2356/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη, Θεοδώρα Γκοϊνη, Βασίλειο Κουρκάκη-Εισηγητή και Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated2356/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η σύμπραξη της εκτέλεσης της κύριας πράξης μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, ή στο ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσας επί μέρους πράξεις των συμμετοχών, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, χωρίς να είναι αναγκαίο να αναφέρονται στη δικαστική απόφαση και οι επί μέρους πράξεις, καθενός από τους συναυτουργούς.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2356 / 2007 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 2356/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη, Θεοδώρα Γκοϊνη, Βασίλειο Κουρκάκη-Εισηγητή και Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του στις 14 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Καίσαρη, (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου: Χ1 που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Τομαρά, περί αναιρέσεως της 8908/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον Ψ1. Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, με την ως άνω απόφαση του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Ιανουαρίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 226/2006.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 216 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. Από τη διάταξη αυτή που αποβλέπει στην προστασία της ασφάλειας και ακεραιότητας των εγγράφων συναλλαγών, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας, απαιτείται αντικειμενικώς μεν η κατάρτιση από τον υπαίτιο εγγράφου, το οποίο να είναι αντικειμενικά πρόσφορο να παράγει με τη χρήση του έννομες συνέπειες, που τα εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον, ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, υποκειμενικώς δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη αυτή, και ο σκοπός του υπαιτίου να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή δημιουργία, κατάργηση ή μεταβίβαση προστατευομένου από το νόμο δικαιώματος, οι οποίες μπορούν να αφορούν τον παραπλανώμενο ή τρίτο, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση.
Περαιτέρω κατά το άρθρο 45 του ΠΚ αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού την αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός. Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή κάθε αυτουργός θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττόμενου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος και θέλει ή αποδέχεται να ενώσει τη δική του δράση με εκείνη του άλλου προς πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος.
Η σύμπραξη της εκτέλεσης της κύριας πράξης μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, ή στο ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσας επί μέρους πράξεις των συμμετοχών, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, χωρίς να είναι αναγκαίο να αναφέρονται στη δικαστική απόφαση και οι επί μέρους πράξεις, καθενός από τους συναυτουργούς.
Εξάλλου, η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν περιέχονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε.
Περαιτέρω, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, αποτελεί, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει στη διάταξη διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ως αληθή στη διάταξη που εφάρμοσε.
Στην προκείμενη περίπτωση με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 8908/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο) καταδικάστηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος (μαζί με τον συγκατηγορούμενό του Ψ1 που δεν είναι αναιρεσείων) για την πράξη της πλαστογραφίας από κοινού σε ποινή φυλάκισης δέκα (10) μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη για τρία χρόνια.
Όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης παραδεκτώς αλληλοσυμπληρούμενο με το διατακτικό της το πιο πάνω Δικαστήριο δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι, από τα αποδεικτικά μέσα τα οποία κατ' είδος προσδιορίζει, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Οι κατηγορούμενοι στις αρχές Μαρτίου 2000 στην ....
και στην ..... από κοινού ενεργούντες και έχοντας κοινό δόλο με πρόθεση κατάρτισαν πλαστό έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσουν με τη χρήση του άλλου σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες. Συγκεκριμένα ο εκ των κατηγορουμένων Ψ1, συνέταξε και έγραψε σε μορφή εγγράφου που εκδίδει η Ελληνική Αστυνομία υπό τον τίτλο "Απόσπασμα από το βιβλίο αδικημάτων και συμβάντων" το κείμενο "Όπως προκύπτει από τα βιβλία της υπηρεσίας μας την 4-3-2000 και περί ώρα 04.00' ΑΓΝΩΣΤΟΣ - ΟΙ ΔΡΑΣΤΕΣ αφού έσπασαν το εμπρόσθιο αριστερό τζάμι (οδηγού) του υπ' αριθμ. ......
ΙΧΕ μάρκας ΒΜW ιδιοκτησίας Ψ1 εισήλθαν εντός αυτού και αφήρεσαν ένα (1) μπουφάν, ένα (1) ζευγάρι γυαλιά καθώς και την άδεια κυκλοφορίας και το ασφαλιστήριο του αυτοκινήτου.
Εκδόθηκε σήμα για λήψη αποτυπωμάτων και αναζητήσεων για τα κλαπέντα, το παρόν συντάσσεται για πάσα νόμιμη χρήση του ιδιοκτήτη" θέτοντας στο άνω αριστερό άκρο αυτού τις ενδείξεις "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ - ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ - ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΗ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ .... -ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ....-Τ.Κ. ... - ΤΗΛ ...", στο άνω δεξιό την ένδειξη "..... 06/03/2000" και στο τέλος αυτού το ονοματεπώνυμο και τον βαθμό του Διοικητή του Α.Τ. ...., ενώ ο εκ των κατηγορουμένων Χ1 , υπηρετών στο ΑΤ ....
έπεσε κατ' απομίμηση την υπογραφή του Διοικητή του χωρίς την εντολή ή τη συναίνεση του καθώς και την επίσημη σφραγίδα του Αστυνομικού Τμήματος. Έτσι έπραξαν με σκοπό να παραπλανήσουν τα αρμόδια όργανα της Τροχαίας ανά την επικράτεια ότι το υπ' αριθμ. ..... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας Χ1 που είχε στην κατοχή του και κυκλοφορούσε ο Ψ1 ήταν Καθ' όλα νόμιμο παρόλο που δεν το συνόδευαν τα σχετικά έγγραφα τα οποία είχαν δήθεν κλαπεί, όπως βεβαίωνε, δήθεν, το απόσπασμα του βιβλίου συμβάντων του ΑΤ .....".
Με βάση δε τα αποδειχθέντα αυτά περιστατικά, το δικαστήριο κατέληξε σε καταδικαστική για τον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο κρίση για την πράξη της πλαστογραφίας από κοινού και του επέβαλε την αναφερόμενη ποινή φυλάκισης, αφού αναγνώρισε στο πρόσωπο του το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2α ΠΚ. Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Αθηνών διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του, την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του διωκομένου εγκλήματος της πλαστογραφίας για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 27 παρ. 1, 45 και 216 παρ. 1 του ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε.
Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' λόγοι αναιρέσεως της ένδικης αίτησης είναι αβάσιμοι και, πρέπει, να απορριφθούν.
II. Κατά τη διάταξη του άρθρου 217 παρ. 1 ΠΚ τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους ή με χρηματική ποινή όποιος με σκοπό να διευκολύνει την άμεση συντήρηση την κίνηση ή την κοινωνική πρόοδο αυτού του ίδιου ή άλλου καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει πιστοποιητικό ή μαρτυρικό ή άλλο έγγραφο που μπορεί να χρησιμοποιηθεί συνήθως για τέτοιους σκοπούς. Αντικείμενο του εν λόγω εγκλήματος μπορεί να είναι δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο (άρθρο 13 εδ. γ' ΠΚ) που ανήκει στην κατηγορία των πιστοποιητικών ή μαρτυρικών, πρέπει δε ο σκοπός του δράστη να στοχεύει στη διευκόλυνση της άμεσης συντήρησης, της κίνησης ή της κοινωνικής προόδου ή άλλου και όχι στο να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλου, για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οπότε έχει εφαρμογή η γενική για την πλαστογραφία διάταξη του άρθρου 216 ΠΚ.
Συνεπώς, στην προκείμενη περίπτωση, όπου, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, στην κατάρτιση του ως άνω εγγράφου προέβη ο κατηγορούμενος για το σκοπό που προαναφέρθηκε, ορθά το Εφετείο εφάρμοσε την περί πλαστογραφίας γενική διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 και όχι εκείνη του άρθρου 217 ΠΚ (πλαστογραφία πιστοποιητικού). Επομένως, ο περί του αντιθέτου, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως της ένδικης αίτησης, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Μετά από αυτά πρέπει η κρινόμενη αίτηση να απορριφθεί στο σύνολο της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16 Ιανουαρίου 2006 αίτηση του Χ1, για αναίρεση της υπ' αριθ. 8908/2005 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Ιουνίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του, στις 20 Δεκεμβρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ