Greek Supreme Court dismisses appeal against civil court ruling on unjust enrichment and contributory negligence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the State's appeal against a final judgment from the Athens Court of Appeal. The lower court ruled that the State was partially liable for the plaintiff's loss due to contributory negligence, ordering a payment of over 210,000 euros. The Court found the lower court's application of unjust enrichment and negligence principles correct and the reasoning sufficient.
Legislator headnote
AI generatedArticles 552, 553, 556, 558, 564, 566, 577 of the Code of Civil Procedure; The appeal is inadmissible if the lower court correctly applied substantive law regarding unjust enrichment and contributory negligence without logical gaps.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 234 / 2023 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 234/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή, Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά και Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Δεκεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Αφροδίτη Καρούκη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "..." , που εδρεύει στην …και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αργυρή-Ήρα Κάζογλη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/6/2010 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3040/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2613/2016 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 13/10/2017 αίτησή του. Με την υπ' αριθμ. 21/2022 Πράξη του Προέδρου του Α1' Πολιτικού Τμήματος, ορίστηκε, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 του ΚΠολΔ, η δικάσιμος, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Νόμιμα φέρεται προς περαιτέρω συζήτηση για τη σημερινή δικάσιμο η από 13-10-2017 αίτηση αναίρεσης του αναιρεσείοντος ύστερα από την υπ' αριθμ. 21/2022 πράξη του Προέδρου του τμήματος λόγω επανασυζήτησης κατ' εφαρμογή του άρθρου 307 ΚΠολΔ. Υπόκειται προς κρίση η από 13-10-2017 αίτηση για αναίρεση της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 2613/2016 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτή η από 11-6-2015 έφεση του εναγομένου, νυν αναιρεσείοντος, και εξαφανίστηκε η υπ' αριθμ. 3040/2013 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία είχε δεχθεί κατά την κύρια βάση της την από 30-10-2010 αγωγή της ενάγουσας (ενδοσυμβατική ευθύνη), και αφού κράτησε και δίκασε την υπόθεση ως πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε εν μέρει την ως άνω αγωγή κατ' ουσίαν ως προς την επικουρική βάση της του αδικαιολογήτου πλουτισμού και υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 210.873,11 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, η αναίρεση να εξεταστεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005).
Με το λόγο αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27, 28/1998). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (ΟλΑΠ 1/1999).
Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993).
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997).
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν αιτιολογία της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 465/1988).
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1987/2007).
Κατά το άρθρο 904 εδ. α' του Α.Κ., όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου, έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, ενώ κατά το εδ. β' του ίδιου άρθρου, η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης, δηλαδή εκείνης που επέρχεται χωρίς δόση ανταλλάγματος από το λήπτη και που δεν μπορεί να στηριχθεί σε ισχυρή σύμβαση, δικαιολογούσα τον πλουτισμό, ούτε σε νόμιμη υποχρέωση.
Έτσι, η έννοια της γενικής απαίτησης ή ρήτρας από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, προκύπτει από τη διάταξη του πρώτου εδαφίου του άρθρου 904 ΑΚ, ενώ στο δεύτερο εδάφιο του ίδιου άρθρου σημειώνονται ενδεικτικώς ορισμένες ειδικές από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό απαιτήσεις, με τη μορφή παραλλαγών της άνω γενικής απαίτησης, οι οποίες δεν έχουν σημασία, παρά μόνο για τα όρια εφαρμογής των ειδικών διατάξεων των άρθρων 905 έως 907 και 909, 911, 912 του Α.Κ.
Κατά την ως άνω διάταξη, προϋποθέσεις αξίωσης αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι: α) ο πλουτισμός του υπόχρεου, β) η επέλευση του πλουτισμού από την περιουσία ή με ζημία του άλλου, γ) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ πλουτισμού και ζημίας (επιβάρυνσης), έτσι ώστε το ένα να αποτελεί την αιτία του άλλου και δ) η έλλειψη νόμιμης αιτίας.
Συνακόλουθα τούτων, βασική προϋπόθεση της απαίτησης από αδικαιολόγητο πλουτισμό είναι η ύπαρξη άμεσης περιουσιακής μετακίνησης μεταξύ του πλουτισμού του λήπτη και της ζημίας άλλου, δηλαδή, για να στηριχθεί αγωγή από αδικαιολόγητο πλουτισμό, πρέπει να υφίσταται άμεση αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παροχής ή της ζημίας του ενάγοντος και του πλουτισμού του εναγομένου.
Επιπλέον, πρέπει να υφίσταται αιτιώδης συνάφεια μεταξύ του πλουτισμού του εναγομένου και της ζημίας του ενάγοντος και να μην υφίσταται νόμιμη αιτία της περιουσιακής μετακινήσεως. Στερείται δε νόμιμης αιτίας και επομένως είναι αδικαιολόγητος ο πλουτισμός που δεν καλύπτεται από έγκυρη βούληση του ζημιωθέντος ή κατ' εξαίρεση από τη θέληση του νομοθέτη, συναγόμενη σαφώς από συγκεκριμένες διατάξεις ή και από το γενικότερο πνεύμα του νόμου, ενώ νόμιμη αιτία δικαιολόγησης του πλουτισμού, εκτός από τη βούληση του ζημιωθέντος ή του νομοθέτη, είναι και το αντάλλαγμα που τυχόν παρέχει ο λήπτης του πλουτισμού, δηλαδή η οικονομική θυσία του έναντι του αποκτώμενου πλουτισμού, η οποία, αν είναι ισάξια μ' αυτόν, ανταποκρίνεται πλήρως στην εξισωτική αποστολή του θεσμού του αδικαιολόγητου πλουτισμού. (ΟλΑΠ 6/2020).
Κατά δε το άρθρο 908 εδ. α' του ίδιου Κώδικα "ο λήπτης οφείλει να αποδώσει το πράγμα που έλαβε ή το αντάλλαγμα που τυχόν έλαβε από αυτό". Από το συνδυασμό των πιο πάνω διατάξεων προκύπτει, ότι σε περίπτωση που εκτελείται και παραδίδεται έργο ή παρέχονται εργασίες ή υπηρεσίες με άκυρη σύμβαση "ο αντισυμβαλλόμενος" του παρέχοντος, που δέχεται το έργο ή τις υπηρεσίες στο πλαίσιο της άκυρης σύμβασης, η οποία συνιστά απλά τη βασική προϋπόθεση της έλλειψης νόμιμης αιτίας, υποχρεούται να αποδώσει την ωφέλεια, που απέκτησε χωρίς νόμιμη αιτία και που συνίσταται, σε περίπτωση αδυναμίας αυτούσιας απόδοσης της παροχής που έλαβε χώρα χωρίς νόμιμη αιτία, στη χρηματική αποτίμηση του παρασχεθέντος έργου ή της παρασχεθείσας εργασίας ή υπηρεσίας και στη δαπάνη που εξοικονόμησε, στην οποία θα υποβαλλόταν, εάν η σύμβαση δεν ήταν άκυρη.
Ο ως άνω γενικός κανόνας του άρθρου 904 ΑΚ, που απορρέει από τις κοινωνικές αντιλήψεις περί ισότητας και επιείκειας, έχει εφαρμογή και επί του Δημοσίου και των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, αφού υπέρ αυτών δεν καθιερώνεται εξαίρεση με τη διάταξη αυτή ή με άλλη (ΑΠ 1307/2010, 786/07). Τέλος, η ένσταση του συντρέχοντος πταίσματος κατά το άρθρο 300 ΑΚ εφαρμόζεται αναλογικά και στις υποθέσεις πέραν της αποζημίωσης, όπως στην προκειμένη περίπτωση του αδικαιολόγητου πλουτισμού, εφόσον η υποχρέωση αποζημίωσης συμπίπτει με τον πλουτισμό.
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι με την από 30-10-2010 αγωγή της η ενάγουσα ζήτησε να υποχρεωθεί το εναγόμενο να της καταβάλει το ποσό των 421.746,23 ευρώ ως τίμημα πώλησης των εκεί αναφερόμενων κινητών πραγμάτων.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 3040/2013 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που την δέχθηκε κατά την κύρια βάση της της ενδοσυμβατικής ευθύνης. Κατά της ως άνω απόφασης ασκήθηκε η από 11-6-2015 έφεση του εκκαλούντος-εναγομένου, η οποία έγινε δεκτή από το Εφετείο και εξαφανίστηκε η ως άνω απόφαση, αυτό κράτησε και δίκασε την αγωγή ως πρωτοβάθμιο δικαστήριο κατά την επικουρική βάση αυτής του αδικαιολογήτου πλουτισμού, επειδή δέχθηκε ότι για την ως άνω πώληση δεν είχε τηρηθεί ο απαιτούμενος συστατικός τύπος.
Στη συνέχεια το Εφετείο δέχθηκε, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης τα εξής κατά το ενδιαφέρον εδώ αναιρετικό μέρος: "Περαιτέρω, από τα ίδιο ως άνω αποδεικτικό υλικό αποδείχτηκε ότι το εναγόμενο δεν έχει καταβάλει μέχρι σήμερα το επίδικο ποσό, το οποίο εξακολουθεί να οφείλει, καθιστάμενο έτσι αυτό πλουσιότερο σε βάρος και επί τη βλάβη της περιουσίας της εφεσίβλητης προμηθεύτριας εταιρείας χωρίς νόμιμη αιτία.
Επομένως, το εκκαλούν υποχρεούται να αποδώσει την επίδικη παροχή ή αναλόγως την αντίστοιχη ωφέλεια που απέκτησε χωρίς νόμιμη αιτία και που συνίσταται στην αξία του παραδοθέντος υλικού και στη δαπάνη που αυτό εξοικονόμησε, στην οποία θα υποβαλόταν, εάν την εκτέλεση της σύμβασης ανέθετε με έγκυρη σύμβαση, σε άλλο προμηθευτή, ο οποίος θα διέθετε τα ίδια πράγματα.
Το εκκαλούν είχε ήδη προβάλει με τις έγγραφες προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου τον ισχυρισμό ότι η ενάγουσα τελούσα εν επιγνώσει της ακυρότητας κατάρτισης της επίδικης σύμβασης προμήθειας και παρά το γεγονός ότι εκλήθη δις από το εν λόγω Υπουργείο μέσω των αρμοδίων υπηρεσιών του εκώφευσε και δεν έστερξε στην ανάληψη από τις αποθήκες του Υπουργείου του πωληθέντος και παραδοθέντος υλικού.
Διατεινόμενο αυτό περαιτέρω ότι η συμπεριφορά αυτή της ενάγουσας είχε ως αποτέλεσμα την πρόκληση της ζημίας της κατά ποσοστό 95%, με το επιχείρημα ότι, αν η εφεσίβλητος είχε αναλάβει τα παραδοθέντα από την αποθήκη του εν λόγω Υπουργείου εγκαίρως, ήδη από τον Απρίλιο του 2010, σε κάθε περίπτωση από τον Αύγουστο του 2010, όταν εκλήθη να αναλάβει αυτό από τις αποθήκες του Υπουργείου, και σε χρόνο ήδη μετά την άρνηση του Γενικού Λογιστικού του Κράτους να εγκρίνει την επίδικη πληρωμή, θα είχε μειώσει τη ζημία κατά το ανωτέρω ποσοστό του 95%....Από το ίδιο ως άνω αποδεικτικό υλικό αποδείχτηκε ότι μετά την άρνηση από το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους στις 13-1-2010 να εγκρίνει την παραπάνω δαπάνη η αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων διά των αρμοδίων οργάνων του κάλεσε, όπως προαναφέρθηκε, στις 9-4-2010 και 3-8-2010 εγγράφως την εφεσίβλητο να αναλάβει από τις αποθήκες του Υπουργείου το οπτικοακουστικό υλικό που του είχε παραδώσει.
Πλην όμως αυτή, αν και εκλήθη, εκώφευσε και αρνήθηκε να συμπράξει σε αυτό, επιδεικνύοντας έτσι συμπεριφορά που αντιβαίνει στις αρχές της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και της επικρατούσας στις εμπορικές συναλλαγές ηθικής, καθόσον γνώριζε ότι για την κατάρτιση της σύμβασης για την προμήθεια τέτοιου σχολικού υλικού δεν είχαν τηρηθεί τα προβλεπόμενα από το νόμο, με αποτέλεσμα η ένδικη σύμβαση να είναι άκυρη, αναλαμβάνοντας έτσι η ίδια δια του νομίμου εκπροσώπου της τον κίνδυνο μη έγκρισης της σχετικής δαπάνης από τις οικονομικές υπηρεσίες του Δημοσίου.
Ωστόσο, πρέπει να υπογραμμιστεί το γεγονός ότι η εφεσίβλητη κατά το χρόνο που της απεστάλησαν από το Υπουργείο οι ανωτέρω δύο προσκλήσεις γνώριζε ότι το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους είχε αρνηθεί να ικανοποιήσει την απαίτησή της λόγω ακυρότητας της ένδικης σύμβασης. Συνακόλουθα, η παράλειψή της αυτή (ήτοι της μη ανάληψης του υλικού αυτού από τις αποθήκες του Υπουργείου ήδη από τον Απρίλιο του 2010 και σε κάθε περίπτωση από τον Αύγουστο του ιδίου έτους), και στη συνέχεια η παράλειψή της να το διαθέσει, αν και ηδύνατο, ήδη από τότε, στην αγορά αντί ισόποσου τιμήματος, είχε ως αποτέλεσμα να συντελέσει αιτιωδώς στην επέλευση της ζημίας της.
Εξάλλου, και η μάρτυρας απόδειξης που εξετάστηκε ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου σχετικά με την εμπορευσιμότητα του επίδικου υλικού, κατέθεσε χαρακτηριστικά ότι: ".... αυτό το υλικό... διατίθετο από τότε που έγινε η εταιρεία, από το 2008.... Βεβαίως, έχει πουληθεί, παντού, ... χιλιάδες καλές γνώμες ...
χιλιάδες πελάτες έχουν πάρει αυτό το υλικό...". Το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη τα συναλλακτικά ήθη που επικρατούν στις (εμπορικές) συναλλαγές, την κατάσταση της αγοράς γενικά στο χώρο του βιβλίου-εκπαιδευτικού οπτικοακουστικού υλικού κατά τα έτη 2009-2010, τη ζήτηση που είχαν κατά το χρόνο εκείνο τα εν λόγω έργα, ήτοι από ιδιώτες αγοραστές, ιδιωτικά σχολεία κ.λπ.
κρίνει ότι το ποσοστό συνυπαιτιότητας της εφεσίβλητης, προμηθεύτριας εταιρείας που συνετέλεσε στην επέλευση της ζημίας της ανέρχεται τουλάχιστον σε ποσοστό 50%, ήτοι κατά το ποσοστό που αντιστοιχεί στη διάθεση τού εν λόγω υλικού, κατά το ήμισυ τουλάχιστον της ποσότητάς του, που θα μπορούσε η εφεσίβλητη μετά βεβαιότητος και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων να είχε πωλήσει, αν το είχε διαθέσει στην αγορά ήδη από τον Απρίλιο του 2010 και σε κάθε περίπτωση από τον Αύγουστου του 2010 στην ίδια με την επίδικη αξία πώλησης, ήτοι ανά τιμή μονάδος πώλησης 64,91 ευρώ, πλέον του Φ.ΠΑ.
της τάξεως του 19%. Κατά το υπόλοιπο ποσοστό 50% συνυπαίτιο για τη ζημία κρίνεται το εκκαλούν, το οποίο οφείλει να αποδώσει στην εφεσίβλητη τον πλουτισμό του, που όπως προαναφέρθηκε, συμπίπτει με την αποζημίωσή της. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτή η ένσταση συνυπαιτιότητας της εφεσίβλητης που προέβαλε κατ'άρθρο 300 του ΑΚ το εκκαλούν ως εν μέρει κατ'ουσίαν βάσιμη και δη κατά το ποσοστό του 50% της επελθούσας ζημίας".
Στη συνέχεια το Εφετείο δέχθηκε εν μέρει ως κατ' ουσίαν βάσιμη την ως άνω αγωγή και υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 210.873,11 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Με αυτά που δέχθηκε και έκρινε το Εφετείο και ειδικότερα ότι το εναγόμενο κατέστη αδικαιολογήτως πλουσιότερο κατά το προαναφερθέν επιδικασθέν ποσό δίχως νόμιμη αιτία (ακυρότητα της σύμβασης πώλησης κινητών πραγμάτων), αφού δέχθηκε κατ' ουσίαν και την ύπαρξη συνυπαιτιότητας της ενάγουσας κατά ποσοστό 50% κατά τα προαναφερθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν έσφαλε ως προς την εφαρμογή και ερμηνεία του κανόνος δικαίου του άρθρου 908 ΑΚ, την οποίαν ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε.
Η δε αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου που προαναφέρθηκαν, τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, συνολικά εκτιμώμενες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών.
Τα αντίθετα δε υποστηριζόμενα με τους πρώτο και δεύτερο λόγους από τον αρ. 1 και τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Ταύτα ανεξάρτητα από το ότι το ζήτημα της αδυναμίας αυτούσιας απόδοσης των ακύρως πωληθέντων πραγμάτων από την ενάγουσα και συνακόλουθα της επιδίκασης της αξίας τους σ' αυτήν δεν αποτέλεσε αντικείμενο αμφισβήτησης από το εναγόμενο στα δικαστήριο της ουσίας, αλλά προτάθηκε απ' αυτό, κατά τα προαναφερθέντα, η ένσταση του συντρέχοντος πταίσματος της ενάγουσας, η οποία έγινε εν μέρει δεκτή κατ' ουσίαν, στην ιστορική βάση της οποίας έγινε αναφορά της αμέλειας της ενάγουσας να παραλάβει τα ακύρως πωληθέντα πράγματα.
Συνεπώς η ένδικη αναίρεση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί το αναιρεσείον λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 191 ΚΠολΔ) στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, μειωμένα όμως κατά το άρθρο 22 παρ. 1 ν. 3693/1957 σε συνδ. με το άρθρο 2 της υπ' αριθμ. 134423/1992 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης που εκδόθηκε κατ'εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 12 ν. 1738/1987 κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -
Απορρίπτει την από 13-10-2017 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2613/2016 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.-
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Ιανουαρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Φεβρουαρίου 2023.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ