Legislator Case Law & Legislation
2356/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against appellate court ruling on contract interpretation and evidence evaluation.

Case Number 2356/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellant company's request to overturn the appellate court's decision regarding a sales contract dispute. The appellant argued the lower court failed to apply specific interpretative rules of the Civil Code and ignored witness depositions and correspondence. The court found these claims baseless, noting the appellate court had properly considered all evidence and applied the relevant legal standards without error.

Legislator headnote

AI generated

Articles 173 and 200 of the Civil Code; Article 559(1) of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court dismisses an appeal if the appellate court correctly applied interpretative rules regarding the parties' intent and properly evaluated all submitted evidence without omission.

Keywords

AI generated
contract interpretation appellate review Civil Code provisions evidence evaluation witness depositions legal appeal supreme court

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Articles 173 and 200 of the Civil Code
Article 166 of the Civil Code
Articles 335 and 338-341 of the Civil Code
Article 559(1)(11)(c) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2356 / 2009 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2356/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ΕΠΕ με την επωνυμία "... ΕΠΕ" και τον διακριτικό τίτλο "..." η οποία εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ζωή- 'Αλκηστις Τριανταφυλλίδου, με δήλωση του αρθρ. 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..

Των αναιρεσιβλήτων : 1. Ο.Ε. με την επωνυμία "... ΟΕ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2. ... για τον ίδιο ατομικά με την ιδιότητά του ως νομίμου εκπροσώπου και ομορρύθμου μέλους της ΟΕ με την επωνυμία "...ΟΕ" και 3. ....

Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ελευθέριο Γκέλη με δήλωση του αρθρ. 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-9-1996 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κορίνθου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 208/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 421/2005 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 8-8-2007 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Ζώης ανέγνωσε την από 12-5-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάσθηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 Α.Κ. Οι ερμηνευτικοί αυτοί κανόνες εφαρμόζονται από το δικαστήριο της ουσίας όταν, κατά την ανέλεγκτη, ως προς αυτό, κρίση του, διαπιστώνει ότι υπάρχει στη σύμβαση κενό ή αμφιβολία σχετικά με τη δήλωση βουλήσεως των συμβαλλομένων.

Η διαπίστωση αυτή μπορεί είτε να αναφέρεται στην απόφαση ρητώς, είτε να προκύπτει από αυτή έμμεσα όταν, παρά τη μη ρητή αναφορά της ή ακόμα και παρά τη ρητή διαβεβαίωση της ανυπαρξίας της, το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία της συμβάσεως, η οποία (ερμηνεία) αποκαλύπτει ότι το δικαστήριο βρέθηκε μπροστά σε κενό ή αμφιβολία σχετικά με τη δήλωση της βουλήσεως των συμβαλλομένων.

Μόνη η παράλειψη της μνείας των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ δεν συνιστά παραβίαση τους, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη κατά την ερμηνεία της συμβάσεως τα ερμηνευτικά κριτήρια που προβλέπονται από αυτές. Το δικαστήριο παραβιάζει τους κανόνες αυτούς ευθέως μεν, αν είτε δεν τους εφαρμόζει, είτε προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους, εκ πλαγίου δε όταν μολονότι προσφεύγει στους κανόνες αυτούς δεν παραθέτει στην απόφασή του τα στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους.

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 166 ΑΚ, κατά την οποία το προσύμφωνο είναι σύμβαση, με την οποία τα μέρη αναλαμβάνουν την υποχρέωση να συνάψουν ορισμένη σύμβαση, προκύπτει ότι το προσύμφωνο, ως παράγον υποχρέωση προς παροχή, συνιστάμενη στην κατάρτιση της οριστικής σύμβασης, αποτελεί ενοχική - υποσχετική σύμβαση.

Η σύναψη της σκοπούμενης οριστικής σύμβασης επιφέρει απόσβεση της εκ του προσυμφώνου ενοχής. Η εκπλήρωση έτσι της ενοχής, καθ' ορισμένο χρονικό σημείο ή εντός ορισμένης προθεσμίας, αποτελεί ουσιώδες στοιχείο της έννοιας της ενοχής. Ο χρόνος κατά τον οποίο ή εντός του οποίου πρέπει να καταρτισθεί η κυρία σύμβαση είναι δυνατό να καθορίζεται από το νόμο η από τη δικαιοπραξία, ειδικά δε όσον αφορά το προσύμφωνο, η πρακτική σημασία του ζητήματος καθορισμού του χρόνου που θα συναφθεί η κυρία σύμβαση συνίσταται, μεταξύ άλλων, στο ότι έκτοτε η απαίτηση καθίσταται ληξιπρόθεσμη και αρχίζει η παραγραφή.

Αναφορικά με τη σημασία, η οποία πρέπει να προσδοθεί στην άπρακτη πάροδο της ορισμένης ημέρας προς σύναψη της οριστικής συμβάσεως εκ μέρους είτε του ενός, είτε αμφοτέρων των μερών του προσυμφώνου, προέχουσα σημασία έχει η προς τούτο βούληση των συμβαλλομένων μερών. Κατ' αρχήν, η εν λόγω προθεσμία, εφόσον δεν ορίσθηκε διαφορετικά, έχει απλώς τον χαρακτήρα προθεσμίας εκπληρώσεως της παροχής των συμβληθέντων, οπότε η άπρακτη πάροδος αυτής δεν επάγεται ανατροπή του προσυμφώνου.

Και μετά την πάροδο αυτής (προθεσμίας) και μέχρι συμπληρώσεως της παραγραφής, στην οποία υπόκειται η σχετική αξίωση, μπορεί να ζητηθεί η σύναψη της οριστικής συμβάσεως. Οι συμβαλλόμενοι, όμως, μπορούν να ορίσουν, ρητά ή σιωπηρά, ότι η άπρακτη πάροδος της ορισθείσας προθεσμίας, ανεξαρτήτως του λόγου που την προκάλεσε, επάγεται ανατροπή του προσυμφώνου και ματαίωση καταρτίσεως της οριστικής συμβάσεως.

Στην τελευταία αυτή περίπτωση η προθεσμία λειτουργεί ως διαλυτική. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 402 ΑΚ προκύπτει ότι κατά την κατάρτιση του προσυμφώνου μπορεί να δοθεί αρραβώνας, ο οποίος αποσκοπεί στην κάλυψη της ζημίας, σε περίπτωση υπαίτιας μη σύμπραξης του συμβαλλομένου για την κατάρτιση της προσυμφωνηθείσας σύμβασης Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε ως αποδειχθέντα τα εξής:

Με το από 28.2.1995 ιδιωτικό συμφωνητικό που καταρτίσθηκε μεταξύ της αναιρεσείουσας και της πρώτης των αναιρεσιβλήτων, η τελευταία ανέλαβε την υποχρέωση να πωλήσει στην πρώτη, έναντι τιμήματος 80.704,33 ευρώ, πλέον ΦΠΑ, ένα τουριστικό λεωφορείο μάρκας ΜΕΡΣΕΝΤΕΣ 303, μοντέλο 1988, χρώματος πράσινου, 58 θέσεων, συμφωνήθηκε δε ότι η οριστική σύμβαση έπρεπε να καταρτισθεί εντός προθεσμίας ενός μηνός, ήτοι μέχρι και 28.3.1995, μετά την παρέλευση της οποίας η σύμβαση λύεται.

Κατά την κατάρτιση του εν λόγω προσυμφώνου η αναιρεσείουσα κατέβαλε στην αναιρεσίβλητη ,ως αρραβώνα, το ποσό των 5.000.000 δραχμών, με τη συμφωνία ότι η τελευταία σε περίπτωση που αθετούσε την άνω υποχρέωσή της να μεταβιβάσει το άνω όχημα στην πρώτη, θα υποχρεούτο να επιστρέψει αμέσως το διπλάσιο του αρραβώνα, σε περίπτωση δε που η αγοράστρια αθετούσε την υποχρέωσή της, το άνω ποσό του αρραβώνα θα παρέμεινε στην πωλήτρια.

Την επομένη της υπογραφής του άνω προσυμφώνου (1.3.1995) ο νόμιμος εκπρόσωπος της αγοράστριας ...απέστειλε με FΑΧ ειδοποίηση στην πωλήτρια, με την οποία της γνωστοποιούσε ότι αδυνατεί να αγοράσει το προσυμφωνηθέν αυτοκίνητο, διότι δεν κατέστη δυνατή η πώληση δικού της παλαιού αυτοκινήτου, ώστε από το εισπραττόμενο τίμημα να καταβάλει στην εκ προσυμφώνου πωλήτρια το προσυμφωνηθέν τίμημα, για τον λόγο δε αυτόν ζήτησε την επιστροφή του καταβληθέντος ποσού του αρραβώνα, την οποία όμως η αναιρεσίβλητη πωλήτρια αρνήθηκε.

Στη συνέχεια, η αναιρεσείουσα κοινοποίησε στην αναιρεσίβλητη στις 22.3.1995 εξώδικη δήλωση, με την οποία δήλωσε ότι η καταρτισθείσα με το προσύμφωνο συμφωνία τους είναι ισχυρή και προσκαλούσε την πωλήτρια να ορίσει ακριβή ημερομηνία κατάρτισης της οριστικής σύμβασης μέχρι 30.3.1995. Η πωλήτρια, απαντώντας στο εξώδικο αυτό με το από 28.3.1995 εξώδικό της, που επιδόθηκε στην αγοράστρια την ίδια ημέρα (28.3.1995), την προσκάλεσε να προσέλθει αυθημερόν ή την επομένη (29.3.1995) στην έδρα της στην ...για την υπογραφή της οριστικής σύμβασης, αφού της καταβάλει το υπόλοιπο του τιμήματος από 66.039,8 ευρώ.

Η αναιρεσείουσα όμως, παρά την πρόσκληση αυτή της αναιρεσίβλητης, δεν προσήλθε και έτσι δεν καταρτίστηκε η οριστική σύμβαση. Ακολούθως, το Εφετείο, δεχθέν ότι η μη κατάρτιση της οριστικής σύμβασης εντός του συμφωνημένου ως άνω χρόνου οφείλεται σε υπαιτιότητα της αναιρεσείουσας, απέρριψε την έφεση αυτής, κρίναν ως αβάσιμους κατ' ουσίαν τους ισχυρισμούς της, ότι η μη κατάρτιση της οριστικής σύμβασης οφείλεται σε υπαιτιότητα της πωλήτριας, διότι αυτή δεν εκπλήρωσε την υποχρέωσή της να εκδώσει την άδεια κυκλοφορίας του προσυμφωνηθέντος οχήματος και δεν απέστειλε στην αγοράστρια τιμολόγιο, για τη χρηματοδότηση αυτής από την "ΑLΡΗΑ LΕΑSΙΝG ΑΕ", όπως είχε συμφωνηθεί. 'Όπως προκύπτει από τις εκτεθείσες παραδοχές του, το Εφετείο, χωρίς να διαπιστώσει, έστω και εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των συμβληθέντων μερών, καθώς και στην ανωτέρω από 28-3-1995 εξώδικη απάντηση της αναιρεσίβλητης, δέχθηκε ότι με το άνω προσύμφωνο η πωλήτρια δεν είχε αναλάβει την υποχρέωση να εκδώσει άδεια για το προσυμφωνηθέν όχημα, ούτε να αποστείλει τιμολόγιο για τη χρηματοδότηση της αγοράστριας.

Επομένως ο πρώτος λόγος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προσάπτεται η αιτίαση στο Εφετείο, ότι, σε σχέση με το προσύμφωνο, παρά τον νόμο δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 και, σε σχέση με την εξώδικη απάντηση, προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία της, είναι αβάσιμος. Ως προς την αιτίαση, ότι η παραδοχή του Εφετείου "με ποιο τρόπο θα κάλυπτε η ενάγουσα το υπόλοιπο τίμημα της πωλήσεως ύψους 22.500,000 δραχμών, δεν αφορούσε την εναγομένη" αντιφάσκει προς την παραδοχή του ότι η πρώτη των αναιρεσιβλήτων δεν οχλήθηκε από την ενάγουσα ή από τη χρηματοδοτική εταιρία για την αποστολή τιμολογίων πωλήσεως, ο ίδιος λόγος, απορρέων από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ είναι επίσης αβάσιμος, διότι μεταξύ των ως άνω παραδοχών δεν υπάρχει καμία αντίφαση. 'Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 Α.

Κ. συνάγεται ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη, χωρίς όμως να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι ελήφθησαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του .

Βέβαια, δεν αποκλείεται το δικαστήριο να μνημονεύει και να εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως να μην καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι.

Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ., υπό την προϋπόθεση ότι ο πραγματικός ισχυρισμός που προβάλλει ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προσάπτεται η αιτίαση στο Εφετείο ότι παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη τις καταθέσεις των μαρτύρων ...

και ..., που περιέχονται στις υπ' αριθμ. 17 /2001 και 42/2000 εισηγητικές εκθέσεις του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου και του Ειρηνοδικείου Αθηνών, αντιστοίχως, ούτε την από 7.5.2003 επιστολή της χρηματοδοτικής εταιρίας. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από τη βεβαίωση του Εφετείου, ότι έλαβε υπόψη τις καταθέσεις των μαρτύρων που περιέχονται στις άνω εισηγητικές εκθέσεις καθώς και όλα τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, σε συνδυασμό και με τις λοιπές αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως είναι αναμφίβολο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα άνω αποδεικτικά μέσα.

Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 08.08.2007 αίτηση της εταιρίας με την επωνυμία "...ΕΠΕ" και τον διακριτικό τίτλο "..." για αναίρεση της υπ' αριθμ. 421/2005 απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Δεκεμβρίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Δεκεμβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ