Legislator Case Law & Legislation
234/2022 AI generated

Supreme Court allows appeal against appeal court decision regarding interest calculation and remands case for trial.

Case Number 234/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appellant's appeal against the appeal court's decision, which had rejected the claim regarding interest calculation. The court found the appellant's new lawsuit filed within the limitation period valid despite a prior withdrawal, establishing a continuing right to interest from the original filing date. Consequently, the appeal court's judgment was annulled, the case was remanded for trial, and the respondent was ordered to pay the appellant's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 340, 345, 346 of the Civil Code; Article 215(1)(a) and 221(1) of the Code of Civil Procedure: A new lawsuit filed within the limitation period after a prior withdrawal constitutes a continuation of the original claim, preserving the right to interest from the initial filing date.

Keywords

AI generated
limitation period withdrawal of lawsuit interest calculation continuing claim remand for trial legal costs appeal procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 340, 345, 346 of the Civil Code
Article 215(1)(a) and 221(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Article 106, 176, 183, 189(2) of the Code of Civil Procedure
Article 9(4) of Law 1649/1986

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 234 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 234/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή - Εισηγήτρια και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 1η Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας Περιορισμένη Ευθύνης με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο Χαλάνδρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Χριστοδούλου και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, όπως μετονομάστηκε το αρχικά αναιρεσίβλητο Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΕΝΙΑΙΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ (Ε.Φ.Κ.Α.)", οιονεί καθολικού διαδόχου του αρχικά εναγομένου Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ - ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ (Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ.)", το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Τούμπα και κατέθεσε προτάσεις.

Στο σημείο αυτό, ο πληρεξούσιος του ως άνω αναιρεσιβλήτου, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, ζήτησε την αναβολή της συζήτησης της κρινόμενης αίτησης σε μεταγενέστερη δικάσιμο, για τους λόγους που ανέπτυξε. Το Δικαστήριο, αφού διασκέφθηκε με την παρουσία και του Γραμματέα του, απέρριψε το αίτημα αναβολής και διέταξε την πρόοδο της δίκης.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9/3/2017 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5751/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3186/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22/1/2021 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ'αρθμ. 3186/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε την έφεση του αναιρεσιβλήτου και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση μόνο ως προς τη διάταξή της που αφορούσε την έναρξη της τοκογονίας του επιδικασθέντος στην αναιρεσείουσα κεφαλαίου των 66.172.68 ευρώ από τις 9-11-2007.

Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο του μοναδικού λόγου της. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 340, 345, 346 ΑΚ, 215 παρ. 1 εδ. α' και 221 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η επίδοση στον εναγόμενο αγωγής για επιδίκαση χρηματικής απαιτήσεως δεν είναι μόνον διαδικαστική πράξη αλλά έχει και χαρακτήρα οιονεί δικαιοπραξίας οχλήσεως που εμπεριέχει πρόσκληση του δανειστή απευθυντέα προς τον οφειλέτη για την εκπλήρωση της παροχής ανεξαρτήτως του διαδικαστικού χαρακτήρα της ως στοιχείου ασκήσεως της αγωγής και μέσου ενάρξεως της δίκης, ώστε ως εναρκτήρια αυτής διαδικαστική πράξη να συνεπάγεται την τοκογονία του ληξιπροθέσμου χρέους χωρίς την υπερημερία του εναγομένου οφειλέτη (ΑΚ 346) και ως όχληση να καθιστά τον οφειλέτη υπερήμερο υπό την επιφύλαξη της ενστάσεως του άρθρου 342 ΑΚ και υπόχρεο να πληρώσει το νόμιμο τόκο υπερημερίας όχι ως άμεσο αποτέλεσμα της αγωγής, η οποία δεν έχει τέτοια συνέπεια, αλλά της οχλήσεως που όταν ασκείται με την αγωγή της οποίας δεν αποτελεί αναγκαίο στοιχείο, ούτε τη νομική φύση της, ούτε την αυτοτέλειά της έναντι της αγωγής αποβάλλει.

Το ως άνω αποτέλεσμα της οχλήσεως που έγινε με την επίδοση καταψηφιστικής αγωγής προς τον οφειλέτη δεν ανατρέπεται αν η αγωγή αυτή απορριφθεί για λόγους που δεν ανάγονται στο υποστατό της αξιώσεως, αλλά στην έλλειψη δικονομικών προϋποθέσεων, συνεπαγομένων ακυρότητα του δικογράφου της αγωγής ή απαράδεκτο αυτής (π.χ.

λόγω αοριστίας). Αντίθετα, αν η αγωγή απορριφθεί για ουσιαστικό λόγο, το ανωτέρω αποτέλεσμα της περιελεύσεως του οφειλέτη σε υπερημερία δεν διατηρείται, αφού στην περίπτωση αυτή η όχληση δεν αφορά σε νόμιμη ή βάσιμη απαίτηση (ΑΠ 1789/2009, 1355/2003). Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι ο ενάγων, του οποίου προγενέστερη αγωγή, που είχε επιδοθεί νομίμως, απορρίφθηκε λόγω ελλείψεως δικονομικής προϋποθέσεως, δικαιούται να λάβει τόκους από την επίδοση εκείνης της αγωγής, η οποία δεν εξέλιπε ως όχληση δημιουργική υπερημερίας, εφόσον με νεότερη αγωγή επιδιώκει την επιδίκαση της ίδιας απαιτήσεως (ΑΠ 178/2016, ΑΠ 106/2014).

Σημειώνεται ότι η κατά τα άρθρα 294, 295 παρ. 1, 297 ΚΠολΔ παραίτηση του ενάγοντος από το δικόγραφο της αγωγής, που έχει ως αποτέλεσμα το ότι η αγωγή θεωρείται ως μη ασκηθείσα, συνεπάγεται την ανατροπή εξ υπαρχής μόνο των αποτελεσμάτων που επήλθαν με και από την άσκηση αυτής, δεν αφορά όμως και την επίδοση της αγωγής κατά το μέρος που η επίδοσή της έχει χαρακτήρα οχλήσεως, δημιουργική υπερημερίας του οφειλέτη και οφειλής για αντίστοιχους τόκους σύμφωνα με το άρθρο 345 ΑΚ (Ολ ΑΠ 13/1994, ΑΠ 1126/2010 ).

Επομένως ο ενάγων, ο οποίος με προγενέστερη αγωγή του, επιδοθείσα νομίμως, από το δικόγραφο της οποίας παραιτήθηκε, είχε ζητήσει την επιδίκαση της ίδιας απαιτήσεως, που ενασκεί με τη νέα αγωγή, δικαιούται να λάβει τόκους από την επίδοση της πρώτης αγωγής, η οποία δεν εξέλιπε ως όχληση δημιουργική υπερημερίας ( ΑΠ 1418/2018, ΑΠ 106/2014).

Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 4 του Ν. 1649/1986 ορίζεται, ότι, αν ένδικο βοήθημα απορριφθεί τελεσιδίκως για έλλειψη δικαιοδοσίας του δικαστηρίου, κατ' εφαρμογή των ρυθμίσεων του Ν. 1406/1983, το αντίστοιχο ένδικο βοήθημα που προβλέπει ο νόμος, εφόσον ασκηθεί ενώπιον του κατά δικαιοδοσία αρμοδίου δικαστηρίου μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία δύο μηνών από την επίδοση της τελεσίδικης απορριπτικής αποφάσεως στον ενδιαφερόμενο, λογίζεται, ως προς όλες τις έννομες συνέπειες, ότι ασκήθηκε κατά το χρόνο ασκήσεως εκείνου που απορρίφθηκε.

Ακολούθως, το ζήτημα αυτό ρυθμίσθηκε με το άρθρο 41 Ν 3659/2008, το οποίο ορίζει ότι "αν ένδικο βοήθημα απορριφθεί τελεσιδίκως για έλλειψη δικαιοδοσίας του δικαστηρίου, το αντίστοιχο ένδικο βοήθημα που προβλέπει ο νόμος, εφόσον ασκηθεί ενώπιον του κατά δικαιοδοσία αρμόδιου δικαστηρίου εντός ανατρεπτικής προθεσμίας δύο (2) μηνών από την επίδοση της τελεσίδικης απορριπτικής απόφασης στον ενδιαφερόμενο ή αφότου καταστεί τελεσίδικη η επιδοθείσα πρωτόδικη απόφαση, λογίζεται, ως προς όλες τις έννομες συνέπειες, ότι ασκήθηκε κατά το χρόνο της άσκησης εκείνου που απορρίφθηκε".

Σύμφωνα λοιπόν με τη νεότερη αυτή διάταξη, η ανωτέρω δίμηνη ανατρεπτική προθεσμία αφετηριάζεται, αν η απορριπτική απόφαση είναι από την έκδοσή της τελεσίδικη ή εκδόθηκε κατ' έφεση από δικαστήριο του δεύτερου βαθμού, από την επίδοση της τελεσίδικης απορριπτικής αποφάσεως στον ενδιαφερόμενο. Για την ταυτότητα του νομικού λόγου, η διάταξη αυτή εφαρμόζεται, όχι μόνον όταν εκδίδεται επί της ασκηθείσης αγωγής απορριπτική απόφαση λόγω ελλείψεως δικαιοδοσίας, αλλά και όταν ο ενάγων, αντιλαμβανόμενος ότι άσκησε την αγωγή του ενώπιον δικαστηρίου στερουμένου δικαιοδοσίας, ασκήσει νέα αγωγή ενώπιον του έχοντος δικαιοδοσία δικαστηρίου, χωρίς να αναμείνει την έκδοση αποφάσεως, αφού και με τον τρόπο αυτό πραγματώνεται ο σκοπός της παραπάνω διατάξεως, που συνίσταται στη σε σύντομο διάστημα επίλυση των εκκρεμών υποθέσεων και στην προστασία των ενδιαφερομένων, οι οποίοι με την εσφαλμένη άσκηση βοηθήματος ενώπιον Δικαστηρίου στερουμένου δικαιοδοσίας, κινδυνεύουν να παραγραφεί η αξίωσή τους (ΑΠ 1399/2017, ΑΠ1039/2017, ΑΠ 53/2012, ΑΠ 1028/2005).

Ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρθμ.1εδ.α'του ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε , καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006). Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση (ΟλΑΠ 9/2013).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον μοναδικό λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 340, 345,346 ΑΚ, του άρθρου 7 παρ.2 ΝΔ 496/1974, άρθρου μόνου ΠΔ 437/1977, των άρθρων 9 παρ.4 Ν 1649/1986 και 41 Ν 3659/2008, κρίνοντας εσφαλμένα ότι η παραίτηση της αναιρεσείουσας από το δικόγραφο των αγωγών της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών είχε ως συνέπεια την άρση των συνεπειών της αγωγής της ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών ως προς την έναρξη της τοκογονίας και ότι η ένδικη αγωγή δεν ασκήθηκε εντός διμήνου από την επίδοση της τελεσίδικης αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών που απέρριψε την αγωγή της για έλλειψη δικαιοδοσίας, ώστε να θεωρηθεί ότι η ένδικη αγωγή ως προς όλες τις έννομες συνέπειές της ασκήθηκε κατά το χρόνο ασκήσεως της από 2-11-2007 αγωγής.

Από την παραδεκτή, κατ'άρθρο 561 αρθμ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα αρχικά άσκησε κατά του ΙΚΑ την από 2-11-2007 αγωγή της ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών για την επίδικη αξίωση.... επ'αυτής εκδόθηκε η12544/2009 απόφαση και κατόπιν εφέσεων η 1440/2011 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, η οποία την απέρριψε τελεσιδίκως ελλείψει δικαιοδοσίας....

Στη συνέχεια η ενάγουσα άσκησε κατά του ΙΚΑ ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 30-3-2012 αγωγή της που επιδόθηκε σ'αυτό εντός διμήνου από την επίδοση της ως άνω απορριπτικής αποφάσεως, οπότε λογίζεται ως προς όλες τις έννομες συνέπειές της ότι ασκήθηκε κατά το χρόνο άσκησης της από 2-11-2007 αγωγής που απορρίφθηκε.

Επίσης η ενάγουσα άσκησε κατά του ΕΟΠΥΥ, καθολικού διαδόχου του ΙΚΑ, την από 24-4-2012 αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών εντός διμήνου από την επίδοση της ως άνω απορριπτικής αποφάσεως. Στη συνέχεια η ενάγουσα παραιτήθηκε από τα δικόγραφα των από 30-3-2012 και 24-4-2012 αγωγών της με δικόγραφα που επιδόθηκαν στο ΙΚΑ και στον ΕΟΠΥΥ στις 7-3-2017.....Η ενάγουσα άσκησε την ένδικη από 9-3-2017 αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που επιδόθηκε στο ΙΚΑ στις 30-3-2017,ήτοι εντός εξαμήνου από την παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής, οπότε κατ'άρθρο 263 παρ.2 ΑΚ οι συνέπειες της διακοπής της παραγραφής με την αρχικώς ασκηθείσα ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων αγωγή να διατηρούνται...

Με τον έβδομο λόγο της έφεσης το εκκαλούν ισχυρίζεται ότι έσφαλε η εκκαλουμένη επιδικάζοντας τόκους υπερημερίας για το κεφάλαιο των 66.172,68 ευρώ από 9-11-2007 επομένη της ημέρας επίδοσης της αρχικής από 2-11-2007 αγωγής ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, αφού το σχετικό αίτημα της αγωγής είναι καταχρηστικό και ότι σε κάθε περίπτωση θα έπρεπε να επιδικασθούν τόκοι από την άσκηση της ένδικης αγωγής ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Ο λόγος αυτός είναι νόμιμος, στηριζόμενος στη διάταξη του άρθρου 7 παρ.2 ΝΔ 496/1974, σύμφωνα με την οποία για την έναρξη της τοκοδοσίας οφειλής ΝΠΔΔ απαιτείται επίδοση αγωγής και κρίνεται και ουσιαστικά βάσιμος, αφού η παραίτηση της ενάγουσας από το δικόγραφο των από 30-3-2012 και 24-4-2012 αγωγών της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών είχε ως συνέπεια την άρση των συνεπειών της άσκησής της ως διαδικαστικής πράξης, αναδρομικά, επομένως και την άρση των συνεπειών της από 2-11-2007 αγωγής ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών ως προς την έναρξη της τοκογονίας.

Εξάλλου η ένδικη αγωγή δεν ασκήθηκε εντός διμήνου από την επίδοση της 1440/2011 τελεσίδικης απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών που απέρριψε την από 2-11-2007 αγωγή για έλλειψη δικαιοδοσίας (επίδοση που έλαβε χώρα την 22-3-2012), ώστε να θεωρηθεί σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 9 παρ.4Ν 1649/1986 και 41 Ν 3659/2008 ότι η ένδικη αγωγή λογίζεται ως προς όλες τις έννομες συνέπειές της ότι ασκήθηκε κατά το χρόνο της άσκησης της από 2-11-2007 αγωγής....

Κάτι ανάλογο με το άρθρο 263 παρ.2 ΑΚ, που ορίζει ότι αν ο δικαιούχος που παραιτήθηκε από προηγούμενη αγωγή εγείρει και πάλι την αγωγή μέσα σε έξι μήνες η παραγραφή θεωρείται ότι διεκόπη με την προηγούμενη αγωγή, δεν προβλέπεται για την έναρξη της τοκοδοσίας αφού με την παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής αίρονται οι συνέπειές της και επομένως και η έναρξη της τοκοδοσίας κατ'άρθρο 346 ΑΚ.

Επομένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του όρισε ως χρόνο έναρξης της τοκοδοσίας την 9-11-2007 έσφαλε περί την εφαρμογή του νόμου και αφού εξαφανισθεί η ανωτέρω διάταξη πρέπει να δικασθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο ως προς την ανωτέρω αξίωση της ενάγουσας και να υποχρεωθεί ο ΕΦΚΑ να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 66.172,68 ευρώ με το νόμιμο τόκο υπερημερίας 6% από την επομένη της επίδοσης της ένδικης αγωγής έως την εξόφληση".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, με το να δεχθεί ότι η παραίτηση της αναιρεσείουσας από τα δικόγραφα των από 30-3-2012 και 24-4-2012 αγωγών της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών είχε ως συνέπεια την άρση των συνεπειών της ασκήσεώς τους αναδρομικά, επομένως και την άρση των συνεπειών της από 2-11-2007 αγωγής της ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών ως προς την έναρξη της τοκογονίας, καθώς και ότι η ένδικη αγωγή δεν ασκήθηκε εντός διμήνου από την επίδοση της τελεσίδικης αποφάσεως του Διοικητικού Δικαστηρίου που απέρριψε την πρώτη αγωγή της αναιρεσείουσας για έλλειψη δικαιοδοσίας.

Και τούτο διότι, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, η επίδοση στον εναγόμενο της αγωγής δεν είναι μόνο διαδικαστική πράξη, αλλά και οιονεί δικαιοπραξία οχλήσεως προς τον οφειλέτη που συνεπάγεται την τοκογονία του ληξιπρόθεσμου χρέους και ως όχληση καθιστά τον οφειλέτη υπερήμερο, το αποτέλεσμα δε της οχλήσεως που έγινε με την επίδοση της αγωγής δεν ανατρέπεται, αν η αγωγή απορριφθεί για λόγους που δεν ανάγονται στο υποστατό της αξιώσεως.

Η παραίτηση δε από το δικόγραφο της αγωγής, που έχει ως αποτέλεσμα ότι η αγωγή θεωρείται ως μη ασκηθείσα, συνεπάγεται την εξ υπαρχής ανατροπή μόνο των αποτελεσμάτων που επήλθαν με και από την άσκησή της, δεν αφορά όμως και την επίδοση της αγωγής κατά το μέρος που αποτελεί όχληση, δημιουργική της υπερημερίας του οφειλέτη και οφειλής για τόκους υπερημερίας.

Επομένως, η αναιρεσείουσα, της οποίας η προηγούμενη από 2-11-2007 αγωγή της ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών απερρίφθη τελεσιδίκως, λόγω ελλείψεως δικαιοδοσίας του δικαστηρίου, δικαιούται να λάβει τόκους υπερημερίας από την επίδοση εκείνης της αγωγής, η οποία δεν έπαυσε ως όχληση, δημιουργική υπερημερίας, εφόσον με τις νεότερες από 30-3-2012 και 24-4-2012 αγωγές της αναιρεσείουσας ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που ασκήθηκαν στις 10-4-2012 και 2-5-2012 αντίστοιχα, ήτοι εντός της ανατρεπτικής προθεσμίας των δύο μηνών του άρθρου 9 παρ.4 Ν 1649/1986 από την επίδοση της 1440/2011 τελεσίδικης απορριπτικής αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου (22-3-2012), επιδίωκε την επιδίκαση της ίδιας απαιτήσεώς της, οπότε οι αγωγές αυτές λογίζονται ως προς όλες τις έννομες συνέπειές τους ότι ασκήθηκαν κατά τον χρόνο εκείνης που απορρίφθηκε.

Άλλωστε η από 7-3-2017 νομότυπη παραίτηση της αναιρεσείουσας από τα δικόγραφα των ανωτέρω αγωγών της, που έχει ως αποτέλεσμα ότι οι αγωγές αυτές θεωρούνται ως μη ασκηθείσες, δεν συνεπάγεται και την ανατροπή της επελθούσης οχλήσεως, δημιουργικής υπερημερίας του αναιρεσιβλήτου και οφειλής του για τόκους υπερημερίας από την επίδοση της πρώτης από 2-11-2007 αγωγής, καθόσον η αναιρεσείουσα με την από 9-3-2017 ένδικη αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που ασκήθηκε νομότυπα εντός εξαμήνου από την ως άνω παραίτηση, επιδιώκει την επιδίκαση της ίδιας απαιτήσεώς της.

Επομένως, είναι βάσιμος ο μοναδικός λόγος της αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 (για υπέρβαση δικαιοδοσίας και για παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα) μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να την δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση.

Στην προκειμένη περίπτωση, κατά τα προεκτεθέντα, η ενάγουσα - αναιρεσείουσα δικαιούται τόκους υπερημερίας από τις 9-11-2007 που επιδόθηκε στο αναιρεσίβλητο η πρώτη αγωγή της, όπως κρίθηκε και από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και γι' αυτό, εφόσον δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση, επιβάλλεται, μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, να κρατηθεί η υπόθεση από τον Άρειο Πάγο και να απορριφθεί η έφεση του αναιρεσιβλήτου.

Επίσης πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στην αναιρεσείουσα (άρθρο 495 αρθμ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί το αναιρεσίβλητο, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρα 106,176,183,189,191αρθμ.2ΚΠολΔ), όπως ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό.

Σημειωτέον ότι για τον υπολογισμό των δικαστικών εξόδων δεν τυγχάνει εφαρμογής στην προκείμενη δίκη το άρθρο 22 παρ.1,3 του Ν 3693/1957 που προβλέπει περιορισμένο ύψος αυτών, διότι η νομική υπηρεσία του αναιρεσιβλήτου ΕΦΚΑ δεν διεξάγεται από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους (ΑΠ 589/2015, ΑΠ 294/2014, ΑΠ 1362/2013).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ'αρθμ.3186/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.

Κρατεί και δικάζει την από 18-9-2019 έφεση του αναιρεσιβλήτου κατά της υπ'αρθμ.5751/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Απορρίπτει την έφεση κατ'ουσίαν.

Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στην αναιρεσείουσα.

Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Δεκεμβρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Φεβρουαρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ