ., κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο συμβούλιο και 2) Κ. Π. του Χ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε στο συμβούλιο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Σαράντη, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 10657/2004 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28.12.2004 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 327/2005.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Χρήστος Σιδέρης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Καίσαρη, με αριθμό 357/6.9.2005, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω την από 29-12-2004 αίτηση αναιρέσεως, με δήλωση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, των Κ. Π. του Χ. και Κ. Π. του Γ., κατοίκων ..., κατά της υπ' αρ. 10657/2004 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Αθηνών και εκθέτω τα εξής:
Με την ως άνω απόφαση έγινε δεκτή η από 13-10-2004 αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών περί διορθώσεως της υπ' αρ. 595/2003 απόφασης του ίδιου δικαστηρίου κατ' άρθρο 145 ΚΠΔ, προκειμένου να προστεθεί σ' αυτήν - πέραν της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης των 7 μηνών στους κατηγορουμένους - και η παραληφθείσα χρηματική ποινή των 2.900 Ευρώ, προτείνονται δε ως λόγοι αναίρεσης: α) η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, β) η έλλειψη αιτιολογίας και γ) η παραβίαση θεμελιωδών αρχών του ποινικού δικαίου.
Κατ' ά. 463 εδ. α' Κ.Π.Δ., ένδικο μέσο μπορεί να ασκήσει μόνον εκείνος που ο νόμος του δίνει ρητά αυτό το δικαίωμα, ενώ κατ' ά 476 παρ. 1 όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα να το ασκήσει ή εναντίον αποφάσεως ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται, κηρύσσεται αυτό απαράδεκτο και διατάσσεται η καταδίκη στα δικαστικά έξοδα εκείνου που το άσκησε, καθώς επίσης και η εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί.
Εξάλλου, κατ' ά. 473 παρ. 2 ιδίου Κώδ., η αναίρεση κατά της καταδικαστικής απόφασης μπορεί να ασκηθεί από εκείνον που καταδικάστηκε και με δήλωση που περιέχει όσα ορίζονται στην παρ. 2 του επόμενου άρθρου και επιδίδεται στον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου μέσα σε προθεσμία είκοσι ημερών, η οποία αρχίζει σύμφωνα με την παρ. 1. Από την τελευταία αυτή διάταξη σαφώς προκύπτει ότι άσκηση αναίρεσης με δήλωση, που επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, επιτρέπεται μόνον κατά καταδικαστικής αποφάσεως. Επομένως είναι απαράδεκτη, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις, αίτηση αναίρεσης κατηγορουμένου κατ' αποφάσεως με την οποία διατάσσεται κατ' ά. 145 ΚΠΔ η διόρθωση απόφασης δικαστηρίου, διότι η απόφαση αυτή δεν είναι καταδικαστική (ΑΠ 143/2004, Π.Χ. ΝΔ/881 βλ. σχετ. και ενημερωτ. σημείωμα υπό την Α.Π. 302/2000, Π.Χ. Ν/887 επ.) και επιπλέον δεν υπόκειται αυτοτελώς σε αναίρεση, αλλά συμπροσβάλλεται με εκείνη την οποία διόρθωσε ή συμπλήρωσε (Ολ. Α.Π. 1/2000, Π.Χ. Ν/118), που εν προκειμένω είναι η προαναφερθείσα υπ' αρ. 595/2003 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (πλημμελημάτων) Αθηνών.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προαναφέρθηκε, ο αναιρεσείων με την υπό κρίση αναίρεσή του-δήλωση κατ' ά. 473 παρ. 2 Κ.Π.Δ. προς τον Εισαγγελέα του Α.Π. στρέφεται όχι εναντίον καταδικαστικής απόφασης, αλλά απόφασης που προέβη σε συμπλήρωση προηγούμενης απόφασης του ίδιου δικαστηρίου, η οποία και δεν υπόκειται αυτοτελώς εις αναίρεση. Κατ' ακολουθία, πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα.
Για τους παραπάνω λόγους Προτείνω: 1) Ν'απορριφθεί ως απαράδεκτη η από 29-12-2004 αίτηση αναίρεσης, με δήλωση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, των Κ. Π. του Χ. και Κ. Π. του Γ., κατοίκων ..., κατά της υπ' αρ. ….657/2004 απόφασης του Τριμ. Εφετείου (Πλημ/των) Αθηνών και 2) Να καταδικασθούν οι εν λόγω αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα. Αθήνα 11 Μαρτίου 2005
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Καίσαρης
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος της πρώτης αναιρεσείουσας.
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και τον πληρεξούσιο του δεύτερου αναιρεσείοντος.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 504 παρ. 1 ΚΠΔ, όταν ο νόμος δεν ορίζει ειδικά κάτι άλλο, αίτηση αναίρεσης επιτρέπεται μόνο κατά της απόφασης που, όπως απαγγέλθηκε, δεν προσβάλλεται με έφεση και κατά της απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου που εκδόθηκε ύστερα από άσκηση έφεσης, αν με τις αποφάσεις αυτές το δικαστήριο αποφάνθηκε τελειωτικά για την κατηγορία ή αν έπαυσε οριστικά ή κήρυξε απαράδεκτη την ποινική δίωξη (άρθρο 370). Η απόφαση όμως που εκδίδεται κατά το άρθρο 145 ΚΠΔ ως διορθωτική - συμπληρωματική, δεν υπόκειται αυτοτελώς σε αναίρεση, αλλά συμπροσβάλλεται με εκείνη την οποία διόρθωσε ή συμπλήρωσε. Εξάλλου, κατά το άρθρο 473 παρ. 2 του ΚΠΔ, η αναίρεση κατά της καταδικαστικής αποφάσεως μπορεί να ασκηθεί από εκείνον που καταδικάσθηκε και με δήλωση που περιέχει όσα ορίζονται στην παρ. 2 του επόμενου άρθρου και επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου μέσα σε προθεσμία είκοσι ημερών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, προκειμένου ο νομοθέτης να διευκολύνει τον καταδικασθέντα κατηγορούμενο να ασκήσει αίτηση αναιρέσεως, θέσπισε και εναλλακτικό τρόπο, ήτοι με δήλωση προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που κοινοποιείται προς αυτόν εντός είκοσι ημερών, υπό τον όρο όμως ότι η απόφαση είναι καταδικαστική.
Συνεπώς, ο εξαιρετικός αυτός τρόπος ασκήσεως αναιρέσεως δεν προβλέπεται όταν η αναίρεση στρέφεται εναντίον αποφάσεως που δεν είναι καταδικαστική υπό την άνω έννοια, όπως εκείνη με την οποία διατάσσεται κατά το άρθρο 145 ΚΠΔ η διόρθωση απόφασης δικαστηρίου. Στην περίπτωση αυτή η αναίρεση ασκείται σύμφωνα με τη γενική διάταξη του άρθρου 474 παρ. 1 του ΚΠΔ. Διαφορετικά η αναίρεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη (άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπ' αριθ. 10657/2004 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, έγινε δεκτή η από 13.10.2004 αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών περί διορθώσεως της υπ' αριθ. 595/2003 απόφασης του ίδιου δικαστηρίου κατ' άρθρο 145 ΚΠΔ, προκειμένου να προστεθεί σ' αυτήν - πέραν της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης των επτά (7) μηνών στους κατηγορουμένους και ήδη αναιρεσείοντες και η παραλειφθείσα χρηματική ποινή των 2.900 ευρώ για καθένα τούτων. Κατά της ως άνω 10657/2004 αποφάσεως οι αναιρεσείοντες άσκησαν δια δηλώσεως την από 29.12.2004 αίτηση αναιρέσεως, που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, η οποία έλαβε αριθ. πρωτ. 9284/29.12.2004. Όμως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, η ως άνω αναίρεση, η οποία στρέφεται κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως που δεν είναι καταδικαστική αλλά συμπληρωματική της προηγούμενης απόφασης υπ' αριθ. 595/2003 του ίδιου δικαστηρίου, η οποία και δεν υπόκειται αυτοτελώς εις αναίρεση, δεν είναι σύννομος. Επομένως, πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως (άρθρο 513 παρ. 1 και 476 παρ. 1) και να επιβληθούν στους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29 Δεκεμβρίου 2004 αίτηση των 1) Κ. Π. του Χ. και 2) Κ. Π. του Γ., για αναίρεση της 10657/2004 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια δέκα (210) ευρώ δι' έκαστον.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 22 Δεκεμβρίου 2005. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 6 Φεβρουαρίου 2006.-
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ