2354/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο, Γρηγόριο Μάμαλη, Θεοδώρα Γκοϊνη-Εισηγήτρια, Βασίλειο Κουρκάκη και Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated2354/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Έλλειψη αιτιολογίας λόγω αντιφάσεως υπάρχει όταν η αντίφαση παρατηρείται είτε στην αυτοτελή αιτιολογία είτε μεταξύ των εκτιθεμένων στο σκεπτικό της αποφάσεως περιστατικών και εκείνων που αναφέρονται στο διατακτικό της, εφόσον τα τελευταία και εκείνα του σκεπτικού αποτελούν παραδοχές της αποφάσεως, στις οποίες στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου.
Full text
Απόφαση 2354 / 2007 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 2354/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο, Γρηγόριο Μάμαλη, Θεοδώρα Γκοϊνη-Εισηγήτρια, Βασίλειο Κουρκάκη και Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Μαρτίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου, (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου: Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Ζήση Κωνσταντίνου και Σωτήριο Γεράγγελο, περί αναιρέσεως της 6606/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Νοεμβρίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1848/2006.
Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΠΚ, που ορίζει ότι όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση τον άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, η δε χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται ως επιβαρυντική περίπτωση, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν η κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, που να το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον, ή η νόθευση γνησίου εγγράφου δηλαδή η αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη αυτή και σκοπό του υπαιτίου να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες μπορεί να αφορούν τον παραπλανώμενο ή τρίτο.
Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 217 παρ. 1 Π.Κ., όποιος με σκοπό να διευκολύνει την άμεση συντήρηση, την κίνηση ή την κοινωνική πρόοδο αυτού του ίδιου ή άλλου καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει πιστοποιητικό ή μαρτυρικό ή άλλο έγγραφο, που μπορεί να χρησιμεύσει συνήθως για τέτοιους σκοπούς ή εν γνώσει του χρησιμοποιεί τέτοιο πλαστό ή νοθευμένο έγγραφο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρις ενός έτους ή με χρηματική ποινή.
Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, αντικείμενο του εν λόγω εγκλήματος της πλαστογραφίας πιστοποιητικού μπορεί να είναι δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο (άρθρο 13 εδ. γ' ΠΚ), που ανήκει στην κατηγορία των πιστοποιητικών ή μαρτυρικών, όπως είναι μεταξύ άλλων και βεβαιώσεις σπουδών ή πιστοποιητικά που αναφέρονται στην οικογενειακή κατάσταση, την υγεία, τα προσόντα ή τις ιδιότητες προσώπων, πρέπει δε ο σκοπός του δράστη να στοχεύει στο να διευκολύνει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου πιστοποιητικού ή μαρτυρικού την άμεση συντήρηση, την κίνηση ή την κοινωνική πρόοδο αυτού ή άλλου, δηλαδή να έχει κάποια ωφέλεια αυτός ή άλλος σχετικά με τις συγκεκριμένες βιοτικές ανάγκες, χωρίς όμως, εντεύθεν να βλάπτεται άλλος ευθέως στις έννομες σχέσεις του, και όχι στο να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οπότε έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 216 ΠΚ.
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ προκύπτει ότι η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.
Επομένως, για την πληρότητα της αιτιολογίας καταδικαστικής για πλαστογραφία μετά χρήσεως αποφάσεως, δεν είναι αναγκαίο να αναφέρονται σ' αυτήν, εκτός από τα ανωτέρω, άλλα περαιτέρω στοιχεία. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού της αποφάσεως, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, ως προς δε τα αποδεικτικά μέσα, αρκεί να αναφέρονται γενικώς και κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ή αποδεικτική βαρύτητα εκάστου.
Έλλειψη αιτιολογίας λόγω αντιφάσεως υπάρχει όταν η αντίφαση παρατηρείται είτε στην αυτοτελή αιτιολογία είτε μεταξύ των εκτιθεμένων στο σκεπτικό της αποφάσεως περιστατικών και εκείνων που αναφέρονται στο διατακτικό της, εφόσον τα τελευταία και εκείνα του σκεπτικού αποτελούν παραδοχές της αποφάσεως, στις οποίες στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου.
Τέλος, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ και η εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία συντρέχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν κάνει σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ως αληθή στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 6606/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων, εκπροσωπηθείς στη δίκη από το συνήγορό του, πλαστογραφίας μετά χρήσεως και του επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως επτά μηνών, ανασταλείσα για μια τριετία.
Το δικάσαν Εφετείο δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό προς το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του, τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος την 29-11-2001, στην Αθήνα, κατήρτισε πλαστό έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον, σχετικά με γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες και στη συνέχεια έκανε χρήση του πλαστού αυτού εγγράφου και συγκεκριμένα κατήρτισε την με αριθμό ........
γνωμάτευση σωματικής ικανότητας, σύμφωνα με την οποία αυτός πάσχει από βαρηκοΐα αγωγιμότητας άμφω υπό φαρμακευτική αγωγή και γι' αυτό κρίνεται ακατάλληλος Ι5, η οποία φέρεται εκδοθείσα στην Αθήνα την ...... από την Επιτροπή Απαλλαγών Αθηνών και είναι εξ υπαρχής πλαστή, αφού η γνήσια ταυτάριθμη γνωμάτευση έχει εκδοθεί από την Επιτροπή Απαλλαγών την .....
στη ..... και αφορά άλλο πρόσωπο και δη τον ........, την πλαστή δε αυτή γνωμάτευση χρησιμοποίησε αυθημερόν ενώπιον του αρμοδίου στρατολογικού γραφείου για να απαλλαγεί από την υποχρέωση στρατεύσεως. Η τέλεση της πράξεως αυτής προκύπτει κυρίως από τα αναγνωσθέντα έγγραφα αλλά και από το ότι ο ίδιος ο κατηγορούμενος παραδέχεται την κατάρτιση του πλαστού αυτού εγγράφου, μόνο που την θεωρεί πλαστογραφία πιστοποιητικού".
Με αυτές τις παραδοχές, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά το ανωτέρω επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ανωτέρω πράξεως για την οποία καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε για τη συνδρομή τους και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά που δέχθηκε στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΠΚ που εφήρμοσε, την οποία δεν παραβίασε, ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου.
Ειδικότερα και σε σχέση με τα περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα από τον αναιρεσείοντα, λεκτέα τα εξής: α) αφού, κατά τα δεκτά γενόμενα από την απόφαση πραγματικά περιστατικά, με την κατάρτιση της συγκεκριμένης πλαστής γνωματεύσεως και τη χρήση της εν συνεχεία, σκόπευε ο αναιρεσείων να παραπλανήσει τους αρμόδιους του στρατολογικού γραφείου ότι, ως πάσχων δήθεν από βαρηκοΐα αγωγιμότητας άμφω, κρίνεται ακατάλληλος Ι5 και να απαλλαγεί έτσι από την υποχρέωση της στρατεύσεως, σκοπός ο οποίος δεν εμπίπτει στα διαγραφόμενα από το άρθρο 217 ΠΚ πλαίσια της άμεσης συντηρήσεως, της κινήσεως και της κοινωνικής προόδου του αναιρεσείοντος, και με ευθεία εντεύθεν βλάβη του Δημοσίου, το οποίο στερείται στην περίπτωση αυτή των υπηρεσιών του αναιρεσείοντος ως στρατευσίμου, εφαρμοστέα ήταν η διάταξη του άρθρου 216 και όχι του άρθρου 217 ΠΚ, β) το ότι δέχθηκε η απόφαση στην αιτιολογία της ότι "η τέλεση της πράξεως προκύπτει.....και από το ότι ο ίδιος ο κατηγορούμενος παραδέχεται την κατάρτιση του πλαστού αυτού εγγράφου", παρά το ότι στα πρακτικά αναφέρεται ότι ο συνήγορος που εκπροσώπησε τον κατηγορούμενο "δήλωσε ότι ο κατηγορούμενος αρνείται την κατηγορία" και "ζήτησε την αθώωση του κατηγορουμένου", δεν συνιστά αντίφαση με την έννοια που προαναφέρθηκε και συνεπώς δεν υπάρχει εξ αυτού ελλιπής αιτιολογία, καθόσον δεν πρόκειται για αντίθετες μεταξύ τους παραδοχές της αποφάσεως, στις οποίες στηρίχθηκε η περί ενοχής του κατηγορουμένου κρίση του δικαστηρίου, γ) από το γεγονός ότι στο προοίμιο του σκεπτικού της αποφάσεως, μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη, μνημονεύεται και "η απολογία του κατηγορουμένου", ο οποίος δεν απολογήθηκε, αφού εκπροσωπήθηκε από το συνήγορό του, οφειλόμενο στην εκ παραδρομής μη διαγραφή της προτυπωμένης οικείας φράσεως, δεν δημιουργείται ασάφεια ως προς τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη το δικαστήριο, διότι, ελλείψει της φυσικής παρουσίας του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, καθίσταται βέβαιο ότι δεν ελήφθη τέτοια απολογία και συνεπώς δεν συνεκτιμήθηκε τέτοιο αποδεικτικό μέσο, δ) με το σκεπτικό της αποφάσεως δεν γίνεται καθολική παραπομπή στο διατακτικό της, η οποία, όταν συμβαίνει, δεν πληροί την απαίτηση ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλ' αναφέρεται σ' αυτό το αποδειχθέν πραγματικό περιστατικό της καταρτίσεως από τον κατηγορούμενο του συγκεκριμένου πλαστού εγγράφου, εμπεριεχόμενο στην παραδοχή περί της μη αμφισβητήσεως απ' αυτόν του περιστατικού αυτού, παραδεκτώς εντεύθεν αλληλοσυμπληρουμένων αιτιολογικού και διατακτικού, το δεύτερο εκ των οποίων περιέχει με πληρότητα περιστατικά, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, που πληρούν την απαίτηση της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και ε) δεν ήταν αναγκαία ειδική αξιολόγηση των επί μέρους αποδεικτικών μέσων και συσχετισμός αυτών μεταξύ τους.
Οι αντίθετοι, εξάλλου, επί της ουσίας ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος, που περιέχονται στο κυρίως δικόγραφο της ένδικης αιτήσεως, πλήττουν την περί τα πράγματα ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου. Επομένως, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν οι εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠοινΔ λόγοι αναιρέσεως, πρώτος, δεύτερος και τρίτος του κυρίως δικογράφου της αιτήσεως και δεύτερος και τρίτος του δικογράφου των, παραδεκτώς ασκηθέντων, προσθέτων λόγων.
Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 358, 364 και 369 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η συνεκτίμηση από το δικαστήριο, ως αποδεικτικό μέσο, για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής ή αθωότητας του κατηγορουμένου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδ.
δ' του ίδιου Κώδικα, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, διότι αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να προβεί σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Το περιεχόμενο, εξάλλου, του εγγράφου δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται στα πρακτικά της αποφάσεως, είναι όμως αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία εκ των οποίων προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητά του, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για το ποιο έγγραφο αναγνώσθηκε.
Ο προσδιορισμός, δηλαδή, της ταυτότητας του εγγράφου είναι αναγκαίος για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι το έγγραφο αυτό και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη και έτσι δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να εκθέσει τις απόψεις του και να κάνει τις παρατηρήσεις του ως προς το περιεχόμενό του (κατά το άρθρο 358 ΚΠοινΔ).
Διαφορετικά, αν δηλαδή η ταυτότητα του εγγράφου δεν προσδιορίζεται επαρκώς, υπάρχει η ίδια ακυρότητα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα πρακτικά της, μεταξύ των εγγράφων που μνημονεύονται ως αναγνωσθέντα στο ακροατήριο, τα οποία έλαβε υπόψη του το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής του αναιρεσείοντος, περιλαμβάνεται και "2.
το έγγραφο της Επιτροπής απαλλαγών Αθηνών". Ενόψει, όμως, του ότι ο προσδιορισμός της ταυτότητας του εγγράφου είναι αναγκαίος, όπως προαναφέρθηκε, για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι αυτό το έγγραφο και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη, ο κατά τον τρόπο αυτό προσδιορισμός στα πρακτικά του εν λόγω εγγράφου, αν και άνευ χρονολογίας, αριθμού ή άλλων στοιχείων, είναι επαρκής, ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία ως προς την ταυτότητά του, ενόψει μάλιστα του ότι άλλα έγγραφα με τον ανωτέρω προσδιορισμό δεν αναγνώσθηκαν, με την ανάγνωση δε του συγκεκριμένου κατέστη γνωστό το περιεχόμενό του και είχε έτσι τη δυνατότητα ο κατηγορούμενος να υποβάλει επ' αυτού τις παρατηρήσεις και απόψεις του, γεγονός που δεν εξαρτάται από τον τρόπο που αυτό αναφέρεται στα πρακτικά.
Επομένως, τα αντιθέτως υποστηριζόμενα με τον τέταρτο (τελευταίο) λόγο αναιρέσεως του κυρίως δικογράφου της αιτήσεως, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ, είναι αβάσιμα και πρέπει να απορριφθούν.
Από τη διάταξη του άρθρου 364 παρ. 1 ΚΠοινΔ προκύπτει ότι η μη ανάγνωση εγγράφου που υποβλήθηκε κατά της διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας συνιστά, κατά το άρθρο 170 παρ. 2 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, έλλειψη ακροάσεως, η οποία αποτελεί τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Β' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, εφόσον από τα πρακτικά της δίκης προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας ή ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του ζήτησαν την ανάγνωσή του και το δικαστήριο την αρνήθηκε ή παρέλειψε να αποφανθεί επί του σχετικού αιτήματος.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, έχει ενσωματωθεί σ' αυτά κείμενο, που παραδόθηκε από το συνήγορο του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, με τον τίτλο ΑΙΤΗΜΑ - ΑΥΤΟΤΕΛΗΣ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΣ, όπου αναπτύσσεται άποψη περί του χαρακτήρα της πράξεως του κατηγορουμένου ως πλαστογραφίας πιστοποιητικού, με αίτημα μεταβολής της κατηγορίας που του αποδίδεται για πλαστογραφία, και μνημονεύονται ως προσκομιζόμενα έγγραφα "πιστοποιητικό οικογενειακής καταστάσεως του Δήμου Αθηναίων" περί του κατηγορουμένου, "βεβαίωση εργασίας του" και "εκκαθαριστικό εφορίας".
Από τα ίδια πρακτικά δεν προκύπτει ότι αναγνώσθηκαν έγγραφα με τα στοιχεία αυτά, ούτε, όμως, προκύπτει ότι ζητήθηκε η ανάγνωση των ως άνω εγγράφων από τον παριστάμενο συνήγορο του αναιρεσείοντος, μόνη δε η εγχείριση στο δικαστήριο του κειμένου που προαναφέρθηκε δεν αρκεί. Επομένως ο πρώτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, τόσον κατά το σκέλος του από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Β' ΚΠοινΔ, περί ελλείψεως ακροάσεως, εκ του ότι το δικαστήριο δεν αποφάνθηκε επί αιτήματος του αναιρεσείοντος περί αναγνώσεως των ως άνω εγγράφων, όσον και κατά το σκέλος του της ελλείψεως αιτιολογίας, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, εκ της μη αναγνώσεως και λήψεως υπόψη των ίδιων εγγράφων, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Μετά ταύτα πρέπει να απορριφθούν η ένδικη αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι, στο σύνολό τους, και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 519 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2 Νοεμβρίου 2006 αίτηση του Χ1 καθώς και τους από 26 Φεβρουαρίου 2007 πρόσθετους λόγους, περί αναιρέσεως της 6606/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Ιουλίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 28 Δεκεμβρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ