Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds for insufficient reasoning and lack of legal basis.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the Athens Court of First Instance's final judgment. The appellant argued the lower court failed to provide sufficient reasoning and lacked a legal basis for rejecting interest claims. The court ruled the appeal inadmissible because the lower court did not address the substantive issue but merely rejected the claim as unlawful, and no other valid grounds for cassation existed.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(19), 561(2) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the court of first instance fails to address the substantive issue and merely rejects the claim as unlawful without providing sufficient reasoning or a finding of fact.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 234 / 2025 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 234/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Ευαγγελία Γίτση - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Μ. Μ. του Κ., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Πανάγου.
Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "INTERAMERICAN ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ ΖΗΜΙΩΝ Α.Ε.", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Παπακωνσταντίνου, ο οποίος δήλωσε ότι παρίσταται στο ακροατήριο η ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "INTERAMERICAN ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", ως απορροφώσα εταιρεία, καθολική διάδοχος και υποκαθιστάμενη στο σύνολο των δικαιωμάτων, υποχρεώσεων και γενικά των έννομων σχέσεων της απορροφώμενης εταιρείας "INTERAMERICAN ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ ΖΗΜΙΩΝ Α.Ε.".
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-5-2007 αγωγή προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη και την από 29-2-2008 προσεπίκληση του αρχικού διαδίκου Π. Τ. και του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 214/2009 εν μέρει οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 5235/2010 του Εφετείου Αθηνών, 6765/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και 6355/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22-12-2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση από 22.12.2021 νομοτύπως και εμπροθέσμως [άρθρο 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.564 παρ3 ΚΠολΔ] ασκηθείσα από τον αναιρεσείοντα κατά της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία INTERAMERICAN ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ ΖΗΜΙΩΝ ΑΕ [ στη θέση της οποίας υπεισήλθε ως καθολική διάδοχος αυτής η ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία INTERAMERICAN ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ] αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία με αριθμό 6355/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία είναι κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή κατά το άρθρο 561 παρ 2 του ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης.
Ο ενάγων ήδη αναιρεσείων με την από 29.2.2008 και με αριθμό κατάθεσης 44205/1047/29.2.2008 προσεπίκληση και την ενωμένη με αυτή παρεμπίπτουσα αγωγή του εναντίον της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας , στην οποία είχε ενσωματώσει την από 21.5.2007 κύρια κατ' αυτού ασκηθείσα αγωγή του (μη διαδίκου στην παρούσα δίκη) Σ. Γ., ζήτησε, για την περίπτωση που θα γινόταν δεκτή η κύρια αγωγή, να αναγνωρισθεί, όπως παραδεκτά περιόρισε το αίτημά του, να υποχρεωθεί η εναγόμενη ήδη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία να του καταβάλει κάθε ποσό, που θα υποχρεωθεί αυτός να καταβάλει στον κυρίως ενάγοντα, μέχρι του συνομολογηθέντος ασφαλιστικού ποσού, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της παρεπίμπτουσας αγωγής και μέχρι την εξόφληση, Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 6765/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία αφού την έκρινε νόμιμη, πλην του αιτήματος περί επιδίκασης τόκων από την επίδοση της παρεπίμπτουσας αγωγής, το οποίο απέρριψε ως νόμω αβάσιμο, έκανε εν μέρει δεκτή αυτή και αναγνώρισε ότι η εναγόμενη υποχρεούται να του καταβάλει το ποσό των 59.850 ευρώ,.
Κατά της ανωτέρω οριστικής απόφασης οι διάδικοι αυτής άσκησαν αντίθετες εφέσεις, οι οποίες συνεκδικάστηκαν και επ' αυτών εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία η με αριθμό 6355/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε ουσία τις εφέσεις των εκκαλούντων και δη ως προς τον εκκαλούντα ήδη αναιρεσείοντα απέρριψε τον μοναδικό λόγο έφεσης του με τον οποίο παραπονείτο για την απόρριψη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ως μη νόμιμου του αιτήματος της παρεπίπτουσας αγωγής του περί καταβολής τόκων από την επίδοση αυτής.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 2496/1997 με την ασφαλιστική σύμβαση η ασφαλιστική επιχείρηση (ασφαλιστής) αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλει, έναντι ασφαλίστρου, στον αντισυμβαλλόμενο της (λήπτη της ασφάλισης) ή σε τρίτον, παροχή (ασφάλισμα) σε χρήμα ή εφόσον υπάρχει ειδική συμφωνία, άλλη παροχή σε είδος, όταν επέλθει το περιστατικό, από το οποίο συμφωνήθηκε να εξαρτάται η υποχρέωσή της (ασφαλιστική περίπτωση). Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 25 του ιδίου πιο πάνω νόμου, η ασφάλιση αστικής ευθύνης περιλαμβάνει τις δαπάνες που προέρχονται άμεσα από την απόκρουση και ικανοποίηση αξιώσεων τρίτων κατά του λήπτη της ασφάλισης, που γεννήθηκαν από πράξεις ή παραλείψεις του για τις οποίες είχε συμφωνηθεί ασφαλιστική κάλυψη.
Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 346 Α.Κ., ο οφειλέτης χρηματικής οφειλής, και αν δεν είναι υπερήμερος, οφείλει νόμιμους τόκους αφότου επιδόθηκε η αγωγή για το ληξιπρόθεσμο χρέος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, αν η αγωγή επιδοθεί πριν καταστεί η οφειλή ληξιπρόθεσμη και απαιτητή, οφείλονται τόκοι από τη στιγμή που η οφειλή καθίσταται απαιτητή. Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 69 παρ. 1 εδ. δ' και ε' ΚΠολΔ, επιτρέπεται να ζητηθεί δικαστική προστασία και αν η γένεση ή η άσκηση του δικαιώματος εξαρτάται από την έκδοση της απόφασης (εδ. δ') και αν το δικαίωμα εξαρτάται από την πλήρωση αίρεσης ή την επέλευση γεγονότος (εδ. ε'), ενώ κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου "στην περίπτωση του εδ. ε' (ο εναγόμενος) καταδικάζεται στην παροχή, μόλις πληρωθεί η αίρεση ή επέλθει το γεγονός και αυτό διαπιστωθεί με τον τρόπο που ορίζει η απόφαση". Έτσι στην περίπτωση της ένωσης παρεμπίπτουσας αγωγής στην προσεπίκληση δικονομικού εγγυητή, εφόσον αυτή εξαρτάται από την ήττα του προσεπικαλούντος στην κύρια δίκη, η καταδίκη του εξ αναγωγής εναχθέντος γίνεται υπό τον όρο της προηγούμενης καταβολής του ποσού της αποζημίωσης στον ενάγοντα της κύριας αγωγής, από το χρονικό σημείο της οποίας καθίσταται ληξιπρόθεσμη και απαιτητή η απαίτηση του παρεμπιπτόντως ενάγοντος και αρχίζει η τοκοφορία αυτής (ΑΠ 1057/2022, 852/2020).
Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται νια νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, δηλαδή εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. (ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 6/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη, την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, που συνίσταται στο ότι το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 340, 345 και 346 του ΑΚ, απορρίπτοντας, με την αναφερόμενη στην ανωτέρω νομική σκέψη αιτιολογία, ως μη νόμιμο το αίτημα της παρεπίμπτουσας αγωγής του περί καταβολής των νομίμων τόκων από την επίδοση αυτής στην παρεπιμπτόντως εναγόμενη.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε; Και τούτο διότι στην παρούσα περίπτωση που αφορά σε ασκηθείσα από τον παρεπιμπτόντως ενάγοντα ήδη αναιρεσείοντα- ασφαλισμένο κατ' άρθρο 69 παρ. 1 εδ ε και παρ. 2 ΚΠολΔ παρεμπίπτουσα αγωγή κατά της παρεπιμπτόντως εναγόμενης ήδη αναιρεσίβλητης ασφαλίστριας του, [η οποία εξαρτάται από την ήττα του [αναιρεσείοντος] στην κύρια δίκη, και η καταδίκη της εξ αναγωγής εναχθείσης παρεπόμενης εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας ήδη αναιρεσίβλητης γίνεται υπό τον όρο της προηγούμενης καταβολής του ποσού της αποζημίωσης στον ενάγοντα της κύριας αγωγής], η απαίτηση του παρεπιμπτόντως ενάγοντος, ήδη αναιρεσείοντος κατά της παρεπιμπτόντως εναγόμενης ήδη αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας καθίσταται ληξιπρόθεσμη και απαιτητή από το χρονικό σημείο της καταβολής του ποσού της αποζημίωσης στον ενάγοντα της κυρίας αγωγής, από το οποίο έκτοτε αρχίζει η τοκοφορία της, ανεξαρτήτως του αν η παρεπίμπτουσα αγωγή είχε επιδοθεί πριν καταστεί η οφειλή ληξιπρόθεσμη.
Επομένως, ο ως άνω αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Μεταξύ των προϋποθέσεων που πρέπει να συντρέχουν για την ίδρυση του ανωτέρω λόγου είναι, όπως το δικαστήριο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του έχει καταρτίσει ελάσσονα πρόταση εκτίμησης των αποδείξεων. [ΑΠ 1379/2023].
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με το δεύτερο λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια , που συνίσταται στις ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες που αφορούν στην απόρριψη ως μη νόμιμου του αιτήματος περί καταβολής τόκων από την επίδοση της παρεπίμπτουσας αγωγής του.
Ο ανωτέρω λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του δεν εισήλθε στην ουσία της διαφοράς και δεν διατύπωσε περί αυτού αποδεικτικό πόρισμα αλλά απέρριψε ως μη νόμιμο το ανωτέρω αίτημα Μετά από αυτά, ελλείποντος άλλου αναιρετικού λόγου, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί.
Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων για την άσκηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης στο Ελληνικό Δημόσιο (άρθρο 495 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα, από 1-1-2016, ένδικα μέσα).
Τέλος, ο αναιρεσείων, ως ηττηθείς διάδικος, πρέπει να καταδικαστεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας, η οποία εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και κατέθεσε προτάσεις(άρθρα 176, 183,189 παρ. 1,191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
- Απορρίπτει την από 22.12.2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 235/2022 αίτηση του Μ. Μ. του Κ. για αναίρεση της με αριθμό 6355/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
- Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Ελληνικό Δημόσιο.
Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, το ύφος των οποίων ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων [3000] ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Νοεμβρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Φεβρουαρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ