Legislator Case Law & Legislation
234/2024 AI generated

Supreme Court partially allows appeal against tax court ruling on interest calculation under new law.

Case Number 234/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's final judgment. The lower court correctly applied the 2003 decree regarding interest deadlines but erroneously failed to apply the new 2019 law governing interest claims made after its enactment. Consequently, the Court of Appeal's decision was annulled in part and remitted for further examination by a different panel of judges.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1), 577(1), 577(3) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must annul a lower court decision if it fails to apply a substantive law provision that was in force at the time of the judgment and covered the disputed claim period.

Keywords

AI generated
appeal admissibility interest calculation retroactive application substantive law violation remittal for retrial tax debt interest non-estoppel

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 4 of Presidential Decree 166/2003
Article 21 of the Decree of 29/06/1944
Article 45(1) of Law 4607/2019
Article 4(4) of Presidential Decree 166/2003
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 22(2)(b) of Law 3693/1957
Articles 178 and 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
OLAP 12/2018
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 234 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 234/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό και Διονυσία Νίκα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Οκτωβρίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ..., το οποίο εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών και κατοικοεδρεύει στην Αθήνα Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Φωτεινή Καμπισιούλη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φ. Χ., η οποία δήλωσε στο ακροατήριο ότι παρίσταται η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Τράπεζα ... Ανώνυμη Εταιρεία" ως καθολική διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...".

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-7-2012 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 23-5-2016 ανακοίνωση δίκης του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2949/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 6282/2019 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 21-4-2021 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση από 21/4/2021 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθ. 6282/2019 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, το οποίο δέχθηκε, τυπικά και κατ ουσίαν, την έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της υπ'αριθμ.2949/2017 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου με την οποία είχε απορριφθεί η από 11/7/2012 αγωγή αυτής κατά του αναιρεσείοντος. Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), εντός της καταχρηστικής προθεσμίας των δύο ετών, αφού δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως και από την έκδοσή της, στις 10/9/2019, δεν παρήλθε διετία (ΟΛΑΠ 12/2018). Είναι επομένως, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 6/2022, ΑΠ 312/2023, ΑΠ 55/2023).

Με τον λόγο αυτό ελέγχονται σφάλματα του δικαστηρίου, κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής, ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 6/2019, ΑΠ 55/2023). Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν τον εφάρμοσε παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών της ατομικής περίπτωσης σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 6/2022, ΟλΑΠ 4/2019, ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 312/2023, ΑΠ 55/2023).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, κατά δε τον αριθμό 14 ΚΠολΔ του ιδίου άρθρου, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.

Ο προβλεπόμενος με τη διάταξη αυτή λόγος αναίρεσης αναφέρεται μόνον στις δικονομικές ακυρότητες, δηλαδή εκείνες που ανάγονται στη διαδικασία και είναι συνέπεια εφαρμογής δικονομικών διατάξεων, όχι δε σε ακυρότητες του ουσιαστικού δικαίου, η παράβαση των οποίων ελέγχεται αναιρετικά με τον προβλεπόμενο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο (ΟλΑΠ 12/2000, ΟλΑΠ 1/1999).

Από τη διάταξη του άρθρου 68 Κ.Πολ.Δ., το οποίο ορίζει ότι "δικαστική προστασία έχει δικαίωμα να ζητήσει όποιος έχει άμεσο έννομο συμφέρον", προκύπτει ότι ένδικη προστασία παρέχεται υπέρ ή κατ' εκείνων μόνον των προσώπων, τα οποία κατά τους ισχυρισμούς του ενάγοντος αποτελούν τα υποκείμενα της επίδικης έννομης σχέσης ή μετέχουν κατά το ουσιαστικό δίκαιο στη διαχείριση αυτής της σχέσης (ΑΠ 1091/2020).

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ενεργητικά μεν νομιμοποιείται να ζητήσει έννομη προστασία ο ισχυριζόμενος ότι είναι δικαιούχος του επίδικου δικαιώματος, παθητικά δε εκείνος ο οποίος κατά τους ισχυρισμούς του ενάγοντος μετέχει στην επίδικη έννομη σχέση. Για τη νομιμοποίηση προς διεξαγωγή συγκεκριμένης δίκης αρκεί καταρχήν ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι τα υποκείμενα της επίδικης έννομης σχέσης, ότι δηλαδή ο ίδιος είναι φορέας του ασκούμενου επίδικου δικαιώματος και ο εναγόμενος της αντίστοιχης υποχρέωσης χωρίς κατ` αρχήν, να ασκεί έννομη επιρροή αν ο ισχυρισμός αυτός είναι αληθής.

Για τον έλεγχο της νομιμοποίησης το δικαστήριο οφείλει να αρκεσθεί στους εμπεριεχόμενους στο εισαγωγικό δικόγραφο ισχυρισμούς. Αν οι αγωγικοί ισχυρισμοί δεν αιτιολογούν ένα τέτοιο σύνδεσμο ενάγοντος και εναγομένου, η αγωγή θα είναι ανομιμοποίητη και θα απορριφθεί ως απαράδεκτη. Αν, όμως, οι αγωγικοί ισχυρισμοί αιτιολογούν μεν τον ως άνω σύνδεσμο αλλά αποδεικνύεται η αναλήθεια των ισχυρισμών αυτών, τότε η αγωγή θα απορριφθεί όχι για έλλειψη νομιμοποίησης, αλλά ως αβάσιμη για ανυπαρξία του επίδικου δικαιώματος ή της επίδικης υποχρέωσης (ΑΠ 121/2023, ΑΠ 2099/2022).

Ποια πρόσωπα είναι οι -κατά κανόνα- φορείς συγκεκριμένων δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων ορίζεται από το ουσιαστικό δίκαιο που επιτρέπει την άσκηση της αγωγής Ο δε αναιρετικός έλεγχος της νομιμοποίησης γίνεται με τον λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 25/2008, ΟλΑΠ 18/2005), γιατί, κατά τον ΚΠολΔ, η νομιμοποίηση των διαδίκων νοείται ως η εξουσία διεξαγωγής συγκεκριμένης δίκης για συγκεκριμένη έννομη σχέση.

Επειδή λοιπόν το ουσιαστικό δίκαιο καθορίζει το αντικείμενο της έννομης σχέσης αλλά και τους φορείς, η τυχόν εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου για το ζήτημα της νομιμοποίησης κάποιου διαδίκου σημαίνει ότι το σφάλμα αυτό οφείλεται σε παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 121/2023, ΑΠ 55/2022, ΑΠ 2099/2022, ΑΠ 266/2021) και ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και όχι εκείνον του αριθμού 14, ο οποίος ανακύπτει, μόνον όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν εκτίθενται τα στοιχεία που θεμελιώνουν τη νομιμοποίηση και δικαιολογούν το έννομο συμφέρον για την άσκησή της (ΟλΑΠ 25/2008, ΑΠ 66/2022, ΑΠ 1259/2018).

Από τις διατάξεις των άρθρων 455, 460, 461 και 462 ΑΚ η σύμβαση εκχώρησης έχει ως αποτέλεσμα τη μεταβίβαση της απαίτησης από τον εκχωρητή στον εκδοχέα, ο οποίος, μετά την αναγγελία, καθίσταται ο μόνος δικαιούχος αυτής. Επομένως, αν η απαίτηση έχει εκχωρηθεί, νομιμοποιείται πλέον να ασκήσει αγωγή κατά του οφειλέτη ο εκδοχέας και όχι ο εκχωρητής, ο οποίος έχει αποξενωθεί από την απαίτηση (ΑΠ 55/2022, ΑΠ 1074/2022, ΑΠ 4/2020, ΑΠ 376/2020).

Ο εκδοχέας όμως δεν αποκτά δικαίωμα απέναντι στον οφειλέτη και τους τρίτους πριν ο ίδιος ή ο εκχωρητής αναγγείλει την εκχώρηση στον οφειλέτη, γι` αυτό και ο οφειλέτης ελευθερώνεται αν πριν την αναγγελία καταβάλει στον εκχωρητή το χρέος ή συνομολογήσει με αυτόν σύμβαση αφέσεως (ΑΠ 1074/2022). Περαιτέρω, από τα άρθρα 1, 35, 36, 39, 44 και 47 του ν.δ.

της 17.7/13.8.1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών", που, κατ` άρθρο 41 ΕισΝΑΚ, διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 1254 ΑΚ, συνάγονται τα εξής: Κατ` ειδική ρύθμιση του ως άνω ν.δ/τος, για τη σύσταση του υπέρ τράπεζας (ή άλλης α.ε.) ενεχύρου σε απαίτηση ονομαστική του ενεχυραστή κατά τρίτου ή άλλης φύσης, προς εξασφάλιση είτε απαίτησης της τράπεζας από δάνειο ή από χορήγηση δανείου (πίστωσης) με ανοικτό λογαριασμό, είτε απαίτησης οποιουδήποτε είδους του ίδιου πιστωτικού οργανισμού, προγενέστερης, όμως, βάσει του χρόνου γέννησής της, από τη σύσταση του ενεχύρου, απαιτείται σύμβαση ενεχύρασης, καταρτιζόμενη με συμβολαιογραφικό έγγραφο ή με ιδιωτικό έγγραφο, ανεξάρτητα αν τούτο έχει ή δεν έχει βέβαιη χρονολογία.

Κατ` ειδικότερη δε ρύθμιση του ίδιου ν.δ/τος, αν η ενεχυραζόμενη απαίτηση είναι ονομαστική του ενεχυραστή κατά τρίτου, η ενεχύραση συνεπάγεται όχι απλή επιβάρυνσης της απαίτησης, όπως η συνήθης ενεχυρίαση απαίτησης, αλλά την εκ του νόμου εκχώρηση αυτής της απαίτησης από τον ενεχυραστή προς τον ενεχυρούχο πιστωτή, ο οποίος, από την επίδοση αντιγράφου της σύμβασης ενεχύρασης στον τρίτον (οφειλέτη), γίνεται πραγματικός και μοναδικός δικαιούχος της απαίτησης, δικαιούμενος, ως εκ τούτου, να εισπράξει όλη την ενεχυρασμένη απαίτηση, το δε μετά την εξόφλησή της τυχόν υφιστάμενο υπόλοιπο οφείλει να το αποδώσει στον ενεχυραστή (ΑΠ 121/2023, ΑΠ 615/2022, ΑΠ 1394/2021).

Με τις ανωτέρω διατάξεις εισήχθη, ως προς την ενεχυρίαση υπέρ τράπεζας (ή άλλης α.ε), ονομαστικών απαιτήσεων του ενεχυραστή κατά τρίτου, προς εξασφάλιση απαιτήσεων της τράπεζας από δάνειο, απλό ή με ανοικτό λογαριασμό, εξαιρετικό δίκαιο, και, ως εκ τούτου οι περί ενεχύρου διατάξεις του Αστικού Κώδικα εφαρμόζονται μόνον συμπληρωματικώς για ζητήματα μη ρυθμιζόμενα από τις ανωτέρω ειδικές διατάξεις.

Η εκχώρηση εξάλλου συντελείται όταν αντίγραφο της σύμβασης ενεχύρασης επιδίδεται στον τρίτο (οφειλέτη), μετά δε την αναγγελία αυτή αποκόπτεται κάθε δεσμός του τρίτου (οφειλέτη) με τον εκχωρητή, ο οποίος αποξενώνεται και δεν μπορεί να αναμιχθεί με οποιονδήποτε τρόπο στην απαίτηση, αποκλειστικός δικαιούχος της οποίας είναι πλέον ο εκδοχέας, συνήθως τράπεζα, ο οποίος νομιμοποιείται να ασκήσει αγωγή κατά του οφειλέτη (ΑΠ 121/2023, ΑΠ 1891/2022, ΑΠ 651/2022, ΑΠ 1394/2021, ΑΠ 151/2020).

Ειδικά για την αναγγελία απαιτήσεων κατά του Δημοσίου το άρθρο 95 του ν. 2362/1995 "Περί Δημοσίου Λογιστικού, ελέγχου των δαπανών του Κράτους και άλλες διατάξεις", ορίζει ότι: "1. Η κατάσχεση χρηματικής απαιτήσεως εις χείρας του Δημοσίου, ως τρίτου γίνεται, τηρουμένων και των λοιπών όρων και προϋποθέσεων οι οποίες προβλέπονται από την κείμενη νομοθεσία, με κοινοποίηση του κατασχετηρίου σωρευτικώς:

α) στον υπουργό, ο οποίος είναι καθ' ύλην αρμόδιος εν σχέσει προς την αιτία της οφειλής του Δημοσίου, β) στην αρμόδια για την πληρωμή της συγκεκριμένης οφειλής του Δημοσίου Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία ή στην οικεία χρηματική διαχείριση, γ) στην αρμόδια για τη συγκεκριμένη οφειλή του Δημοσίου Υπηρεσία Δημοσιονομικού Ελέγχου, δ) στις αρμόδιες για τη φορολογία τόσο του καθ' ου η κατάσχεση (δανειστή του Δημοσίου), όσο και του κατασχόντος, Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες. 2.

Στο κατασχετήριο εις χείρας του Δημοσίου, πρέπει αναγκαίως να αναφέρεται σαφώς η ακριβής αιτία της οφειλής του Δημοσίου, το πρόσωπο του δικαιούχου της σχετικής απαιτήσεως με την ακριβή διεύθυνσή του και το ποσό αυτής. 3. Η κατάσχεση εις χείρας του Δημοσίου ολοκληρώνεται μόνο από της χρονολογίας της έγκυρης κοινοποιήσεως του κατασχετηρίου στον κατά την παράγραφο 1 του παρόντος αρμόδιο υπουργό, η οποία όμως, για να είναι έγκυρη πρέπει αναγκαία αφ' ενός να γίνει χρονικά τελευταία από τις αναφερόμενες στην ίδια παράγραφο λοιπές κοινοποιήσεις και αφ' ετέρου να συνοδεύεται από νόμιμα υπό αρμοδίου Δικαστικού Επιμελητή επικυρωμένα αντίγραφα των επιδοτηρίων όλων των κατά τις διατάξεις του παρόντος άρθρου αναγκαίων προηγουμένων εγκύρων επιδόσεων του κατασχετηρίου αυτού στις λοιπές υπηρεσίες ή χρηματικές διαχειρίσεως. 4.

Οι διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται ανάλογα και επί αναγγελίας εκχωρήσεως απαιτήσεως κατά του Δημοσίου. Η αναγγελία τοιαύτης εκχωρήσεως πρέπει, επί ποινή ακυρότητας αυτής, να καταχωρίζεται στο κάτω μέρος του νόμιμα συντεταγμένου πρωτοτύπου ή επικυρωμένου αντιγράφου του εκχωρητηρίου εγγράφου. 5.

Η μη τήρηση των διατάξεων του παρόντος άρθρου επάγεται την ακυρότητα της εις χείρας του Δημοσίου κατασχέσεως ή της προς αυτό αναγγελίας εκχωρήσεως απαιτήσεως, λαμβανομένων υπόψη υπό των δικαστηρίων και αυτεπάγγελτα...". Από τις παραπάνω διατάξεις του άρθρου 95 του Ν.2362/1995, που αφορούν την κατάσχεση χρηματικής απαίτησης, εις χείρας του Δημοσίου ως τρίτου, εφαρμόζονται, όμως, ανάλογα, σύμφωνα με τη ρητή διάταξη της παραγράφου 4 εδάφιο πρώτο του άρθρου αυτού, και επί αναγγελίας εκχώρησης απαιτήσεων κατά του Δημοσίου, προκύπτει ότι προκειμένου για σύμβαση ενεχύρασης, υπέρ Τράπεζας, χρηματικής απαίτησης τρίτου κατά του Δημοσίου, που συνεπάγεται την εκ του νόμου εκχώρησή της, απαιτείται, για το έγκυρο αυτής, να κοινοποιηθεί η αναγγελία της εκχώρησης προς όλες τις οριζόμενες στην παραπάνω διάταξη Αρχές και Υπηρεσίες.

Σε περίπτωση δε, που δεν γίνουν αυτές οι κοινοποιήσεις (σωρευτικώς) η αναγγελία είναι άκυρη, όπως τούτο ρητά προβλέπεται με την τελευταία παράγραφο του άρθρου 95 του ν. 2362/1995, με συνεπεία την μη νομιμότητα της εκχωρήσεως, αφού αυτή συνάπτεται με την εγκυρότητα της αναγγελίας της εκχωρήσεως και ως εκ τούτου δεν επέρχεται το μεταβιβαστικό της απαίτησης αποτέλεσμα της σύμβασης εκχώρησης, έναντι του οφειλέτη Δημοσίου.

Η ακυρότητα δε αυτή είναι απόλυτη ως προς το τελευταίο (ΑΠ 651/2022, ΑΠ 1394/2021 ΑΠ 151/2020). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 126 παρ. 1 εδ.δ, 127 παρ. 1, 128 παρ. 1, 129 παρ. 1 και 139 παρ. 1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι για να επιδοθεί έγκυρα δικόγραφο σε νομικό πρόσωπο πρέπει αυτό να παραδοθεί στο νόμιμο ή κατά το καταστατικό νόμιμο εκπρόσωπό του είτε στην κατοικία του είτε στο κατάστημα, γραφείο ή εργαστήριο του νομικού προσώπου.

Στην έκθεση επιδόσεως, πρέπει να αναγραφεί από τον δικαστικό επιμελητή το ονοματεπώνυμο του νόμιμου εκπροσώπου του νομικού προσώπου, αν η επίδοση γίνεται στον ίδιο. Αν ο νόμιμος εκπρόσωπος του νομικού προσώπου δεν βρίσκεται στην κατοικία του ή στο κατάστημα του νομικού προσώπου, το έγγραφο παραδίδεται στην πρώτη μεν περίπτωση, κατά σειρά σ' ένα από τα αναφερόμενα στο άρθρο 128 πρόσωπα (συγγενείς, υπηρέτες ή άλλους, που συνοικούν με τον παραλήπτη), στη δε δεύτερη περίπτωση σε οποιοδήποτε από τα διαζευκτικώς αναφερόμενα στο άρθρο 129 παρ. 1 ΚΠολΔ πρόσωπα, χωρίς να είναι απαραίτητο για το κύρος της επιδόσεως να τηρηθεί καμιά σειρά τόσο ως προς τον τόπο επιδόσεως όσο και ως προς τα πρόσωπα, που θα παραδοθεί το επιδιδόμενο έγγραφο, σε απουσία του νομίμου εκπροσώπου.

Πρέπει δε και στις δύο περιπτώσεις να αναγράφεται στην έκθεση επιδόσεως το ονοματεπώνυμο και η ιδιότητα του προσώπου, στο οποίο εγχειρίστηκε το έγγραφο που επιδόθηκε. Ο εκπρόσωπος, όμως, του νομικού προσώπου δικαιούται, εντός του πλαισίου της γενικής προς εκπροσώπηση του νομικού προσώπου εξουσίας του, να ορίσει κάποιο άλλο πρόσωπο (δικηγόρο, υπάλληλο, κ.λπ.) ως αρμόδιο για την παραλαβή δικογράφων, οπότε στην τελευταία περίπτωση ο εξουσιοδοτηθείς μπορεί να παραλάβει δικόγραφο, σα να ήταν ο ίδιος ο εκπρόσωπος (ΑΠ 657/2021, ΑΠ 322/2015,) και δεν είναι αναγκαίο να γίνεται μνεία του ονοματεπωνύμου του νομίμου εκπροσώπου, αλλά αρκεί η μνεία του ονοματεπωνύμου του πληρεξουσίου που παραλαμβάνει το δικόγραφο, η οποία μπορεί να μη γίνεται στο κυρίως κείμενο της έκθεσης επιδόσεως, αλλά να αναφέρεται πριν από την υπογραφή αυτού (AΠ 471/2022, ΑΠ 189/2021, ΑΠ 936/2020).

Στην προκείμενη περίπτωση το αναιρεσείον, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις από τους αριθμούς 14, 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, επικαλούμενο ότι το Εφετείο, δεχόμενο ότι η αναιρεσίβλητη νομιμοποιείται προς άσκηση της ένδικης αγωγής, ως εκδοχέας των επίδικων απαιτήσεων συνεπεία συμβάσεων ενεχυρίασης παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1, 35, 36, 39, 44 και 47 του ν.δ της 17.7/13.8. 1923 και 95 Ν.2362/1995, διότι δεν είχε αναγγελθεί έγκυρα η ενεχυρίαση των ένδικων απαιτήσεων στη Δημοσία Οικονομική Υπηρεσία των νοσοκομείων, καθοσον στις σχετικές εκθέσεις επιδόσεως της αναγγελίας της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών Α.

Κ., αναφέρεται μόνον ότι "η αναγγελία επιδόθηκε στην αρμόδια υπάλληλο για την παραλαβή των επιδιδόμενων εγγράφων, επειδή η δικαστική επιμελήτρια δεν βρήκε τον νόμιμο εκπρόσωπο ούτε τον Διευθυντή της Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας των νοσοκομείων", χωρίς να αναφέρεται το ονοματεπώνυμο του παραλαμβάνοντος υπαλλήλου, η συγκεκριμένη υπηρεσία του νοσοκομείου που υπηρετεί και από πού αντλεί την αρμοδιότητα να παραλάβει το επιδόμενο έγγραφο.

Επίσης το αναιρεσείον επικαλείται, ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν αναφέρεται το περιεχόμενο εκάστης αναγγελίας, ούτε εάν η επίδοση στον Υπουργό ήταν χρονικά η τελευταία, ούτε εάν η αναγγελία εκάστης εκχώρησης καταχωρήθηκε στο κάτω μέρος του εκχωρητηρίου. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον παραπάνω αναιρετικό λόγο δέχθηκε τα εξής: "Oι ένδικες συμβάσεις ενεχύρασης απαιτήσεων μετά των παραρτήματων τους αναγγέλθηκαν στο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο με κοινοποίησή τους ως εξής: (παρατιθενται όλες οι επιμέρους υπηρεσίες των Νοσοκομείων προς τις οποίες έγινε η επίδοση και οι αντίστοιχες για καθεμία εκθέσεις επιδόσεως).

Προέκυψε δηλαδή με βάση τα παραπάνω ότι οι ανωτέρω αναγγελίες των ενδίκων εκχωρήσεων, μετά των παραρτημάτων τους, έγιναν προς όλα τα αρμόδια προς τούτο πρόσωπα και κατά τη νόμιμη περί αναγγελίας αυτών διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 95 του Ν.2362/1995, δηλαδή τόσο οι συμβάσεις εκχώρησης όσο και τα συνοδεύοντα αυτές παραρτήματα επιδόθηκαν κατά νόμο α) στον Υπουργό των Οικονομικών β) στην αρμόδια για την πληρωμή της συγκεκριμένης οφειλής του Δημοσίου Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία γ) στην αρμόδια για τη συγκεκριμένη οφειλή του Δημοσίου Υπηρεσία Δημοσιονομικού Ελέγχου, δ) στις αρμόδιες για τη φορολογία τόσο της ενεχυράστριας όσο και της ενεχυρούχου ...

και τέλος στον καθ'ύλην αρμόδιο υπουργό, που εν προκειμένω ήταν ο Υπουργός Εθνικής Άμυνας. Η ανωτέρω δε αναγγελία ήταν έγκυρη και επέφερε τα εκ του νόμου αποτελέσματά της, που ήταν η μεταβίβαση των ανωτέρω εκχωρούμενων λόγω ενεχύρου απαιτήσεων της ενεχυράστριας εταιρείας προς την ενάγουσα τράπεζα, η οποία έκτοτε κατέστη αποκλειστική δικαιούχος αυτών και εκ του λόγου αυτού μόνη νομιμοποιούμενη ενεργητικά να επιδιώξει την καταψήφιση του εναγόμενου ...

σε καταβολή της". Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ότι δηλαδή ενομιμοποιείτο ενεργητικώς η αναιρεσίβλητη για την άσκηση της ένδικης αγωγής, δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του ν.δ. της 17.7/13.8.1923 και του άρθρου 95 Ν.2362/1995, σε συνδυασμό με το άρθρο 68 ΚΠολΔ,, αρκούμενο σε λιγότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για την εφαρμογή τους, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, αφού, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, έλαβε χώρα η αναγγελία της ενεχύρασης των ενδίκων απαιτήσεων προς όλες τις προαναφερόμενες αρμόδιες υπηρεσίες του αναιρεσείοντος και, ως εκ τούτου, οι απαιτήσεις αυτές εκχωρήθηκαν στην αναιρεσίβλητη, η οποία έτσι, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, νομιμοποιείται ενεργητικώς για τη διεκδίκησή τους και την άσκηση της ένδικης αγωγής.

Επίσης, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ'αυτήν σαφείς, επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες, που ανταποκρίνονται στο πραγματικό των προδιαληφθείσων διατάξεων, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε εκ πλαγίου, αφού ειδικότερα δέχθηκε ότι η αναγγελία των συμβάσεων ενεχύρασης επιδόθηκε σε όλες τις αναφερόμενες στην παραπάνω διάταξη αρμόδιες αρχές, με τελευταία χρονικά επίδοση, κατά τη νοηματική εκτίμηση του ως άνω περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης, στον καθ'ύλην αρμόδιο υπουργό Εθνικής Άμυνας, έτσι ώστε να μπορεί να κριθεί ότι έγινε νομότυπη αναγγελία αυτών και συνακόλουθα εκχώρηση των απαιτήσεων στην αναιρεσίβλητη, χωρίς να απαιτείται να παρατίθεται στην απόφαση το περιεχόμενο εκάστης αναγγελίας, ούτε εάν η αναγγελία εκάστης εκχώρησης καταχωρήθηκε στο κάτω μέρος του εκχωρητηρίου.

Επομένως, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος ως άνω λόγος, κατά το σκέλος από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι προεχόντως αόριστος, καθόσον οι επικαλούμενες από το αναιρεσείον πλημμέλειες των υπ'αριθμ.5599Δ/4.4.2011, 5899δ/2.5.2011, 5896 Δ/ 2.5.2011 και 7578δ /21.4.011 εκθέσεων επιδόσεως της αναγγελίας της εκχώρησης, της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών Α.

Κ., δεν αρκούν για να στηρίξουν ακυρότητα των εν λόγω εκθέσεων επίδοσης και εντεύθεν ακυρότητα της αναγγελίας και της εκχώρησης, διότι το αναιρεσείον, πέραν του ότι δεν προσκομίζει τις ως άνω εκθέσεις επίδοσης (άρθ.561, 568, 570 ΚΠολΔ- ΑΠ 846/2018), δεν επικαλείται και ότι το ονοματεπώνυμο και η ταυτότητα του παραλαβόντος το έγγραφο υπαλλήλου, δεν προκύπτει από κανένα σημείο των εν λόγω εκθέσεων επίδοσης, αφού όπως προεκτέθηκε, το ονοματεπώνυμο αυτού, μπορεί να μην γίνεται στο κείμενο της έκθεσης αλλά να αναφέρεται πριν από την υπογραφή του (AΠ 471/2022, ΑΠ 189/2021, ΑΠ 936/2020).

Κατά τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 και 2 του Ν. 1905/1990, η σύμβαση πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων (factoring) είναι μια σύμβαση μεταξύ ενός πράκτορα επιχειρηματικών απαιτήσεων, που είναι είτε τράπεζα, είτε άλλη ανώνυμη εταιρία αποκλειστικού σκοπού, και μιας επιχείρησης (εμπορικής εταιρίας ή και φυσικού προσώπου), που ασχολείται κατ` επάγγελμα με την πώληση αγαθών ή την παροχή υπηρεσιών.

Περιεχόμενο της σύμβασης αυτής είναι ότι η εταιρία πρακτορείας (πράκτορας ή factor) αναλαμβάνει να παρέχει στην επιχείρηση του πελάτη της (προμηθευτή), για το διάστημα που συμφωνείται και έναντι αμοιβής, υπηρεσίες σχετικές με την προεξόφληση, τη λογιστική και νομική παρακολούθηση, τη διαχείριση καθώς και την είσπραξη μέρους ή του συνόλου των χρηματικών απαιτήσεων κατά των πελατών της (οφειλετών).

Συγκεκριμένα, με το άρθρο 1 παρ. 1 εδάφ. τελευταίο του ως άνω Ν. 1905/1990 προβλέπεται ότι "Περιεχόμενο της πρακτορείας αποτελεί ιδίως η εκχώρηση απαιτήσεων στον πράκτορα με ή χωρίς δικαίωμα αναγωγής, η εξουσιοδότηση για την είσπραξή τους, η χρηματοδότηση του προμηθευτή με προεξόφληση των απαιτήσεων, η λογιστική ή νομική παρακολούθηση των απαιτήσεων, η διαχείρισή τους, η ολική ή μερική κάλυψη του πιστωτικού κινδύνου του προμηθευτή".

Πρόκειται, δηλαδή, για ένα μηχανισμό, με τον οποίο επιδιώκονται (σωρευτικά ή διαζευκτικά) τρεις σκοποί: ένας χρηματοδοτικός, ένας διαχειριστικός και ένας ασφαλιστικός (εγγυητικός), με τις αντίστοιχες λειτουργίες. Ειδικότερα, αν με τη σύμβαση επιδιώκεται και χρηματοδοτικός σκοπός, τότε ο προμηθευτής μεταβιβάζει στον πράκτορα τις εκκρεμείς (ήδη γεννημένες ή μέλλουσες να γεννηθούν) απαιτήσεις του από τη διάθεση αγαθών ή την παροχή υπηρεσιών και ο πράκτορας καταβάλλει αμέσως το σύνολο ή μέρος των απαιτήσεων, αφού παρακρατήσει ένα ποσοστό που αντιστοιχεί στον προεξοφλητικό τόκο.

Η κατά τα ανωτέρω μεταβίβαση συντελείται με συνεχείς εκχωρήσεις των απαιτήσεων του προμηθευτή προς τον πράκτορα και την πίστωση από τον τελευταίο του λογαριασμού του πρώτου με τα αντίστοιχα ποσά, η δε πρακτορεία επιχειρηματικών απαιτήσεων αναγγέλλεται εγγράφως από τον πράκτορα ή τον προμηθευτή στον οφειλέτη, κατά τα αναφερόμενα στο άρθρο 2 του ανωτέρω νόμου.

Από την τελευταία αυτή διάταξη του άρθρου 2 του Ν. 1905/1990, σε συνδυασμό με τα άρθρα 455, 460 έως 462 του ΑΚ, προκύπτει ότι, μετά την αναγγελία από τον πράκτορα ή τον προμηθευτή στον οφειλέτη της σύμβασης πρακτορείας και της εκχώρησης της απαίτησης στον πράκτορα, αποκόπτεται κάθε δεσμός του οφειλέτη προς τον εκχωρητή και η εκχωρηθείσα απαίτηση αποκτάται από τον πράκτορα-εκδοχέα, που δικαιούται έκτοτε μόνος αυτός να επιδιώξει δικαστικώς την είσπραξή της (ΑΠ 121/2023, ΑΠ 2099/2022, ΑΠ 632/2021, ΑΠ 1564/2017).

Η σύμβαση πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων (factoring), διαμορφούμενη από την ευρηματικότητα των συναλλασσομένων, μπορεί να εμφανίζεται με πολλές και ποικίλες μορφές, περιέχοντας έτσι, εκτός από την παροχή υπηρεσιών και την εκχώρηση των απαιτήσεων του προμηθευτή, στοιχεία και άλλων συμβάσεων του ενοχικού ή του εμπορικού δικαίου.

Έτσι, η επιχείρηση που συνεργάζεται με μια εταιρεία factoring μπορεί να επιλέξει εκείνο τον συνδυασμό των υπηρεσιών που ανταποκρίνεται στις ανάγκες της. Άλλωστε και η διατύπωση του άρθρου 1 παρ. 1 εδ. 2 του Ν. 1905/1990 είναι τέτοια, που να επιτρέπει και να ευνοεί αυτή την ελευθερία, στη δημιουργία διαφόρων τύπων του factoring (ΑΠ 301/2022, ΑΠ 262/2021, ΑΠ 260/2021, ΑΠ 59/2013).

Δηλαδή, η σύμβαση, που καταρτίζεται μεταξύ του πράκτορα και του προμηθευτή είναι μία "σύμβαση πλαίσιο", με την οποία καθορίζονται ελεύθερα, στο πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 361 ΑΚ, οι όροι συνεργασίας των μερών, όπως το είδος της σύμβασης factoring, η οποία, ως συμβατικό μόρφωμα που δημιουργήθηκε από την πράξη, εμφανίζεται στις συναλλαγές με διάφορες μορφές (ΑΠ 121/2023, ΑΠ 2099/2022, ΑΠ 301/2022), οι σπουδαιότερες από τις οποίες είναι:

α) γνήσια σύμβαση factoring, κατά την οποία ο πράκτορας αναλαμβάνει τον κίνδυνο της μη φερεγγυότητας του οφειλέτη και μη γνήσια σύμβαση, όταν ο κίνδυνος αυτός παραμένει στον προμηθευτή, β) αφανής σύμβαση factoring, κατά την οποία ο πράκτορας εισπράττει την απαίτηση στο όνομα του προμηθευτή, μολονότι αυτός (πράκτορας) είναι ο δικαιούχος (ως εκδοχέας της απαίτησης), χωρίς να έχει προηγηθεί αναγγελία της εκχώρησης στον οφειλέτη, ενώ, εάν γίνει αυτή η αναγγελία, τότε πρόκειται για εμφανές factoring, γ) σύμβαση factoring με ή χωρίς προεξόφληση, κατά την οποία κριτήριο είναι ο χρόνος εξόφλησης των απαιτήσεων από τον πράκτορα, αφού αν ο χρόνος αυτός συμφωνηθεί να είναι μεταγενέστερος της εκχώρησης και συγκεκριμένα όταν θα καταστούν απαιτητές οι εκχωρηθείσες αξιώσεις, τότε δεν υπάρχει προεξόφληση, ενώ αν, αντιθέτως, συμφωνηθεί ότι ο πράκτορας θα εξοφλήσει στον προμηθευτή τις εκχωρηθείσες απαιτήσεις, πριν να τις εισπράξει από τους οφειλέτες του προμηθευτή, θα πρόκειται για σύμβαση factoring με προεξόφληση, δ) εισαγωγική ή εξαγωγική σύμβαση factoring, αναλόγως του αν η εκχωρούμενη απαίτηση οφείλεται από πρόσωπο που κατοικεί στην Ελλάδα ή στην αλλοδαπή και ε) διαχειριστική σύμβαση factoring, κατά την οποία ελλείπει η χρηματοδοτική και εξασφαλιστική λειτουργία και ο πράκτορας αναλαμβάνει τη διαχείριση, λογιστική παρακολούθηση και είσπραξη των απαιτήσεων του προμηθευτή.

Στην τελευταία αυτή περίπτωση (διαχειριστικό factoring), που προβλέπεται ρητά στο άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 1905/1990 (με την μορφή κυρίως της εξουσιοδότησης προς είσπραξη απαιτήσεων) και έχει ευρεία εφαρμογή στην πράξη, η σύμβαση πρακτορείας εξυπηρετεί αποκλειστικά "διαχειριστικούς" σκοπούς, υπό την έννοια ότι ο πράκτορας, έχοντας την αναγκαία οργανωτική δομή, μπορεί να αναλάβει τη διαχείριση, λογιστική παρακολούθηση και την είσπραξη των απαιτήσεων, απαλλάσσοντας τον προμηθευτή τόσο από τις δαπάνες όσο και από τον χρόνο που απαιτείται συχνά για τον σκοπό αυτόν, παρακρατώντας για τις υπηρεσίες αυτές ως αμοιβή ένα ποσοστό επί των απαιτήσεων.

Με τον τρόπο αυτόν παρέχεται ικανή βοήθεια στους επιχειρηματίες να αφοσιώνονται στα κύρια καθήκοντά τους, της παραγωγής και της διάθεσης των προϊόντων τους, αφήνοντας την λοιπή, μη παραγωγική εργασία, στον πράκτορα. Στην περίπτωση, όμως, του "διαχειριστικού factoring", με τη μορφή της εξουσιοδότησης προς είσπραξη, διαχείρισης και λογιστικής παρακολούθησης των απαιτήσεων, δεν εκχωρούνται οι υπό πρακτόρευση απαιτήσεις στον πράκτορα, αλλά παραχωρείται σ' αυτόν μόνο η εξουσία να τις εισπράξει ο τελευταίος, στο δικό του όνομα, από τον οφειλέτη, αλλά για λογαριασμό του εξουσιοδοτούντος, ο οποίος διατηρεί την ιδιότητα του δικαιούχου (φορέα) των απαιτήσεων, χωρίς να επέρχεται μεταβολή των υποκειμένων της έννομης σχέσης.

Συνεπώς, με τη σύμβαση διαχειριστικού factoring, ο πράκτορας δικαιούται, απλώς, να προβεί στην είσπραξη της απαίτησης, χωρίς να την αποκτά. Πρόκειται, δηλαδή, για ένα συμβατικό μόρφωμα που προσομοιάζει με την έμμεση αντιπροσώπευση, με την οποία παρέχεται στον έμμεσο αντιπρόσωπο η εξουσία να εισπράξει ορισμένη απαίτηση του αντιπροσωπευόμενου στο δικό του όνομα αλλά για λογαριασμό του τελευταίου (ΑΠ 121/2023, ΑΠ 2099/2022).

Περαιτέρω, στους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση των οποίων ιδρύει τον από το άρθρο 559 παρ. 1 προβλεπόμενο λόγο, περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 Α.Κ, με τους οποίους ορίζεται ότι κατά την ερμηνεία της δήλωσης βουλήσεως αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις, και ότι οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη.

Οι γενικοί αυτοί ερμηνευτικοί κανόνες εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που υφίσταται κενό στη σύμβαση και γενικά σε μονομερή δικαιοπραξία ή γεννάται αμφιβολία ως προς το περιεχόμενο των δηλώσεων βουλήσεως. Παραβιάζονται δε οι διατάξεις των άρθρων αυτών όταν το δικαστήριο της ουσίας, είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του δέχθηκε ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας, είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, καίτοι αναιρετικά ανέλεγκτα επίσης, διαπίστωσε ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των ως άνω διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ (ΑΠ 1316/2022, ΑΠ 1111/2021 ΑΠ 862/2020, ΑΠ 45/2019).

Η διαπίστωση από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία ναι μεν μπορεί να μην αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αρκεί όμως να προκύπτει και έμμεσα από αυτή, όπως συμβαίνει όταν, παρά την έλλειψη σχετικής διαπίστωσης στην απόφαση ή ακόμη και παρά τη ρητή διαβεβαίωση της ανυπαρξίας της, το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, γεγονός που αποκαλύπτει ακριβώς ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων, που το ανάγκασαν να καταφύγει στη συμπλήρωση ή, ανάλογα, στην ερμηνεία τους (ΑΠ 220/2016).

Όταν όμως η δηλωθείσα βούληση είναι πλήρης και σαφής και δεν καταλείπεται αμφιβολία για το περιεχόμενο της, τότε δεν υφίσταται περίπτωση προσφυγής στους προαναφερόμενους κανόνες, για την αναζήτηση της αληθινής δηλωθείσας βούλησης των μερών, στο πλαίσιο ερμηνείας του σχετικού συμβατικού όρου (ΟλΑΠ 324/1978, ΑΠ 482/2010, ΑΠ 1316/2022).

Η διαπίστωση πάντως από το δικαστήριο της υπάρξεως ή μη κενού ή αμφιβολίας ανάγεται στην ουσία και δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο. Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο αναιρετικός αυτός λόγος πρέπει να επικαλείται ο αναιρεσείων ότι το δικαστήριο της ουσίας, ενώ διαπίστωσε ευθέως ή εμμέσως την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις των συμβαλλομένων δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες ή καίτοι δεν είχε διαπιστώσει κενό, παρά ταύτα, προσέφυγε στους ανωτέρω ερμηνευτικούς κανόνες (ΑΠ 1316/2022, ΑΠ 1111/2021, ΑΠ 45/2019).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, επικαλούμενο ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις του Ν.1905/1990, Ν. 2362/95 και τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών (173 και 200 ΑΚ), διότι δέχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη είναι δικαιούχος των ένδικων απαιτήσεων και νομιμοποιείται για την διεκδίκησή τους, ενώ αποκλειστική δικαιούχος των απαιτήσεων αυτών και μόνη νομιμοποιούμενη για τη διεκδίκησή τους, είναι η πράκτορας ...", στην οποία η αναιρεσίβλητη είχε εκχωρήσει τις απαιτήσεις αυτές, δύναμει σύμβασης πρακτορείας.

Το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό λόγο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : "Η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "...", η οποία δραστηριοποιούνταν στην εμπορία ιατρικών ειδών, αναλώσιμου ιατροφαρμακευτικού υλικού σε πελάτες της, δημόσια και ιδιωτικά νοσοκομεία, συνήψε κατά το χρονικό διάστημα από 8.7.2009 έως 3.12.2010 διαδοχικές συμβάσεις πώλησης, δυνάμει των οποίων προμήθευσε με εξειδικευμένο ιατρικό - φαρμακευτικό υλικό της εμπορίας της, προς χειρουργική κυρίως χρήση, τις αναφερόμενες στην αρχή της παρούσας Νοσοκομειακές μονάδες όλων των όπλων του Ελληνικού Στρατού που υπάγονται στα Γενικά Επιτελεία και αυτά στον Υπουργό Άμυνας, ως εκπρόσωπο του ..., οι οποίες συνάφθηκαν χωρίς την τήρηση της διαδικασίας των δημοσίων συμβάσεων προμηθείας, αλλά κατόπιν αποφάσεων των διοικούντων αυτά οργάνων και κατόπιν παραγγελιών των μονάδων για την κάλυψη των αναγκών, συγκεκριμένων κάθε φορά ασθενών τους, μνεία των οποίων γίνεται σε ένα έκαστο των κάτωθι αναφερόμενων και επισυναπτομένων στην αγωγή Τιμολογίων-δελτίων αποστολής, που εκδόθηκαν για τις εν λόγω πωλήσεις από την πωλήτρια, αντί συνολικού τιμήματος αυτών (262.628,37) ευρώ συμπεριλαμβανομένου του αναλογούντος για κάθε είδος ΦΠΑ που αναγράφεται στα τιμολόγια αυτά και πληρωτέου κατά τα αναγραφόμενα στο σώμα αυτών, είτε επί πιστώσει εντός ενενήντα ημερών από της εκδόσεώς τους, είτε χωρίς πίστωση.

Όλα δε τα πωληθέντα είδη της ανωτέρω προμηθεύτριας εταιρίας ..., τα οποία αναγράφονται λεπτομερώς κατ' είδος, κωδικό, ασθενή για τον οποίον προορίζονταν, ποσότητα, τιμή μονάδος, συνολική αξία αυτών, προ και μετά ΦΠΑ, στα κατωτέρω αναλυτικά παρατιθέμενα τιμολόγια, παραδόθηκαν έγκαιρα στα ανωτέρω στρατιωτικά Νοσοκομεία που παρήγγειλαν αυτά, στην έδρα καθενός εξ αυτών, παραλήφθηκαν δε από αυτά ανεπιφύλακτα και αναντίρρητα και έχουν ήδη χρησιμοποιηθεί κατά τον προορισμό τους, στους ασθενείς για τους οποίους παραγγέλθηκαν εξαρχής, πράγμα που ουδέποτε αμφισβήτησαν τα Νοσοκομεία που παρέλαβαν αυτά διά των εξουσιοδοτηθέντων προς τούτο υπαλλήλων τους, τα οποία υπογράφουν κατά την παραλαβή τους, κατόπιν ποσοτικού και ποιοτικού ελέγχου τους, επί του σώματος ενός εκάστου εκ των τιμολογίων αυτών.

Ειδικότερα, για τις ένδικες συμβάσεις πώλησης εκδόθηκαν από την ανωτέρω πωλήτρια ανώνυμη εταιρία "...", τα κάτωθι τιμολόγια πώλησης- δελτία αποστολής αυτής, που φέρουν τις υπογραφές των κάθε φορά παραλαβόντων αυτά υπαλλήλων των ανωτέρω Νοσοκομείου: (ακολουθεί η περιγραφή των τιμολόγιων). Ακολούθως αποδείχθηκε ότι η ανωτέρω πωλήτρια εταιρία, στα πλαίσια χρηματοδότησης της εμπορίας της, συνήψε στις 22.5.2009 με την ενάγουσα Τράπεζα "... ..." (αναιρεσίβλητη) την υπ' αριθ. 22.5.2009 σύμβαση πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, δυνάμει της οποίας η ενάγουσα Τράπεζα της παρείχε πίστωση μέχρι του ποσού αρχικά των (2.000.000) ευρώ, η οποία εν συνεχεία δυνάμει της μεταξύ τους συναφθείσας σύμβασης αυξήσεως πιστώσεως, αυξήθηκε κατά το ποσό των (100.000) ευρώ και ανήλθε συνολικά στο ποσό των 2.100.000) ευρώ.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα πιστώτρια Τράπεζα (αναιρεσίβλητη), προς εξασφάλιση της ανωτέρω χρηματοδότησης της πιστούχου εταιρίας, που είχε συνομολογηθεί μεταξύ τους με την ένδικη σύμβαση πίστωσης μετά της αυξητικής πράξης της, συνήψε μαζί της, καθώς και με την εκ τρίτου συμβαλλόμενη ανώνυμη εταιρία πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων με την επωνυμία "... ... ...", δύο συμβάσεις Ενεχυράσεως Απαιτήσεων και Διαχείρισης Ενεχυραζόμενων απαιτήσεων, μετά των συνοδευόντων αυτές παραρτημάτων τους, με βάση τις οποίες συμφωνήθηκε η εκχώρηση λόγω ενεχύρου από την πιστούχο εταιρία, ως ενεχυράστρια, στην ενάγουσα (αναιρεσίβλητη), ως ενεχυρούχο δανείστρια Τράπεζα, μεταξύ των άλλων και όλων των απαιτήσεων των προερχόμενων από τις ανωτέρω συμβάσεις προμήθειας-πώλησης αγαθών μεταξύ της πιστούχου εταιρίας και των αναφερόμενων στην αρχή της παρούσας Στρατιωτικών Νοσοκομείων, για τις οποίες εκδόθηκαν τα ανωτέρω αναφερόμενα αναλυτικά ένδικα τιμολόγια πώλησης.

Συγκεκριμένα με καθεμία από τις ανωτέρω συμβάσεις μετά των παραρτημάτων τους, εκχωρήθηκαν λόγω ενεχύρου στην πιστώτρια Τράπεζα, οι εξής απαιτήσεις της πωλήτριας εταιρίας που περιέχονται για καθεμία τους στα κάτωθι από τα ανωτέρω παρατιθέμενα τιμολόγια της ενεχυράστριας. Εξάλλου με τις ίδιες ως άνω συμβάσεις εκχώρησης συνομολογήθηκε, ότι η ανωτέρω εκ τρίτου συμβαλλόμενη εταιρία "... ... ...", ως πράκτορας θα διενεργούσε την είσπραξη, διαχείριση και λογιστική παρακολούθηση των ως άνω ενεχυραζομένων απαιτήσεων και ότι θα ήταν αποκλειστικά αρμόδια για την είσπραξη αυτών στο όνομά της, αλλά για λογαριασμό της ενάγουσας Τράπεζας, των ενεχυραζομένων απαιτήσεων, ενώ σύμφωνα με το άρθρο 6.03 των συμβάσεων συμφωνήθηκε μεταξύ των συμβαλλομένων μερών ότι οι οφειλέτες θα καταβάλουν νομίμως μόνο στην ανωτέρω πράκτορα "... ... ..." και όχι στην ενεχυράστρια - πιστούχο εταιρία.

Παράλληλα, όμως, στο άρθρο 3 των ανωτέρω συμβάσεων διατηρήθηκε ρητά το δικαίωμα υπέρ της εκκαλούσας- ενεχυρούχου δανείστριας τράπεζας, οποτεδήποτε και ανεξάρτητα από το ληξιπρόθεσμο ή όχι των ασφαλιζομένων με τις συμβάσεις αυτές απαιτήσεων, να εισπράττει μόνη σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 6 των συμβάσεων, χωρίς οποιαδήποτε άλλη διατύπωση και χωρίς τη μεσολάβηση της ενεχυράστριας, τις ενεχυραζόμενες απαιτήσεις και να φέρει το προϊόν αυτών, μετά την αφαίρεση των εξόδων οποιασδήποτε φύσεως, σε πίστωση του λογαριασμού από ασφαλιζόμενες απαιτήσεις κατά την ελεύθερη κρίση της.

Με βάση τα ανωτέρω, επομένως, καθίσταται προφανές ότι κατά τα ανωτέρω συμφωνηθέντα μεταξύ των ως άνω συμβαλλομένων μερών και ενόψει της ρητής αναφοράς στο άρθρο 8.02 της ένδικης σύμβασης στις διατάξεις του ν.δ. της 17ης Ιουλίου/13ης Αυγούστου 1923 "περί ειδικών διατάξεων επί Ανωνύμων εταιριών", το Ν.1905/1990 και τη λοιπή περί πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων νομοθεσίας, καταρτίστηκε μεταξύ αυτών σύμβαση εκχώρησης λόγω ενεχύρου και σύμβαση πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων.

Με την τελευταία δε σύμβαση πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων ο προμηθευτής, δηλαδή η εκκαλούσα ανώνυμη τραπεζική εταιρία, χωρίς να εκχωρήσει στον πράκτορα "... ... ...", τις ένδικες απαιτήσεις, εξουσιοδότησε αυτόν να προβεί στην είσπραξή τους (βλ. άρθρο 1 παρ. 2 εδ. β του Ν. 1905/1990), η ίδια δε παρέμεινε αποκλειστική δικαιούχος των ανωτέρω απαιτήσεων, για λογαριασμό και στο όνομα της οποίας θα διενεργούνταν η είσπραξη από τον ανωτέρω πράκτορα".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμο τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποίησης της αναιρεσίβλητης. Με αυτά που δέθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 του Ν. 1905/1990, 455 του ΑΚ και 35, 36, 39, 44, 47 του ν.δ.

της 17-7/13-8-1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών", σε συνδυασμό με αυτήν του άρθρου 68 ΚΠολΔ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, καθόσον η επίδικη σύμβαση πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων, είχε ως περιεχόμενο, κατά τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα και χωρίς τη διαπίστωση κενού ή ασάφειας στου όρους της ώστε να χωρήσει ερμηνεία ή συμπλήρωσή τους με προσφυγή στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ- την ανάθεση από την αναιρεσίβλητη στην εταιρία ..." της είσπραξης, διαχείρισης και λογιστικής παρακολούθησης των εν λόγω απαιτήσεων στο όνομά της, αλλά για λογαριασμό της αναιρεσίβλητης, χωρίς να εκχωρήσει η αναιρεσίβλητη στην ως άνω πράκτορα τις ένδικες απαιτήσεις, και επομένως, η ένδικη σύμβαση πρακτορείας είχε τον χαρακτήρα σύμβασης "διαχειριστικού factoring", με τη μορφή της εξουσιοδότησης προς είσπραξη, διαχείρισης και λογιστικής παρακολούθησης των υπό πρακτόρευση απαιτήσεων, με συνέπεια, τη μη εκχώρηση των εν λόγω απαιτήσεων στην ανωτέρω πράκτορα, αλλά την παραχώρηση σ' αυτήν μόνον της εξουσίας να προβεί η ίδια στην είσπραξή τους από τον οφειλέτη, στο δικό της όνομα, αλλά για λογαριασμό της εξουσιοδοτούσας αναιρεσείουσας τράπεζας, η οποία έτσι διατήρησε την ιδιότητα της δικαιούχου (φορέως) των επίδικων απαιτήσεων, χωρίς να επέλθει μεταβολή των υποκειμένων της έννομης σχέσης, και, συνακόλουθα, νομιμοποιείται ενεργητικά προς δικαστική επιδίωξη των απαιτήσεων αυτών.

Επομένως ο δεύτερος, από τον αρ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος της αίτησης αναίρεσης με τον οποίο το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της παραβίασης των προαναφερόμενων κανόνων ουσιαστικού δικαίου, είναι αβάσιμος.

Με το άρθρο 26 του Ν.1882/1990 "Μέτρα για την περιστολή της φοροδιαφυγής, διαρρυθμίσεις στην άμεση και έμμεση φορολογία και άλλες διατάξεις", όπως ο τίτλος του αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 25 του Ν.2648/1998 ("Αποδεικτικό ενημερότητας για χρέη και φορολογικές υποχρεώσεις προς το Δημόσιο"), η παρ. 1 αυτού συμπληρώθηκε με την παρ. 2, και η παρ. 3 αντικαταστάθηκε με την παρ. 3 του άρθρου 25 του ίδιου ως άνω Ν.2648/1998 και συμπληρώθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 18 του Ν. 2753/1998, ορίζονται τα εξής: "1.

Με αποφάσεις του Υπουργού των Οικονομικών, που δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, επιτρέπεται να επιβάλλονται κατά οφειλετών, που δεν έχουν εκπληρώσει τις από οποιαδήποτε αιτία οφειλές τους προς το Δημόσιο, περιορισμοί και απαγορεύσεις, που ανάγονται στις κάθε φύσεως συναλλαγές, πράξεις ή ενέργειες αυτών είτε με τους ιδιώτες, είτε με το Δημόσιο, δήμους κοινότητες, νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου,... 2.

Ως συναλλαγή, πράξη ή ενέργεια, κατά την παράγραφο 1 του παρόντος, νοείται ενδεικτικώς: α) Η είσπραξη χρημάτων, β)...

3. H εκπλήρωση των υποχρεώσεων προς το Δημόσιο, κατά τις διατάξεις της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, αποδεικνύεται με αποδεικτικό ενημερότητας που εκδίδεται από τον προϊστάμενο της αρμόδιας Δ.O.Y. και χορηγείται εφόσον ο αιτών: α) έχει υποβάλει τις δηλώσεις... και β) έχει καταβάλει ή τακτοποιήσει κατά νόμιμο τρόπο με αναστολή πληρωμής ή με διευκόλυνση τμηματικής καταβολής, που έχει χορηγηθεί από τα κατά νόμο αρμόδια όργανα, τις μέχρι τη χρονολογία έκδοσης του αποδεικτικού βεβαιωμένες και ληξιπρόθεσμες οφειλές του προς το Δημόσιο. 4.

Τα της ισχύος του αποδεικτικού, τα τηρητέα βιβλία ή έντυπα, τα του ελέγχου εφαρμογής του μέτρου αυτού, οι τυχόν εξαιρέσεις ή απαλλαγές από την υποχρέωση προσκόμισης του αποδεικτικού, καθώς και κάθε άλλη λεπτομέρεια για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου, καθορίζονται με τις ως άνω κανονιστικές αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών.... 5.... 6.

Για την έκδοση του αποδεικτικού φορολογικής ενημερότητας, που αναφέρεται στην παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου, λαμβάνονται υπόψη και οι οφειλές προς κοινότητες - δήμους και Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση...". Κατ' εφαρμογήν των εξουσιοδοτικών διατάξεων του ως άνω άρθρου 26 του Ν.1882/1990 εκδόθηκε η υπ'αριθμ.2048300/6844-11/0016/19-7-1990 (ΦΕΚ Β' 508/9.8.1990) απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, στο άρθρο 1 παρ. 11 της οποίας ορίζεται ότι "καθίσταται υποχρεωτική η προσκόμιση αποδεικτικού ενημερότητας για την καταβολή εκχωρημένων χρηματικών απαιτήσεων κατά του Δημοσίου τόσο από τον εκχωρητή όσο και από τον εκδοχέα".

Στη συνέχεια, κατ'εφαρμογήν των ιδίων εξουσιοδοτικών διατάξεων του άρθρου 26 του Ν.1882/1990, όπως τροποποιήθηκε, εκδόθηκε η υπ'αριθμ. 1013368/6976/0016/4-2-1999 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών (ΦΕΚ Β 153/23.2.1999), που ισχύει από 1.3.1999, στο άρθρο 1 παρ. 12 της οποίας ορίζεται ότι "καθίσταται υποχρεωτική η προσκόμιση αποδεικτικού ενημερότητας για την καταβολή των συμβατικώς εκχωρημένων χρηματικών απαιτήσεων κατά των φορέων της παρ1 του άρθρου 1 της παρούσας, τόσο από τον εκχωρητή όσο και από τον εκδοχέα ή ενεχυρούχο δανειστή.

Όταν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις χορήγησης αυτού, τα προς είσπραξη χρήματα αποδίδονται στο δημόσιο μέχρι του ύψους της συγκεκριμένης οφειλής κατά τον χρόνο απόδοσης αυτών", ενώ με το άρθρο 10 παρ. 1 της απόφασης αυτής καταργήθηκε η προγενέστερη υπ'αριθμ. 2048300/6811/ 0016/19-7-19908.1990) απόφαση.

Στη συνέχεια εκδόθηκε η υπ' αριθ. 1109793/6134-11/0016/24.11.1999 απόφαση του Υφυπ. Οικονομικών (ΦΕΚ Β 2134/8.12.199), στο άρθρο 1 παρ. 1 εδαφ. τρίτο της οποίας, (όπως το πρώην τέταρτο εδάφιο αυτής αναριθμήκε σε τρίτο, και αντικαταστάθηκε, με την υπ` αριθμ. 1105118/6830-11/0016/5.12.2000 απόφαση του Υφυπ. Οικονομικών, (ΦΕΚ Β' 1575/28.12.2000), με έναρξη ισχύος από 1.12.2000) ορίζεται ότι: "Για την καταβολή των συμβατικώς εκχωρημένων χρηματικών απαιτήσεων κατά των παραπάνω φορέων το αποδεικτικό ενημερότητας προσκομίζεται τόσο από τον εκχωρητή ή ενεχυράσαντα όσο και από τον εκδοχέα.

Στην περίπτωση αυτή η έκδοση αποδεικτικού ενημερότητας του εκχωρητή ή ενεχυράσαντα μπορεί να ζητηθεί και από τον εκδοχέα ή ενεχυρούχο δανειστή στους οποίους χορηγείται, εφόσον συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις. Όταν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις χορήγησης αυτού, λόγω οφειλών, τα προς είσπραξη χρήματα αποδίδονται στο Δημόσιο μέχρι το ύψος της ληξιπρόθεσμης οφειλής", ενώ με το άρθρο 10 παρ. 1 της απόφασης αυτής καταργήθηκε η προγενέστερη υπ' αριθ. 2048300/ 6844-11/0016/9.8.1990 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών (Β' 508/9.8.1990).

Από τις παραπάνω διατάξεις, με τις οποίες επιδιώκεται ο έμμεσος εξαναγκασμός των "αμελών ή δύστροπων" οφειλετών του Δημοσίου προς εξόφληση των ληξιπρόθεσμων οφειλών τους προς το Δημόσιο και κατισχύουν, ως εκ τούτου, ως προς τις εν λόγω οφειλές και τα ρυθμιζόμενα υπ' αυτών σχετικά ζητήματα, των διατάξεων που αφορούν στην εκχώρηση των απαιτήσεων, προκύπτει ότι ως προϋπόθεση για την είσπραξή εκχωρηθείσας απαίτησης κατά του Δημοσίου, τίθεται η προσκόμιση πιστοποιητικού φορολογικής ενημερότητας που βεβαιώνει την ανυπαρξία οφειλών προς το Δημόσιο, τόσο του εκχωρητή όσο και του εκδοχέα, το δε Δημόσιο δεν μπορεί να εξοφλήσει απαίτηση κατ' αυτού, εφόσον ο αρχικός δανειστής (εκχωρητής) έχει χρέη προς το Δημόσιο και νομίμως αρνείται την καταβολή της απαιτήσεως αυτής, την οποία (ολόκληρη ή τμήμα της) αποδίδει απευθείας, προς εξόφληση των προς αυτό οφειλών, στο Δημόσιο ταμείο (ΣτΕ 3765/2013).

Κρίσιμος χρόνος για την προσκόμιση του αποδεικτικού φορολογικής ενημερότητας είναι κατά ρητή διάταξη του νόμου ο χρόνος της καταβολής της απαίτησης (ΣτΕ 1311/2017, ΣτΕ 179/2014, ΣτΕ 3038/2013), ενώ είναι αδιάφορο αν οι εν λόγω οφειλές βεβαιώθηκαν πριν ή μετά την αναγγελία της εκχώρησης και, κατά μείζονα λόγο, αν οι φόροι ή οι εισφορές και οι καταλογισθείσες σε βάρος του εκχωρητή προσαυξήσεις και πρόστιμα ανάγονται σε προγενέστερα ή μεταγενέστερα της εκχώρησης χρονικά διαστήματα (ΑΠ 1891/2022, ΣτΕ 2645/2020, ΣτΕ 1505/2015, ΣτΕ 179/2014, ΣτΕ3765/2013).

Έτσι, η ικανοποίηση των ανωτέρω εκχωρηθεισών απαιτήσεων γίνεται, υπό την από το νόμο αίρεση ότι κατά το χρόνο απόδοσής τους δεν υπάρχουν εκκρεμείς οφειλές προς το Δημόσιο και του εκχωρητή της απαίτησης (ΑΠ 1891/2022, ΣτΕ 3765/2013, ΣτΕ 3038/3013). Εξάλλου, με το άρθρο 28 παρ. 2 του Ν.3943/2011 (ΦΕΚ Α 66/31.3.2011) με έναρξη ισχύος 31/3/2011, προστέθηκε στο άρθρο 26 του Ν.1882/1990 παράγραφος 9, στην οποία ορίζεται ότι: "Για την καταβολή των εκχωρημένων χρηματικών απαιτήσεων κατά των φορέων που προβλέπονται στην παράγραφο 1 (ΔΟΥ, τελωνεία, δήμους κοινότητες, ν.π.δ.δ....) το αποδεικτικό ενημερότητας προσκομίζεται τόσο από τον εκχωρητή ή ενεχυράσαντα, όσο και από τον εκδοχέα ή ενεχυρούχο δανειστή.

Αν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για τη χορήγησή του, λόγω οφειλών, τα προς είσπραξη χρήματα αποδίδονται στο Δημόσιο μέχρι του ύψους της βεβαιωμένης οφειλής κατά το χρόνο της απόδοσης αυτών". Με τις διατάξεις αυτές προβλέφθηκε, το πρώτον, ότι απαιτείται προσκόμιση αποδεικτικού ενημερότητας τόσο από τον εκχωρητή όσο και από τον εκδοχέα και στην περίπτωση που η εκχωρημένη απαίτηση ήταν απαίτηση κατά ν.π.δ.δ, ενώ πριν την εισαγωγή του ως άνω νόμου, απαιτείτο πισιτοποιητικό ενημερότητας και του εκχωρητή και του εκδοχέα, μόνο στην περίπτωση που οι εκχωρηθείσες απαιτήσεις ήταν απαιτήσεις κατά του Δημοσίου, ενώ αν ήταν κατά ν.π.δ.δ απαιτείτο πιστοποιητικό ενημερότητας μόνο του εκδοχέα.

Η παραπάνω επομένως ρύθμιση (εισαχθείσα το πρώτον με τον Ν.3943/2011) αποκτά σημασία για την περίπτωση που η εκχωρηθείσα απαίτηση ήταν κατά ν.π.δ.δ και όχι όταν ήταν κατά του Δημοσίου, αφού στην τελευταία αυτή περίπτωση απαιτείτο και πριν την εισαγωγή του παραπάνω νόμου πιστοποιητικό φορολογικής ενημερότητας τόσο του εκχωρητή όσο και του εκδοχέα.

Στην προκειμένη περίπτωση, εφόσον η εκχωρηθείσα απαίτηση είναι κατά του Δημοσίου, απαιτείτο για την καταβολή της, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, η προσκομιδή πιστοποιητικού φορολογικής ενημερότητας του εκχωρητή, σε περίπτωση δε που υπήρχαν, κατά το χρόνο της καταβολής εκκρεμείς οφειλές αυτού (εκχωρητή) και το Δημόσιο συμψήφιζε των εκχωρηθείσα απαίτηση με την βεβαιωθείσα οφειλή προς αυτό του εκχωρητή, απαλλασσόταν, από την υποχρέωση που υπείχε κατά το ν.δ.

της 17.7/13.8.1923, έναντι του εκδοχέα της απαίτησης και δεν όφειλε να καταβάλει το ποσό της απαίτησης και στον εκδοχέα (ΑΠ 151/2020, ΣτΕ 1311/2017, ΣτΕ 179/2014), ακόμα κι αν η βεβαίωση της οφειλής έγινε μετά την αναγγελία της εκχώρησης (ΑΠ 1891/2022). Το αναιρεσείον προέβαλε στο Εφετείο την και πρωτοδίκως προταθείσα ένσταση περί ελευθερώσεώς του από την υποχρέωσή του για καταβολή στην αναιρεσίβλητη της εκχωρηθείσας σε αυτήν απαίτησης, από τις προμήθειες ιατρικού υλικού του 424 ΓΣΝΕ, επικαλούμενο, ότι κατά τον χρόνο καταβολής/απόδοσης της απαίτησης αυτής, η εκχωρήτρια εταιρεία "...

AE" δεν ήταν φορολογικά ενήμερη, υφισταμένων εκκρεμών οφειλών αυτής προς την ΔΟΥ ΦΑΕ (96.932,64 ευρώ) και προς τον Δ. Χ. (8.000 ευρώ), που είχε επιβάλλει κατάσχεση εις χείρας του 424 ΓΣΝΑ δυνάμει δικαστικής απόφασης και ότι αυτό (αναιρεσείον) απέδωσε τα εν λόγω ποσά στους παραπάνω. Το Εφετείο απέρριψε την ειρημένη ένσταση ως εξής : "Ο ισχυρισμός αυτός, πέραν του ότι αλυσιτελώς προβάλλεται στην παρούσα δίκη, που αφορά καταψήφιση υποχρέωσης και όχι σε δίκη περί την καταβολή καταψηφισθείσας, αφού μόνο κατά τον χρόνο της καταβολής μπορεί κατά την ανωτέρω διάταξη να αξιωθεί η ύπαρξη φορολογικής ενημερότητας, θα πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι αυτός προβάλλεται τελείως αόριστα, χωρίς να αναφέρεται πότε βεβαιώθηκαν ή κατέστησαν ληξιπρόθεσμα τα ανωτέρω χρέη της εκχωρήτριας ανώνυμης εταιρείας αφού το δημόσιο θα μπορούσε ενδεχομένως να αρνηθεί στην εκδοχέα της ένδικης απαίτησης την πληρωμή της εκχωρηθείσας απαίτησης από τα ένδικα τιμολόγια μόνο όμως εφόσον και στο μέτρο που οι ανωτέρω αξιώσεις είχαν καταστεί ληξιπρόθεσμες σε προγενέστερο της αναγγελίας των ενδίκων απαιτήσεων χρόνο".

Έτσι, όμως, που έκρινε το Εφετείο, απορρίπτοντας την παραπάνω ένσταση του αναιρεσείοντος, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1254, 416 ΑΚ, 35, 36, 39, 44, 47 του ν.δ/τος 17.7/13.8.1923, 26 του Ν.1882/1990, και των κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδοθεισών αποφάσεων του Υπουργού Οικονομίας, καθόσον υπό τα εκτιθέμενα προς θεμελίωση της ενστάσεως αυτής ως άνω πραγματικά περιστατικά και δη ότι κατά τον χρόνο της καταβολής της απαίτησης, η προμηθεύτρια του αναιρεσείοντος εταιρία "ΒΙOCORE", η οποία είχε εκχωρήσει την απαίτηση αυτή στην αναιρεσίβλητη, δεν ήταν φορολογικά ενήμερη και ότι το αναιρεσείον απέδωσε τα οφειλόμενα ποσά, με απευθείας καταβολή στη ...

και στον Δ.Χ. προς εξόφληση των παραπάνω οφειλών της εκχωρήτριας, συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των παραπάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, διότι, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, εφόσον κατά το χρόνο της καταβολής (από το Δημόσιο προς την εκδοχέα) της εκχωρούμενης απαίτησης, υπήρχαν εκκρεμείς οφειλές της εκχωρήτριας προς το Δημόσιο και το τελευταίο απέδωσε (στο δημόσιο ταμείο) μέρος της εκχωρηθείσας απαίτησης προς απόσβεση των οφειλών αυτών, απαλλάχθηκε από την υποχρέωση να καταβάλει το ποσό αυτό και στην εκδοχέα (αναιρεσίβλητη), με αποτέλεσμα να θεμελιώνεται η σχετική ένσταση απαλλαγής αυτού από την ως άνω υποχρέωση.

Είναι δε αδιάφορη η αιτία της οφειλής προς το Ελληνικό Δημόσιο και αν οι οφειλές αυτές βεβαιώθηκαν πριν ή μετά την παραπάνω ενεχυρίαση ή την αναγγελία, ενώ, εξάλλου, το επιλεγέν από το νομοθέτη μέτρο της απόδοσης στο Ελληνικό Δημόσιο, αποτελεί πρόσφορο και αναγκαίο μέσο για την ικανοποίηση του επιδιωκόμενου διά των ανωτέρω διατάξεων σκοπού δημόσιου συμφέροντος, και δεν αντίκεται προς την αρχή της αναλογικότητας και της ίσης μεταχείρισης ούτε συνιστά παραβίαση των περιουσιακών της δικαιωμάτων και της οικονομικής ελευθερίας της αναιρεσίβλητης (ΑΠ 1891/2022).

Επομένως, ο τρίτος λόγος της αναίρεσης, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον άριθμ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι βάσιμος. Περαιτέρω, το Εφετείο, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "...", η οποία δραστηριοποιούνταν στην εμπορία ιατρικών ειδών, αναλώσιμου ιατροφαρμακευτικού υλικού σε πελάτες της, δημόσια και ιδιωτικά νοσοκομεία, συνήψε κατά το χρονικό διάστημα από 8.7.2009 έως 3.12.2010 διαδοχικές συμβάσεις πώλησης, δυνάμει των οποίων προμήθευσε με εξειδικευμένο ιατρικό - φαρμακευτικό υλικό της εμπορίας της, προς χειρουργική κυρίως χρήση (μπαλόνια κλπ συναφή είδη), τις αναφερόμενες στην αρχή της παρούσας Νοσοκομειακές μονάδες όλων των όπλων του Ελληνικού Στρατού που υπάγονται στα Γενικά Επιτελεία και αυτά στον Υπουργό Άμυνας, ως εκπρόσωπο του ..., οι οποίες συνάφθηκαν χωρίς την τήρηση της διαδικασίας των δημοσίων συμβάσεων προμηθείας, αλλά κατόπιν αποφάσεων των διοικούντων αυτά οργάνων και κατόπιν παραγγελιών των μονάδων για την κάλυψη των αναγκών, συγκεκριμένων κάθε φορά ασθενών τους, μνεία των οποίων γίνεται σε ένα έκαστο των κάτωθι αναφερόμενων και επισυναπτομένων στην αγωγή Τιμολογίων-δελτίων αποστολής, που εκδόθηκαν για τις εν λόγω πωλήσεις από την πωλήτρια, αντί συνολικού τιμήματος αυτών (262.628,37) ευρώ συμπεριλαμβανομένου του αναλογούντος για κάθε είδος ΦΠΑ που αναγράφεται στα τιμολόγια αυτά και πληρωτέου κατά τα αναγραφόμενα στο σώμα αυτών, είτε επί πιστώσει εντός ενενήντα ημερών από της εκδόσεώς τους, είτε χωρίς πίστωση.

Όλα δε τα πωληθέντα είδη της ανωτέρω προμηθεύτριας εταιρίας ..., τα οποία αναγράφονται λεπτομερώς κατ' είδος, κωδικό, ασθενή για τον οποίον προορίζονταν, ποσότητα, τιμή μονάδος, συνολική αξία αυτών, προ και μετά ΦΠΑ, στα κατωτέρω αναλυτικά παρατιθέμενα τιμολόγια, παραδόθηκαν έγκαιρα στα ανωτέρω στρατιωτικά Νοσοκομεία που παρήγγειλαν αυτά, στην έδρα καθενός εξ αυτών, παραλήφθηκαν δε από αυτά ανεπιφύλακτα και αναντίρρητα και έχουν ήδη χρησιμοποιηθεί κατά τον προορισμό τους, στους ασθενείς για τους οποίους παραγγέλθηκαν εξαρχής, πράγμα που ουδέποτε αμφισβήτησαν τα Νοσοκομεία που παρέλαβαν αυτά διά των εξουσιοδοτηθέντων προς τούτο υπαλλήλων τους, τα οποία υπογράφουν κατά την παραλαβή τους, κατόπιν ποσοτικού και ποιοτικού ελέγχου τους, επί του σώματος ενός εκάστου εκ των τιμολογίων αυτών.

Εξάλλου την κατά παραγγελία των αναγραφόμενων σε καθένα από τα τιμολόγια αυτά στρατιωτικών Νοσοκομείων για τους κατονομαζόμενους σε αυτά ασθενείς τους, την παραλαβή αυτών και την καταλληλότητά τους προς χρήση για το σκοπό για τον οποίο παραγγέλθηκαν και παραλήφθηκαν αυτά ανεπιφύλακτα και αναντίρρητα και έχουν ήδη χρησιμοποιηθεί κα κατά τον προορισμό τους, πράγμα που δεν αμφισβήτησε ουσιαστικά ούτε το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, στα πλαίσια της παρούσας δίκης, με τρόπο ρητό και ειδικό για ένα έκαστο εξ αυτών, κατά τρόπο ώστε συνάγεται κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου σιωπηρή ομολογία του περί τούτου.

Ειδικότερα για τις ένδικες συμβάσεις πώλησης εκδόθηκαν από την ανωτέρω πωλήτρια ανώνυμη εταιρία "...", τα κάτωθι τιμολόγια πώλησης- δελτία αποστολής αυτής, που φέρουν τις υπογραφές των κάθε φορά παραλαβόντων αυτά υπαλλήλων των ανωτέρω Νοσοκομείου: Α) Για το Ναυτικό Νοσοκομείο Αθηνών: .... (ακολουθει η περιγραφή 114 τιμολογίων) Β).

Για το (251) Γενικό Νοσοκομείο Αεροπορίας (Γ.Ν.Α.): ... .... (ακολουθεί η περιγραφή 4 τιμολογίων) Γ) Για το (401) Γενικό Στρατιωτικό Νοσοκομείο (Γ.Σ.Ν.): ...(ακολουθεί η περιγραφή 29 τιμολογίων) και Δ) Για το (424) Γενικό Στρατιωτικό Νοσοκομείο (Γ.Σ.Ν.Ε) Θεσσαλονίκης:... ......(ακολουθεί η περιγραφή 5 τιμολόγιων). Περαιτέρω από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα προέκυψε ότι όλες οι ανωτέρω καταρτισθείσες συμβάσεις πώλησης, ήταν, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στις οικείες μείζονες σκέψεις της παρούσας, έγκυρες, καθόσον για μεν τις πωλήσεις των οποίων η αναγραφόμενη στο αντίστοιχο τιμολόγιο αξία δεν υπερέβαινε το ποσό των (2.500) ευρώ, δεν απαιτείτο για την έγκυρη κατάρτισή τους ούτως ή άλλως έγγραφος τύπος, για δε τις λοιπές, των οποίων η αναγραφόμενη στο αντίστοιχο τιμολόγιο αξία υπερέβαινε το ποσό των (2.500) ευρώ, για όσες από αυτές είχε προηγηθεί έγγραφη παραγγελία -πρόταση προς σύναψή τους, η έλλειψη εγγράφου τύπου ως προς την αποδοχή αυτών, καλύφθηκε με την εκ των υστέρων από πλευράς πωλήτριας εταιρίας εκπλήρωση της σύμβασης, με την παράδοση των πωληθέντων εμπορευμάτων.

Εξάλλου λόγω της φύσης των ειδών στα οποία αφορούσαν οι ενλόγω πωλήσεις, τα οποία ήσαν εξατομικευμένα για τις ανάγκες του κατονομαζόμενου ρητά στις παραγγελίες και στα αντίστοιχα τιμολόγια ασθενούς, δεν ήταν, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στην οικεία μείζονα σκέψη της παρούσας, αναγκαία για την εγκυρότητά τους η προηγούμενη διενέργεια μειοδοτικού διαγωνισμού με βάση το νόμο περί προμηθειών δημοσίου ή ακόμα και περί των Νοσοκομείων των υπαγομένων στο Ε.Σ.Υ.

Σε κάθε δε περίπτωση, οποιαδήποτε ακυρότητα αυτών των συμβάσεων, είτε λόγω έλλειψης εγγράφου τύπου αυτών, είτε λόγω σύναψής τους με απευθείας ανάθεση, χωρίς την προηγούμενη διενέργεια σχετικού δημόσιου διαγωνισμού, εφόσον είχαν όλες εκτελεστεί και καταστεί ληξιπρόθεσμες μέχρι και τις 31.12.2011, καλύφθηκε με την εκ των υστέρων νομιμοποίηση τους με την ανωτέρω αναφερόμενη στην οικεία μείζονα σκέψη διάταξη του άρθρου 1 παρ.

Γ υποπαράγραφο Γ2 του Ν. 4093/2012, που κατέστησε αυτές εξυπαρχής έγκυρες και απαιτητό το εξ αυτών οφειλόμενο τίμημα με βάση την συμβατική ενοχή". Όπως προκύπτει από το ως άνω εκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχθηκε ότι οι ένδικες συμβάσεις πώλησης είναι έγκυρες με διπλή επάλληλη (κύρια και επικουρική) αιτιολογία, ήτοι κατά μεν την κύρια αιτιολογία, διότι για τις πωλήσεις των οποίων η αναγραφόμενη στο αντίστοιχο τιμολόγιο αξία δεν υπερέβαινε το ποσό των (2.500) ευρώ, δεν απαιτείτο για την έγκυρη κατάρτισή τους έγγραφος τύπος, για δε τις λοιπές, των οποίων η αναγραφόμενη στο αντίστοιχο τιμολόγιο αξία υπερέβαινε το ποσό των (2.500) ευρώ, η έλλειψη εγγράφου τύπου, ως προς την αποδοχή αυτών, καλύφθηκε με την εκ των υστέρων από πλευράς πωλήτριας εταιρίας εκπλήρωση της σύμβασης, με την παράδοση των πωληθέντων εμπορευμάτων και διότι λόγω της φύσης των ειδών στα οποία αφορούσαν οι πωλήσεις, δεν ήταν αναγκαία για την εγκυρότητά τους η προηγούμενη διενέργεια μειοδοτικού διαγωνισμού, κατά δε τη δεύτερη (επικουρική) αιτιολογία, διότι οποιαδήποτε τυχόν ακυρότητα των συμβάσεων για τις προμήθειες φαρμάκων των στρατιωτικών νοσοκομείων, οι οποίες εκτελέσθηκαν μέχρι 31/12/2011, κατέστησαν έγκυρες κατά νομοθετική βούληση (άρθρ.1 παρ.

Γ2 του 4093/2012), καθεμιά δε από τις ως άνω αιτιολογίες στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της απόφασης. Από τις διατάξεις των άρθρων 68 και 556 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για το παραδεκτό των λόγων της αναίρεσης, πρέπει ο αναιρεσείων να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλόμενη απόφαση, ένεκα σφάλματος που αναφέρεται στον αναιρετικό λόγο.

Έτσι, στην περίπτωση που το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες (κύριες ή επικουρικές), πλην όμως η μία από αυτές δεν πλήττεται ή πλήττεται ανεπιτυχώς, ήτοι δεν τελεσφορεί, οι λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προσβάλλεται η άλλη αιτιολογία, είναι αλυσιτελείς, γιατί οι προσβαλλόμενες πλημμέλειες δεν επιδρούν στο διατακτικό της αποφάσεως, το οποίο στηρίζεται αυτοτελώς από την ή τις μη πληττόμενες επιτυχώς αιτιολογίες (ΟΛΑΠ 25/2023, ΟΛΑΠ 4/2019, ΑΠ 1461/2022, ΑΠ 136/2022, ΑΠ 475/2021).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η από τον αριθμ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται αιτιολογίας, άλλως διαλαμβάνει ελλιπή και αντιφατική τοιαύτη, ως προς το ζήτημα της εγκυρότητας των επίδικων συμβάσεων πώλησης, καθόσον δεν κατονομάζονται τα διοικούντα το νοσοκομεία πρόσωπα που αποφάσισαν τη σύναψη των συμβάσεων ούτε οι υπάλληλοι που παρέλαβαν τα πωληθέντα εμπορεύματα, ώστε να δύνανται να κριθεί εάν συνέτρεχαν οι όροι για την έγκυρη σύναψη των συμβάσεων πώλησης και ότι εγκύρως δεσμεύτηκαν τα νοσοκομεία από τις συμβάσεις αυτές.

Ο λόγος αυτός, με τον οποίο πλήττεται μόνον η πρώτη επάλληλη (κύρια) αιτιολογία της απόφασης, χωρίς όμως ούτε με τον ίδιο λόγο ούτε με άλλο λόγο αναίρεσης, να πλήττεται (έστω και υπαινικτικώς) η δεύτερη επάλληλη αιτιολογία της απόφασης είναι αλυσιτελής και ως εκ τούτου απαράδεκτος, αφού τυχόν αποδοχή του δεν επηρεάζει το διατακτικό της αποφάσεως, που στηρίζεται αυτοτελώς στην μη πληγείσα με την αναίρεση δεύτερη επάλληλη αιτιολογία.

Επίσης, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: ".... Ειδικότερα, για τις ένδικες συμβάσεις πώλησης εκδόθηκαν από την ανωτέρω πωλήτρια ανώνυμη εταιρία "...", τα κάτωθι τιμολόγια πώλησης- δελτία αποστολής αυτής, που φέρουν τις υπογραφές των κάθε φορά παραλαβόντων αυτά υπαλλήλων των ανωτέρω Νοσοκομείου:

Α) Για το Ναυτικό Νοσοκομείο Αθηνών: .... (ακολουθει η περιγραφή 114 τιμολογίων) Β). Για το (251) Γενικό Νοσοκομείο Αεροπορίας (Γ.Ν.Α.): ... .... (ακολουθεί η περιγραφή 4 τιμολογίων) Γ) Για το (401) Γενικό Στρατιωτικό Νοσοκομείο (Γ.Σ.Ν.): ...(ακολουθεί η περιγραφή 29 τιμολογίων) και Δ) Για το (424) Γενικό Στρατιωτικό Νοσοκομείο (Γ.Σ.Ν.Ε) Θεσσαλονίκης:... ......(ακολουθεί η περιγραφή 5 τιμολόγιων). ....

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα πιστώτρια Τράπεζα (αναιρεσίβλητη), προς εξασφάλιση της ανωτέρω χρηματοδότησης της πιστούχου εταιρίας που είχε συνομολογηθεί μεταξύ τους με την ένδικη σύμβαση πίστωσης μετά της αυξητικής πράξης της, συνήψε μαζί της, καθώς και με την εκ τρίτου συμβαλλόμενη ανώνυμη εταιρία πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων με την επωνυμία "... ... ...", δύο συμβάσεις Ενεχυράσεως Απαιτήσεων και Διαχερίσης Ενεχυραζόμενων απαιτήσεων, μετά των συνοδευόντων αυτές παραρτημάτων τους, με βάση τις οποίες συμφωνήθηκε η εκχώρηση λόγω ενεχύρου από την πιστούχο εταιρία, ως ενευράστρια, στην ενάγουσα (αναιρεσίβλητη), ως ενεχυρούχο δανείστρια Τράπεζα, μεταξύ των άλλων και όλων των απαιτήσεων των προερχόμενων από τις ανωτέρω συμβάσεις προμήθειας- πώλησης αγαθών μεταξύ της πιστούχου εταιρίας και των αναφερόμενων στην αρχή της παρούσας Στρατιωτικών Νοσοκομείων, για τις οποίες εκδόθηκαν τα ανωτέρω αναφερόμενα αναλυτικά ένδικα τιμολόγια πώλησης.

Συγκεκριμένα με καθεμία από τις ανωτέρω - συμβάσεις μετά των παραρτημάτων τους, εκχωρήθηκαν λόγω ενεχύρου στην πιστώτρια Τράπεζα, οι εξής απατήσεις της πωλήτριας εταιρίας που περιέχονται για καθεμία τους στα κάτωθι από τα ανωτέρω παρατιθέμενα τιμολόγια της; ενεχυράστριας: Α) Με την από 28.8.2009 σύμβαση ενεχύρασης, αα) με το παράρτημα 22/28.8.2009 αυτής, εκχωρήθηκαν προς την ενάγουσα οι απαιτήσεις της ενεχυράστριας εταιρίας που περιέχονται και στα ανωτέρω αναφερόμενα υπό στοιχείο (Α) και με αριθμούς 1-30 τιμολόγια, όλα με αντισυμβαλλόμενο αγοραστή το Ναυτικό Νοσοκομείο Αθηνών, συνολικού ποσού αυτών (33.082,85) ευρώ και ββ) Με το παράρτημα 23/7.6.2010 αυτής, εκχωρήθηκαν προς την ενάγουσα οι απαιτήσεις της ενεχυράστριας εταιρίας που περιέχονται και στα ανωτέρω αναφερόμενα υπό στοιχείο (Α) και με αριθμούς από 31 έως και 50 τιμολόγια, όλα με αγοραστή το Ναυτικό Νοσοκομείο Αθηνών, συνολικού ποσού αυτών (20.167,21) ευρώ, Β) Με την από 1.7.2010 σύμβαση ενεχύρασης, αα) με το παράρτημα ΙΑ/1.7.2010 αυτής, εκχωρήθηκαν προς την ενάγουσα οι απαιτήσεις της ενεχυράστριας εταιρίας που περιέχονται στα ανωτέρω αναφερόμενα υπό στοιχείο (Α) και με αριθμούς 51 - 56 τιμολόγια, όλα με αγοραστή το Ναυτικό Νοσοκομείο Αθηνών, συνολικού ποσού αυτών (3.686,39) ευρώ, ββ) με το παράρτημα 28/29.12.2010 αυτής, εκχωρήθηκαν προς την ενάγουσα οι απαιτήσεις της ενεχυράστριας εταιρίας, που περιέχονται: i.

στα ανωτέρω αναφερόμενα υπό στοιχείο (Α) και με αριθμούς 57 - 79 τιμολόγια, με αγοραστή το Ναυτικό Νοσοκομείο Αθηνών και ιι. στα ανωτέρω αναφερόμενα υπό στοιχείο (Β) και με αριθμούς 1-4 τιμολόγια με αγοραστή το 251 Γ.Ν.Α., συνολικού ποσού αυτών (31.728,77) ευρώ και, τέλος, γγ) με το παράρτημα 29/15.2.2011 αυτής, εκχωρήθηκαν προς την ενάγουσα οι απαιτήσεις της ενεχυράστριας εταιρίας που περιέχονται:

ι. στα ανωτέρω αναφερόμενα υπό στοιχείο (Α) και με αριθμούς 80 - 114 τιμολόγια, με αγοραστή το Ναυτικό Νοσοκομείο Αθηνών, ιι. στα ανωτέρω αναφερόμενα υπό στοιχείο (Γ) και με αριθμούς 1-29 τιμολόγια, με αγοραστή το 401 Γ.Σ.Ν.Α., και ιιι. Στα ανωτέρω αναφερόμενα υπό στοιχείο (Δ) και με αριθμούς 1 έως 67 τιμολόγια, με αγοραστή το 424 Γ.Σ.Ν.Ε.

Θεσσαλονίκης, συνολικού ποσού όλων αυτών (173.963,15) ευρώ. ...... Οι ανωτέρω ένδικες συμβάσεις ενεχύρασης απαιτήσεων, μετά των ως άνω παραρτημάτων τους, αναγγέλθηκαν στο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, με κοινοποίησή τους ως εξής: .... (αναφέρονται οι υπηρεσίες εκάστου νοσοκομείου προς τις οποίες επιδόθηκε η αναγγελια της ενεχύρασης και οι αντίστοιχε εκθέσεις επίδοσης)..........

Η ανωτέρω δε γενόμενη αναγγελία των ενδίκων απαιτήσεων ήταν έγκυρη και επέφερε τα εκ του νόμου αποτελέσματά της, που ήταν η μεταβίβαση των ανωτέρω εκχωρούμενων λόγω ενεχύρου απαιτήσεων της ενεχυράστριας εταιρίας προς την ενάγουσα τράπεζα, η οποία έκτοτε κατέστη αποκλειστική δικαιούχος αυτών και εκ του λόγου αυτού, μόνη νομιμοποιούμενη ενεργητικά να επιδιώξει την καταψήφιση του εναγομένου ...

σε καταβολή της και όχι η ενεχυράστρια οφειλέτης, μη διάδικος εν προκειμένω πωλήτρια εταιρία "...", αφού από το διάστημα της κοινοποίησης της αναγγελίας εκχώρησης και μετά, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν σχετικώς στη μείζονα σκέψη της παρούσας, αποκόπηκε κάθε συμβατικός δεσμός του οφειλέτη ..., με την ως άνω εκχωρήτρια αυτών ανώνυμη εταιρία, για τις προμήθειες υλικών των ως άνω υπαγόμενων σε αυτό στρατιωτικών Νοσοκομείων από τα εκχωρούμενα στην πιστούχο τράπεζα τιμολόγια πώλησης στα δικαιώματα της οποίας υπεισήλθε έκτοτε η εκκαλούσα......Το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο προβάλλει ένσταση εξόφλησης με καταβολή κατά το άρθρο 416 ΑΚ, των οφειλών του 401 ΓΣΝΑ και 251 ΓΝΑ δυνάμει των αναφερομένων στις προτάσεις του ενταλμάτων πληρωμής προς την πωλήτρια που έλαβε χώρα από τον 6ο έως και τον 10ο μήνα του έτους 2013.

Ο ισχυρισμός αυτό τυγχάνει απορριπτέος ως μη νόμιμος διότι από την επομένη της αναγγελίας της εκχώρησης λόγω ενεχύρου των ένδικων απαιτήσεων, όπως αυτές περιγράφονται στα ένδικα τιμολόγια πώλησης της ανωτέρω εταιρείας, με τελευταία αναγγελία αυτών να λαμβάνει χώρα το Μάϊο του 2011, αποκόπηκε κάθε συμβατικός δεσμός μεταξύ της πωλήτριας εταιρείας και των ανωτέρω συμβαλλόμενων Νοσοκομείων και μόνη δικαιούχος των απαιτήσεων και επομένως δεκτική καταβολής για τις απαιτήσεις αυτές ήταν η ενάγουσα και όχι η ενεχυράστρια οφειλέτης της ενάγουσας τράπεζας πωλήτρια εταιρεία ...".

Με τον 5ο λόγο της αναίρεσης, το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της ελλείψεως άλλως ανεπαρκούς και αντιφατικής αιτιολογίας α) ως προς την οφειλή του Ναυτικού Νοσοκομείου για την προς αυτό πώληση ιατροφαρμακευτικού υλικού, η οποία (οφειλή) προέρχεται, (κατά το αναιρεσείον) από τα αναφερόμενα στο προκομιζόμενο από το ίδιο έγγραφο και ανέρχεται σε 42.454,65 ευρώ, ενώ η απόφαση δέχεται ότι η οφειλή αυτή προκύπτει από 114 τιμολόγια, β) ως προς την απόρριψη της εκ μέρους του (αναιρεσείοντος) προβληθείσας αναιρεσείον) ένστασης εξόφλησης για τις οφειλές των 401 (ΓΣΝΑ) και 251 (ΓΝΑ) Νοσοκομείων.

Ο παραπάνω λόγος, κατά το πρώτο μέρος, ανεξαρτήτως του ότι, υπό την επίφαση του παραπάνω αναιρετικού λόγου, πλήττεται απαραδέκτως η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, είναι σε κάθε περίπτωση αβάσιμος, καθόσον από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο με επαρκή και ουδόλως αντιφατική αιτιολογία, δέχθηκε ότι η οφειλή του ΝΝΑ προκύπτει από 114 τιμολόγια, τα οποία αναλυτικά (κατ' αριθμό, ημερομηνία και ποσό) παρατίθενται στην απόφαση (φυλ.14-16), στα οποία σημειωτέον συμπεριλαμβάνονται και τα τιμολόγια που αναφέρονται στο επικαλούμενο από το αναιρεσείον έγγραφο, είναι δε προφανές ότι εφόσον η οφειλή αυτή προσδιορίστηκε, με βάση όλα τα αφορώντα το ΝΝΑ τιμολόγια, (ήτοι 114) και όχι μόνο με βάση τα 36 τιμολόγια που αναφέρονται στο επικαλούμενο από το αναιρεσείον έγγραφο, το ύψος της οφειλής αυτής ανέρχεται προφανώς σε μεγαλύτερο από το επικαλούμενο από το αναιρεσείον ποσό, χωρίς να υπάρχει ως προς αυτό ουδεμία έλλειψη ή αντιφατικότητα αιτιολογίας.

O ίδιος λόγος, κατά το δεύτερο μέρος, είναι απαράδεκτος, διότι ο εκ του αριθμ.19 λόγος αναιρέσεως αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και γι' αυτό προϋποθέτει κρίση επί της ουσίας του δικαστηρίου, δεν ιδρύεται δε, όταν το δικαστήριο δεν εισήλθε στην ουσία της διαφοράς και δεν διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα αλλά απέρριψε την αγωγή ή την ένσταση ως μη νόμιμη, όπως εν προκειμένω, που η προβληθείσα από το αναιρεσείον ένσταση εξόφλησης απορρίφθηκε ως μη νόμιμη (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 352/2023, ΑΠ 680/2022, ΑΠ 1871/2022, ΑΠ 1461/2022).

Σύμφωνα με το άρθρο 21 του Ν.Δ της 26.6/10.7.1944 "περί Κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου", που διατηρήθηκε σε ισχύ με το τελευταίο εδάφιο του άρθρου 109 του Εισ.Ν.ΑΚ "ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος πάσης του Δημοσίου οφειλής ορίζεται εις 6% ετησίως, πλην αν άλλως ωρίσθη δια συμβάσεως ή ειδικού νόμου.

Ο ειρημένος τόκος άρχεται από της επιδόσεως της αγωγής". Επίσης και η διάταξη του άρθρου 7 § 2 του ν.δ/τος 496/1974 "περί λογιστικού ΝΠΔΔ" (που αποτελεί κανόνα ουσιαστικού δικαίου ΑΠ15/2020) και είναι σύμφωνη με το Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ (ΟλΑΠ 3/2006, ΑΠ 1917/2007), ορίζει ότι ο νόμιμος και ο τόκος υπερημερίας για κάθε οφειλή Ν.Π.Δ.Δ.

είναι 6% ετησίως, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά με σύμβαση ή ειδικό νόμο, αρχίζει δε από την επίδοση σχετικής αγωγής. Εξ άλλου, με ειδικό νόμο και συγκεκριμένα με το π.δ/μα 166/2003, με το οποίο ενσωματώθηκε από 5.6.2003 στην ελληνική νομοθεσία η Οδηγία 2000/35 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 29.6.2000, ορίζεται διαφορετικά ο τόκος για οφειλές που έχουν χαρακτήρα αμοιβής από εμπορική συναλλαγή, δηλαδή συναλλαγή μεταξύ επιχειρήσεων ή μεταξύ επιχειρήσεων και δημοσίων αρχών, η οποία συνεπάγεται την παράδοση αγαθών ή την παροχή υπηρεσιών έναντι αμοιβής (άρθρ. 1-3 π.δ/τος 166/2003).

Έτσι, κατά το άρθρ. 4§2 του ως άνω π.δ/τος, που ήδη καταργήθηκε με την υποπαράγραφο Ζ. 14 της παραγράφου Ζ του άρθρου πρώτου του Ν.4152/2013, αλλά οι διατάξεις του παρέμειναν σε ισχύ για τις συμβάσεις που υπογράφτηκαν κατά τη διάρκεια της ισχύος του (ΑΠ 433/2023) ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι αν δεν συμφωνήθηκε ορισμένη ημέρα ή προθεσμία πληρωμής της αμοιβής, ο οφειλέτης γίνεται υπερήμερος χωρίς να απαιτείται όχληση και οφείλει τόκους, στην περίπτωση ειδικότερα που παρέλαβε το τιμολόγιο μέχρι το χρόνο της παραλαβής των αγαθών ή της παροχής των υπηρεσιών ή μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας αποδοχής ή ελέγχου των παραλαμβανόμενων αγαθών ή υπηρεσιών, εφόσον βέβαια προβλέπεται τέτοια διαδικασία, μόλις περάσουν 30 ημέρες από την παραλαβή των αγαθών ή την παροχή των υπηρεσιών ή από την ολοκλήρωση της διαδικασίας αποδοχής ή ελέγχου των παραλαμβανόμενων αγαθών ή υπηρεσιών, ενώ αν πρόκειται για συμβάσεις μεταξύ επιχειρήσεων και δημοσίων αρχών η προθεσμία των 30 ημερών αυξάνεται σε 60 ημέρες (ΑΠ1308/2021).

Από τις διατάξεις των άρθρων 2 και 3 παρ. 1 του π.δ 166/2003 με τις οποίες οριοθετείται το πεδίο εφαρμογής αυτού, προκύπει ότι το ως άνω π.δ 166/2003 εφαρμόζεται και επί των συμβάσεων που συνάπτει το Δημόσιο ή ν.π.δ.δ με ιδιώτη για την παράδοση αγαθών ή την παροχή υπηρεσιών έναντι ανταλλάγματος όπως τέτοιες είναι και οι συμβάσεις για την προμήθεια υλικών νοσηλευτικών ιδρυμάτων.

Επομένως και επί των συμβάσεων αυτών το ύψος του οφειλόμενου επιτοκίου ρυθμίζεται από τη διάταξη του άρθρου 4 του ΠΔ 166/2003, η οποία, ως νεότερη, ειδικότερη και εδραζόμενη σε Κοινοτική Οδηγία (άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος) διάταξη, υπερισχύει της διάταξης του άρθρου 7 του Ν.Δ. 496/1974 και του άρθρου 21 του ν.δ της 26-06/10.07.1944.

Επομένως, για τις οφειλές του Δημοσίου ή των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, από εμπορική συναλλαγή με επιχείρηση που τους παρέδωσε αγαθά ή υπηρεσίες έναντι αμοιβής, σε εκτέλεση σύμβασης που καταρτίστηκε μετά την 05-6-2003, ημερομηνία ενάρξεως ισχύος του ΠΔ 166/2003 και πριν από την ισχύ του ν. 4152/2013 (16-03-2013) που κατάργησε το άρθρο 4 παρ. 2 του ΠΔ 166/2003 (άρθρο 1 παρ.

Ζ υπο παρ. Ζ. 14 του ν. 4152/2013), το Δημόσιο και το ν.π.δ.δ καθίσταται υπερήμερο και οφείλει τόκους υπερημερίας, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο π.δ 166/2003 (ως προς το εναρκτήριο χρονικό σημείο γένεσης των τόκων και το ύψος του επιτοκίου) και όχι σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν.Δ. 496/1974 και του ν.δ της 26-06/10.07.1944 (ΟλΑΠ 10/2013, ΑΠ 492/2017, ΑΠ 766/2014, ΑΠ 323/2014).

Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 45 Ν.4607/2019 (ΦΕΚ Α 65/24-04-2019) ορίσθηκε ότι: "Το ύψος του νόμιμου επιτοκίου και του επιτοκίου υπερημερίας κάθε οφειλής του Δημοσίου ισούται προς το επιτόκιο των πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (MRO), που ισχύει κατά την ημερομηνία άσκησης του ένδικου βοηθήματος, πλέον τριών (3,00) εκατοστιαίων μονάδων ετησίως.

Το επιτόκιο του προηγούμενου εδαφίου δεν μεταβάλλεται, κατά το μέρος που αφορά το επιτόκιο των πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (MRO), πριν από την εκάστοτε σωρευτική μεταβολή αυτού κατά μία (1,00) εκατοστιαία μονάδα, με σχετική βάση υπολογισμού του το επιτόκιο που ισχύει κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος Τα ανωτέρω δεν ισχύουν για:

α)...β)...γ)...Με την επιφύλαξη των εξαιρέσεων αυτών, όπου στην κείμενη νομοθεσία γίνεται αναφορά ή παραπομπή στο ύψος του οφειλόμενου από το Δημόσιο νόμιμου επιτοκίου ή και του επιτοκίου υπερημερίας, νοείται το επιτόκιο του παρόντος (παρ. 1). Στην περίπτωση των ένδικων βοηθημάτων κατά του Δημοσίου, τόκος οφείλεται, σε κάθε περίπτωση, μόνο από την επίδοση των σχετικών δικογράφων από τον διάδικο στον Υπουργό Οικονομικών ή στο αρμόδιο όργανο του Δημοσίου ή της Αρχής που προβλέπεται από τον νόμο σε ειδικές κατηγορίες υποθέσεων... (παρ. 2).

Με την πιο πάνω ρύθμιση του άρθρου 45 του Ν.4607/2019 τροποποιήθηκε το πλαίσιο για την τοκοφορία των οφειλών του Δημοσίου, με μείωση του επιτοκίου από το έως τότε ισχύον έξι τοις εκατό (6%) ετησίως, στο ύψος που ορίζεται στην εν λόγω νέα διάταξη, επειδή, όπως αναφέρεται στην αιτιολογική έκθεση του νόμου, το (προ)ισχύον νόμιμο επιτόκιο για τις οφειλές του Δημοσίου (ύψους 6% ετησίως), εκτός του γεγονότος ότι κρίνεται ιδιαίτερα υψηλό για τις σημερινές δημοσιονομικές συνθήκες, λόγω του αμετάβλητου χαρακτήρα του, δεν προσαρμόζεται στο εκάστοτε χρηματοοικονομικό περιβάλλον, με αποτέλεσμα τη σοβαρή επιβάρυνση του κρατικού προϋπολογισμού, λαμβανομένου υπόψη και του ρυθμού απονομής δικαιοσύνης και επίσης, με την ρύθμιση αυτή ενοποιήθηκε η έως τώρα υφιστάμενη νομοθεσία και καθιερώνεται ενιαίος τρόπος υπολογισμού του οφειλόμενου από το Δημόσιο τόκου (νόμιμου και υπερημερίας), για τις σχετικές οφειλές αυτού, ανεξάρτητα από την αιτία τους, με αναφορά στο επιτόκιο των πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (MRO), το οποίο ισχύει κατά την ημερομηνία άσκησης του ενδίκου βοηθήματος (γένεση επιδικίας), πλέον των προτεινόμενων εκατοστιαίων μονάδων.

Περαιτέρω από τη διάταξη της παρ. 3 του ιδίου άρθρου 45 του ανωτέρω Ν. 4607/2019, που ορίζει ότι οι παράγραφοι 1 και 2 εφαρμόζονται και σε όλες τις εκκρεμείς υποθέσεις, σε οποιοδήποτε βαθμό και στάδιο, για το μέρος κατά το οποίο οι αξιώσεις για τόκο ανάγονται και υπολογίζονται σε χρόνο μετά την πρώτη του επόμενου μήνα από την έναρξη ισχύος του παρόντος, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ο νόμος αυτός δημοσιεύθηκε την 24η Απριλίου 2019, συνάγεται ότι στις υποθέσεις, οι οποίες είναι εκκρεμείς σε οποιοδήποτε βαθμό και στάδιο, συνεπώς και ενώπιον του Αρείου Πάγου, κατά την 24η Απριλίου 2019, το επιτόκιο οφειλών του Δημοσίου μέχρι και τις 30-04-2019 θα υπολογίζεται σύμφωνα με τις προϊσχύσασες διατάξεις (Κ.Δ της 26.6./10.7/1944 ή π.δ 166/2003 αναλόγως) και από 01-05-2019 θα υπολογίζεται σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 45 του Ν.4607/2019 (ΑΠ 1262/2023, ΑΠ 433/2023, 407/2023, ΑΠ 1303/2022,ΑΠ 1555/2022).

Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 533 παρ. 2 του ΚΠολΔ και 2 του ΑΚ προκύπτει ότι το εφετείο, κατά το πρώτο στάδιο της δίκης της έφεσης κατά απόφασης που έχει προσβληθεί με έφεση, εφαρμόζει το νόμο που ίσχυε κατά το χρόνο δημοσίευσης της πρωτόδικης απόφασης, με μόνες εξαιρέσεις τις περιπτώσεις που ο νέος νόμος, με ρητή διάταξη, καταλαμβάνει και τις σχέσεις, που έχουν οριστικά κριθεί ή είναι πραγματικά ερμηνευτικός, οπότε θεωρείται σύγχρονος του ερμηνευόμενου, ενώ στην περίπτωση κατά την οποία, συνεπεία παραδοχής κάποιου λόγου έφεσης, ως ουσιαστικά βάσιμου, εξαφανίσει την εκκληθείσα απόφαση και ακολουθήσει νέο στάδιο, κατά το οποίο κρατώντας το ίδιο την υπόθεση, δικάζει αυτήν στην ουσία, υποκαθιστάμενο στη θέση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, οφείλει, συμμορφούμενο προς τη γενική διάταξη του άρθρου 2 του ΑΚ, να εφαρμόσει το νέο νόμο, αφού αυτός ισχύει κατά το χρόνο δημοσίευσης της δικής του απόφασης, που κρίνει την ουσία της υπόθεσης, ασχέτως αν αυτός έχει ή όχι αναδρομική δύναμη και η εφαρμογή του οδηγεί σε κρίση διαφορετική από εκείνη του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (ΟλΑΠ 1/2020, ΑΠ 306/2017).

Ο αναιρετικός έλεγχος νομιμότητας της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης γίνεται με βάση το νόμο, που όφειλε να εφαρμόσει το ουσιαστικό δικαστήριο, του οποίου η απόφαση προσβάλλεται. Κατ' εξαίρεση ο αναιρετικός έλεγχος νομιμότητας θα γίνει με νόμο μεταγενέστερο εκείνου, αν ο τελευταίος έχει αναδρομική ισχύ και ορίζει ότι εφαρμόζεται και επί των τελεσιδίκως κριθέντων ή στις δίκες που είναι εκκρεμείς σε οποιοδήποτε δικαστήριο ή δεν έγιναν αμετάκλητες, με την προϋπόθεση ότι η διάταξη για αναδρομική ισχύ δεν προσκρούει σε διατάξεις υπερνομοθετικής ισχύος, Σύνταγμα, ΕΣΔΑ κλπ (ΟλΑΠ 30/1998).

Με τον έκτο λόγο της αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, εσφαλμένα εφήρμοσε, ως προς τους τόκους, τη διάταξη του άρθρου 4 π.δ 166/2003, ενώ έπρεπε να εφαρμόσει τη διάταξη του άρθρου 21 του Δ/τος της 26-06/10-07-1944 και από 1/5/2019 τη διάταξη του άρθρου 45 παρ. 1 του Ν.4607/2019, υπολογιζομένων των τόκων από την επομένη της επίδοσης της αγωγής.

Το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό λόγο μέρος, τα ακόλουθα: "Η υπό κρίση αγωγή ως προς το αίτημα για την τοκοδοσία στηρίζεται στις διατάξεις των άρθρων 341, 345 ΑΚ και 4 παρ. 2 και 4 παρ. 4 του πδ. 166/2003, το οποίο καταργήθηκε μεν με την υπο παρ. Ζ.14 της παρ. Ζ του άρθρου πρώτου του Ν.4152/2013, με την ίδια δε διάταξη διατηρήθηκε η ισχύς των διατάξεων αυτού για τις συμβάσεις που υπογράφηκαν κατά την διάρκεια της ισχύος του, όπως συνέβη εν προκειμένω με τις επίδικες συμβάσεις πώλησης, που συνάφθηκαν κατά τα έτη 2009 και 2010 και το οποίο π.δ έχει εν προκειμένω εφαρμογή, δεδομένου ότι η ένδικη αξίωση προέρχεται από έγκυρες συμβάσεις πώλησης".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, υποχρέωσε το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο να καταβάλει στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη το ποσό των 262.628 ευρώ, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας για κάθε επιμέρους από τα παρατιθέμενα ένδικα τιμολόγια, για μεν αυτά που εκδόθηκαν, κατά τα αναγραφόμενα επί του σώματος αυτών με πίστωση του τιμήματος από την δήλη ημέρα καταβολής τους, ήτοι από την πάροδο 90 ημέρων από την επομένη της εκδόσεως ενός εκάστου εξ αυτών, για δε τα λοιπά, τα οποία, κατά τα αναγραφόμενα επί του σώματος αυτών, δεν εκδόθηκαν επί πιστώσει, κατά το π.δ 166/2003, μετά την πάροδο εξήντα (60) ημερών από την επομένη της εκδοόσεως ενός εκάστου εξ αυτών που ήταν και η ημέρα παραλαβής των πωληθέντων εμπορευμάτων και με το νόμιμο επιτόκιο που ορίζεται στην διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 4 του Π.Δ 166/2003".Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 4 π.δ 166/2003 και δεν εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 21 του Δ/τος της 29-06/10-07-1944, ως προς τις περί τόκου αξιώσεις της αναιρεσίβλητης, κατά το μέρος που οι αξιώσεις αυτές ανάγονται σε χρόνο μέχρι την 30/4/2019, εσφαλμένα όμως δεν εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 45 § 1 του ν. 4607/24.4.2019, για το μέρος που οι περί τόκου αξιώσεις της αναιρεσίβλητης ανάγονται σε χρόνο από 1.5.2019 και μετά, αφού η ως άνω διάταξη η οποία, έχοντας ημερομηνία έναρξης ισχύος την 24.4.2019, ίσχυε κατά το χρόνο δημοσίευσης της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, δηλαδή στις 10/9/2019, και καταλάμβανε (παρ. 3 του άρθρ. 45 ν. 4607/2019) και την εκκρεμή κατά το χρόνο που άρχισε να ισχύει (δηλαδή από τις 24.4.2019) ένδικη αξίωση της αναιρεσίβλητης, για τόκο, κατά το μέρος που η αξίωση αυτή ανάγεται και υπολογίζεται σε χρόνο μετά την πρώτη του επόμενου μήνα από την έναρξη ισχύος του εν λόγω νόμου και μετέπειτα.

Επομένως ο έκτος λόγος της αναίρεσης πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτός ως βάσιμος.

Κατόπιν των ανωτέρω, κατά παραδοχή ως βασίμων των τρίτου και έκτου λόγων της αίτησης αναίρεσης, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η υπ' αριθ. 6282/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών κατά τα αντιστοίχως αναφερόμενα κεφάλαια. Στη συνέχεια δε, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση (αρ.580 αρ.3 ΚΠολΔ), για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές από εκείνους που εξέδωσαν την απόφαση αυτή. Τα δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφιστούν στο σύνολό τους μεταξύ των διαδίκων, κατά το άρθρο 22 παρ. 2 εδ. β` του ν. 3693/1957, σε συνδ. με τα άρθρα 178 και 183 του ΚΠολΔ, λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας αυτών κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ.6282/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος αυτής.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το μέρος αυτό, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την απόφαση.

Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Ιανουαρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Φεβρουαρίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ